Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Άλλο πράγμα η φιλοσοφία κι άλλο η ζωή......ινδικό παραμύθι

Ancient India, Mauryan Dynasty

Ο σοφός Ασβάλα, που δίδασκε και μίλαγε όμορφα και με τα λόγια έλυνε τα πιο δύσκολα προβλήματα, όπως το συνηθίζουν όλοι οι φιλόσοφοι, είπε στο βασιλιά Ασόκα:

- Γιατί, βασιλιά, παρασύρεσαι από τον οποιονδήποτε και δέχεσαι συμβουλές από ανθρώπους που δεν ξέρουν, και δε ζητάς από τους σοφούς, που τόσα ξέρουν, να σε βοηθήσουν να διοικείς τη χώρα σου σωστά;

- Βρίσκεις, λοιπόν, Ασβάλα, ότι οι σοφοί μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο;
- Φυσικά. Γιατί η φιλοσοφία αυτό κάνει, ερευνά για το σωστό. Ποιανού, λοιπόν, είναι έργο πιο πολύ, αν όχι του σοφού, που αυτό προσπαθεί σ’ όλη του τη ζωή;

- Τότε, σοφέ Ασβάλα, βρες μου έναν τρόπο να διοικείται δίκαια και να ’ναι ευτυχισμένη η χώρα μου.

Ο Ασβάλα κλείστηκε μέρες, σκέφτηκε, έψαξε, και τέλος βρίσκοντας, κατά τη γνώμη του, τι θα ’ταν αυτό που θα ’κανε ευτυχισμένη τη χώρα, παρουσιάστηκε στο βασιλιά.

- Βρήκα αυτό που θέλεις, μεγάλε Ασόκα.

- Να το ακούσω, σοφέ!

- Εκείνο, βασιλιά, που κάνει να μη λειτουργεί σωστά ένα κράτος, είναι τούτο: Η κακή συμπεριφορά των υπαλλήλων στο λαό. Αυτό γεννάει εχθρότητα και φέρνει μίσος. Γι' αυτό, βασιλιά Ασόκα, ετούτο βρίσκω ότι είναι το πρώτο που πρέπει να φροντίσουμε. Γιατί αν οι υπάλληλοι φέρνονται ευγενικά και εξυπηρετούν τους πολίτες, τότε οι πολίτες, βλέποντας στοργή κι ενδιαφέρον γι’ αυτούς, και καλύτεροι θα προσπαθήσουν να γίνουν, και θα αγαπήσουν μια κυβέρνηση που οι υπάλληλοί της φέρονται καλά!



Και για πολλή ώρα και με πολλά λόγια, όπως το ’χουν συνήθεια οι σοφοί, έλεγε όσα σκέφτηκε και με σωρό έξυπνα επιχειρήματα δυνάμωνε αυτό που υποστήριζε. Τότε ο Ασόκα του λέει:

- Τα όσα λες φαίνονται σωστά, όμως πώς θα το διαμορφώσουμε αυτό που λες σε νόμο; Γιατί, φυσικά, δεν είναι εύκολο να λέμε τόσα πολλά. Πρέπει να βρεις μια απλή διατύπωση που να λέμε αυτό που θέλουμε σύντομα και με σαφήνεια.

Τότε ο Ασβάλα απάντησε:

- Το μόνο εύκολο, βασιλιά. Μια φράση αρκεί. Οι υπάλληλοι να φέρονται στο λαό, όπως καθένας θα φέροταν στο παιδί του. Αυτό είναι αρκετό και τα λέει όλα.

- Καλά! είπε ο Ασόκα, κι έδωσε διαταγή να φροντίσουν να εφαρμοστεί αμέσως ο νέος νόμος.

Σαν πέρασαν λίγες μέρες, ο βασιλιάς Ασόκα είπε στον σοφό Ασβάλα:

- Δεν κάνουμε, λοιπόν, μια βόλτα στην πολιτεία, να δούμε τι αποτελέσματα έχει φέρει ο νέος νόμος;

Και ξεκίνησαν. Μα μόλις προχώρησαν δυο βήματα είδαν κατάπληκτοι έναν υπάλληλο να δέρνει μ’ ένα ραβδί κάποιον άνθρωπο του λαού.

Τότε θυμωμένος ο βασιλιάς Ασόκα τον σταμάτησε:

- Τι κάνεις, ανόητε; Δε διάβασες την νέα διαταγή ότι πρέπει να φέρεστε στο λαό όπως ένας πατέρας στο παιδί του;

Ο υπάλληλος γύρισε με απορία.

- Αυτό κάνω, βασιλιά μου, έτσι δέρνω το γιο μου! Τότε ο Ασόκα γύρισε στο σοφό:

- Όπως βλέπεις, σοφέ, άλλο πράγμα είναι η φιλοσοφία κι άλλο η ζωή.




Ο σοφός Ασβάλα, Οι λαοί μιλάνε, 
Άλκης Παπάς, εκδόσεις Αστάρτη 




Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η Χαλκίδα του Σκαρίμπα, σαν χτισμένη από κιμωλία...


Χαλκίδα, της ψυχής του το κέλυφος

O Γιάννης Σκαρίμπας, μετά την πρώτη του γνωριμία με την πόλη όπου τον έφερε η στρατιωτική του θητεία, επέλεξε να ζήσει στη Χαλκίδα, την οποία αγάπησε, «τραγούδησε», «ύμνησε» και «απαθανάτισε» τόσο στο πεζογραφικό, όσο και στο ποιητικό του έργο.

Τα θέματα που αρδεύουν το λογοτεχνικό σύμπαν του Σκαρίμπα περνούν αναγκαστικά μέσα
 από την πόλη, αφού αυτή παρέχει στον συγγραφέα δυο από τα βασικότερα σύμβολα του έργου του ή δυο σημαντικές συνιστώσες του μεταφορικού του συστήματος: το λιμάνι και το σταθμό των τρένων. Κοντά σ' αυτά συλλειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση ξεκινώνοντας από κοινή αφετηρία διάφορα σχετικά μοτίβα: οι γλάροι, τα μουρλά νερά του Ευρίπου, το εισιτήριο, η αποβάθρα. Αυτός είναι ο ζωτικός χώρος του συγγραφέα.




Η επίμονη χρήση του τοπικού ιδιολέκτου και ο εγκιβωτισμός εγχώριων δημοτικών και λαϊκών τραγουδιών σε επτά από τα έντεκα διηγήματα της συλλογής «Καϋμοί στο Γριπονήσι» (1930), συνιστούν μια έντονη αλλά και συμβατική παρουσία της πόλης. Ωστόσο, ακόμη κι εδώ, στο μοναδικό έργο του Σκαρίμπα με ηθογραφικές αποχρώσεις, η πόλη έχει μια ιδιότυπη παρουσία. Δεν υπάρχει καμιά σκηνοθεσία της πόλης, καμιά παρατήρηση.

Μ' άλλα λόγια δεν υπάρχει περιγραφή, που συνεπάγεται αναγωγή του λογοτεχνικού υλικού στο χώρο. Αντίθετα, υπάρχει αφήγηση που σημαίνει οργάνωση του λογοτεχνικού υλικού στο χρόνο. H επιλογή της Χαλκίδας ως χώρου δράσης των περισσότερων διηγημάτων της συλλογής ισοδυναμεί με την επιλογή οποιουδήποτε άλλου χώρου, με την προϋπόθεση ότι αυτός ο χώρος με τη συγκεκριμένη φυσιογνωμία δικαιολογεί τη συμβολιστική διάσταση της γραφής. Αυτό που κυριαρχεί είναι η απόδοση του εσωτερικού τοπίου, η βυθομέτρηση της ανθρώπινης ψυχής σε καίριες εκδηλώσεις της, ενώ ο εξωτερικός χώρος θα 'λεγε κανείς ότι λειτουργεί προσχηματικά. Είναι το ιδιωτικό κέλυφος όπου εγκλωβίζεται η ανθρώπινη μοίρα.

Στο επόμενο έργο του, στο μυθιστόρημα «Μαριάμπας» (1935), ο χώρος έχει αφηρημένη διάσταση: ενώ ο αφηγητής αναφέρεται στη Χαλκίδα κατονομάζοντάς την, οι περιγραφές της πόλης είναι τόσο μεταφορικές ή αφηρημένες, ώστε να ανάγουν την πόλη σε σύμβολο. Ιδίως με την ενσωμάτωση στο μυθιστόρημα ενός γνωστού ποιήματος του Σκαρίμπα με τίτλο «Χαλκίδα», η πόλη γίνεται εσωτερικό τοπίο, ένας αδιέξοδος μοιραίος τόπος. 




«Οι πόλεις της λογοτεχνίας δεν συμπίπτουν με τις πόλεις της ιστορίας», γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου. «Ακόμη και όταν δεν είναι “αόρατες”, φανταστικές, ακόμη δηλαδή και όταν παραπέμπουν σε κάποιον υπαρκτό χώρο, οι λογοτεχνικές πόλεις δεν αποτελούν ακριβή αντίγραφα της πραγματικότητας• μπορεί να φαίνονται επαληθεύσιμες, αλλά δεν είναι παρά αληθοφανείς».

H μόνη ιστορικοφανής παρουσία της πόλης γίνεται όταν με κάποιες ιδιαιτερότητές της συμβάλλει στη δημιουργία της ατμόσφαιρας που επιλέγει ο αφηγητής για να υπηρετήσει το εξωπραγματικό όραμά του: 

Και τράβηξε γιαλό-γιαλό το δρομάκο. Ήταν αυτός ένας δρομάκος τεφρός, σερπετός που φειδοσέρνονταν - δεντρογαλιά- μεσ' τη νύχτα. Ροχάλιζε ο Ευβοϊκός στο σκοτάδι. Βουου! ένας αέρας φυσούσε. Τότε - μονάχο βουβό σιωπηλό - σκέφτηκε ένα καράβι να πηγαίνει. Ένα καράβι που να 'χει γυάλινα πανιά και να λικνίζεται όξ' από τα όρια του κόσμου... 


