Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Το "για πάντα" είναι πολύς καιρός .........


...Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές, είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα........ 
 
Γ. Σεφέρης, Ο τελευταίος σταθμός

Επειδή το " για πάντα" είναι πολύς καιρός .........

Ζούσε κάποτε σε μια σπηλιά, στην κορφή ενός βουνού, ένας γέρος ερημίτης που λογιζότανε σοφός ή άγιος ή τρελός - πέρασε τόσος καιρός που τώρα κανείς πια δεν ξέρει. Πάντως, λένε πως πολλοί ερχόντουσαν από μακριά να τον γνωρίσουνε, ν’ ακούσουνε τα λόγια του και να τον συμβουλευτούνε.

Και λένε πως μια μέρα, ένα νέο ζευγάρι που ετοιμαζότανε να παντρευτεί σκαρφάλωσε σε κείνο το βουνό, βρήκε τον γέρο και του ζήτησε μια συμβουλή για το πώς να ζήσουνε μαζί, για πάντα, ευτυχισμένοι. Κι ο γέροντας τους αποκρίθηκε:

- Το για πάντα είναι πολύς καιρός. Όμως θα σας δώσω δυο συμβουλές - μια για τον καθένα- για κάθε καινούρια μέρα.

Και πρώτα στράφηκε στο αγόρι που θα γινότανε γαμπρός.

- Γιε μου, να είσαι λεύτερος σαν αϊτός. Όμως κάθε πρωί, όταν ανοίγεις τα μάτια σου στο φως, η πρώτη σου σκέψη θα είναι για τη γυναίκα σου - τι θα μπορούσες να κάνεις εκείνη τη στιγμή για να την ευχαριστήσεις. Κι ο ήλιος θ’ ανεβαίνει στον ουρανό κι εσύ ό,τι κι αν κάνεις μέσα στη μέρα δε θα πάψεις να σκέφτεσαι πώς θα ευχαριστήσεις τη γυναίκα σου, τι θα της προσφέρεις, πώς θα τη βοηθήσεις, πώς θα την ξαφνιάσεις, πώς θα τη στηρίξεις στα δύσκολα, πώς θα μοιραστείς μαζί της τις ομορφιές του κόσμου. Κι η τελευταία σου σκέψη όταν βαθιά νυχτώσει και σβήσεις το λυχνάρι, θα ναι γι’ αυτήν.

Σώπασε ο γέρος. Το κορίτσι έπεσε στα γόνατα και φιλούσε τα χέρια του ερημίτη:

- Σ’ ευχαριστώ, γέροντα. Θα κεντήσω με χρυσή κλωστή τα λόγια σου.


Τότε, ο ερημίτης της χάιδεψε το κεφάλι και της είπε:

- Άκου και τη συμβουλή μου σε σένα, κόρη μου. Να είσαι λεύτερη σαν περιστέρα. Όμως κάθε πρωί, όταν ανοίγεις τα μάτια στην καινούρια μέρα, η πρώτη σου σκέψη θα είναι για τον άντρα σου - τι θα μπορούσες να κάνεις για να του δώσεις χαρά. Κι ό,τι κι αν κάνεις μέσα στη μέρα δε θα πάψεις να σκέφτεσαι τι θα του προσφέρεις, πώς θα τον βοηθήσεις, πώς θα τον ξαφνιάσεις, πώς θα τον στηρίξεις, πώς θα μοιραστείς μαζί του την ομορφιά. Κι η τελευταία σου σκέψη πριν σε πάρει ο ύπνος στον κόσμο των ονείρων, θα ’ναι γι’ αυτόν.



Και λένε πως αυτοί οι δυο ζήσανε μαζί για πάντα, που πάει να πει όλες τους τις καλές και τις δύσκολες στιγμές, ευτυχισμένοι.

Κι όλοι το ξέρουμε πως το για πάντα είναι πολύς καιρός...

Λιλή Λαμπρέλλη, Το παραμύθι του γάμου, Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών, εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

«Γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;», Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο


Ο Γ. Ιωάννου σε ηλικία 4 ετών (1931)


Χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος"

Πλάνης καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης, ο Γιώργος Ιωάννου, χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος", υπήρξε απόλυτα προσηλωμένος στο δεδομένο συμ­βάν, σε πράγματα, συχνά ανάξια λόγου, μικρά δράματα της κάθε μέρας, ιστορίες τρυγημένες από κάθε πρόσφορο στόμα. Το πείσμα της πεζογραφίας του να μιλήσει για "ό,τι νιώθει αναφαίρετα δικό της" βρίσκει τον τρόπο και το χώρο που της ταιριάζει: σύντομα αφηγήματα, απαλλαγμένα από την υποτιθέμενη αναμέτρηση με τα μεγάλα προβλήματα της ζωής, γραμμένα σε καθαρά ελληνικά, χωρίς φιοριτούρες, εύκολο λυρισμό,  ναρκισσισμό και άλλα ευνόητα κουσούρια που ταλαιπωρούν αδόκιμες πένες. 

"Με σοφία γυρολόγου αυτός ο αφηγητής αναδιφεί και αποστραγγίζει τη (συλλογική) μνήμη του για να διηγηθεί, όχι όμως για να δώσει πνοή σε συμβάντα που ως διά μαγείας ζουν στη σκηνή της σελίδας. 

Ο Ιωάννου χρονογραφεί, και χρονογραφεί υπέροχα, αλλά (μάλλον «επειδή») δεν μπορεί να επιτύχει την αναπαράσταση ενός «μύθου» ή, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, μιας ανακουφιστικής «πλο­κής». Έτσι εκεί που θα περιμέναμε αφηγηματικές μεθοδεύσεις, έχουμε καλλιέργεια αισθημάτων. Και φυσικά η σειρά των υποκαταστάσεων είναι μεγάλη: ο μυθιστοριογράφος γίνεται ιστοριογράφος, ο διηγηματογράφος χρονικογράφος, ο δραματουργός απλός συλλέκτης ανεξίτηλων εντυπώσεων.

Μένοντας μεταξύ απομνημονεύματος και μυθο­πλασίας, ο ρεαλισμός του Ιωάννου, δείχνει να έχει απαλλαγεί από το σαράκι που λέγεται επινοημένη ιστορία και πλα­σματικός κόσμος. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο που ο Ιωάννου, έξοχος πάντα παρατηρητής, μεταφέρει και εγκαθιστά τη δράση του στην καθημερινότητα. Η έλλειψη δημιουργικότητας που αλλού θα βρει βοήθεια αν όχι στο άμεσο; " 

[ με τη ματιά του Κωστή Παπαγιώργη και χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το "Ένας πεζογράφος" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "Σιαμαία και Ετεροθαλή", εκδόσεις Ροές, (σελ. 114-126) ] 



Θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος;

Προχτές ξανάρθε στο σπίτι το γνωστό Αποκριάτικο θέμα: θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος; Και αν ναι, τι καρναβάλια; Στο τέλος, μετά από αρκετή συζήτηση και φωνές, απο­φασίσαμε εμείς οι μεγάλοι να μην ντυθούμε, μα να ντύσουμε μόνο το μικρό μας αδερφάκι, που είναι πέντε χρονών και τα χαίρεται πολύ κάτι τέτοια.

Και αμέσως πήραμε ν’ αραδιάζουμε τις διάφορες ιδέες μπροστά στον μικρό, που από χαρούμενος άρχισε να γίνεται ανήσυχος, ακούγοντας τις ολοένα πιο έξαλλες εμπνεύσεις μας. Πρώτα πρώτα, είπα­με, βέβαια, τα γνωστά· τσολιάς, πιερότος, ιππότης, μαρκήσιος, λόρ­δος... Ύστερα πιάσαμε τα πρωτότυπα· πουλί, ψάρι, δέντρο, λουλού­δι, ζώο... «Ναι, αλλά τι ζώο;» είπε κάποιος. Και τότε, πάλι, παρέλασαν τα ζώα, από τα πιο συνηθισμένα ως τα πιο σπάνια. Στο τέλος αποφασίσαμε να ντύσουμε τον μικρό μας λαγουδάκι. Να τον κάνουμε έναν ωραίο πηδηχτό λαγό, με ωραία μεγάλα αυτιά.




Ο δαιμόνιος Έλληνας ζαχαροπλάστης.....


Ο πατέρας μου που μας άκουγε λέει:

«Όταν πάτε στο συνοικισμό, στη θεια σας, να προσέχετε τα σκυλιά, μη μας δαγκάσουν τον Δημητράκη».

Εμείς, βέβαια, δεν καταλάβαμε και είπαμε «τι λέει ο πατέ­ρας;», Αλλά αυτός όπως αποδείχτηκε, ήθελε να μας πει και πάλι μια αστεία ιστορία από τις τόσες που ξέρει.

«Μια φορά, είπε ο πατέρας, ένας πολύ έξυπνος, δαιμόνιος, Έλλη­νας στην Αμερική, για να γίνει αγαπητός στους πελάτες του και προ­παντός στα παιδιά τους, ντύθηκε τις Αποκριές κούνελος και φορώντας αυτή τη στολή ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του να μοιράσει τα γλυκίσματα ­ που του είχαν από μέρες παραγγείλει.

Στο δρόμο ένιωθε να τον κοιτάνε με ευχαρίστηση κι αυτό τον γέμιζε χαρά. Και ήταν πραγματικά ένας έξοχος κούνελος εφάμιλλος μ’ αυτούς που βλέπουμε στα έργα με τα κινούμενα σχέδια. Τον έβλεπες κι αμέσως σε πιάνανε τα γέλια. Έτσι όπως περπατούσε κατακίτρινος, πορτοκαλής μάλλον, με τα μεγάλα του αυτιά και την κοντή χαμηλή ουρά του αποπίσω ανασηκωμένη. Αμ, εκείνα τα δυο μεγάλα δόντια; Ήθελε δεν ήθελε του εξασφαλίζανε μόνιμα ένα ανοιχτόκαρδο κουνελίσιο χαμόγελο.




Φτάνει, λοιπόν, στην πρώτη βίλα — όλο βίλες είχε η περιοχή — κατεβαίνει απ’ τ’ αυτοκίνητο και προχωρεί καμαρωτά με το ωραίο, όλο λαμπρούς φιόγκους, πακέτο στα χέρια. Περνάει πηδηχτός το δρομάκι του κήπου και μέσα του όλο έλεγε· «Τι έκπληξη! τι έκπληξη, θα τους κάνω τώρα!». Χτυπάει τό κουδούνι και παίρνει το πιο κουνε­λίσιο του χαμόγελο. Και αληθινά, η κυρία του σπιτιού, μετά την πρώ­τη έκπληξη — τρομάρα μάλλον — βάζει κάτι τρανταχτά γέλια, που αν τα γειτονικά σπίτια ήταν κοντά θα την είχαν ακούσει. «Μπράβο σας! μπράβο σας! θαυμάσια Ιδέα!». Και του δίνει ένα γενναίο φιλο­δώρημα.

Μα την ίδια στιγμή, ο κούνελος νιώθει μια γερή σουβλιά στο δεξί πόδι του και μπήγει μια κραυγή, που ωστόσο την κατάφερε να είναι αρκετά κουνελίσια. Και σκύβοντας, τι να δει! Ένα τόσο δα σκυλάκι, ένα πεκινουά, εξαγριωμένο και με τα δόντια έξω, προσπαθούσε, αν ή­ταν δυνατό, να τον κατασπαράξει. «Ω!», ξαναβγάζει μια κραυγή. «Αχ, σας δάγκασε;» ρωτάει χαριτωμένα η κυρία. «Μη φοβάστε όμως, είναι μπολιασμένο το χρυσό μου. Ζηλεύει, ξέρετε, πολύ. Χτες δάγκωσε το μανάβη, πόσο μάλλον εσάς μ’ αυτή τη στολή που φορέσατε...». Ο κούνελος, τι να κάνει, έκανε πως δεν κατάλαβε. Ξαναπήρε το χαμόγελό του και έφυγε πηδηχτός. «Εδώ θα μας ζητήσουνε και ρέστα», σκέφτηκε.



Στο επόμενο σπίτι, ήτανε πιο προσεχτικός, γιατί, βέβαια, όλα εκείνα τα εξοχικά είχανε και από κάποιο σκύλο. Περπάτησε, λοιπόν, όσο πιο ελαφρά μπορούσε στον κήπο και χτύπησε όσο πιο απαλά κι ευγενικά γινόταν το κουδούνι. Μα, δεν του άνοιγε κανείς, θα έλειπαν ίσως. 


Απάνω όμως στο τρίτο κουδούνισμα ακούει αποπίσω του ένα λαχανιασμένο γάβγισμα και ταυτόχρονα νιώθει την ουρά του να ξερι­ζώνεται με αγριότητα από τα δόντια ενός μαύρου σκύλου, όχι και πο­λύ μεγάλου στο μέγεθος. Άφησε την ουρά του στα δόντια του σκύλου και έτρεξε να σωθεί. Μα, ο σκύλος σαλτάρησε και πάλι το κατόπι του. 