Φαντασία  

Γιάννης Σκαρίμπας, Μαρία Βουμβάκη
Το τερραίν του παραδείσου ( 2006 )

Kι όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός 
για ένα με γυάλινα πανιά πλοίο που πάει
 όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός : 
όξ απ’ τον κύκλο των νερών στα χάη.

Έξω απ’ τον κύκλο των νερών - στα χάη....

Hδη, από αυτό το έργο αρχίζει να διαφαίνεται ότι η χρήση της Χαλκίδας διαπλέκεται με την αφηγηματική τεχνική του Σκαρίμπα. 

H τεχνική αυτή εξελίσσεται στο επόμενο έργο, στο μυθιστόρημα «Το Σόλο του Φίγκαρω» (1939). Εδώ οι περιγραφές της πόλης εκτός του ότι μετουσιώνουν τη Χαλκίδα σε εσωτερικό τοπίο, όπως στον Μαριάμπα, κάποτε την ανάγουν σε ουτοπικό χώρο. H περιγραφή της Χαλκίδας, όπου υπάρχει, αυτοαναιρείται ή λειτουργεί πιο σύνθετα εφόσον αποβαίνει αφηγηματικό τέχνασμα. 

Τ' άστρα είναι στον ουρανό και τα λουλούδια στη γη, κι η Χαλκίδα κάτ' απ' τον ουρανό κι από τ' άστρα. Πάνω της λοιπόν ταξιδεύουν τα σύγνεφα. Κι εγώ είμαι από κάτω. Πορπατώ και στοχάζουμαι πως όλ' αυτά και τα πλοία - γίνονται, όσο πάει, παραμύθια.

H Χαλκίδα του Σκαρίμπα ελάχιστη σχέση έχει με τη Χαλκίδα του γεωγραφικού χάρτη.
Το μόνο που διασώζεται απ' αυτήν είναι ό,τι έχει καταθέσει στη συμβολιστική διάσταση της γραφής του Σκαρίμπα και μια ατμόσφαιρα καταλυτική για την ψυχική του ιδιοσυγκρασία. Είναι φυσικό: ο Σκαρίμπας δεν περιγράφει αλλά αφηγείται, ταξιδεύει όχι στο χώρο αλλά στο χρόνο. Ταξιδεύει στο λόγο: 


Από τη γέφυρα του Εύριπου, άμα ρωτήσεις για τα μεγάλα πουλιά, οι άνθρωποι υψώνουν το χέρι τους και σου δείχνουν το Νότο. Από εκεί έρχονται οι θερινοί υδρατμοί κι οι ορίζοντες, κι εκεί εωρίζονται -άσπιλοι- οι πέτρινοι κρίνοι των βράχων.

Πλαστές ή αληθοφανείς οι αναφορές σε χώρους της πόλης ή στην ίδια την πόλη, πρέπει να θεωρηθούν ως σημεία. Αυτό που επωμίζεται ο αναγνώστης είναι να αποκωδικοποιήσει τη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου και όχι λέξης και πράγματος. 

Στο έργο του Σκαρίμπα επανέρχονται φράσεις που αποκαλύπτουν έναν εραστή της γραμμής των οριζόντων, του κρύφιου δρόμου που οδηγεί έξω από τα όρια του κόσμου ή έξω απ’ τον κύκλο των νερών - στα χάη. H Χαλκίδα με τις ιδιαιτερότητές της και με την ταυτότητα της επαρχιακής πόλης του μεσοπολέμου, πιστοποιεί την υπερβατική γραφή του συγγραφέα.




Τη Xαλκίδα την είδες...

Αναζητώντας τη συνδρομή του ποιητικού έργου του Σκαρίμπα, για να εντοπίσουμε συνάφειες ή αποκλίσεις με τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι η Χαλκίδα κάνει την εμφάνισή της σε εννιά από τα ογδόντα πέντε θησαυρισμένα ποιήματά του: τέσσερις φορές στην πρώτη συλλογή «Ουλαλούμ» (1936), τέσσερις φορές στη δεύτερη συλλογή «Εαυτούληδες» (1950), μια φορά στη συλλογή «Βοϊδάγγελοι» (1968) και καμιά φορά στα 12 νέα ποιήματα που προστίθενται στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του «Απα- ντες στίχοι» (1936-1970) (1970).


Καιρός;

—; Έλλειψις θυέλλης

—; Θάλασσα παροιμιώδης
—; H Χαλκίδα - Σελήνη- θάναι καθιστή στην ουρά της σαν γάτα

Τ’ αφιγκρατά του Βραχοκάβουρα

Ο Πιερότοςαυτός ο πρίγκιπας της πλανόδιας ζωής, δεν αντλεί από την πραγματικότητα του χώρου - από τον οποίο προέρχεται, στον οποίο ποτέ δεν ανήκει και που ο ρόλος του είναι καταλυτικός- αλλά από την πραγματικότητα της φαντασίας του. H πόλη μένει ευάλωτη στην γκροτέσκα παρουσία του.

Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, να φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος και να λέω: τι πόλη! 
να μην ξέρω αν είμαι –μέσα στην ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ω Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) και φέτος
ήμουν – στ' όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν – είδα…

Έτσι ναν' σπασμένοι, να φυσά απ' το νότο
και με πίλο κλόουν να γελάς, Χαλκίδα:
Αχ, νεκρόν στο χώμα – να φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! ...
Χαλκίδα

Σύνθεση: Σαράντης Κασσάρας (album: «Αφορισμοί», 1986)
Ποίηση: Γιάννης Σκαρίμπας
Ερμηνεία: Ρένα Βελισσαρίου

***********************************

Στο ποίημα «Έρωτας ζωγράφος», η Χαλκίδα, υποστασιοποιεί ένα βασικό μοτίβο του λογοτεχνικού κόσμου του συγγραφέα, το μοτίβο της απατηλής παρουσίας.

Στα σβηστά και στ' αμίληγα να πηγαίνω. Θα τρέμει
η Χαλκίδα - κατάρατη- ένα μάτσο πληγές,
ήσαν χρώμα τα σπίτια της, ζουγραφιές οι ανέμοι και οι δρόμοι μπογιές!
Έρωτας ζωγράφος

Μας επρόσμενε Χα!...
- τα φώτα, τα φώτα, τα φώτα - και κοιμόταν στης νύχτας τα βύθια η Χαλκίδα σβηστά

Η δεσποινίς Λ.Π.

Σύνθεση: Σαράντης Κασσάρας (album: «Αφορισμοί», 1986)
Ποίηση: Γιάννης Σκαρίμπας
Ερμηνεία: Γιάννης Θωμόπουλος

***************************************

Το μοτίβο της απατηλής παρουσίας σηματοδοτεί την ύπαρξη της πόλης και στη συλλογή «Εαυτούληδες»:

Γιαλό – Γιαλό να φεύγουμε και –άντε-
Να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια
Κι εκεί – λες κομφετί μέσ’ στο λεβάντε-

Όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια.


Και, σαν χτισμένη εκεί από κιμωλία,

βαθιά να χάνεται η Χαλκίδα πέρα,

μ' όλα μου ανοιγμένα τα βιβλία,
καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα...
Χορός συρτός



Γιάννης Σκαρίμπας, Χρύσανθος Μουζακίτης, Νικόλας Μητσοβολέας

Από τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού (Κέρκυρα 1981)

********************************************************************

Να 'ναι σαν να 'μουν έτοιμος. Και να 'ναι
Σαν να 'χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι
Ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε
Μεσ’ στους καπνούς του – όρνιο - ένα καράβι.

Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώ χάμω. Και όλο - όλο
…το … ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ να λέω συντρόφοι ωραίοι!…
και να μην έρχεται μια βάρκα έως το μώλο
να μην φαίνωνται πουθενά οι βαρκαρέοι…

Οι βαρκαρέοι!… Το εισιτήριο!.. Να τρέμει
- ζαγάρι εντός μου - η Χαλκίδα και τα όρη.

Κι εκεί να το 'χουν συνεπάρει οι ανέμοι
Μετέωρο – μες τστις αχλές του - το βαπόρι…

Το εισιτήριο




Αποκαλυπτικό είναι το ποίημα ποιητικής «Στάδιον δόξης», όπου η Χαλκίδα παραπέμπει σε μιαν αναντιστοιχία, εφόσον υπάρχει μόνον μέσα από τη στρεβλή οπτική του ποιητικού εγώ: Οι ήρωες και οι στίχοι του ποιητή τον απομακρύνουν βίαια από τη Χαλκίδα:


... Βλέπεις μαιτρ — μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα - σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Να τα έργα σου, οι πόθοι σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
να και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στο 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πίσω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι...

Στάδιον δόξης


H τελευταία αναφορά στην πόλη γίνεται στο ποίημα «Ο Πιερότος» που συνδιαλέγεται με το ποίημα «Χαλκίδα» της πρώτης συλλογής. Εδώ επανέρχεται η εικόνα της πόλης-κλόουν, η οποία λειτουργεί ως αντίστιξη στο μοτίβο του θανάτου της πρώτης αναφοράς:


Σκέφτομαι πως θάμα έτσι ως είσαι με καπέλο κλόουν, 
ω Χαλκίδα - ως τότε -
να μου λες κλαμένη; 
Πιερότε ζήσε, ζήσε - μην πεθαίνεις, Πιερότε...
Ο Πιερότος


Πολυσήμαντη, αντισυμβατική και σύνθετη η παρουσία της Χαλκίδας στο έργο του Σκαρίμπα, είτε ως αφηγηματικό τέχνασμα της γραφής του είτε ως αυτοπροσδιορισμός του ποιητικού προσωπείου, τροφοδοτεί ποικιλοτρόπως τη φυγή, τη μεγάλη ουτοπία του μεσοπολέμου.