Πέτρες δεν είχε εκεί πέρα για ν’ αρπάξει. Έσκυψε να βγάλει μια από αυτές με τις οποίες ήταν στρωμένο το δρομάκι του κήπου. Μα, αυτό ακριβώς το σκύψιμό του εξαγρίωσε το σκύλο ακόμα χειρότερα. Φαίνεται σκύβοντας κουνήθηκαν πολύ παράξενα τ’ αυτιά του, φάντα­ξαν τα δόντια και τα μάτια, ποιος ξέρει, πάντως ο σκύλος έγινε επιθετικότερος. 

Ευτυχώς, ο εφευρετικός ζαχαροπλάστης είχε τη θαυμάσια ιδέα να του πετάξει, την τελευταία στιγμή, το κουτί με τις σοκολάτες κι αυτό κάπως τον σταμάτησε. Αγαπούσε τις σοκολάτες ο αγριόσκυλος. Αυτές τον μάραναν...




Στα επόμενα σπίτια ο κούνελος βρήκε δεμένα τα σκυλιά κι έτσι ξεθάρρεψε και πάλι. Η σπουδαία, μάλιστα, υποδοχή που του έκαναν οι πελάτες του και τα μεγάλα φιλοδωρήματά τους, τον παρηγόρησαν για τις τρομάρες του, τού γέμισαν την καρδιά χαρά και τον έκαναν να χοροπηδάει, όσο ποτέ, χαριτωμένα.

Όμως στο έβδομο ή όγδοο σπίτι δεν πρόλαβε καν ν’ ανοίξει την πόρτα και νιώθει ένα φοβερό θηρίο να ορμάει πάνω του. Σχεδόν μαζί με το σάλτο ακούστηκε και το γάβγισμα. Το τεράστιο λυκόσκυλο — γιατί λυκόσκυλο ήτανε αυτή τη φορά — του έβγαλε με το πρώτο το ένα του αυτί — το κουνελίσιο, βέβαια — και το δάγκωνε κάτω με λύσ­σα. Αλλά, ξαφνικά, ξαναόρμησε και του έβγαλε και τ’ άλλο. 


Ο κού­νελος κατατρομαγμένος πρόσφερε το πακέτο με τις σοκολάτες. Το πέταξε δηλαδή, για να μπορέσει να σωθεί. Μα, αυτά εδώ δεν είχαν πέραση. Ο σκύλαρος αυτός δεν ήταν από κείνους που ξεγελιούνται με σοκολάτες. Έκανε νέα έφοδο και άρπαξε τον δυστυχισμένο κούνελο, αυτή τη φορά, απ’ το μπράτσο. Έχωσε τα δόντια του βαθιά. 

«Πανα­γία μου», κραύγασε στα Ελληνικά ο Έλληνας και τράβηξε με δύναμη το χέρι. Η μισή στολή του σερνόταν κιόλας απ’ το στόμα του αγριόσκυλου, που ετοιμαζόταν να ξαναορμήσει. Μόνο το πρόσωπό του καλύπτονταν απ’ την κουνελίσια μάσκα κι αυτό ίσως ήταν το χει­ρότερο.




Ένα λαμπρό σχέδιο που δε λογάριασε τους σκύλους....


Εκείνη την κρίσιμη στιγμή άνοιξε σιγά σιγά η πόρτα της βίλας και πρόβαλε ένα μικρό αγόρι, να, σαν τον Δημητράκη μας. Ο σκύ­λος, μόλις ένιωσε το παιδί, ημέρεψε κάπως, έστρωσε η ραχοκοκαλιά του, γλύκανε λίγο το γάβγισμα και άρχισε να κουνάει αδιόρατα την ουρά. Απ’ αυτό βρήκε ευκαιρία ο καημένος ο πλασιέ να υποχωρήσει σιγά σιγά και να χωθεί με μια κίνηση στο αυτοκίνητό του. 

Τράβηξε, φυσικά, για το νοσοκομείο. Σκυλιά είναι αυτά, μπορείς να τους έχεις εμπιστοσύνη; Και στο δρόμο μόνο που δεν έκλαιγε. Τέτοιο λαμπρό σχέδιο και να καταλήξει έτσι!.. Όλα τα είχε βάλει στο λογαριασμό, εκτός από τους σκύλους. Πού να φανταστεί;».

Όλοι μας είχαμε σωπάσει πια. Η ιστορία αυτή που είχε αρχίσει τόσο αστεία τελείωνε αρκετά θλιβερά. Και μόνο ο Δημητράκης ρώτη­σε:


 «Μπαμπά, γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;». Αλλά δεν έλαβε απάντηση.




Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος (σελ. 136-138)
 ("Ελεύθερη Γενιά.", τ. 28, Φεβρ. 1979)

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Όμως εσύ σωπαίνεις…Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι, Η μειλίχια


Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες 
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν 
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια
Όμως εσύ σωπαίνεις…

Τάσος Λειβαδίτης: «Αυτός που σωπαίνει»

Ivan Kramskoy, A Girl With Her Hair Unbraided (1873) 

Ποιος ήμουν και ποια ήταν...

Εγώ, ολιγόλογος, ευγενής και αυστηρός. Αυστηρότητα για μένα σημαίνει ψυχρότητα:

- Το κάνω μόνο και μόνο για εσάς. Εγώ, εκτός από χρυσό και ασήμι δεν αγοράζω τίποτα.

Ήμουν κακιασμένος, το έκανα σκόπιμα, προσχεδιασμένα, ήθελα να την δοκιμάσω. Είχα αρχίσει να κάνω ορισμένες σκέψεις γι' αυτήν. Προσπάθησα προσεκτικά κι έμαθα κάθε τι που σχετιζόταν με εκείνη.

Την έβλεπα πλέον ως δική μου και δεν αμφέβαλλα καθόλου για τη δύναμή μου. Είναι πολύ ηδονική αυτή η σκέψη, όταν δεν αμφιβάλεις για τίποτα.

Εκείνη, νέα, δεκαέξι χρονών παρά τρεις μήνες, λεπτούλα, ξανθούλα, ούτε πολύ ψηλή ούτε πολύ κοντή, μάτια γαλανά, μεγάλα, εκφραστικά. Έψαχνε δουλειά, έστω και «αμισθί, μόνο με παροχή τροφής». Όχι, δεν βρήκε δουλειά!

Έπαιρνε ό,τι της έδινα για τα πράγματα που έφερνε να ενεχυροδανείσει, ευτελούς αξίας, πολύτιμα όμως απομεινάρια του κομματιού της ζωής της που είχε πρόωρα τελειώσει, όταν πέθαναν και οι δυο γονείς της. Κι όταν έφερε εκείνη την εικόνα της Παναγίας, οικογενειακή παλιά, της έδωσα δέκα ρούβλια - τ' άξιζε η εικόνα - αρνήθηκε, χαμογέλασε και πήρε πέντε.

- Βλέπετε, της είπα, μισοαστεία - μισοσοβαρά, «εγώ, είμαι μέρος εκείνου του συνόλου το οποίο θέλει να κάνει κακό, αλλά κάνει το καλό...»

Στην φράση αυτή ο Μεφιστοφελής συμβουλεύει τον Φάουστ. Σας παρακαλώ, μην θεωρείτε ότι δεν έχω καθόλου γούστο ώστε να προσπαθήσω να καλύψω τον ρόλο μου ως ενεχυροδανειστή και να σας παρουσιαστώ ως Μεφιστοφελής.

Ο ενεχυροδανειστής είναι πάντα ενεχυροδανειστής. Το ξέρουμε καλά αυτό.»

Αγαθή και μειλίχια, δεν προσπαθούσε να ξεφύγει από τις ερωτήσεις μου, απαντούσε φειδωλά, αλλά απαντούσε. Η ζωή της ήταν τρομερή. Πώς μπορούσε ακόμη να γελάει, πώς μπορούσε να ενδιαφέρεται για τα λόγια του Μεφιστοφελή, ενώ ζούσε τόσο άσχημα.

Μεγαλοψυχία! Στο χείλος του γκρεμού και την ενέπνεαν τα λόγια του Γκαίτε.


Arnold Böcklin, Portrait of Myself with Death playing a violin (1872)

Η πρόταση γάμου

Όρθ
ιος μπροστά στην πόρτα της - απορημένη εκείνη που την κάλεσα -  έγινα ο απελευθερωτής της. Ευθυτενής, με καλή αγωγή και ....μάλλον όμορφος της είπα ότι θα ήμουν ευτυχής και θα το θεωρούσα τιμή μου.......

Οι δυο θείες βιάζονταν να την πουλήσουν στον χήρο μπακάλη, που αφού έθαψε ήδη δυο συζύγους, την καλόβλεπε. Ήρεμη και φτωχιά, ό,τι πρέπει για να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά του.

Την εποχή εκείνη δεν φοβόμουν τίποτα και κανένα, πόσο μάλλον τον χοντρό μαγαζάτορα... Μίλησα για τον εαυτό μου pro και contra. Παρουσίασα ευγενικά τα μειονεκτήματά μου - μ' ένα ύφος ιδιαίτερης υπερηφάνειας - αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να αναφερθώ και στα προτερήματά μου -  εννοείται ... ούτε λέξη για αγαθοεργία - και στους στόχους μου: Ενεχυροδανειστής έγινα, επειδή έχω στόχο - ναι είχε δίκιο - αν και το είπε εντελώς αθώα: Εκδικούμαι την κοινωνία.

- Δεν είμαι ιδιαίτερα ταλαντούχος, δεν είμαι ιδιαίτερα έξυπνος, ίσως μάλιστα όχι ιδιαίτερα γενναίος, ιδιαίτερα ευτελής εγωιστής και είναι πολύ, πάρα πολύ πιθανόν να διαθέτω πολλές δυσάρεστες ιδιαιτερότητες σε ορισμένα πράγματα. Παρόλα αυτά, διαθέτω ακόμη αυτό κι αυτό και το άλλο..... 

Τελικά, νίκησα! Εκεί στην πόρτα εκείνη μου είπε «ναι», θα πρέπει όμως... θα πρέπει να προσθέσω ότι εκεί, στην πόρτα, εκείνη σκέφτηκε πολύ πριν πει το «ναι».


Amedeo Modigliani, Bride And Groom (The Couple), 1915 


....μεγάλος τεχνίτης στο να μιλάω σιωπηλά...

Ηδονική η αίσθηση της ανισότητας, εγώ σαράντα ενός, αυτή δεκαέξι. Προίκα δεν είχε βέβαια, εγώ της έφτιαξα - ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει; 

Με δεχόταν με αγάπη και σεβασμό, μου διηγιόταν, με τη γοητευτική βιασύνη της νιότης, τα πάντα για την παιδική της ηλικία, την εφηβεία της, το πατρικό της σπίτι, για τον πατέρα και τη μητέρα της. Στον θαυμασμό της αντιδρούσα με σιωπή, ευνοϊκή εννοείται... 

Ήμουν ένα μυστήριο γι αυτήν και ήμουν ταυτόχρονα εκείνος που υποδαύλιζε αυτό το μυστήριο. Ήθελα να την υποχρεώσω να το λύσει. Υποτάχτηκε δίχως να βαρυγκομάει.

Είμαι μεγάλος τεχνίτης στο να μιλάω σιωπηλά, όλη μου τη ζωή μιλούσα σιωπηλά και έζησα μέσα μου ολόκληρες τραγωδίες σιωπηλά. 

Τι επηρμένος άνθρωπος που είμαι! Ήθελα να μάθει μόνη της, δίχως εμένα, ούτε από διηγήσεις πρόστυχων ανθρώπων, ήθελα να μαντέψει μόνη της για τον άνθρωπο αυτόν και να τον κατανοήσει! Την έβαλα σπίτι μου και ήθελα τον απόλυτο σεβασμό της. Ήθελα να στέκεται μπροστά μου και να προσεύχεται για τις συμφορές που με είχαν βρει, το άξιζα αυτό. 

Ω, πάντα ήμουν επηρμένος, πάντα πίστευα ότι μου αξίζουν ή όλα ή τίποτα! Γι’ αυτό και δεν είμαι ευτυχώς άνθρωπος που συμβιβάζεται εύκολα, ήθελα τα πάντα... Γι’ αυτό και τότε υποχρεώθηκα να φέρομαι κατ’ αυτόν τον τρόπο: «Μόνη σου ανακάλυψέ τα και εκτίμησέ τα!».

Ο δικός μου άθλος...... Όχι, για προσπαθήστε τον άθλο της μεγαλοθυμίας, που είναι δύσκολη, ήρεμη, σιωπηλή, δίχως λάμψη, άθλος που συκοφαντείται......μεγάλες θυσίες και καμιά αναγνώριση... Εγώ, ένας λαμπρός άνθρωπος, ο τιμιότερος των ανθρώπων πάνω στη γη,  να παρουσιάζομαι στους άλλους ως απατεώνας....

Στην αρχή εκείνη έφερνε αντιρρήσεις, στη συνέχεια όμως άρχισε να σιωπά, να σιωπά εντελώς και μόνο τα μάτια της άνοιγαν διάπλατα όσο με άκουγε, εκείνα τα μεγάλα, τα μεγάλα της ερευνητικά μάτια. Εκτός απ’ αυτό, όμως, ξαφνικά είδα ένα χαμόγελο, ένα χαμόγελο δυσπιστίας, σιωπηλό, ένα δυσάρεστο χαμόγελο. Με το χαμόγελο αυτό την έφερα σπίτι μου. Είναι αλήθεια ότι από εκεί να φύγει δεν μπορούσε, δεν είχε να πάει πουθενά...

Ivan Kramskoy, Russian Girl In A Blue Shawl (1882)

..εκείνη φταίει, εκείνη φταίει!

Το κυριότερο εδώ ήταν το ενεχυροδανειστήριο.

Και τι έγινε που είμαι ενεχυροδανειστής, εγώ ο ευγενέστερος των ανθρώπων;

Ναι, είχα κάθε δικαίωμα να θέλω να εξασφαλίσω τη ζωή μου, να μαζέψω τριάντα χιλιάδες μέσα σ’ ένα χρόνο και να τελειώσω τη ζωή μου κάπου στην Κριμαία, μακριά από όλους, μαζί με την αγαπημένη μου γυναίκα, με την οικογένεια, που αν θέλει ο θεός θα μου χαρίσει, βοηθώντας τούς συγχωριανούς μου.

Εννοείται ότι τα σχέδιά μου δεν τα έμαθε ποτέ. Αν τα έλεγα φωναχτά θα μπορούσαν ν' ακουστούν ως ανοησίες. Να, πού οφείλεται η επηρμένη μου σιωπή, γιατί εγώ ήμουν εκείνος που επέμενε να σιωπά, όχι εκείνη.....

Εκείνη ορμούσε και κρεμόταν από το λαιμό μου, ήθελε να μ' αγαπήσει....

«Μια γυναίκα που αγαπάει, συγχωρεί ακόμη και τα ελαττώματα, ακόμη και τις κακίες της αγαπημένης της ύπαρξης. Ούτε κι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερες δικαιολογίες για τις κακίες του από εκείνη. Αυτή είναι μεγαλοψυχία - μόνο που δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Τις γυναίκες τις κατέστρεψε αυτή η έλλειψη πρωτοτυπίας.»

Και γω; Ποιος μπορεί να πει ότι δεν την αγαπούσα; Κι όμως, αντιμετώπιζα με ψυχρότητα.τις διαχύσεις της, μου φαίνονταν αρρωστημένες, υστερικές, εγώ ήθελα στέρεη ευτυχία, ήθελα το σεβασμό της. Γιατί να μην τα καταλάβει όλα αυτά;

«Όλα ήταν ξεκάθαρα• το σχέδιό μου ήταν ξεκάθαρο σαν τον ουρανό: Αυστηρός, υπερήφανος, δεν χρειάζομαι ηθική παρηγοριά από κανένα, υποφέρω σιωπηλά». Έτσι ήταν• δεν έλεγα ψέματα, δεν έλεγα ψέματα!

«Στη συνέχεια θα δει και μόνη της ότι είμαι μεγαλόψυχος» — μόνο που δεν μπόρεσε να το δει — «και όταν το διαπιστώσει τότε θα το εκτιμήσει δέκα φορές περισσότερο και θα πάει κατ’ ανέμου, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος της».

Ω πόσο άσχημη είναι η αλήθεια πάνω στη γη! Αυτή η πανέμορφη, αυτή η μειλίχια, αυτός ο ουρανός, ήταν τύραννος, ένας ανυπόφορος τύραννος της ψυχής μου, ο βασανιστής μου!

Είμαι άνθρωπος γενναίος και υπερήφανος!

Δεν είμαι ένοχος...

Λοιπόν, θα πω την αλήθεια. Δεν φοβάμαι να αντιμετωπίσω την αλήθεια κατάματα: εκείνη φταίει, εκείνη φταίει!


Carl Larsson, Lamplight Interior from Dalecarlia 

Η μειλίχια εξεγείρεται

Της απαγόρευσα  να ασχολείται με τη δουλειά μου, όταν ξαφνικά αποφάσισε να πληρώνει κατά το δοκούν, να αποτιμά τα πράγματα ακριβότερα απ’ ό,τι άξιζαν στην πραγματικότητα. 

Καυγαδίσαμε. Δίχως να υψώσω τη φωνή μου, της είπα ήρεμα ότι τα χρήματα είναι δικά μου, ότι εγώ δικαιούμαι να βλέπω τη ζωή με τα δικά μου μάτια και ότι, όταν την κάλεσα να έρθει να μείνει μαζί μου, δεν της έκρυψα τίποτα από όλα αυτά.
Πετάχτηκε ξαφνικά, θύμωσε, άρχισε να με κλωτσάει• έγινε θηρίο, ήταν ένα εξαγριωμένο θηρίο.Με χλεύασε κατάμουτρα και έφυγε από το διαμέρισμα.

Το ζήτημα ήταν ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να βγει από το διαμέρισμα. Είχαμε συμφωνήσει, από τότε ακόμη που ήμασταν αρραβωνιασμένοι, ότι δεν θα πήγαινε πουθενά χωρίς εμένα. 

Αποδείχτηκε ότι ήταν ύπαρξη εξεγερμένη, επιθετική, δεν μπορώ να πω αναίσχυντη, ήταν όμως απρεπής και εριστική. Ήταν σα να επιζητούσε να μαλώσουμε. Η μειλίχια ωστόσο έκφρασή της με εμπόδιζε.

Όταν κάτι τέτοιες εξεγείρονται, όταν ξεπερνούν τα όρια, ενώ καταλαβαίνουν πολύ καλά τι κάνουν, επιμένουν να τα καταστρέφουν όλα. Πιέζουν τον εαυτό τους να κάνουν πράγματα που ούτε η σοφία αλλά ούτε και το αίσθημα της ντροπής για τον ίδιο τους τον εαυτό μπορούν να τις συγκρατήσουν. Γι’ αυτό και λένε πράγματα που ξεπερνούν τα όρια, σε τέτοιο σημείο που δεν πιστεύεις στ’ αυτιά σου.

Η επιρρεπής προς την διαφθορά ψυχή, απεναντίας, προσπαθεί να τα στρογγυλέψει τα πράγματα, συμπεριφέρεται πολύ χειρότερα, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια της ευταξίας και της ευπρέπειας, θέλοντας να παρουσιαστεί ανώτερη ηθικά από εσάς.

- Είναι αλήθεια ότι σας έδιωξαν από το σύνταγμα γιατί δειλιάσατε να λάβετε μέρος σε μια μονομαχία; με ρώτησε ξαφνικά με τα μάτια της να λάμπουν.


- Σας έδιωξαν ως δειλό;

Ναι, με έδιωξαν ως δειλό. Αλλά δειλός δεν είμαι. Χρειαζόταν  περισσότερο θάρρος να αρνηθείς να μονομαχήσεις, να εξεγερθείς απέναντι στην τυραννική τους απόφαση και να υποστείς τις συνέπειες. Αυτή τη φορά με ανάγκασε να σπάσω τη σιωπή μου, να δικαιολογήσω τον εαυτό μου.

Δέχτηκε να συναντηθεί με κείνον τον Γιεφίμοβιτς, πρώην συνάδελφό μου, ένα άθλιο πλάσμα με ποταπή ψυχή. Φταίει ο ορμητικός της χαρακτήρας, φταίει που ήθελε να με κάνει να ζηλέψω... ήμουν εκεί, πίσω από την πόρτα μ' ένα ρεβόλβερ στην τσέπη μου, τ' άκουσα όλα! 

Τι φως τα λόγια της, πόσο ευφυείς οι απαντήσεις της, τόσο αθώο το γέλιο της, η ιερή περιφρόνηση της αμαρτίας! Εκείνος ο γελοίος μόνο χλευασμό κατάφερε να προκαλέσει σ'ένα πλάσμα αγνό και αναμάρτητο.  Σα να μου ήταν γνωστά όλα αυτά. Σα να τα είχα προκαλέσει για να επιβεβαιωθώ.Θα μπορούσα άραγε να φανταστώ κάτι άλλο; Γιατί την αγάπησα, γιατί την εκτίμησα, γιατί την παντρεύτηκα; 

Διέκοψα απότομα τη σκηνή, την κρατούσα από το χέρι, ήταν έκπληκτη, δεν προέβαλλε όμως καμιά αντίσταση. Επιστρέψαμε σπίτι δίχως να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα κατά τη διαδρομή.

Φτάνοντας στο σπίτι, κάθισε σε μια καρέκλα και με κοίταζε επίμονα. Ήταν πολύ χλωμή. Τα χείλη της κατά διαστήματα σχημάτιζαν ένα ειρωνικό χαμόγελο, με κοιτούσε όμως με ένα θριαμβευτικό και αυστηρό ύφος, αφού το πρώτο διάστημα ήταν πεισμένη ότι θα την σκοτώσω με το ρεβόλβερ. Εγώ όμως σιωπηλά έβγαλα το ρεβόλβερ από την τσέπη μου και το άφησα πάνω στο τραπέζι. Εκείνη κοιτούσε πότε εμένα και πότε το ρεβόλβερ.

 Έμεινε ακίνητη για μια ακόμη ώρα, εγώ είχα ήδη ξαπλώσει. Έσβησε μετά το κερί και ξάπλωσε ντυμένη στο ντιβάνι κοντά στον τοίχο. Για πρώτη φορά δεν ξάπλωσε κοντά μου.


Ivan Kramskoy, Inconsolable Grief ( 1884)

Εκείνη ηττήθηκε οριστικά...

Όμως εκείνος ο χθεσινός δειλός, που ως δειλός εκδιώχθηκε από τους συντρόφους του, νίκησε. Εκείνη ηττήθηκε οριστικά...

Ανοίγοντας τα μάτια μου, συνάντησα το βλέμμα της και νιώθοντας το ρεβόλβερ στον κρόταφό μου, τα έκλεισα και τα κράτησα κλειστά. Ήμουν έτοιμος να πεθάνω.

Τι να την κάνω τη ζωή μετά το ρεβόλβερ που με σημάδευε και το κρατούσε το πλάσμα που λάτρευα;


Όταν άνοιξα τα μάτια, εκείνη δεν ήταν στο δωμάτιο.

Βγήκα και πήγα προς το σαμοβάρι. Κάθισα σιωπηλός στο τραπέζι και μου έδωσε ένα φλιτζάνι τσάι. Μετά από πέντε λεπτά γύρισα και την κοίταξα. Ήταν πολύ χλωμή και με κοιτούσε.

Μετά το τσάι έκλεισα το ενεχυροδανειστήριο, πήγα στην αγορά και αγόρασα ένα σιδερένιο κρεβάτι και ένα χώρισμα. Επιστρέφοντας στο σπίτι, διέταξα να τοποθετήσουν το κρεβάτι στο σαλόνι και να το χωρίσουν από τον υπόλοιπο χώρο με το χώρισμα.

Ήταν το κρεβάτι της, αλλά δεν της είπα λέξη γι’ αυτό.

Και χωρίς λόγια κατάλαβε .....Τη νύχτα εκείνη σιωπηλά ξάπλωσε στο νέο της κρεβάτι: ο γάμος κλονίστηκε, «εκείνη ηττήθηκε αλλά δεν συγχωρήθηκε».

Τη νύχτα παραμιλούσε, το πρωί είχε πυρετό. Έμεινε στο κρεβάτι για έξι εβδομάδες.


Αντέχοντας τη δοκιμασία με το ρεβόλβερ, εκδικήθηκα το θλιβερό μου παρελθόν.

Έ
ξι βδομάδες.. κανείς δεν ξέρει τι τράβηξα, πόσο υπέφερα... Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα πέθαινε δίχως να τα μάθει όλα αυτά.

Όταν συνήλθε, φρόντισα να μην τη συναντώ συχνά. Ναι, είναι αλήθεια, ήμασταν τελείως σιωπηλοί. Εκείνη συγκλονισμένη, βαριά ηττημένη κι εγώ αποφασισμένος να μεταθέσω το μέλλον μας όσο γίνεται πιο πολύ και να απολαμβάνω αυτό το αίσθημα του θριάμβου. 

Πώς θα μπορούσα, δίχως τη βοήθεια της καταστροφής που μας βρήκε με το ρεβόλβερ, να την πείσω ότι δεν είμαι δειλός και ότι τότε άδικα με κατηγόρησαν ως δειλό στο σύνταγμα; Η καταστροφή μας πρόλαβε όμως.

Αντέχοντας τη δοκιμασία με το ρεβόλβερ, εκδικήθηκα όλο το θλιβερό μου παρελθόν.

Παρόλο όμως που κανείς δεν έμαθε τίποτα για όλα αυτά, εντούτοις εκείνη γνώριζε, και αυτό ήταν για μένα απολύτως ικανοποιητικό, γιατί εκείνη ήταν για μένα τα πάντα στη ζωή, όλες μου οι ελπίδες για το μέλλον που έτρεφα στα όνειρά μου! Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος τον οποίο ετοίμαζα για μένα· άλλον δεν ήθελα και δεν χρειαζόμουν. 