Κατερίνα Κωστίου, O Σκαρίμπας της Χαλκίδας ή η Χαλκίδα του Σκαρίμπα;


Αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, Kυριακή 6 Απριλίου 1997

Ο τάφος του Γιάννη Σκαρίμπα έξω από το τείχος της πόλης, στο κάστρο του Καράμπαμπα, αγναντεύει όλη την περιφέρεια της Χαλκίδας

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

«Την ένατη μέρα του ένατου μήνα....», Λευκάδιος Χερν, Αλλόκοτες ιστορίες

Kwaidan, Ghost Stories and Strange Tales of Old Japan, Lafcadio Hearn,
Fujita Yasumasa [Illustrator]


«Θα γυρίσω μόλις μπει το φθινόπωρο»

«Θα γυρίσω μόλις μπει το φθινόπωρο», είπε ο Ακανά Σογιέμον πριν από μερικές εκατοντάδες χρόνια, όταν αποχαιρετούσε τον εξ υιοθεσίας αδερφό του, τον νεαρό Χασεμπέ Σαμόν. Ήταν Άνοιξη και τόπος ήταν το χωριό Κάτο της επαρχίας Χαρίμα. Ο Ακανά ήταν ένας σαμουράι από το Ιζούμο και ήθελε να επισκεφθεί τον τόπο που γεννήθηκε.

Ο Χασεμπέ είπε:

«Το Ιζούμο σου, η χώρα των Οκτώ Νεφών που Υψώνονται είναι πολύ μακριά. Γι’ αυτό ίσως σου είναι δύσκολο να πεις ποια ακριβώς μέρα θα επιστρέφεις. Όμως, αν γνωρίζαμε την ακριβή ημέρα, θα νιώθαμε μεγαλύτερη χαρά. Θα μπορούσαμε να προετοιμάσουμε μια γιορτή καλωσορίσματος και θα κοιτούσαμε από την αυλόπορτα περιμένοντας την επιστροφή σου».

«Όσο γι’ αυτό», απάντησε ο Ακανά, «είμαι τόσο συνηθισμένος στα ταξίδια, ώστε μπορώ να πω από τα πριν πόσος χρόνος μου χρειάζεται για να φτάσω σε κάποιο μέρος. Και μπορώ να υποσχεθώ με σιγουριά ότι θα βρίσκομαι εδώ μια συγκεκριμένη ημέρα. Ας πούμε την ημέρα της γιορτής Τσογιό.» 

«Είναι την ένατη μέρα του ένατου μήνα», είπε ο Χασεμπέ. «Τότε τα χρυσάνθεμα θα έχουν ανθίσει και θα πάμε μαζί να τα δούμε. Τι ευχάριστο! Λοιπόν, υπόσχεσαι ότι θα γυρίσεις την ένατη μέρα του ένατου μήνα;»

«Την ένατη μέρα του ένατου μήνα», επανέλαβε ο Ακανά αποχαιρετώντας χαμογελαστός. Και με μεγάλα βήματα έφυγε από το χωριό Κάτο της επαρχίας Χαρίμα. Ο Χασεμπέ και η μητέρα του Χασεμπέ τον παρακολουθούσαν με δάκρια στα μάτια.

«Ούτε ο ήλιος ούτε το φεγγάρι» λέει μια παλιά ιαπωνική παροιμία «σταματούν ποτέ το ταξίδι τους». Οι μήνες πέρασαν γρήγορα και ήρθε το φθινόπωρο -η εποχή των χρυσανθέμων. Νωρίς το πρωί της ένατης μέρας του ένατου μήνα ο Χασεμπέ ετοιμάστηκε να υποδεχτεί τον υιοθετημένο αδερφό του. Ετοίμασε ένα γιορτινό τραπέζι, αγόρασε κρασί, στόλισε το δωμάτιο υποδοχής και γέμισε τα ανθοδοχεία με χρυσάνθεμα. 



Kwaidan, Ghost Stories and Strange Tales of Old Japan,
Lafcadio Hearn, Fujita, Yasumasa [Illustrator]


......δεν μπορεί να μην τηρήσει την υπόσχεσή του....

Tότε η μητέρα του που τον παρατηρούσε είπε:


«Η επαρχία του Ιζούμο, γιε μου, απέχει πάνω από εκατό ρι από δω και το ταξίδι μέσα από τα βουνά είναι δύσκολο και κουραστικό και δεν μπορείς είσαι σίγουρος ότι ο Ακανά θα καταφέρει να επιστρέψει σήμερα. Δεν θα ήταν καλύτερα να περιμένεις την επιστροφή του προτού κάνεις όλες αυτές τις ετοιμασίες;»

«Όχι, μητέρα!» απάντησε ο Χασεμπέ. «Ο Ακανά υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται εδώ σήμερα, δεν μπορεί να μην τηρήσει την υπόσχεσή του. Και αν μας έβλεπε να κάνουμε τις ετοιμασίες μετά την άφιξή του, θα καταλάβαινε ότι δεν πιστέψαμε στα λόγια του και αυτό θα ήταν ντροπή».

Η μέρα ήταν όμορφη, ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος και ο αέρας ήταν τόσο καθαρός, που ο κόσμος έμοιαζε χιλιάδες μίλια πιο πλατύς από το συνηθισμένο. Το πρωί πολλοί ταξιδιώτες πέρασαν από το χωριό, ανάμεσά τους και σαμουράι, και ο Χασεμπέ καθώς κοιτούσε τον καθένα που ερχόταν, πολλές φορές νόμισε ότι είδε τον Ακανά να φτάνει. Αλλά οι καμπάνες του ναού σήμαναν μεσημέρι και ο Ακανά δεν φάνηκε. Και όλο το απόγευμα ο Χασεμπέ κοιτούσε και περίμενε, αλλά μάταια. Ο ήλιος έγειρε και ακόμα κανένα σημάδι από τον Ακανά. Ωστόσο ο Χασεμπέ έμεινε στην αυλόπορτα αγναντεύοντας τον δρόμο. Αργότερα η μητέρα του πήγε κοντά του και είπε:

«Η γνώμη του ανθρώπου, γιε μου, όπως λέει μια παροιμία μας, αλλάζει τόσο γρήγορα όσο ο φθινοπωριάτικος ουρανός. Αλλά τα χρυσάνθεμά σου θα κρατήσουν και αύριο. Καλύτερα τώρα να πας να πλαγιάσεις και το πρωί μπορείς να περιμένεις και πάλι τον Ακανά. αν το επιθυμείς».

«Καλή ανάπαυση, μητέρα», απάντησε ο Χασεμπέ, «αλλά εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα έρθει».

Η μητέρα του πήγε στο δωμάτιό της και ο Χασεμπέ έμεινε στην αυλόπορτα.

Η νύχτα ήταν καθαρή, όπως ήταν και η μέρα. Ο ουρανός έσφυζε από αστέρια και το λευκό Ουράνιο Ποτάμι τρεμοφέγγιζε με ασυνήθιστη λαμπρότητα. Το χωριό κοιμόταν. Η ησυχία έσπαζε από τον ήχο του ρυακιού και από το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών του χωριού. Ο Χασεμπέ περίμενε ακόμα. Περίμενε μέχρι που είδε το φεγγάρι να χάνεται πίσω από τους γειτονικούς λόφους. Τότε πια άρχισε να αμφιβάλλει και να φοβάται. Εκεί που ήταν έτοιμος να μπει στο σπίτι, πήρε το μάτι του από μακριά έναν ψηλό άντρα να πλησιάζει ανάλαφρα και γοργά και αμέσως αναγνώρισε τον Ακανά.




Kwaidan, Ghost Stories and Strange Tales of Old Japan,
Lafcadio Hearn, Fujita, Yasumasa [Illustrator]


«Ω!». φώναξε ο Χασεμπέ τρέχοντας να τον προϋπαντήσει. «Σε περίμενα από το πρωί μέχρι τώρα! Ώστε πραγματικά κράτησες την υπόσχεσή σου! Αλλά θα πρέπει να είσαι κουρασμένος, φτωχέ μου αδερφέ! Πάμε μέσα. Όλα είναι έτοιμα και σε περιμένουν».

Οδήγησε τον Ακανά στην τιμητική θέση στο δωμάτιο υποδοχής κι έτρεξε να δυναμώσει τα φώτα που σιγόκαιγαν.

«Η μητέρα», συνέχισε ο Χασεμπέ, «ήταν λίγο κουρασμένη απόψε και πήγε νωρίς για ύπνο, αλλά θα πάω να την ξυπνήσω».

Ο Ακανά κούνησε το κεφάλι του κι έκανε μία κίνηση αποδοκιμασίας.

«Όπως θέλεις, αδερφέ μου», είπε ο Χασεμπέ κι έβάλε ζεστό φαγητό και κρασί μπροστά στον ταξιδιώτη.

Ο Ακανά δεν άγγιξε ούτε το φαγητό ούτε το κρασί.



Ghost, Kawanabe Kyosai (1870)

«Η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να ταξιδέψει εκατό ρι μέσα σε μια μέρα».


Έμεινε ακίνητος και σιωπηλός για λίγο. Ύστερα είπε ψιθυριστά σαν να φοβόταν μήπως ξυπνήσει τη μητέρα:

«Τώρα πρέπει να σου πω τι συνέβη κι έφτασα τόσο αργά. Όταν επέστρεψα στο Ιζούμο ανακάλυψα ότι οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει την καλοσύνη του προηγούμενου κυβερνήτη, του αγαθού άρχοντα Ένυα. και αποζητουσαν την εύνοια του σφετεριστή Τσουνέχισα, ο οποίος είχε ιδιοποιηθεί το κάστρο 
Τόντα.

Είχα
υποχρέωση να επισκεφθώ τον εξάδελφό μου Ακανά Τάντζι, παρ’ όλο που είχε μπει στην υπηρεσία του Τσουνέχισα και ζούσε σαν υποτακτικός μέσα στο κάστρο. Επέμεινε να παρουσιαστώ μπροστά στον Τσουνέχισα. Υποχώρησα, κυρίως γιατί ήθελα να παρατηρήσω τον χαρακτήρα του νέου κυβερνήτη, τον οποίο δεν είχα γνωρίσει ποτέ. Είναι επιδέξιος και πολύ θαρραλέος πολεμιστής, αλλά είναι πανούργος και σκληρός. Θεώρησα απαραίτητο να του γνωρίσω ότι δεν θα έμπαινα ποτέ στην υπηρεσία του.