Τότε όμως εκείνη τα κατάλαβε όλα. Κατάλαβε εντέλει ότι άδικα βιάστηκε να υιοθετήσει την άποψη των εχθρών μου. Η σκέψη αυτή με έφερνε σε έκσταση. Στα μάτια της πλέον δεν θα ήμουν κάποιος άθλιος, αλλά απλά ένας παράξενος άνθρωπος, όμως και η σκέψη αυτή τώρα, μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν, δεν μου αρέσει καθόλου: η παραξενιά δεν είναι αμαρτία, απεναντίας, ορισμένες φορές γοητεύει τον γυναικείο χαρακτήρα. 

Με μια λέξη, επίτηδες οδήγησα τα  πράγματα στη λύση αυτή: όλα όσα έγιναν ήταν αρκετά ικανοποιητικά για την ηρεμία μου και αποτελούνταν από πλήθος εικόνων και υλικών για να συνεχίσω να ονειρεύομαι. Η αθλιότητα είναι ότι είμαι ονειροπόλος: για μένα το υλικό αρκούσε, ενώ για εκείνη πίστευα ότι θα περιμένει.

Carl Larsson, Convalescence 

...σα να ήταν εκείνη που με είχε προσβάλει..

Πέρασε ολόκληρος ο χειμώνας... περιμένοντας κάτι. Κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια να φαίνεται ότι σιωπούμε αλλά και να συζητούμε μονιασμένα. Το έκανα επίτηδες, προκειμένου — όπως πίστευα — να της δώσω «πίστωση χρόνου» κι υποδαύλιζα τη σκέψη μου σε τέτοιο σημείο σα να ήταν εκείνη που με είχε προσβάλει.

Ήταν τόσο μειλίχια και τόσο αδύναμη μετά την ασθένειά της... Πίστευα ότι όλα αυτά είναι ένα παιχνίδι. 

Ακόμη και τότε, όταν εγώ υπονόμευσα το γάμο μας, όταν αγόρασα το κρεβάτι και το χώρισμα, ποτέ δεν μπόρεσα να την δω ως φταίχτρα..... είχα την πρόθεση να τη συγχωρήσω από την πρώτη κιόλας ημέρα, πριν ακόμη αγοράσω το κρεβάτι. Με μια λέξη, αυτή είναι η παραξενιά μου, γιατί είμαι πολύ αυστηρός σε ηθικά ζητήματα.

Απεναντίας,
στα μάτια μου ήταν ηττημένη, μειωμένη και διαλυμένη, πράγμα που ορισμένες φορές με έκανε να την λυπάμαι πολύ, αν και παρόλα αυτά η ιδέα να την μειώσω μου άρεσε ορισμένες φορές. Η ιδέα αυτής της ανισότητας μου άρεσε πολύ...

Εκείνη παρέμενε σκεπτική, δεν εννοώ σιωπηλή, αλλά όντως σκεπτική. Είχε αδυνατίσει τρομερά, το πρόσωπό της ήταν χλωμό, τα χείλη της το ίδιο και τις νύχτες ιδιαίτερα, άκουγα ένα μικρό ξηρό βήχα. Ανησύχησα τρομερά, κάλεσα το γιατρό, δίχως να πω στην ίδια τίποτα. 

Κατάλοιπα της ασθένειας, είπε, και ότι καλό θα ήταν την άνοιξη να πάμε στη θάλασσα, ή, εάν αυτό είναι αδύνατο, τότε απλά να μετακομίσουμε σε κάποιο εξοχικό σπίτι.

Όταν ο γιατρός έφυγε, εκείνη μου είπε ξαφνικά εντελώς σοβαρά, κοιτώντας με στα μάτια:

- Είμαι απολύτως, απολύτως υγιής.

Μόλις όμως ξεστόμισε τα λόγια αυτά, κοκκίνισε ξαφνικά από ντροπή. Ντροπή μάλλον ήταν: ντρεπόταν που εγώ, ο σύζυγός της, ενδιαφερόμουν για εκείνη ως πραγματικός σύζυγος. Δεν κατάλαβα τίποτα και δέχτηκα το κοκκίνισμά της ήρεμα.

Giovanni Strazza, The Veiled Virgin

Και το πέπλο ξαφνικά έπεσε.....

Ένα μήνα αργότερα, στις πέντε η ώρα, τον Απρίλιο, μια ιδιαίτερα ηλιόλουστη μέρα, καθόμουν στο ενεχυροδανειστήριο και έκανα λογαριασμούς. Ξαφνικά, την ακούω να τραγουδάει σιγά-σιγά στο δωμάτιό της, όπου καθόταν στο τραπέζι και δούλευε...

Μέχρι τότε ποτέ δεν την είχα ακούσει να τραγουδάει, ούτε καν τις πρώτες ημέρες, όταν την έφερα σπίτι μου ή όταν είχαμε φτάσει στο χείλος του χωρισμού, απειλώντας με το ρεβόλβερ. Τραγουδούσε ένα τραγουδάκι τόσο αδύναμα — ω, όχι για να μελαγχολήσει, αλλά σαν η φωνή της να μην μπορούσε να πει κάτι πιο δυνατό, σαν η φωνούλα της να έβγαινε με το ζόρι, σα να ήταν άρρωστο το ίδιο το τραγούδι.

Όχι, τότε ακόμη δεν την λυπόμουν, τότε ένιωθα κάτι άλλο. Στην αρχή, μα την αλήθεια, στις πρώτες στιγμές, ένιωθα ξαφνικά μια ακατανόητη και παράξενη έκπληξη, παράξενη, ναι παράξενη, αρρωστημένη, σχεδόν εκδικητική:
«Τραγουδάει μπροστά μου! Μήπως με ξέχασε;»

- Εκείνη τραγουδάει; είπα άθελά μου στη Λουκερία. Εκείνη δεν καταλάβαινε και με κοιτούσε, συνεχίζοντας να μην καταλαβαίνει κι εγώ άλλωστε ήμουν πολύ ακατανόητος.

- Πρώτη φορά τραγουδάει;

- Όχι, όταν δεν είστε εδώ τραγουδάει πάντα, απάντησε η Λουκερία. [.....]

Η ραγισμένη, αδύναμη, διακεκομμένη νότα ξαφνικά αντήχησε μέσα στην ψυχή μου. Πιάστηκε η ανάσα μου. Εξαφανιζόταν μπροστά από τα μάτια μου το πέπλο!

Το ότι τραγουδούσε κατά την παρουσία μου, λησμονώντας ότι ήμουν εκεί, ήταν ξεκάθαρο μα και συνάμα παράξενο.

Μπήκα στο δωμάτιο· εκείνη καθόταν στη θέση της, έραβε με σκυμμένο το κεφάλι, μα δεν τραγουδούσε πια. Φευγαλέα και δίχως περιέργεια με κοίταξε, δεν ήταν όμως βλέμμα αυτό, αλλά μια απλή χειρονομία, συνηθισμένη και αδιάφορη, όταν κάποιος σηκώνει το κεφάλι του τη στιγμή που κάποιος άλλος μπαίνει στο δωμάτιο.

Την πλησίασα και κάθισα κοντά της σαν αλλοπαρμένος...κι εγώ δεν ήξερα τι να πω και μου κοβόταν η αναπνοή.

— Επαναλαμβάνω... ξέρεις... πες κάτι! — ψέλλισα ξαφνικά μια ανοησία — ω, δεν είχα μυαλό!

Εκείνη πετάχτηκε ξαφνικά και απομακρύνθηκε γεμάτη φόβο, κοιτώντας το πρόσωπό μου, όταν ξαφνικά μια αυστηρή έκπληξη φάνηκε στα μάτια της. Ναι, αυστηρή έκπληξη. Με κοιτούσε με τα μεγάλα της μάτια. Αυτή η αυστηρότητα, αυτή η αυστηρή έκπληξη μ’ έκανε να τα χάσω:

- «Ώστε αγάπη θέλεις, ε; αγάπη;», σα να με ρωτούσε ξαφνιασμένη με την έκπληξή της αυτή, παρόλο που έμενε σιωπηλή. 

Edvard Munch, Man and Woman by the Window with Potted Plants (1911)

.....αύριο θα γίνει «κάτι άλλο».

Ε
γώ όμως όλα τα κατάλαβα, όλα. Όλα μέσα μου κλονίστηκαν και ρίχτηκα στα πόδια της. 

Φιλούσα τα πόδια της με αγαλλίαση, ευτυχισμένος. Ναι, με ευτυχία, μεγάλη και ατελείωτη και με πλήρη συνείδηση της αδιέξοδης απογοήτευσής μου!

Έκλαιγα, ψέλλιζα, να μιλήσω δεν μπορούσα. ... εκείνη με κοιτούσε παράξενα, άγρια θα έλεγα, βιαζόταν να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά και έτσι μου χαμογέλασε. Ντρεπόταν πολύ που της φιλούσα τα πόδια, τα τραβούσε συνέχεια, εγώ όμως αμέσως φιλούσα το πάτωμα στο σημείο όπου μέχρι πριν λίγο πατούσαν τα πόδια της.

Το είδε αυτό και αμέσως άρχισε να γελάει από ντροπή, τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Συνέχισα να της ψελλίζω ότι την αγαπώ, ότι δεν θα σηκωθώ «αν δεν με αφήσεις να φιλήσω το φόρεμά σου... όλη μου τη ζωή θα προσεύχομαι για σένα...».
Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι... Εκείνη όμως ξαφνικά την έπιασαν λυγμοί και έτρεμε σύγκορμη· την έπιασε μια τρομερή κρίση υστερίας. Την είχα τρομάξει.

Την έβαλα στο κρεβάτι. Όταν η κρίση πέρασε, εκείνη ανασηκώθηκε λίγο και με ύφος ταλαιπωρημένο πολύ, μ’ έπιασε από τα χέρια και με παρακάλεσε να ηρεμήσω:

«Φτάνει πια, μη βασανίζεστε άλλο, ηρεμήστε!», και ξανάρχισε να κλαίει.

Της μιλούσα και της έλεγα ότι θα πάμε στη Μπουλόν να κολυμπήσουμε στη θάλασσα, ότι θα κλείσω το ένεχυροδανειστήριο, ότι θα ξεκινήσουμε από την αρχή......Με άκουγε και φοβόταν. Φοβόταν ολοένα και πιο πολύ.

«Τίποτα άλλο δεν θα σου ζητήσω», επαναλάμβανα συνεχώς, «μη μου απαντάς, μη μου δίνεις καμιά σημασία, άφησέ με μόνο να σε κοιτάζω από μια γωνιά, να σε κοιτάζω, κάνε με πράγμα σου, σκυλάκι σου...».

Εκείνη έβαλε τα κλάματα.

— Κι εγώ που νόμισα ότι θα με αφήσετε, μου είπε ξαφνικά, άθελά της ίσως, δίχως να αντιληφθεί τι είπε.

Ω, αυτή ήταν η πιο σημαντική απ’ όλες, η μοιραία της λέξη και η πιο κατανοητή σε μένα εκείνο το απόγευμα, σαν μαχαιριά στο στήθος μου! Η λέξη αυτή μ’ έκανε να τα καταλάβω όλα βαθιά μέσα μου......Ω, πόσο τη βασάνισα εκείνο το απόγευμα και το ήξερα πολύ καλά, αλλά συνεχώς σκεφτόμουν ότι όλα τώρα θα τα διορθώσω.

Πίστευα ότι αύριο θα γίνει «κάτι άλλο», τυφλά, ανόητα, παθιασμένα. Περίμενα μόνο την αυριανή ημέρα. «Θα ξυπνήσει αύριο και θα της τα πω όλα αυτά και τότε θα καταλάβει». Το κυριότερο ήταν το ταξίδι στη Μπουλόν. Σκεφτόμουν συνέχεια ότι η Μπουλόν είναι τα πάντα, ότι στη Μπουλόν όλα θα τελειώσουν οριστικά.

«Στη Μπουλόν, στη Μπουλόν!...» Σαν τρελός περίμενα να ξημερώσει.

Gustav Vigeland, Nordic Thoughts

Ας περίμενε μια στάλα ακόμη.......

Ας περίμενε λίγο ακόμη, μια στάλα ακόμη ας περίμενε κι εγώ θα έδιωχνα τον τρόμο! Βλέπετε είχαμε από καιρό γίνει ξένοι ο ένας προς τον άλλον, είχαμε αποξενωθεί εντελώς και ξαφνικά συνέβησαν όλα αυτά.... Εγώ όμως δεν έβλεπα τον τρόμο της, βιάστηκα πολύ, η εξομολόγηση όμως χρειάζεται, είναι αναγκαία, τι θα γινόμασταν δίχως την εξομολόγηση! 

Δεν της έκρυψα ούτε κι εκείνο που έκρυβα όλη μου τη ζωή. Της εξήγησα ότι το ενεχυροδανειστήριο ήταν αποτέλεσμα της απώλειας της βούλησης και του νου μου, η προσωπική μου ιδέα για αυτοεγκωμιασμό και αυτοθαυμασμό.... δείλιασα, όχι για τη μονομαχία, αλλά γιατί είχα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, φοβόμουν ότι όλα αυτά θα φανούν ανόητα....... Στη συνέχεια δεν ήθελα να το παραδεχτώ και τους βασάνιζα όλους, και εκείνη για τον ίδιο λόγο τη βασάνιζα, και ότι την παντρεύτηκα για να την βασανίζω. 