 Όταν αποσύρθηκα, διέταξε τον εξάδελφό μου να με κρατήσει υπό περιορισμό μέσα στο σπίτι. Διαμαρτυρήθηκα λέγοντας ότι είχα υποσχεθεί να βρίσκομαι στο Χαρίμα την ένατη μέρα του ένατου μήνα, αλλά δεν μου έδωσαν άδεια να φύγω. Σκέφτηκα να δραπετεύσω νύχτα από το κάστρο, αλλά με παρακολουθούσαν διαρκώς και μέχρι σήμερα δεν μπόρεσα να βρω κανέναν τρόπο για να τηρήσω την υπόσχεσή μου».



Kwaidan, Ghost Stories and Strange Tales of Old Japan,
Lafcadio Hearn, Fujita, Yasumasa [Illustrator]


«Μέχρι σήμερα!», αναφώνησε ο Χασεμπέ σαστισμένος. «Το κάστρο είναι πάνω από εκατό ρι μακριά από δω!».

«Ναι», απάντησε ο Ακανά, «και κανένας θνητός δεν μπορεί να διανύσει με τα πόδια εκατό ρι σε μία μέρα. Αλλά ένιωσα πως αν δεν κρατούσα την υπόσχεσή μου, δεν θα είχες καλή γνώμη για μένα και θυμήθηκα την αρχαία παροιμία Τάμα γιόκου ιτσί νιτσί νι σεν ρι ουό γιούκου «Η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να ταξιδέψει εκατό ρι μέσα σε μια μέρα». Ευτυχώς, μου είχαν επιτρέψει να κρατήσω το σπαθί μου. Μόνον έτσι μπορούσα να έρθω σ’ εσένα... Να είσαι καλός με τη μητέρα μας».

Και λέγοντας αυτά τα λόγια σηκώθηκε και χάθηκε την ίδια στιγμή. Τότε ο Χασεμπέ κατάλαβε ότι ο Ακανά είχε αφαιρέσει τη ζωή του για να τηρήσει την υπόσχεσή του.




Kwaidan, Ghost Stories and Strange Tales of Old Japan, 
Lafcadio Hearn, Fujita, Yasumasa [Illustrator] 



Μόλις χάραξε, ο Χασεμπέ Σαμόν ξεκίνησε για το κάστρο Τόντα της επαρχίας Ιζούμο. Φτάνοντας στο Ματσούε έμαθε ότι τη νύχτα της ένατης μέρας του ένατου μήνα ο Ακανά Σογιέμον έκανε χαρακίρι στον οίκο του Ακανά Τάντζι, υπήκοου του κάστρου.

Τότε ο Χασεμπέ πήγε στον οίκο του Ακανά Τάντζι, τον κατηγόρησε για την προδοσία του, τον έσφαξε μπροστά στην οικογένειά του και διέφυγε χωρίς να πάθει τίποτα. Όταν ο άρχοντας Τσουνέχισα έμαθε την ιστορία, διέταξε τους ανθρώπους του να μην καταδιώξουν τον Χασεμπέ. Γιατί παρ’ όλο που ο άρχοντας Τσουνέχισα ήταν ένας άνθρωπος σκληρός και χωρίς ηθικούς φραγμούς, ήξερε να σέβεται την ειλικρίνεια των άλλων και δεν μπόρεσε παρά να θαυμάσει τη φιλία και το θάρρος του Χασεμπέ Σαμόν. 



Kwaidan, Ghost Stories and Strange Tales of Old Japan
 Lafcadio Hearn, Fujita, Yasumasa [Illustrator]



Λευκάδιος Χερν, Μια υπόσχεση που τηρήθηκε, 
Ιαπωνικό μωσαϊκό, μετάφραση- επιμέλεια Τέτη Σώλου
Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής κληρονομιάς





Σημειώσεις 

  • Ένα ρι ισούται με δυόμισι αγγλικά μίλια ( τέσσερα χιλιόμετρα περίπου)
  • Η ιστορία αυτή περιέχεται στο «Ουγκέτσου Μονογκατάρι» (Ιστορίες του Φεγγαρόφωτου και της Βροχής). Γράφτηκε από τον Ακινάρι Ουγιέντα, ο οποίος πέθανε τον έκτο χρόνο του Μπουνκουά, δηλαδή το 1810. 
  • Η επαρχία του Ιζούμο χαρακτηρίζεται ως η Γη των Αρχαίων θεών. Όταν ο Χερν πήρε την ιαπωνική υπηκοότητα, διάλεξε για προσωπικό του όνομα την ονομασία της επαρχίας του Ιζούμο, Γιακούμο, που σημαίνει «τα οκτώ σύννεφα που υψώνονται» ή «το μέρος απ’ όπου έρχονται τα σύννεφα».
  • Σύμφωνα με το ιαπωνικό σεληνιακό ημερολόγιο ο ένατος μήνας λέγεται Ναγκατσούκι, δηλαδή «μεγάλος μήνας» και αντιστοιχεί στον Οκτώβριο.

Ο Λευκάδιος Χερν σε ηλικία 39 ετών, όταν εγκαταστάθηκε στην Ιαπωνία


Λευκάδιος Χερν, «ένας συγγραφέας που γνωρίζει ρίζες αλλά όχι σύνορα»

Ο Λευκάδιος Χερν (Patricio Lafcadio Tessima Carlos Hearn ή Koizumi Yakumo) γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 27 Ιουνίου του 1850.

O Λευκάδιος Χερν δεν θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της Ιαπωνίας και κορυφαίος ερμηνευτής της στη Δύση μόνο χάρη στις αλλόκοτες ιστορίες που μετέγραψε. Είναι ένας ποιητής που αγωνιουσε για ομορφιά και ζωγράφιζε με τις λέξεις, όπως ο ζωγράφος με τα χρώματαˑ ένα ελεύθερο πνεύμα, ένας σύγχρονος Οδυσσέας κι ένας οικουμενικός συγγραφέας.

Η πολυπολιτισμικότητα που τον χαρακτηρίζει ξεκινούσε από την ίδια του την οικογένεια - 
Τοποθεσία
γεννήθηκε στη Λευκάδα από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Ιρλανδό – και σε ηλικία δύο χρόνων αφήνει την Ελλάδα, όπου δεν θα επιστρέψει πια, και κάνει το πρώτο μακρινό του ταξίδι στην Ιρλανδία. Αργότερα, θ’ ακολουθήσουν και άλλα. Γαλλία, Αγγλία, Αμερική, Καραϊβική, Νέα Ορλεάνη, Δυτικές Ινδίες, Νέα Υόρκη, Ιαπωνία. Ο Χερν θα φεύγει χωρίς να επιστρέφει και πάντα θα κουβαλάει, θα συναντάει και θ’ αντιμετωπίζει τα φαντάσματα που στοίχειωσαν την παιδική του ηλικία.


Το ανοιχτό μυαλό του, που «γνωρίζει ρίζες αλλά όχι σύνορα», δεν περιορίστηκε σε μία συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα. Ωστόσο από τα δύο βαπτιστικά του εγκαταλείπει το ιρλανδικό όνομα Πατρίκιος, σημάδι ότι ο πικρός ιρλανδικός κύκλος έχει κλείσει. Είναι είκοσι χρόνων και με εφόδιο τη μεγάλη μόρφωση, την ελληνική παιδεία και το ανοιχτό μυαλό του γίνεται πολίτης του κόσμου. Είναι πλέον ο Λευκάδιος Χερν! Με το όνομά του δηλώνει την ελληνική καταγωγή του και την αγάπη του στο Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα. Στη μακρινή Ιαπωνία βρίσκει κοινά σημεία ανάμεσα στους δύο πανάρχαιους πολιτισμούς.

Ο Λευκάδιος Χερν έχει τη σπάνια ικανότητα να παρατηρεί εισχωρώντας στον πολιτισμό και στον τρόπο ζωής των τόπων απ’ όπου πέρασε κι έζησε και ν’ αντιλαμβάνεται τη διαφορετικότητα με ιδιαίτερη ευαισθησία, χωρίς να έχει προκαταλήψεις και χωρίς να κάνει διακρίσεις.


Ο Γιάκουμο Κοϊζούμι (Λευκάδιος Χερν) με τη δεύτερη σύζυγό του, Σέτσου Κοϊζούμι.



Στην Ιαπωνία ο Χερν αλλάζει το όνομά του, όταν υιοθετείται από την οικογένεια της συζύγου του και παίρνει το όνομα Γιακουμο Κοϊζούμι, με το οποίο έγινε πολύ γνωστός, σεβαστός και αγαπητός στην Ιαπωνία. Ο λόγος που υπαγόρευσε αυτή την αλλαγή ήταν η αγάπη για την οικογένειά του. Ήταν ανάγκη να τακτοποιήσει τα νομικά ζητήματα σχετικά με τον γάμο και την περιουσία του.

«Έτσι, όταν πεθάνω. ο πρόξενος δεν θα μπορεί ν' αγγίξει αυτά που ανήκουν στους δικούς μου ανθρώπους. Τα υπόλοιπα είναι σιωπή».

Ο Γιακούμο Κοϊζούμι είναι σύζυγος και πατέρας. «Κανείς δεν ξέρει τι είναι ζωή μέχρι να αποκτήσει παιδί και να το αγαπήσει. Τότε όλο το σύμπαν αλλάζει και τίποτα δεν είναι πια όπως πριν».

Σχεδόν ταυτόχρονα με το καινούργιο όνομά του αρχίζει η πιο πιο λαμπρή και γόνιμη συγγραφική του περίοδος που σταματάει δέκα χρόνια αργότερα, με το θάνατό του. 

Ο Λευκάδιος Χερν δεν γνώρισε παρακμή. Στα 54 χρόνια του «χωρίς κανέναν πόνο και μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη έπαψε να είναι άνθρωπος αυτού του κόσμου»
[Πεθαίνει στις 26 Σεπτεμβρίου του 1904 από ανακοπή καρδιάς]

Τέλη Σώλου, μεταφράστρια
Από τον πρόλογο της έκδοσης, Ιαπωνικό Μωσαϊκό 



Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Μια παύση όσο μια ζωή....Γ. Σεφέρης, Το φινάλε της Κίχλης



χρειάζεται αυτί για ν’ ακούσουμε τα ποιήματα.....