«Νόμιζα ότι θα με αφήσετε......» Ω, σκέψη δεκάχρονου κοριτσιού! Πίστευε ότι στ΄αλήθεια θα ζούμε έτσι: εκείνη να κάθεται στο τραπέζι της, εγώ στο δικό μου και οι δυο μας θα ζούμε έτσι μέχρι να φτάσουμε τα εξήντα μας χρόνια. Ξαφνικά όμως, την πλησιάζω ως σύζυγος και στο σύζυγο χρειάζεται αγάπη! Ω, πόσο την παρεξήγησα, πόσο τυφλωμένος ήμουν!

Σήμερα το πρωί με πλησίασε, στάθηκε δίπλα μου, σταύρωσε τα χέρια της και άρχισε να μου λέει ότι είναι ένοχη, ότι οι ενοχές τη βασάνιζαν όλο το χειμώνα, την βασανίζουν και τώρα... ότι εκτιμά αφάνταστα την μεγαλοψυχία μου.....«θα είμαι η πιστή σας σύζυγος, θα σας σέβομαι....».

Τότε πετάχτηκα και σαν τρελός την αγκάλιασα! Φίλησα το πρόσωπό της, τα χείλη της, ως σύζυγος μετά από μεγάλο χωρισμό. κατόπιν έφυγα, έλειψα μόλις δυο ώρες... Πήγα να διευθετήσω το ζήτημα των διαβατηρίων μας για να πάμε στο εξωτερικό.... 

Man and Woman by Edvard Munch 

Μια στάλα αίμα......

Αν γύριζα πέντε, μόλις πέντε λεπτά νωρίτερα! Βλέπω κόσμο μπροστά στην πόρτα μας, όλα τα βλέμματα πέφτουν πάνω μου... Την πλησίασα σιωπηλά και την κοιτούσα για ώρα πολλή...

Θυμάμαι μόνο έναν μικροαστό: μου φώναζε συνέχεια ότι μια «στάλα αίμα, μια στάλα αίμα βγήκε από το στόμα της, μια στάλα, μια στάλα!», και μου έδειχνε το αίμα που είχε πέσει πάνω σε μια πέτρα. 

Εγώ, μου φαίνεται, άγγιξα το αίμα με το δάχτυλό μου και το λέρωσα, κοιτάζω το δάχτυλο, ενώ εκείνος συνέχιζε να μου λέει: «Μια στάλα, μια στάλα!»

- Τι θα πει «μια στάλα»; φώναξα με όλη μου τη δύναμη και όρμησα εναντίον του...
Ω, βαρβαρότητα, βαρβαρότητα! Παρεξήγηση! Ψέματα! Αδύνατον!


Άργησα μόλις πέντε λεπτά....

Για ποιο λόγο πέθανε αυτή η γυναίκα; Τρόμαξε από την αγάπη μου — με ρώτησε πολύ σοβαρά: να την αποδεχτεί ή να μην την αποδεχτεί; - και δεν άντεξε το βάρος του ερωτήματος αυτού γι’ αυτό και προτίμησε να πεθάνει. 

Έδωσε πολλές υποσχέσεις, τρόμαξε ότι δεν θα μπορέσει να τις τηρήσει. Θα την άφηνα έτσι — αν ήθελε να μείνει έτσι — έτσι θα την άφηνα. Δεν με πίστεψε όμως, να τι έγινε! Όχι, όχι, λέω ψέματα, δεν είναι έτσι τα πράγματα. 

Απλά και μόνο γιατί θα έπρεπε να μου φερθεί έντιμα: να με αγαπάει, να με αγαπάει ολοκληρωτικά... Και εφόσον ήταν τόσο σοφή, τόσο αγνή ώστε να συμβιβαστεί με μια τέτοια αγάπη, τότε σίγουρα δεν ήθελε να με εξαπατήσει. Δε θέλησε να με ξεγελάσει με μια μισοαγάπη, μια υποτιθέμενη αγάπη ή το ένα τέταρτο της αγάπης που μου άξιζε.

Γιατί, γιατί δεν μπορέσαμε να τα βρούμε και να ξεκινήσουμε τη ζωή μας από την αρχή; Είμαι μεγαλόψυχος κι εκείνη το ίδιο, να τι μας ένωνε! Λίγα λόγια να προλάβαινα να πω ακόμη, δυο μέρες, όχι παραπάνω, κι εκείνη θα τα καταλάβαινε όλα.

Εάν είχα έρθει πριν από πέντε λεπτά και η στιγμή περνούσε δίπλα μας σα σύννεφο, ποτέ ξανά δε θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο. Όλα θα τελείωναν με το να καταλάβει. 

Πρόκειται για μια προφανή παρεξήγηση. Με μένα θα μπορούσε να ζήσει. Κι αν είχε αναιμία; Μήπως είχε αναιμία, μήπως είχαν εξαντληθεί οι δυνάμεις της; Μήπως κουράστηκε όλο το χειμώνα.... μήπως.....

Άργησα!!!

Ανοησία, ανοησία, όλα αυτά είναι ανοησίες. Την βασάνισα, αυτό ήταν όλο! 

Konstantin Apollonovich Savitsky, Crying Soldier 

Δεν ξέρεις για ποιον παράδεισο σε προόριζα! 

Τι να τους κάνω τώρα τους νόμους σας; Σε τι ωφελούν οι συνήθειές σας, τα ήθη σας, ο τρόπος ζωής σας, το κράτος σας, η πίστη σας; Ας γίνει ο καθένας από εσάς κριτής μου, ας με οδηγήσουν στο δικαστήριο, στο δικαστήριό σας, και θα δηλώσω πως δεν αναγνωρίζω τίποτα. 

Ο δικαστής θα φωνάξει: «σωπάστε, αξιωματικέ!» κι εγώ τότε θα του φωνάξω: «Πού είναι τώρα η δύναμη εκείνη που θα με κάνει να την υπακούσω; Γιατί η θλιβερή στενοκεφαλιά κατέστρεψε εκείνο που ήταν πολυτιμότερο όλων για μένα; Τι μπορούν να μου κάνουν τώρα οι νόμοι σας; Αποχωρώ και απομονώνομαι»

Ω, όλα το ίδιο μου κάνουν!

Τυφλή, τυφλή! Νεκρή, δεν ακούει! Δεν ξέρεις για ποιον παράδεισο σε προόριζα! 
Ο παράδεισος αυτός ήταν στην καρδιά μου, θα σε έβαζα στο κέντρο του! Ας πούμε ότι δεν με αγαπούσες, ας πούμε ότι έτσι ήταν. Όλα θα γίνονταν όπως ήταν. Θα μου μιλούσες σα να ήμουν φίλος σου, θα χαιρόμασταν μαζί και θα γελούσαμε χαρούμενα, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια. Έτσι θα ζούσαμε. 

Κι αν αγαπούσες κάποιον άλλον... έστω, θα το δεχόμουν, θα το δεχόμουν! Ας πήγαινες μαζί του και ας γελούσες, εγώ θα σε παρατηρούσα από την άλλη πλευρά του δρόμου... Ω, ό,τι θέλεις ας γινόταν, άνοιξε μόνο για μια στιγμή τα μάτια σου! Για μια στιγμή, μόνο για μία! Να με κοιτούσες, όπως πριν λίγο, όταν στάθηκες μπροστά μου και ορκίστηκες ότι θα είσαι πιστή σύζυγος! Ω, με ένα βλέμμα σου θα τα καταλάβαινες όλα!

Στενοκεφαλιά! Ω, η φύση! Οι άνθρωποι πάνω στη γη είναι ίδιοι, αυτό είναι το κακό! «Εάν ο άνθρωπος ζούσε στη φύση;», φωνάζει το παλικάρι. Εγώ είμαι που φωνάζω κι όχι το παλικάρι, αλλά κανείς δεν αποκρίνεται. 

Λένε ότι ο ήλιος δίνει ζωή στο σύμπαν. Όταν βγει ο ήλιος, κοιτάξτε τον, δεν είναι νεκρός; Όλα είναι νεκρά και παντού μόνο νεκροί υπάρχουν. Παντού άνθρωποι υπάρχουν, μα γύρω τους μόνο σιωπή, να ποια είναι η γη! 

«Άνθρωποι, αγαπάτε αλλήλους» - ποιος το είπε; Τίνος συμβουλή είναι αυτή; Χτυπάει το εκκρεμές δίχως αισθήματα, αηδία σκέτη. Είναι δύο η ώρα, τη νύχτα. Τα μποτάκια της είναι εκεί δίπλα στο κρεβάτι, σα να την περιμένουν...

 Όχι, σοβαρά, αύριο το πρωί θα την πάρουν και τι θα απογίνω;

Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Η μειλίχια, εισαγωγή-μτφρ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, εκδόσεις Αρμός


Ένας μονόλογος. Μια κραυγή. Ένα ουρλιαχτό.

Η αφορμή για τη συγγραφή της νουβέλας αυτής ήταν η αυτοκτονία της θυγατέρας του Χέρτσεν, Λίζας, την οποία ο Ντοστογιέφσκι πληροφορήθηκε στις 3 Ιουλίου 1876. Η μελέτη των σημειωματάριων του για το χρονικό διάστημα 1876-1877 μας δείχνει ότι το τραγικό αυτό περιστατικό τον απασχόλησε ιδιαίτερα.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1876 ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι διάβασε στην εφημερίδα Νέα Εποχή την είδηση για την αυτοκτονία της Μαρίας Μπορίσοβα, η οποία έπεσε από τον πέμπτο όροφο του κτιρίου στο οποίο έμενε, απογοητευμένη από τη ζωή της, μιας και δίχως συγγενείς και φίλους στην μεγαλούπολη Πετρούπολη με πολλή δυσκολία μπορούσε να επιβιώσει.

Η πρώτη αναφορά για την Μπορίσοβα, που βλέπουμε στα σημειωματάρια του συγγραφέα, γίνεται στις αρχές Οκτωβρίου, ενώ στα μέσα του ίδιου μήνα μια αναφορά στην αυτοκτονία της κόρης του Χέρτσεν έρχεται να συμπληρώσει το σκηνικό. Ο συγγραφέας σκέπτεται να ασχοληθεί με το θέμα, αντιπαραβάλλοντας τις δυο αυτές απονενοημένες πράξεις δυο μειλίχιων κοριτσιών σε τόσο νεαρή ηλικία.

Ένας μονόλογος. Μια κραυγή. Ένα ουρλιαχτό. Το σπάραγμα ενός ανθρώπου, ο οποίος ήθελε να εκδικηθεί την κοινωνία, άλλα τελικά κατέστρεψε τη ζωή του μοναδικού πλάσματος που τον αγάπησε.

Ο απόστρατος αξιωματικός, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του ενεχυροδανειστή, πάνω από το ζεστό ακόμη πτώμα της αυτόχειρας νεαρής συζύγου του, ικετεύει για συγχώρεση, μετανιωμένος για την άθλια συμπεριφορά του. Λαμπρό παράδειγμα εγωιστικής αντιμετώπισης της ζωής και των άλλων, κατορθώνει τελικά να δηλητηριάσει τη ζωή της γυναίκας του κι εκείνη, μη έχοντας άλλη διέξοδο, αφαιρεί τη ζωή της.

Παράλληλα, όμως, ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι παρουσιάζει ανάγλυφα τη ζωή των γυναικών στη ρωσική κοινωνία του 19ου αιώνα. Ο συγγραφέας, ευαίσθητος πάντα απέναντι σε ζητήματα που αφορούσαν τις συνθήκες ζωής αλλά και την κατάσταση των γυναικών, μας παραδίδει ένα κείμενο, με το οποίο στηλιτεύει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής τους. Την ίδια στιγμή, πραγματοποιεί μια βαθιά ανατομία της ψυχολογίας, των προβλημάτων, των αδιεξόδων και της δραματικής θέσης της γυναίκας.

Με το επίθετο «KPOTKAЯ», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος της νουβέλας, ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι ήθελε να δείξει, και το κατάφερε, ότι ένα μεγάλο μέρος των δεινών της γυναίκας οφείλεται σε εκείνη τη διαπαιδαγώγηση της υποταγής, της εξάρτησης από τον άντρα και, τελικά, της εκμηδένισης της ίδιας της γυναίκας.

Η Μειλίχια», αν και γράφτηκε το 1876, εξακολουθεί και σήμερα να λειτουργεί ως μεγεθυντικός φακός μέσα από τον οποίο μπορούμε να διακρίνουμε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που συνιστούν τη νόσο της σύγχρονης κοινωνίας, μιας κοινωνίας όπου τα άφατα αισθήματα κακοφορμίζουν καταλήγοντας στις πνευματικές μαρμαρυγές, στον διάλογο με την τρέλα.
(Από την εισαγωγή του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη)

Woman In Chains by Matthew Schwartz


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Όλα περνούν κι όλα ξανάρχονται....