....χρειάζεται αυτί για ν’ ακούσουμε τα ποιήματα• τα άλλα είναι χριστουγεννιάτικες κουβέντες σαν αυτές που κάνω τώρα».

(Γ. Σεφέρης, Μια σκηνοθεσία για την Κίχλη «Δοκιμές» II σελ. 53-54)


Υπάρχει μια μουσική παύση στο τέλος της «Κίχλης» που μετράει όσο μια ζωή. Είναι το ποιητικό ανάλογο του θανάτου — παύση - «μετάβαση» εις άλλο γένος. Το νόημα δεν δίνεται με λέξεις - παρά με κενό και αλλαγή ρυθμού.


Τα ανοιχτά παράθυρα και ο φοβερός χείμαρρος του φωτός


Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει, 
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες 
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης·

όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,
στο φως·

        και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας  από πού 
       να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά 
        και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά 
        και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946
Γιώργος Σεφέρη, Το ναυάγιο της Κίχλης, Ποιήματα, Ίκαρος



Η ψυχρή ανάσα του θανάτου στο σβέρκο

Το «φινάλε» της «Κίχλης» μετά την πρώτη τομή. Από κει αρχίζει το τρέξιμο, το κυνηγητό.
Το κυνηγητό δε «λέγεται» - χορεύεται. Όλο το κομμάτι είναι χτισμένο «τρέχοντας» με ρυθμούς αντιστικτικούς. Η ζωή, το σπίτι με τα ανοιχτά παράθυρα και να μην προλαβαίνεις να δεις. Να στέκεσαι λαχανιασμένος στη μέση, αλαφιασμένος γιατί θα φύγουν ! (Υπέροχη ελληνική ανθρωποκεντρική σκέψη - εσύ βέβαια θα φύγεις, όχι αυτά. Αλλά ο κόσμος είναι όσο τον βλέπεις!).

Όλος ο ελληνικός πεσιμισμός - το μήνυμα του Σειληνού (α υμίν άριον μη γνώναι) εμπεριέχονται σ’ αυτούς τούς στίχους. Ο κόσμος είναι Καλός — αλλά λίγος. Εμείς, «εφήμερον σπέρμα». Ο χρόνος τιμωρός. Πεσιμισμός όχι από άρνηση της ζωής - αλλά από κατάφαση. Από έρωτα για το φως.

Τι κάνει ο άνθρωπος που ενώθηκε με το φως, που γνώρισε την κατάσταση αυτή «που άλλοι την  ονομάζουν επιστροφή σ' ένα χαμένο παράδεισο και άλλοι ένωση με το θεό»; 

Τι κάνει αυτός ο άνθρωπος; Προσπαθεί να εξαντλήσει το φως, να το γευθεί ως την τελευταία αχτίδα. «Τρέχοντας» είναι η λέξη - έναυσμα, που δίνει την πρώτη κίνηση. 

«Δεν ξέροντας» είναι η λέξη-κλειδί πού δείχνει την αμηχανία και την ανεπάρκεια, την άσβεστη βουλιμία του ανθρώπου. Παράξενα χτυπάει, σαν ξένη αρμονική, αυτή η λεκτική δυσαρμονία: «δεν ξέροντας».  Η σωστή - φάλτσα νότα στην καίρια θέση.


Édouard Boubat, Sans titre, 1972. 


....από το αγγελικό στο μαύρο....

Η κρίσιμη τομή, η μεγάλη μουσική στιγμή του Σεφέρη είναι η δεύτερη. 


θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

Τους στίχους αυτούς τους χωρίζει η απόσταση ζωής και μη - ζωής. Είναι αδύνατο (κι αν το θελήσεις) να τους διαβάσεις στον ίδιο τόνο — δεν βγαίνει νόημα. Αναγκαστικά θα γυρίσει η φωνή. Δοκιμάστε: μετά το «τρέχοντας» σπεύδει ο ρυθμός, επιταχύνεται η αναπνοή, ανεβαίνει συνέχεια η ένταση - και ξαφνικά κενό. 

Πριν από το παρομοιαστικό "πως" μια άβυσσος. Παύση και αλλαγή βηματισμού. Η φωνή μένει ψηλά, αναποφάσιστη στην άκρη του προτελευταίου στίχου — ο στίχος αυτός δεν τελειώνει, ποτέ. Κρέμεται στον αέρα, διακόπτεται (όπως ο θάνατος διακόπτει μια ζωή). Το «πως σταματούν ξαφνικά» το σκέπτεται άλλος (από άλλο χώρο). Είναι η «αντικειμενική» διαπίστωση του τέλους.

Αν ακούσει κανείς την απαγγελία του Σεφέρη με τη φωνή του σαν βαθύ βιολοντσέλο, θα καταλάβει ακόμα καλύτερα την εσωτερική κίνηση. Παρ’ όλο που το μουσικό όργανο του ποιητή δεν έχει την ιδανική ευκαμψία, τον πλούτο και την άρθρωση της γυμνασμένης φωνής του ηθοποιού - νιώθει κανείς κυρίαρχη τη μουσική πρόθεση .

Το φινάλε της «Κίχλης»; Η ζωή (στην πιο εντατική, εκτατική της έκσταση) και ο θάνατος. Η μέθη και το κενό, η μετάβαση από το αγγελικό στο μαύρο. Όλα αυτά υλοποιούνται σε μία μουσική στιγμή. Μία παύση, μία αλλαγή ρυθμού, μία άρση.

Όπως αδειάζουν «τα μάτια από το φως της μέρας», έτσι ορμά το σκοτάδι από τη ρωγμή των στίχων. Το ποίημα του φωτός κλείνει με σκότος, αλλά η κάθαρση έχει επιτευχθεί και ο χορευτής (νοητικός) των στίχων έχει κερδίσει.




Ο ποιητής ως σκηνοθέτης- χορογράφος- μουσουργός

«Ο ποιητής ως χορογράφος». Χορογράφος των κινήσεων της ψυχής — των συν-
κινήσεων. Όμως δεν είναι μόνο χορογράφος αλλά και μουσουργός.Η μουσική του υπαγορεύει τη συναισθηματική κίνηση. Ξέρει να μεταφράζει το αίσθημα σε τομές χρόνου. Κάνει αισθητή την εσωτερική αρμονία (ή δυσαρμονία) με ήχους και ρυθμούς λέξεων — όπως ο χορευτής κάνει ορατή τη μουσική με κινήσεις. 

Η «Κίχλη»  - αν και εσωστρεφής - θα μπορούσε να είναι όχι μόνο σενάριο, όχι μόνο «σκηνοθεσία» αλλά και χορογραφία. Να αποδοθεί χορευτικά.

Ακούγοντας τη φωνή του ποιητή, φαντάζομαι, βλέπω, τον χορευτή που αλαφιασμένος πετάγεται όλο και πιο γρήγορα από παράθυρο σε παράθυρο (σκηνικό: ψηλοτάβανη αίθουσα σε μεγάλο νεοκλασικό αρχοντικό, στον Πόρο). 

Τον βλέπω να τεντώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθώντας να προλάβει όλες τις όψεις, όλες τις στιγμές• κινείται γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα ώσπου σπάει, καταρρέει, λιώνει (σαν τον «Νιζίνσκι» την ώρα που «σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια».

Το ποίημα του ήχου τελειώνει με μία ομοίωση σιωπής.


Auguste Rodin, Nijinsky, The Metropolitan Museum of Art

Νίκος Δήμου, ... δεν ξέροντας, η λέξη, Γιώργος Σεφέρης, αφιέρωμα, 
τεύχος 53, μάρτης – απρίλης  ’86

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

«Με την αγάπη μεγάλωνα, πιο πολύ απ' ότι με τις πληγές... », Erri De Luca, Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια



Ένα σώμα κλεισμένο στο κουκούλι του κι ένα κεφάλι να πασχίζει να το παραβιάσει......

«Δέκα χρόνια κρατούσα». Η παιδική ηλικία τελειώνει επίσημα μόλις προσθέσεις στα χρόνια σου το πρώτο μηδενικό. Στριμωγμένος στο ίδιο κατσιασμένο κορμάκι του πιτσιρίκου, ανάστατος από μέσα κι ασάλευτος απόξω. Ένα σώμα κλεισμένο στο κουκούλι του κι ένα κεφάλι να πασχίζει να το παραβιάσει…..

Γνώριζα τους μεγάλους εκ των έσω, εκτός από ένα ρήμα που τους άρεσε να το μεγεθύνουν: το ρήμα amare, «αγαπώ». Στην πρώτη γυμνασίου το χρησιμοποιούσαμε στο μάθημα της λατινικής γραμματικής ως υπόδειγμα για τα ρήματα της πρώτης συζυγίας, που λήγουν σε –are. Έτσι απαγγέλαμε χρόνους και εγκλίσεις του λατινικού «αγαπώ». Ήταν μια λιχουδιά υποχρεωτική, για μένα που δεν μ’ ενδιέφερε η ζαχαροπλαστική. Πιο πολύ απ’ όλα με εκνεύριζε η προστακτική: ama. Αγάπα.

Στην κορύφωση του ρήματος, οι ενήλικες ή παντρεύονταν ή σφάζονταν αναμεταξύ τους. Στα βιβλία υπήρχε συνωστισμός πολύς γύρω από το ρήμα «αγαπώ». Γύρω μου δεν το ’βλεπα ούτε το γνώριζα το ρήμα «αγαπώ».

Στο γυμνάσιο δεν υπήρχε τμήμα για κορίτσια, ήταν αρρένων. Στο τέλος του μαθήματος, τ’ αγόρια πήγαιναν στην έξοδο του γυμνασίου θηλέων. Χαζολογώντας, τ’ ακολουθούσα, ήταν στο δρόμο μου προς το σπίτι. Εκεί μπροστά οι φωνές άγγιζαν την υστερία. Καλέσματα, τσιρίδες, γέλια, σπρωξίματα, ένα τσούρμο αντράκια χώνονταν μέσα στο άλλο τσούρμο, πετυχαίνοντας την πρώτη επαφή, ένα τρίψιμο στα κορμιά του μυστηριώδους αντίθετου φύλου. Ήταν δυο τράπουλες ολοκαίνουριες, που ανακατεύονταν σφιχτά σφιχτά και με θόρυβο. Αρσενικό και θηλυκό τόνιζαν στο έπακρο τις διαφορές τους, θέλοντας ν’ αρέσει το ένα στο άλλο.



Φωτογραφία του Σπύρου Χαλκιά
 [Πηγή: http://www.lamprakides.gr/blog/?p=1235]


Το κορίτσι με τη νότια υπεροψία

Στην παραλία, εκείνο το καλοκαίρι, είχα λυσσάξει με τα τετράγωνα των σταυρολέξων, με γρίφους, αναγραμματισμούς και κρυπτόλεξα. Αν δεν τα έλυνα, δεν κοίταζα τις λύσεις που δημοσιεύονταν στο επόμενο τεύχος. Άφηνα τα κενά πίσω μου και προχωρούσα.

Κάτω από την ομπρέλα της θάλασσας παραδίπλα, ένα κορίτσι από το Βορρά περνούσε την ώρα του διαβάζοντας αστυνομικά βιβλιαράκια, τα ίδια που η γιαγιά μου καταβρόχθιζε μέσα σε μια μέρα. Σάστιζα, πώς μπορούσε να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο ολόκληρο μέσα σε μια μέρα. Ακόμα και σήμερα περνώ αργά αργά πάνω από τις αράδες, πηγαίνω με τα πόδια σε σχέση με κάποιον που διαβάζει με ταχύτητα ποδηλάτη. Η μικρή διάβαζε έτσι, γρήγορα και χωρίς να την αποσπά τίποτα γύρω της. Η μάνα της τη διέκοπτε φωνάζοντάς τη να κάνει μια βουτιά, να δροσιστεί. Παρατούσε πάνω στην πετσέτα το βιβλίο ανοιχτό και υπάκουε στο κάλεσμα χωρίς να ενοχληθεί, χωρίς καν να πεταχτεί απότομα. Και δεν έκανε εξεζητημένες κινήσεις όταν ερχόταν σ’ επαφή με το νερό, βυθιζόταν μέσα ανάλαφρη, σαν να ’μπαινε στο διπλανό δωμάτιο. Κολυμπούσε ύπτιο και πρόσθιο, δέκα λεπτά, και ξανάβγαινε έξω. Τίναζε πάνω στην άμμο τις καστανές πλεξούδες της και ξάπλωνε να διαβάσει.


Amanda Russian, Beach Read

Την κοίταζα με περιέργεια. Κι εκείνη, γυρίζοντας σελίδα, κοίταζε βιαστικά προς το μέρος μου, σοβαρή, μ’ ένα ερωτηματικό ανάμεσα στα φρύδια. Δε μου περνούσε ούτε από μακριά η σκέψη μιας έλξης. Δεν προκαλούσε καμία αντίδραση στο σώμα μου το δικό της, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη και διάβαζε. Το δικό μου παρέμενε απόρθητο, δεν μπορούσα καν να εξηγήσω γιατί στην πόλη έκλαιγα και στη θάλασσα όχι. Πρέπει να ’φταιγε το αλάτι, που έμενε κολλημένο πάνω μου όλο το καλοκαίρι, προστατεύοντάς με σαν ασπίδα.

Το κορίτσι δεν έμοιαζε μ’ εκείνα που έβγαιναν με το ανακατεμένο τσούρμο απ’ το σχολείο. Γύρω της έδινε την αντίθετη εντύπωση, σιωπής και άπλας. Περνούσε ένα ταχύπλοο από αστραφτερό ξύλο, έσερνε μια λευκή ουρά πίσω απ’ την έλικα, ακκιζόταν. Εκείνη δε γύριζε να κοιτάξει. Περνούσε το καραβάκι των έντεκα και σκόρπιζε τριγύρω κύματα, που όποιος ήξερε να τα δαμάζει τα χαιρόταν. Οι μανάδες παρατάσσονταν στη σειρά, βιγλάτορες, κάποια φώναζε το παιδί της που είχε βγει απ’ το οπτικό της πεδίο, αυτή τίποτα, πλήρης αδιαφορία. Τη συνέχαιρα για τη νότια υπεροψία της, που σίγουρα δεν ήξερε πως την είχε.


Συνειδητοποιούσα κάτι πρωτόγνωρο: έδινα σημασία σ’ ένα άτομο συνομήλικό μου. Ποτέ δε θα επέτρεπα στον εαυτό μου την πρωτοβουλία: «Τι διαβάζεις;». Το ήξερα ήδη.

Sally Mann photography


«Μη σπαταλάμε χρόνο με βλακείες»

Μετά το καραβάκι των έντεκα, η μαμά μού έδινε είκοσι λιρέτες για ένα παγωτό γρανίτα στο μπαρ. Πήγαινα να το απολαύσω στο κιόσκι, κάτω απ’ το ξύλινο στέγαστρο. Την ώρα που ψώνιζα, πλησίασε κι εκείνη, ζήτησε το ίδιο. Ενώ ξετυλίγαμε τα παγωτά, εκείνη είπε: «Εγώ διαβάζω αστυνομικά». Σαν να ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα, απάντησα χαμηλόφωνα: «Το ξέρω, τα ίδια φέρνω στη γιαγιά μου κάθε Κυριακή. Αυτή τα διαβάζει τη Δευτέρα και τις υπόλοιπες έξι μέρες περιμένει».

«Πάμε να καθίσουμε», είπε εκείνη κι εγώ προχώρησα, όχι μέχρι τους πασσάλους, σταμάτησα στα ξύλινα σκαλοπάτια.

«Τι τάξη πας;» ρώτησα.

«Μη σπαταλάμε χρόνο με βλακείες. Εσύ γιατί είσαι έτσι;»

Έκανα να μαντέψω: «Μ’ αρέσει ό,τι είναι γραμμένο, εφημερίδες, κατάλογοι. Ξέρω απέξω τον κατάλογο και τις τιμές του μπαρ. Διαβάζω τα πάντα».

«Κι εγώ, αυτό όμως δεν εξηγεί γιατί δεν είσαι μαζί τους», και κοίταξε προς μια μικρή παρέα που έπαιζε μπάλα στην άμμο.

«Δεν κολλάω μαζί τους, δε μ’ αρέσουν τα παιχνίδια τους. Το απόγευμα πάω για κολύμπι ή στην παραλία των ψαράδων να δω που τραβάνε τα δίχτυα. Ένας τύπος που γνωρίζω με παίρνει καμιά φορά για ψάρεμα στη βάρκα του. Ξέρω από κουπί, λίγο».

«Εγώ είμαι συγγραφέας».

Ξαφνιάστηκα, ρούφηξα τη μύτη μου, από κοντά ένιωσα πιο έντονα το αμυγδαλόλαδο που χρησιμοποιούσε για προστασία απ’ τον ήλιο.

«Τι μου λες, συγγραφέας! Άρα ξέρεις πώς είναι καμωμένοι οι μεγάλοι, τις κινήσεις τους. Κι εγώ τις ξέρω, αλλά δεν έχω γράψει τίποτα, δε θέλω να καταλάβουν ότι τους πήρα είδηση».

«Δεν έχω ιδέα από μεγάλους, δε μ’ ενδιαφέρουν, εγώ γράφω ιστορίες για ζώα. Μελετώ τη συμπεριφορά τους: με το σώμα τους κάνουν ολόκληρες συζητήσεις, σαν κι αυτές που σ' εμάς κρατούν μία ώρα και στο τέλος ούτε που καταλαβαινόμαστε. Εγώ προσπαθώ να κάνω όπως αυτά, να μη σπαταλώ χρόνο».

Ήρθε η μάνα της προς το μέρος μας, εγώ λόγω καλής ανατροφής πετάχτηκα όρθιος και είπα: «Καλημέρα, κυρία, εγώ λέγομαι...», η γυναίκα χαμογέλασε βεβιασμένα και μας προσπέρασε στη σκάλα.

«Έκανες την κίνηση που κάνει το λυκάκι», είπε εκείνη.

«Δε σπατάλησα χρόνο;»

«Τα ζώα χαιρετιούνται πολύ συχνά. Και τώρα σε χαιρετώ κι εγώ». Σηκώθηκε κι ακολούθησε τη μητέρα της. Εγώ γύρισα να δω το χέρι μου που κρατούσε το παγωτό. Πασαλειμμένο, έσφιγγε ένα σκέτο ξυλάκι.


Sally Mann photography

Αρσενικών ανταγωνισμοί....

Τριγύρω, κάτι παιδιά με κορόιδευαν. Κοίταξα προς το μέρος τους κι αυτά γέλασαν. Στις καμπίνες είδα γραμμένο στον τοίχο με κιμωλία πως αγαπούσα το κορίτσι, είδα τα ονόματά μας. 

Αγάπη; Δυο που μιλάνε καθισμένοι; Ιδέα δεν είχαν για το ρήμα «αγαπώ» που προκαλούσε τόσες καταστροφές στα μυθιστορήματα. Μου ήρθε η επιθυμία να τα σβήσω, έπειτα το ξανασκέφτηκα. Χρειάζεται μεγάλη αναισθησία όταν ακούς να μιλούν άσκημα για σένα. Η μαμά μου είχε μια παροιμία, όταν άκουγε να συκοφαντούν κάποιον: «Του γαϊδάρου το τομάρι, όσο τον κακολογούν, γυαλίζει». [.....]

Την ώρα του παγωτού καθόμαστε στα σκαλάκια μας κι έχουν έρθει κάτι παιδιά να παίξουν μπάλα. Είχαν φτιάξει τέρμα ανάμεσα στους πασσάλους, κατάλαβα πως ήθελαν να μου ρίξουν μπαλιές. Σημάδευαν επίτηδες προς εμάς. Εγώ άλλαξα θέση για να προστατέψω το κορίτσι. Απέκρουσα με το ένα χέρι δύο μπαλιές, έπειτα μια λάθος μπαλιά κατέληξε στο μπαρ. Βγήκε ο λουτράρης και τους ξαπόστειλε, δεν αστειεύεται αυτός. Κατάλαβα πως μ’ έχουν άχτι αυτά τα παιδιά, είναι πιο μεγάλα, με περνάνε τουλάχιστον ένα χρόνο. Στο σχολείο υπάρχουν αντιπάθειες, δε δίνω σημασία, εδώ όμως στενοχωριέμαι για κείνη, που δε φταίει σε τίποτα. [.....]