Atelier Robert Doisneau

Έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε για το άλογο που ονειρευόταν...

Ήταν μια φορά ένας τόπος φτωχός. Και στον τόπο εκείνο ζούσε ένας χήρος χωρικός μαζί με το γιο του, που τον ανάθρεψε μονάχος κι εκείνος ξεπετάχτηκε κι έγινε πια κοτζάμ παλικαράκι.

Μια μέρα, ο χωρικός πούλησε τη λιγοστή σοδειά του και πήγε στο παζάρι ν' αγοράσει ένα άλογο που από καιρό ονειρευότανε γι' αυτόν και για το γιο του. Παζάρεψε, έδωσε ό,τι είχε κερδίσει απ' όλη του τη σοδειά, κι απόκτησε μια όμορφη φοράδα. Όταν γυρνούσε σπίτι του, ένιωθε περηφάνια που ήτανε καβαλάρης πάνω στη φοράδα του κι όλοι οι συχωριανοί του τον μακαρίζανε.


Και το άλογο το'σκασε... και ξανάρθε.....

Ό
μως την άλλη μέρα, η φοράδα το 'σκασε και πήρε τα βουνά.
- Τι ατυχία, λέγανε όλοι γύρω του. Έδωσες ό,τι είχες και δεν είχες για δαύτηνα και τώρα τίποτα δε σου 'μεινε.

Κι αυτός τους αποκρίθηκε: 

- Όσο ζω, ελπίζω. Η ατυχία είναι σαν την τύχη, δεν κρατάει παντοτινά.......

Και πέρασαν μέρες, πέρασαν βδομάδες και, ένα απομεσήμερο, η φοράδα γύρισε πίσω, μαζί μ' ένα πανώριο άγριο άλογο που είχε μαζί του ζευγαρώσει.

- Τι τύχη! είπανε όλοι στο χωριό. Ποτέ δεν έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο! Είσαι απ' τον ουρανό ευλογημένος! 

Κι εκείνος είπε: 

- Η τύχη, η ατυχία, όλα περαστικά είναι. Ας είμαστε καλά μονάχα......


Το σπασμένο ποδάρι είναι μικρότερο κακό απ΄του πολέμου τη συμφορά....

Τι ήτανε να το πει! Την άλλη μέρα, όταν ο γιος του πήγε να δαμάσει το άγριο άτι, εκείνο τον έριξε απ' την πλάτη του και του τσάκισε το πόδι.

- Συμφορά σου, λέγανε όλοι οι γύρω. Τι ατυχία σε βρήκε πάλι! 

Κι αυτός: 

- Ατυχία, ευλογία, πώς μπορεί κανείς να ξέρει πώς προχωράει η ζωή; .......

Δεν πέρασε ούτε βδομάδα κι ήρθε μήνυμα για πόλεμο σε τόπο μακρινό, ανάμεσα σ' άγνωστους φίλους κι άγνωστους εχθρούς. Όλοι οι νέοι ντυθήκανε, θέλοντας και μη θέλοντας. Κλαίγανε μανάδες κι αρραβωνιαστικές, κλαίγανε αδερφάδες, κλαίγανε πατεράδες. Μονάχα ο χωρικός δεν έκλαψε, γιατί ο γιος του ήτανε ο μόνος νέος απ' το χωριό που, με σπασμένο το ποδάρι του, έμεινε πίσω.

Κι είπε ο χωρικός στο γιο του: 

- Ας είναι ευλογημένο το άλογο που σ' έριξε στο στρώμα, γιατί πιο μεγάλη συμφορά απ' του πολέμου το κακό δεν έχει. Να το θυμάσαι: η ατυχία, η ευλογία, όλα περνούν κι όλα ξανάρχονται. Κι αφού πολλά κακά βγαίνουνε σε καλό, πάντα να ελπίζεις......

Durer Tarot, La Fortuna

Λιλή Λαμπρέλλη, Η ατυχία και η ευλογία,
Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών, εκδόσεις Πατάκη


Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Χρήστος Βακαλόπουλος, "εξαίσιος καφενόβιος, αγκυροβολημένος στο παρόν, ένας άντρας του ενεστώτος χρόνου"


Οι νεκροί - σιωπηλοί των σιωπηλών - υπάρχουν πλέον μονάχα στην καρδιά μας.....

Αποσπάσματα και συρραφές από ένα βιβλίο που περιεχόμενο έχει το πένθος και πιλότο το βλέμμα ενός σκληραγωγημένου είρωνα, που τόσο καίρια είχε διαισθανθεί το ανούσιο, ώστε είχε την ευγένεια να το καταδικάζει με τις μακριές σιωπές του.
Σαν τα παιδιά, λοιπόν, που παίζουν μπροστά στον ανδριάντα του αγέλαστου προγόνου, αλλάζουμε ψίθυρους και βλέμματα για να ξαναβρούμε την ανασφαλή άνεση των ζωντανών. Οι νεκροί - σιωπηλοί των σιωπηλών και οι δυο τους πια - υπάρχουν πλέον μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα.


Ο Κωστής Παπαγιώργης αποχαιρετά το φίλο του Χρήστο Βακαλόπουλο,
"Γεια σου Ασημάκη", εκδόσεις Καστανιώτη (1993)


Στασίδι στην Καλλιδρομίου.....

Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ με ακρίβεια πότε έπιασε στασίδι ο Χρήστος στο «Cafe» της Καλλιδρομίου - είναι βέβαιο, πάντως, ότι δεν πάνε πάνω από έξι επτά χρόνια.[από το 1993 που εκδόθηκε το βιβλίο, λίγο μετά το θάνατο του Βακαλόπουλου στις 29 Ιανουαρίου του ίδιου χρόν
ου]

Το
 «Dolce» («Φίλιον» σήμερα), ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ήταν ο δημόσιος χώρος που τον τραβούσε. Περνούσε από ’κει τακτικά, σχεδόν κάθε μεσημέρι, και — έχοντας 
ουσιαστικά συναντηθεί με τον εαυτό το — απολάμβανε το πήγαιν’ έλα της Σκουφά, αλλάζοντας κουβέντες με τους παρακαθήμενους, τρώγοντας κρουασάν και πίνοντας εσπρέσο. Ύστερα, μόλις το μεσημέρι με τα καμώματά του ξεθύμαινε, έπαιρνε το δρόμο για την Ασημάκη Φωτήλα 30-32 και αραιά τον πρώτο καιρό, έκανε κατά τις τέσσερις το απόγευμα σκάλα στο «Παρασκήνιο».


"Παρασκήνιο", Καλλιδρομίου, Η σαββατιάτικη λαϊκή αγορά

Οι πόλεις ψιθυρίζουν.....

Αν και ήταν γέννημα θρέμμα της πρωτεύουσας και της οχληρής πολυκοσμίας, είχε την λεπτότητα να μην αισθάνεται φτηνές μνησικακίες γι’ αυτό που είναι σήμερα η Αθήνα. «Οι πόλεις ψιθυρίζουν», έγραφε, «γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν έτσι όπως τις κάρφωσαν στο έδαφος» (Οι πτυχιούχοι, σελ. 90, εκδόσεις Ερατώ. 1984)

Δεν ξέρω αν μπήκε ποτέ στον πειρασμό να κάνει έναν περίπατο γύρω από το λόφο του Στρέφη — οπού παλιά έκανε σκασιαρχείο ο πατέρας του —, πάντως για όλη την περιοχή της Καλλιδρομίου είχε κάνει από νωρίς πολύ ειδικές σκέψεις: 

«Η Τσιμισκή είναι στυγνή και μονοκόμματη, ενώ η Βουλγαροκτόνου διαθέτει τη γλύκα της υπερηφάνειας. Καθόλου παράξενο που στη Βουλγαροκτόνου μαζεύτηκαν οι ταβέρνες και τα μπαρ. Από την άλλη, οι Βυζαντινοί κατέφυγαν στα Εξάρχεια γιατί όταν κινδυνεύουν ανηφορίζουν γρήγορα προς το Στρέφη και το Λυκαβηττό, καβαλάνε τα σύννεφα και γίνονται καπνός. Διάλεξαν τους κάθετους δρόμους, αυτούς που αγγίζουν τους λόφους, κι άφησαν τους παράλληλους στους ήρωες του ’21» (Οι πτυχιούχοι, σελ. 156)

«Σκεφτόμαστε με τον Άλκη να γράψουμε ένα μυθιστόρημα στους δρόμους. Θα γράφαμε ένα κομμάτι στη γωνία Ιπποκράτους και Λασκάρεως κι από κάτω θα γράφαμε: η συνέχεια στη γωνία Ιπποκράτους και Κομνηνών. Όλοι οι τοίχοι της πόλης θα γέμιζαν με τα κομμάτια του μυθιστορήματος. Για μια βδομάδα όλα τα αυτοκίνητα θα κυκλοφορούσαν από γωνία σε γωνία για να διαβάσουν τις συνέχειες». («Υπόθεση Best-Seller, σελ. 59, εκδόσεις Καστανιώτης»

Η σαββατιάτικη λαϊκή αγορά, που αρχίζει από τη Χαριλάου Τρικούπη και τελειώνει λίγο πριν από τη Σπυρίδωνος Τρικούπη, ξέρω ότι άρεσε ιδιαίτερα στο Χρήστο. Ήταν, άλλωστε, το χαρμόσυνο γεγονός της γειτονιάς του. Αυτή η φωνακλάδικη παράσταση με τους αεικίνητους μανάβηδες που πασχίζουν να σε φορτώσουν με μήλα, λάχανα, ντομάτες και κουνουπίδια ήταν δωρεάν χαρά για έναν άνθρωπο παρατηρητικό, που κοίταζε τα πάντα και δεν αγόραζε τίποτα. Ποτέ δεν τον θυμάμαι να κρατάει μια νάιλον σακούλα με φρούτα (τα λίγα πορτοκάλια, στο δυάρι του, τα ψώνιζε η μητέρα του). Παρότι περνούσε μέσα από όλες αυτές τις γεύσεις, το μόνο που επιθυμούσε ήταν ο καφές. 



Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (άκρη δεξιά) με τους ηθοποιούς (από αριστερά) Χαρά Αγγελούση, Ανδρέα Τσάφο και Γιώτα Φέστα ‒από την πρώτη ταινία μικρού μήκους του Βακαλόπουλου «Βεράντες» (1984). Η φωτογραφία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του «Οι πτυχιούχοι». 

Μας πήρε καιρό να σιγουρέψουμε τις κουβέντες μας...

Στην αρχή, εφόσον ήμουνα ο μόνος γνωστός του στο «Παρασκήνιο», ερχόταν από σκοπού για ν’ αλλάξουμε μερικές κουβέντες — που, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, μας πήρε πολύ καιρό να τις σιγουρέψουμε. Ο λόγος; Κάτι απλό και κωμικό, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα.

Στην πρώτη πρώτη επαφή με έναν άνθρωπο, η παρεξήγηση παραμονεύει για να πιάσει δουλειά. Μοιάζοντας ο καθένας μας με τα σκυλιά του Ηράκλειτου, που γαβγίζουν όλους τους ξένους, μόλις νιώθουμε την ξένη παρουσία, σπεύδουμε να σηκώσουμε λοίδορα το φρύδι. Ενώ στις χρόνιες συναναστροφές οι ατέλειες και τα κουσούρια είναι καθημερινό και νόστιμο ψωμί, στην πρώτη αντιμετώπιση κάθε στραβοτιμονιά μπαίνει κάτω από μεγεθυντικό φακό.

Τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας μας, από το ’82 ως το ’86 πάνω κάτω, στις σπάνιες φορές πού τύχαινε να τον συναντήσω — πάντα βράδυ, δηλαδή, σε κάποιο από τα γνωστά μπαρ — ήμουνα μονίμως εκτός εαυτού, οπότε κάθε επαφή ήταν αδύνατη. «Θα σου εξηγήσω τι εννοώ», πρόλαβα να του πω ένα χειμωνιάτικο βράδυ στο «Βαλτάσαρ», σαν απολογία για κάτι κρυάδες που του είχα γράψει με ψευδώνυμο σε ένα βραχύβιο περιοδικό. «Δεν έχω αντίρρηση, αλλά πώς θα γίνει αυτό, αφού, όποτε σε βλέπω, είσαι πιωμένος;» μου απάντησε με τη γνωστή του ψυχράδα. Μόλις έβλεπε τα παρατράγουδα ο Χρήστος, είχε την συνήθεια να παίρνει το αόρατο καπέλο του και να αλλάζει συντροφιά. 

Αφότου όμως αρρώστησα, είχαμε πια την άνεση να καθόμαστε ήσυχοι τα απογεύματα και να χαιρόμαστε τον καφέ του Αρβανίτη. «Είδες που έχουν και οι αρρώστιες τα καλά τους;» σχολίαζε με κείνο το λαρυγγόφωνο γέλιο του, που είχε κάτι σκιές βραχνάδας.




«Στην αρχή σνομπάκιας, μετά κόμπλας και αμήχανος». 