Πήγα να κάνω το τελευταίο μπάνιο. Ένα από τα παιδιά που μου έριχναν μπαλιές, ένας μπουλούκος, ήρθε ξοπίσω μου. Τον άκουσα να λέει στους άλλους: 


«Θα δείτε πατητή που θα του κάνω». 

Δε γύρισα πίσω στην ομπρέλα, βούτηξα στη θάλασσα. Αυτός έπεσε με την κοιλιά κι ερχόταν προς το μέρος μου, κολυμπούσε χτυπώντας τα χέρια πάνω απ’ το νερό. Εγώ γύρισα ανάσκελα και βάλθηκα να κολυμπώ όπως είχα μάθει στο κολυμβητήριο. Είμαι προπονημένος, δεν κατάφερνε να με ακολουθήσει, αγκομαχούσε, γύρισε στην ακτή.[....]

Στην παραλία έπρεπε να είμαι σ’ επιφυλακή. Είχα καταντήσει στόχος, σκαρφίζονταν τρόπους να με πειράζουν. Στη θάλασσα δεν μπορούσαν να με ακολουθήσουν, στη στεριά ήταν τρεις και γύρευαν αφορμή. Εγώ διάβαζα το περιοδικό με τα σταυρόλεξα, ξαπλωμένος στην αμμουδιά, αυτοί περνούσαν τρέχοντος δίπλα μου για να ρίξουν πάνω μου άμμο. Το έκαναν εναλλάξ. Ένα-δυο λεπτά και ξανάρχιζαν. 

Στη θάλασσα είχα πιάσει έναν αχινό. Τον έκρυψα κάτω από ένα πολύ λεπτό στρώμα άμμου, δίπλα στο περιοδικό μου. Πέρασε ο πρώτος, που τη γλίτωσε παρά τρίχα, ο δεύτερος φορούσε σαγιονάρες, ο τρίτος, ξυπόλυτος, τον πάτησε και πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Προσγειώθηκε με μια στριγκλιά και κυλίστηκε στην άμμο ίσαμε τη θάλασσα. Κατέφθασαν οι άλλοι δύο να δουν την πατούσα του που ήταν κόσκινο από μαύρα σημαδάκια. Είναι ενοχλητικό και πονάει, τ’ αγκάθια πρέπει να βγουν ένα ένα με λάδι και τσιμπιδάκι. Τον ποδοπατημένο αχινό τον είχα σπρώξει μακριά. 

Το κορίτσι το είχε δει. Πριν από μένα είχε καταλάβει πως κάποια σχέση είχε κι αυτή με την αντιπάθεια εκείνων των τριών για μένα. Κοίταζαν εξαγριωμένοι προς το μέρος μου, εγώ εξακολουθούσα να διαβάζω. Εν αγνοία μου, εκεί διαδραματιζόταν μια σκηνή ανταγωνισμού μεταξύ αρσενικών. Εκείνη μου το είπε, ξαφνιασμένη απ’ τη φάση με τον αχινό - γιατί να χρησιμοποιήσω ένα ζώο σαν όπλο. 

Μου έλεγε πως την εποχή του ζευγαρώματος τα αρσενικά παλεύουν για να βατέψουν τα θηλυκά σε οίστρο. Αστεία μου φαινόταν η λέξη, τη συνδύαζα με την τέχνη.

«Όπως σ’ εμάς με τον Τρωικό Πόλεμο», θέλησα να πω, από τα πιο πρόσφατα διαβάσματά μου.

«Δεν είναι το ίδιο, σ’ εμάς μπαίνει στη μέση η επιθυμία να συντρίψεις τον ηττημένο, στα ζώα είναι μόνο μάχη για την αγάπη».

Στα δικά της χείλη, εκείνη η λέξη δεν ηχούσε αρχαία. Την έλεγε τονίζοντας το «άλφα», ενώ εγώ το πρόφερα δειλά. Τη μιμήθηκα τονίζοντας ακόμα περισσότερο το «άλφα» της.

«Και λοιπόν; Τι σε κάνει να γελάς; Αγάπη: μια λέξη πολύ αξιοσέβαστη στη φύση».

«Συγγνώμη, με ξάφνιασε το “άλφα” σου».

«Γιατί, εσύ πώς το προφέρεις;»

Ντρεπόμουν να το πω.

«Λοιπόν; Ντρέπεσαι; Παιδάκι είσαι ακόμα, μωρέ».

«Αγάπη».

«Βλέπεις; Δεν είναι γελοίο. Είναι σοβαρή υπόθεση. Για τα ζώα είναι η πιο ισχυρή ώθηση, όταν τη νιώσουν. Ξεχνούν να φάνε, 
να πιούνε.


Robert Doisneau, Shy kids with glasses, 1956


Εκείνη τη μέρα πήγα στο μπαρ να πάρω δυο παγωτά γρανίτα. Καθώς επέστρεφα, ένας απ’ τους τρεις ήρθε πίσω μου και με μια απότομη κίνηση μου τα έριξε κάτω. Γύρισα στην ομπρέλα λέγοντας πως μου έπεσαν. Το κορίτσι το είχε δει.

«Πρέπει να προσέχεις».

«Λυπάμαι, τα κρατούσα άσκημα, μου έπεσαν».

«Σοβαρολογώ, πρέπει να προσέχεις».

Σηκώθηκα να πάω στη θάλασσα, σηκώθηκε κι εκείνη. Μπήκε στο νερό όπως ακουμπά ένα φύλλο, εγώ όπως βυθίζεται ένα κουπί. Τσέκαρα μήπως μας είχαν ακολουθήσει.

«Δεν έρχονται», είπε, «μπροστά μου δεν αναμετριούνται μ’ εσένα που τα καταφέρνεις καλύτερα στο νερό». 

Δε θα ’φτανα να κάνω εκείνη τη σκέψη ούτε είχα συνειδητοποιήσει την ετοιμότητα του κοριτσιού. Δεν απάντησα, σαστισμένος που με τσάκωσε ν’ ανησυχώ.

«Το κόλπο με τον αχινό θα σε κάνουν να το πληρώσεις».



Η πρώτη φράση αγάπης: «Η παλάμη του χεριού σου είναι καλύτερη απ’ το κοίλωμα της αχηβάδας
»

Αντί ν’ αντιδράσω, βούτηξα κάτω απ’ το νερό. Αναδύθηκα ξέπνοος με πιο ξεκαθαρισμένες ιδέες.

«Πάτσισα με τα παγωτά».

«Δεν είσαι ιπποπόταμος, δε σκέφτεσαι καλύτερα κάτω απ’ το νερό. Εκείνο ήταν μόνο ένα πείσμα, άλλα έχουν κατά νου».

«Κι εσύ πώς το ξέρεις;»

«Απλώς το ξέρω».

«Δε φοβάμαι»
, είπα, κι ήταν αλήθεια. Δε με τρόμαζε να έχω εχθρούς.

«Δεν έχει διαφορά αν φοβάσαι ή όχι. Πρέπει να προβλέπεις τις κινήσεις τους».

«Ναι, αλλά πώς; Εδώ δεν ξέρω ούτε τις δικές μου. Κι έπειτα, στ’ αλήθεια, δε με τρομάζει να πονέσω, να χτυπήσω. Δε με νοιάζει. Το σώμα μου δεν το ’χω σε πολλή εκτίμηση και δε μ’ αρέσει κιόλας. Είναι παιδικό κι εγώ δεν είμαι πια παιδί. Το ξέρω εδώ κι ένα χρόνο, εγώ μεγαλώνω και το σώμα μου όχι. Μένει πίσω. Γι’ αυτό, και να διαλυθεί, δεν πειράζει. Ίσα ίσα, αν διαλυθεί, αναγκαστικά από κει θα βγει το καινούριο σώμα». 

Είπα αυτά τα λόγια με μια παράξενη ζέση και σοβαρότητα. Αιφνιδιάστηκε, έμεινε συλλογισμένη.

«Ε, ηρέμησε, καλέ, με τρόμαξες», είπε και βούτηξε κάτω απ’ το νερό. Βούτηξα κι εγώ για να την τραβήξω πάνω κι εκείνη μου έπιασε το χέρι. Βγήκαμε στην επιφάνεια ν’ ανασάνουμε, εκείνη κρατούσε ακόμα το χέρι μου.





Το αγαπημένο μου ρήμα, κρατώ, αποκτούσε υπόσταση. Πώς μπορεί να το ξέρει; Το σκέφτηκα κι απάντησα στον εαυτό μου: απλώς το ξέρει. Δεν είχα αγγίξει τίποτα τόσο στιλπνό μέχρι τότε. Ούτε μέχρι σήμερα, τώρα το ξέρω. Της το είπα, πως η παλάμη του χεριού της ήταν καλύτερη απ’ το κοίλωμα της αχηβάδας, καθώς βγαίναμε στην ακτή, χωρίς να κρατιόμαστε. 

«Το ξέρεις πως είπες μια φράση αγάπης;» είπε πηγαίνοντας προς την ομπρέλα.

Μια φράση αγάπης; Ούτε που ξέρω τι είναι, τι της πέρασε απ’ το μυαλό; Αυτή ξέρει πιο πολλά για μένα μέσ’ από τα ζώα, αλλά έχει κάνει λάθος. Είπα μια φράση έκπληξης. Η αφή είναι η τελευταία αίσθηση στην οποία δίνω σημασία. Κι όμως, είναι η πιο διαδεδομένη, δε βρίσκεται σε ένα μόνο όργανο του σώματος, όπως οι άλλες τέσσερις, είναι διάσπαρτη σ’ όλο το σώμα. Κοίταξα το χέρι μου, μικρό, κάπως χοντρό, και λίγο τραχύ επίσης. Ποιος ξέρει τι να ένιωσε εκείνη στο δικό της. Δεν μπορούσα να ρωτήσω, μπορεί να ήταν κατά λάθος μια ερώτηση αγάπης.