Εξωτερικά, η θωριά του ανθρώπου ήταν πάντα περιποιημένη και άθιχτη. Το ψαρό μαλλί, φροντισμένο και σταθερό, ζητούσε κάθε τόσο ένα ελαφρό πέρασμα του δεξιού χεριού. Χωρίς γένια — ξυριζόταν καθημερινά —, με μακό φανελάκι, καθαρό πουκάμισο, μπλουτζίν και, τους κρύους μήνες, πλεχτό και σακάκι. Αν τον έκρινες «ρουχομορφικά», έβλεπες έναν άνθρωπο που έχει μια σωστή αναλογία με τα ρούχα του. Μη ξέροντας την στενή σχέση του με το σπίτι, τον ρωτούσα πόθεν η τόση καθαριότητα• και η απόκριση ήταν ένα σταθερό και αυτάρεσκο χαμόγελο. 

Πάνω του δεν είχε καμιά από τις κινήσεις του παρορμητικού, του σουρουκλεμέ ή της φύσης που τάχα δεν βολεύεται με τον εαυτό της. Καθόταν λίγο σκυφτός στο τραπέζι, έπαιζε το γόνατο πάνω κάτω και το δεξί χέρι πήγαινε διαρκώς στον αντίστοιχο μηρό. Ίσως τα πόδια του περίσσευαν λίγο. Δεν ξέρω αν έδινε την εντύπωση πως υπήρχε ειδικός λόγος, πάντως η κινησιολογία του είχε κάτι το μελετημένο, λες και όλα είχαν σταθμισθεί άπαξ διά παντός.

Βάδιζε με βήματα λίγο πιο μεγάλα από το συνηθισμένο και έστρεφε την μύτη του παπουτσιού ελαφρά προς τα έξω, αν και μικρός είχε παίξει ποδόσφαιρο. Στους ώμους παρουσίαζε ένα ανάλαφρο κύρτωμα, όπως όταν πιάνουν τα πρώτα κρύα και βρεθείς νύχτα μόνο με το πουκάμισο, αν και νομίζω ότι όλα ξεκινούσαν από την μέση. Το πανωκόρμι του είχε μια ανεπαίσθητη κλίση προς τα μπρος, όπως όταν φτύνουμε με σφιγμένα χείλη και σημαδεύουμε προσεχτικά το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. 

Στομάχι ούτε κατά διάνοια, χνότο καθαρό και βλέμμα που κοίταζε λίγο κατάματα κι ύστερα χανόταν «εκτός πεδίου», σάμπως να παρακολουθεί τους θαμώνες ενός φανταστικού μπαρ. Όταν γελούσε έδειχνε ούλα και δόντια πέρα πέρα, όπως οι Αμερικάνοι ηθοποιοί, αλλά οι οδοντοστοιχίες του δεν είχαν τίποτα το αμερικάνικο. Λίγο προτού πεθάνει, μετά από ένα αποκαλυπτικό χαμόγελο, τον ρώτησα αν έφτιαξε τα δόντια του- και με συστολή απάντησε ότι βρήκε καιρό και γι’ αυτό. Να ζεις με πολλά χαλασμένα δόντια — από τις χημειοθεραπείες, όπως έμαθα— και να πεθαίνεις με το στόμα λαμπίκο είναι φλέγμα αμειγώς βακαλοπουλικό.

Φυσιογνωμικά ήταν το αντίθετο του στρογγυλοπρόσωπου και του baby face. Η μορφή του άρχιζε με ένα μάλλον στενό μέτωπο και ολοκληρωνόταν μετά από ώρα σε ένα ισχυρό πιγούνι. Είχε κάτι το σκελετωμένο αυτό το πρόσωπο; Πιθανώς άφηνε την εντύπωση ότι είχε δεχθεί μια ύπουλη επίθεση από τα μέσα, που σταμάτησε, ευτυχώς, προτού κάνει εμφανείς καταστροφές. Για να θυμίσουμε κριτήρια του 19ου αιώνα, που έχουν πλέον εγκαταλειφθεί, εφόσον η έμφαση συγκεντρωνόταν γύρω από το στόμα και όχι στα μάτια, θα πρέπει να ανήκε στην κατηγορία των ατόμων που ανακάλυψαν το νου τους λόγω χαρακτήρα, αντί να σπαταλήσουν το μυαλό τους για να φέρουν σε λογαριασμό έναν ανοικονόμητο ψυχισμό. 

Χωρίς σπλήνα τα τελευταία χρόνια και με ένα χρώμα που θύμιζε καμιά φορά μεσογειακή αναιμία, ήταν ένας άνδρας γοητευτικός, που δεν κοκκίνιζε ποτέ. Γενικά οι συγκινήσεις του, κι αν προδίδονταν, έψαχναν τον προδότη τους στον τόνο της φωνής ή στις αμήχανες χειρονομίες.

«Πώς σου είχε φανεί;» ρωτούσα σε ένα μπαρ μια κοπέλα που τον γνώρισε στο Παρίσι. «Στην αρχή σνομπάκιας, μετά κόμπλας και αμήχανος»



...το καλό χαρτί στα δικά του χέρια και το γέλιο στα χείλη του.

Εν πάση περιπτώσει, ο Βακαλόπουλος είχε τη δική του εκφραστική. Αρχικά δεν ήταν φλύαρος. Η πολυλογία, απτό γνώρισμα αδυναμίας — αφού μιλώντας ακατάσχετα ζητάς να πείσεις, με αποτέλεσμα να πείθεις, τελικά, για το αντίθετο—, δεν ήταν μέσα στις ζωτικές ανάγκες του. Του ταίριαζε η συζήτηση με τις μεγάλες παύσεις, όπως κανείς ξεφυλλίζει ένα ενδιαφέρον σύγγραμμα και μέσα μέσα εντοπίζει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο τόνος του υποδήλωνε πάντα την υπόμνηση: πρόσεξε κι αυτό! Η ρητορική του ήταν μια τεράστια αρμάθα από εισαγωγικά. Δεν υπήρχε συνάντηση μαζί του που να μην κάνει —μιλώντας για τα πιο άσχετα πράγματα— μια αξιοπρόσεχτη ανακοίνωση. Ειδικότερα, είχε ανάγκη τη σημαντική σκέψη, που συνάγεται από ένα ευτελές πράγμα.

Αν η φωνή του ομιλητή είναι νερό που πάνω του ιριδίζουν νοήματα και συγκινήσεις, ο Χρήστος διέθετε —πώς να το πω;— ένα σοφό νερό, που δεν δεχόταν εύκολα το ξένο θυμικό.

Συχνά στις συζητήσεις ο άλλος σου κλέβει την έμφαση και σ’ αφήνει σύξυλο να σκέφτεσαι: «Μα καλά, με κοροϊδεύει; Με διδάσκει με τα δικά μου λόγια;» Αυτός σπάνια έκλεβε συγκινή
σεις. Όχι πως του περίσσευαν, αλλά στη συνάφεια δεν παραδινόταν. Ήταν χαρακτήρας δηλωτικός, με ισχυρό κέντρο και εξπρεσιονιστικά κίνητρα, όχι ψυχισμός άμορφος, που μετά από κάθε συνάντηση κουβαλάει στην πλάτη του, όπως πολλοί από μας, την ξένη σφραγίδα. Μιλούσε με κάποια χαρτοπαικτική υστεροβουλία: στο τέλος το καλό χαρτί ήταν συνήθως στα δικά του χέρια και το γέλιο στα χείλη του.




Ήθελε να περισώσει το απαρατήρητο...

Οι υπερευαίσθητοι άνθρωποι, αν δεν χάνονται σε παιδαριώδεις ονειροπολήσεις, καταλήγουν ρέκτες της παρατήρησης, με αποτέλεσμα να γίνεται η καρδιά τους μια απίθανη κρύπτη από ιδιότυπα συμπεράσματα. Από πολύ νέος ο Βακαλόπουλος αιχμαλώτιζε περιστατικά και, κοιτώντας τα από τις πιο διαφορετικές γωνιές, σαν ζωγράφος που ετοιμάζεται να απεικονίσει ένα πρόσωπο, τα ξεψάχνιζε κανονικά. Αυτό τον βοήθησε να αναδειχθεί σε φοβερό παρατηρητή — και, κατ’ επέκταση, σε μέγιστο γνώστη του δημόσιου βίου. 

Ό,τι έλεγε για πράγματα κοινού ενδιαφέροντος είχε μια βαθύτητα που ξάφνιαζε ομόσπονδους και άσπονδους φίλους. Ήταν ένα σπάνιο είδος βιρτουόζου των κοινωνικών σχέσεων — δεινότητα που τον εξώθησε, με τον καιρό, να έχει το φέρεσθαι ενός αυτομαθούς εμπειρογνώμονα, που σε κάθε συνάντηση έπρεπε να πει το λογάκι του.

«Κάθε βδομάδα άλλαζε γνώμη», μου παρατήρησε ένας κοινός φίλος. Αξίζει να πούμε ότι οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι είναι, κατά κανόνα, κοιλόγνωμοι. Ευπαθείς σαν το ζυγό του φαρμακοτρίφτη, με το παραμικρό σαρίδι αποφαίνονται. Ο Χρήστος λάτρευε τη στιγμή, συνεπώς δεν σκεφτόταν τις γενικές αρχές, όταν μυριζόταν λαγό. Σε έναν ανήσυχο νου το βασικό δεν είναι η πίστη στις γενικές πεποιθήσεις — που αυθωρεί γίνονται παρωπίδες—, αλλά η εμπιστοσύνη στο ένστικτό του που βλέπει τις παραμικρές διαφορές. Ο Χρήστος είχε αυτό τον καημό. Ήθελε να περισώσει το απαρατήρητο. 

Ήταν, άλλωστε, το διακριτικό του σημείο. Με τις πρώτες επαφές καταλάβαινε αν ο άλλος κουβαλάει κάποια προσωπική μοίρα, μια δική του ματιά, ή αν είναι το γνωστό άθροισμα από τις πλαστογραφημένες κουβέντες που κάνουν ασταμάτητα το γύρο της πόλης. Ζώντας ανάμεσα σε ανυποψίαστους, δηλαδή ανάμεσα σε άτομα που δεν έχουν ανακαλύψει τον εαυτό τους —τέτοιοι είναι πάντα οι «άλλοι»—, τι άλλο μένει σε έναν έξυπνο άνθρωπο από το να το παραξηλώσει; Εξ ου και οι επιθέσεις και οι κατηγορίες.

Θυμάμαι κάποιο μεσημέρι στο «Παρασκήνιο», που είχε δεχθεί την απροσδόκητη επίθεση από έναν μεθυσμένο φίλο. Τα πυρά ήταν συμβατικά, αλλά επικίνδυνα: «Και ποιοι είστε εσείς, που τολμάτε να γράφετε; Και τι είναι αυτά που λέτε; Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι» κ.τ.λ., κ.τ.λ. Ο Χρήστος ήταν ιδανικός στο να βρίσκει απαντήσεις σε ανάλογες εχθρικές απορίες, μόνο που ο πυρφόρος κατήγορος δεν ρωτούσε, απαντούσε μόνος του, για να απολαμβάνει βαθύτερα το θυμό του, πλάθοντας με κάθε νέο ουίσκι και μια νέα απορία. Η παράσταση πήγε του μάκρους και θα είχε άσκημη κατάληξη, αν ο Βακαλόπουλος δεν ήταν προικισμένος με κείνη τη δυσεύρετη ικανότητα να σβήνει τα λόγια του άλλου, όπως παλιά οι νεωκόροι βύθιζαν τα αναμμένα κεριά στο νερό. 

Γενικά, δε νομίζω ότι ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που τα ξένα λόγια λεηλατούν το μέσα τους, ούτε μάντεψα ποτέ ότι ανάλογα περιστατικά τον έκαναν να κοιμάται στα καρφιά. Στα ώριμα χρόνια του, δηλαδή την εποχή της Καλλιδρομίου, έδινε την εντύπωση ότι είχε γλιτώσει από το φτηνό πνεύμα της διχόνοιας και από τους γνωστούς διχασμούς προσωπικότητας. Φιτίλι και λάδι καίγονταν και φώτιζαν, χωρίς να επιτρέπουν να σκεφτείς αν είναι δύο πράγματα που ενώθηκαν στην τύχη ή από εξωτερική ανάγκη. Το λάδι του το έκαψε γρήγορα ο Χρήστος —τουλάχιστον λίγο πιο γρήγορα από εμάς—, αλλά όσο ζούσε είχε άγγελο.



«Καθημερινός με τα καθημερινά, αιώνιος με τα αιώνια»

Σάμπως να ζούσε σαρανταοκτάωρα και όχι εικοσιτετράωρα, όπως όλος ο κόσμος, ο Χρήστος είχε βρει τον καιρό να κάνει περίτεχνες σκέψεις για το καθημερινό φέρεσθαι. Επειδή και του λόγου μου ασκούμαι χρόνια στην τέχνη του ωρολογοποιού της καθημερινής ζωής, ομολογώ ότι σχεδόν στα πάντα, στην παραμικρή «βίδα», τον έβρισκα υποψιασμένον και ξεσκολισμένον. 

Παρόμοιοι άθλοι στην αυτοδιδαχή δεν οφείλονται ποτέ σε επίκτητες γνώσεις, αλλά σε μια χρονοβόρο δοκιμασία του εγώ, που μέσα από επίπονους συγχρωτισμούς πρέπει να περισώσει κάποια από τα χρώματά του. Η λεπτή απόλαυση στις συζητήσεις μαζί του πήγαζε όχι μόνο από τη γνώση της ψυχοπαθολογίας του φιλόδοξου — γιατί, συχνά, αυτό ήταν το θέμα—, αλλά κυρίως από συμπεράσματα που είχαν γίνει σάρκα του. Σε αυτό ήταν συνεπής μέχρις αφέλειας: έδινε τον εαυτό του ως παράδειγμα.

Δεν γίνεται αλλιώς. Η φρικαλέα μόδα να ρετάρει κανείς για πράγματα που δεν κουβαλάει πάνω του, άρα δεν τα έχει πληρώσει, να γίνεται μεγαλοδικηγόρος ξένων υποθέσεων και ξένων πόνων, δεν ήταν του γούστου του. Στο Χρήστο έβρισκα κάτι ανακουφιστικές ανακωχές του ασίγαστου πολέμου που ζούμε όλοι μας ανάμεσα στον άνθρωπο εν γένει και στην αβόλευτη ιδιαιτερότητα μας. Η ανθρωπότητα πέφτει πάνω σου να σε ισοπεδώσει εν ονόματι των πολλών, ενώ εσύ, παιδί συμπτώσεων και περίπλοκων συγκυριών, στην κυριολεξία έκθετο της τύχης, έχεις ανάγκη να ζεις με την ανεπανάληπτη φωνή σου, τους συνειρμούς σου και τον αργαλειό του ακάματου διαβόλου που μοχθεί μέσα σου. Άριστος στις μιμήσεις, ο Χρήστος είχε μάθει σειρά ολόκληρη από απατηλά σφυρίγματα, για να ξεγελάει το ποδοβολητό.

Συνάμα, ήταν παλιοσειρά της καθημερινής ζωής και γενναιόδωρος υποστηρικτής της, επειδή είχε τρόπο να γλυτώνει από το συρφετό, ανεβαίνοντας — όποτε μπορούσε— την αθέατη κλίμακα που διαθέτει κάθε προφυλαγμένη εσωτερικότητα. Το παλαιό σχήμα «καθημερινός με τα καθημερινά και αιώνιος με τα αιώνια» ισχύει πάντα. Δεν έχει σημασία αν «κάηκε» η αιωνιότητα. Μας έμεινε το κενό της. Και το κενό, αν μη τι άλλο, προσφέρεται για ταξίδι. Κάθε άνθρωπος που «φεύγει», που «σαλτάρει», που «χάνεται», εκεί αρμενίζει. Η αιωνιότητα είναι ένα αδιανόητο δάσος από πεθαμένους. Είναι πια ζήτημα ψυχής τι κάνει ο καθένας με αυτό το ζήτημα — και, επιπλέον, πρόβλημα καθημερινής ζωής. Στο «καφενείο για πεθαμένους» του Χάινε, μου αρέσει να φαντάζομαι το Χρήστο στην ίδια στάση, με τον ίδιο καφέ, με τα ίδια λόγια, τα ίδια ρούχα, με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει ότι η αυταπάτη δεν θα τον σώσει. Το αιώνιο, με άλλα λόγια, μπορεί να είναι και μια πολύ καθημερινή υπόθεση. Απλώς χρειάζεται μυαλό.




Κι οι «μαχαιριές» μέσα στο πρόγραμμα....

Οι υπερωρίες στα διανοητικά ζητήματα φέρνουν συνήθως μοναξιά, μελαγχολία, ή οδηγούν —όπως στην περίπτωσή του— σε αυστηρή επιλογή προσώπων. Το τρανταχτό «ναι», που κρύβει μια σταθερή φιλία, έχει για προσάναμμα ποικίλες απορρίψεις.

Ο Χρήστος είχε την δική του ιστορία με την επίδειξη ταυτότητος, με το μικρό και το μεγάλο θέατρο της καθημερινής ζωής. Η στάση του είχε τραφεί από δίκες ημετέρων, όπου η καταδίκη, όταν απαγγελθεί, εκφράζεται με την τήρηση μιας απόστασης ασφαλείας. Ας μην ξεχνάμε ότι ανδρώθηκε —το ’67 ήταν μόλις 11 χρονών— σε μια εποχή που το σκάφος της αθηναϊκής ζωής γνώριζε αλλόκοτους κλυδωνισμούς. 



Στο μεγάλο στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του — γιατί ο Χρήστος ζούσε ένα στοίχημα —  βασικό του μέλημα ήταν να διασωθεί μέσα από μια γενιά ανθρώπων που σταμάτησαν στα «λεφτά», στην «πρέζα», στην «τρέλα», στην εύκολη «επιτυχία» ή «αποτυχία», στην «οικογένεια» ή στην «φυγή». Πέρα από το γεγονός ότι θέτει ευθέως το θέμα της επιβίωσης μέσα στην κοινότητα, κάθε συντροφιά μοιάζει με μαχαίρια που αλληλοτροχίζονται. Άρα οι «μαχαιριές» είναι μέσα στο πρόγραμμα.

Όταν βλέπουμε ανθρώπους με τα δικά μας παλιά κουσούρια, γινόμαστε μανούλες στην τέχνη της περιφρόνησης. Τα πιο ανθεκτικά εφόδια είναι τα ναυάγια των άλλων. Δεν με ξάφνιαζε, λοιπόν, που έβλεπα το Χρήστο να σχολιάζει μονίμως τα ξένα παραπατήματα. Πάνω σ' αυτό περιττεύουν οι ντροπές και οι υποκρισίες. Εφόσον πάντα αφορά ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, η κριτική των άλλων ασκείται με διάφορα συστήματα από απωθήσεις, μικρότητες και στενοκεφαλιές, όπου, μόνο αν υπάρχει μυαλό, ενδέχεται να μη μοιάσεις με ό,τι επικρίνεις.



Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος....

Ο Βακαλόπουλος ήταν η Ευτυχία από το πολύ μυαλό. Ένας τέτοιος άνθρωπος αποκλείεται να μη χορηγεί στον εαυτό του κάποια περιθώρια εξαχρείωσης απέναντι στην αλλότρια ανικανότητα. Έλεγε και ξανάλεγε: «Όχι στα λεφτά, καλύτερα να ζούμε μόνο με καφέ». Άλλωστε η φαυλότητα έχει ένα μεγάλο μεράκι: φοράει κουδούνια. Κι ό,τι κουδουνίζει, το δείχνουν από μακριά. Έτσι γινόταν πάντα κι έτσι θα γίνεται.

«Λάθος επάγγελμα για έναν φιλόδοξο», συνήθιζε να λέει για ένα γνωστό γιαπόπαιδο, που όπου βρεθεί χτυπάει το τούμπανο. 

Για κάποιον άλλο, που έχει διαβεί την ηλικία των ψευδαισθήσεων χωρίς να τις αποχωριστεί, ήταν πιο κατηγορηματικός: «Είναι πλέον ένας τσακισμένος άνθρωπος»

 «Ευτυχώς που γράφει και ξέρουμε τι τρώει», σχολίαζε γελώντας για τα γραφτά κάποιου, που έχει ζηλέψει τη δόξα του Αμιέλ και δεν χάνει την ευκαιρία να περιγράφει το δείπνο του. 

Όταν άκουγε για αποστόλους ιδεών, η επωδός ήταν γνωστή: «Αυτός δεν γαμάει, είναι φανερό»

 «Περίεργος τύπος», έλεγε για ένα γνωστό νούμερο, «έρχεται, πίνει δύο ποτά και μετά φεύγει τρεκλίζοντας»

Αντίθετα, έβρισκε πάντα επαινετικά λόγια για πρόσωπα που, αργά ή γρήγορα, βρήκαν τρόπο να τους βγει η καραμπόλα. Αυτή ήταν μια από τις έμμονες ιδέες του Χρήστου. Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος.

Όταν χάσεις στα χαρτιά, μετά δεν έχει νόημα να παίρνεις σβάρνα τις ρούγες και να δείχνεις με παράπονο πόσο καλή ήταν η χαρτωσιά σου. Οριστικά ταγμένος με τους κερδισμένους της παρτίδας, ο Χρήστος παρωδούσε τη συμπεριφορά όλων όσοι δε λένε να κοιμηθούν εκεί που έστρωσαν. 




Τα ψυχωτικά τετ-α-τετ, τα μαγαρισμένα ψιθυρίσματα και οι φτηνές συνενοχές δεν τον ενθουσίαζαν. Στη νεοελληνική συνάφεια όλα κρίθηκαν στις μεγάλες παρέες που σε περνούν διά πυρός και σιδήρου, όχι στα στέκια των απόμερων σπερμολόγων. Στα φροντιστήρια της κακίας, άλλωστε, διδάσκουν πάντα οι χαμένοι. Αμισθί, φυσικά.

Ο Χρήστος ήξερε από πρώτο χέρι τον τρόπο που οι άλλοι — απολύτως απαραίτητοι και άχρηστοι, κατά την περίπτωση — σε καταβροχθίζουν και σε εμέσουν ανά πάσα στιγμή. Γνώριζε, μάλιστα, ότι για να κατακτήσεις κάτι πρέπει υποχρεωτικά να περάσεις από αυτή την κανιβαλική δοκιμασία. Αν το ’χεις, θα αντέξεις• αν δεν το ’χεις, θα σε φάνε λάχανο. Ό,τι ξεστόμιζε, λοιπόν, για πρόσωπα και πράγματα βασιζόταν σε μια πεπειραμένη εκτίμηση των ψυχοφθόρων κινδύνων της συντροφιάς — που, μαγαζάκι χωρίς πόρτα, διημερεύει και διανυκτερεύει για να γλωσσοδέρνεται.

Ο άνθρωπος που συναναστράφηκα αρκετά χρόνια ήταν η χαρακτηριστική φιγούρα των δημόσιων χώρων — γέννημα θρέμμα του «γεια χαρά, κάτσε». Άτομο με ειδικό στιλ εισόδου στο κατάστημα, ερευνητικό βλέμμα που ψάχνει την καλή συντροφιά και αποφεύγει τους ψειριασμένους.

Ο Βακαλόπουλος ήξερε να κάτσει εκεί που πρέπει, ήξερε πώς θα «τσιμπήσει» στην ενδιαφέρουσα συζήτηση και, πάνω απ’ όλα, ήξερε πότε θα φύγει. Νομίζω ότι οι  αναχωρήσεις του ήταν ένα από τα πιο αξιοπρόσεχτα στοιχεία της κινησιολογίας του — που, χωρίς υπερβολή, μπορούμε να την ταυτίσουμε με ένα σημαντικό μέρος του χαρακτήρα του — αυτού τουλάχιστον που επεδείκνυε στους χώρους όπου εμφανιζόταν τακτικά: «Βρούτο», «Dolce», «Παρασκήνιο», «Ένοικο» και «Άμα λάχει».



Το παρελθόν όλων μας στα λαϊκά τραγούδια έχει γραφτεί.....

Τα τραγούδια είναι καλό να σ' τα μάθουν οι παρέες. Όπως είναι πολύ καλό - ψυχοσωτήριο στην κυριολεξία - να συναναστραφείς συντροφιές που πίνουν και τραγουδάνε - ......

«Οι άνθρωποι των γραμμάτων δεν γλεντάνε!», μου έλεγε συχνά και η σκέψη του ήταν τόσο σωστή, ώστε ίσχυε εν μέρει και για τον ίδιο. 

Κατά μία έννοια το παρελθόν όλων μας έχει "γραφτεί" στα λαϊκά τραγούδια. Ακόμα κι αν δεν έχεις, το τραγούδι σου χαρίζει αμέσως τη βαθύτητα ενός παρελθόντος. Τι σημασία έχει αν δεν είσαι βασάνης;Τραγουδάς και γίνεσαι. Όπως στους έρωτες μόνο οι άτυχες στιγμές αντέχουν στο χρόνο, στο τραγούδι εκδηλώνεται μια σπαραξικάρδια ανάγκη των συμποτών να θυμηθούν ή να επινοήσουν δυστυχίες. 

Μη λυπάσαι που φεύγω.....

Στην δέκα και είκοσι το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου του 1993 ο Χρήστος πεθαίνει.

Στην κηδεία του, (1η Φεβρουαρίου στο Νεκροταφείο Ζωγράφου), οι μουσικοί της τελευταίας του ταινίας "Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε", ζητούν την άδεια να παίξουν κάτι την ώρα της ταφής. Διακριτικά, σε χαμηλούς τόνους, παίζουν το "Μη λυπάσαι που φεύγω", ένα λαϊκό  τραγούδι που είχε διαλέξει ο Χρήστος για την ταινία.

Πηγές
  • Κωστή Παπαγιώργη, Γεια σου, Ασημάκη, εκδόσεις Καστανιώτη
  • http://christosvakalopoulos.gr/