Π
ρέπει να ξεφορτωθώ αυτό το παιδικό κορμί που δε λέει να μεγαλώσει....

Πρέπει να ξεφορτωθώ αυτό το παιδικό κορμί που δε λέει να μεγαλώσει. …. πρέπει να πάω να τους βρω εκείνους τους τρεις και να με καταχερίσουνε ώσπου να μου σπάσουνε το τσόφλι. Μιας κι από μέσα δεν μπορώ να το παραβιάσω, πρέπει να γίνει από έξω. Πρέπει να πάω να τους βρω.

Σήμερα ξέρω πως το σώμα μεταβάλλεται σύμφωνα με τη χρήση που του έχει οριστεί, με βραδύτητα δέντρου. Διάφορα σχήματα πέρασαν απ’ το δικό μου ωσότου γίνω ο κρεμανταλάς που είμαι τώρα. Στα δέκα μου χρόνια πίστευα στην αλήθεια του ξυλοκοπήματος. Μου φαινόταν χρήσιμο το ανεπανόρθωτο.
[.....]

Είχα αποφασίσει τη μέρα και την ώρα, αλλά δεν τους έβλεπα.

Α
ποφάσισα να γυρίσω στην ακροθαλασσιά, που είχε αδειάσει κάπως. Πέρασα μπροστά από τις εγκαταστάσεις όπου πήγαινα για μπάνιο. Καθισμένοι σ’ ένα τοιχάκι, οι τρεις έπαιζαν χαρτιά. Με είδαν, μάζεψαν τα χαρτιά και στα γρήγορα κατέβηκαν τα σκαλάκια προς τη θάλασσα. 


Δεν την περίμενα εκείνη την αντίδραση, τους ακολούθησα. Ένας απ' αυτούς είπε:

 «Ρε, είναι μονάχος του». 

Ακριβώς, είχαν φανταστεί ότι μπορεί και να με ακολουθούσε ο ψαράς. 

«Είναι μονάχος», ξαναείπαν. 

Τριγύρω ψυχή, με περικύκλωσαν, από πίσω μού ήρθε ένα σκαμπίλι που μ' έριξε πάνω στους άλλους δύο. Άρχισαν σι ξυλιές, ούτε που μέτρησα πόσες. Ο ένας μ’ έκανε να φέρω τα χέρια μου στη μύτη, κι όταν βρέθηκα κάτω πια, με μια τελευταία κλοτσιά βυθίστηκα. Ξέρω πως δεν αντιστάθηκα. Πόνοι ναι, δυνατοί, αλλά και μια πεισματάρικη ηρεμία από μέσα μου δε μ’ άφησε να ουρλιάξω.

Ξύπνησα σ’ ένα φορείο, στο υγειονομείο του νησιού. Η μαμά ήταν κοντά μου και μου έδιωχνε τις μύγες. Ήθελα να της χαμογελάσω, αλλά μια σουβλιά στα χείλη μ’ εμπόδισε. 

«Ποιος ήταν, παιδί μου;» Δεν απάντησα. Το σώμα μου πονούσε σ’ ένα σωρό σημεία, το πρόσωπό μου ακόμα πιο πολύ, έπειτα το στήθος, κι έβλεπα θολά. «Ποιος ήταν, άντρας;» Ήθελα να της πω: εγώ ήμουν.




Η δεύτερη φράση αγάπης: «Τα χέρια σου γιατρεύουν» 

Η είδηση διαδόθηκε στη μικρή κοινωνία των παραθεριστών. Έρχονταν άνθρωποι για πληροφορίες, ακόμα και το κορίτσι ήρθε, με τη μητέρα του. Η μαμά τις δέχτηκε ευγενικά. Μπήκαν στο δωμάτιο και το κορίτσι πάγωσε. Η μητέρα της σχολίασε κάτι, δεν ξέρω τι, δεν άκουγα πια. Μου είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Με κοίταζε κατάματα, μπορούσα κι εγώ να κάνω το ίδιο, τα μάτια μου είχαν ξεπρηστεί, έμενε το μελάνιασμα γύρω γύρω. Οι δυο μαμάδες βγήκαν έξω, η δική της έκανε να τη σκουντήσει για να τη βγάλει απ’το δωμάτιο, εκείνη έκανε όχι με το κεφάλι, απότομα, και τα μαλλιά της ανέμισαν ελαφρά. Βγήκαν έξω αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Εκείνη την έκλεισε κι ήρθε να καθίσει στο κρεβάτι.

«Πού είχαμε μείνει; Α, ναι, στο χέρι». 

Κι έκλεισε το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της. Τα δάχτυλά μου βρίσκονταν ανάμεσα σε δυο σεντέφια πιο μαλακά κι από την ψίχα του ψωμιού. Όμως δεν της το είπα.

«Δεν έπρεπε ν’ αφήσεις να σου το κάνουν αυτό», είπε σκληραίνοντας τον τόνο. 

Εγώ άνοιξα το στόμα μου ν’ απαντήσω, εκείνη έβαλε το δάχτυλό της πάνω του: 

«Μη λες τίποτα. Δε γίνεται στη φύση, τρία αρσενικά να τα βάζουν με ένα. Τώρα αυτό είναι θέμα της δικαιοσύνης. Ξέρω πως δε θέλησες να τους καταγγείλεις. Έτσι η δικαιοσύνη γίνεται πιο δύσκολη, πρέπει να σκαρφίζεται καινούριους δρόμους. 

«Για πες μου, λοιπόν: θες να εκδικηθείς;»

«Ούτε γι’ αστείο, εγώ πήγα γυρεύοντας να με δείρουν».

«Όχι δα. Σε είχαν βάλει στόχο εξαιτίας μου κι ήθελαν να σε χτυπήσουν. Έπρεπε να προσέξεις και να τους αποφύγεις κι έπρεπε κι εγώ να είμαι πιο κοντά σου. Μπροστά μου δε θα σ’ έδερναν. Τ’ αρσενικά δεν κάνουν άναντρες πράξεις μπροστά σε μια γυναίκα».

[......] Μου έπιασε πάλι το χέρι, ένιωσα πρώτα εκεί κι έπειτα σ’ όλο το σώμα ένα ξέσπασμα χαράς, ζεστασιάς, ευγνωμοσύνης. Της το είπα: 

«Τα χέρια σου γιατρεύουν».

«Αυτή είναι η δεύτερη φράση αγάπης που λες».

Μπήκαν μέσα οι μαμάδες με τα φλιτζανάκια του καφέ, εκείνη κρατούσε ακόμα το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της. Μπροστά στον κόσμο, το ρήμα κρατώ διαλαλούσε τα δικαιώματά του.

«Θα γιάνει γρήγορα», είπε και στις δυο. Έπειτα σηκώθηκε και υποσχέθηκε πως θα ξαναρχόταν.


Ήταν δύο εχθροί, όχι μόνο αντίπαλοι πια.....

Ήμουν στα μισά ενός σταυρολέξου όταν η φωνή, σαν διακόπτης, με σταμάτησε.


«Χωρίς όπλα, με χέρια και πόδια γυμνά, ο πρώτος που θα βγάλει φωνή, χάνει». 

Εκεί έξω άρχιζε μια βουβή μα και ηχηρή σκηνή, όπως όταν τινάζουν τα χαλιά. Παραβίασα την εντολή να μη σαλέψω, ζύγωσα στο μακρόστενο φως απ’ την πόρτα. 

Δύο, εκείνοι οι δύο, έρχονταν στα χέρια. Ιδρωμένοι, αναψοκοκκινισμένοι κάτω απ’ την πρέσα του ήλιου, αναζητούσαν ο ένας το αδύνατο σημείο του άλλου, το συκώτι, το πρόσωπο. […..] Ξεφυσούσαν βραχνιασμένοι, τους έτρεχαν τα σάλια, μπαινόβγαιναν στο περίγραμμα της χαραμάδας μου. […..]

Στη σιγή του ασάλευτου αέρα οι γδούποι ήχησαν σαν χτύποι σε τύμπανο. Έπεσαν πάνω στην άμμο και στα σανίδια του διαδρόμου, ανάβλυσε το πρώτο αίμα. Ελευθερώθηκαν ο ένας από τον άλλο κι αμέσως σηκώθηκαν πάλι όρθιοι κι έκαναν την ίδια κίνηση, να μαζέψουν άμμο στη χούφτα τους και να την πετάξουν ο ένας στα μούτρα του άλλου. Γύρισαν την πλάτη για να την αποφύγουν. […..]

Ο πιο ψηλός κατάφερε στα γρήγορα την πρώτη γροθιά στα μούτρα. Ο χοντρός έφερε τα χέρια του στο στόμα, ο άλλος επωφελήθηκε για να του δώσει μια κλοτσιά στην κοιλιά. Ήταν δύο εχθροί, όχι μόνο αντίπαλοι πια. [……]

Ακολούθησαν κι άλλα χτυπήματα φαρμακερά, ποτισμένα με το δηλητήριο του μίσους, όμως αδύναμα πια. Τέλος πιάστηκαν από τα μαλλιά και σ’ ένα ύστατο σφιχταγκάλιασμα κατέληξαν να δαγκώνονται, ουρλιάζοντας από πόνο κι οι δυο. Ξεκόλλησαν, νικημένοι απ’ τα χτυπήματα και την εξάντληση. Κουλουριασμένοι πάνω στην άμμο, γύρευαν να συγκρατήσουν το ουρλιαχτό που είχε βγει κι ήθελε κι άλλο να ξεσπάσει.



Sicily, Italy, 1956 (photo by René Burri)

«Αυτός νίκησε».....

«Χάσατε», η φωνή της ψυχρή ξεμύτισε απ’ το πλάι, από μια γωνιά αθέατη σ’ εμένα. Άκουσα χτύπημα στην καμπίνα και κάλεσμα να βγω.

'Ηταν σίγουρη πως ήμουν εκεί μέσα, πιο σίγουρη κι από μένα που δεν ήξερα πού βρισκόμουν και γιατί έπρεπε να βρίσκομαι εκεί. Οποιοδήποτε σημείο ήταν καλύτερο από κείνο το δωματιάκι απ’ όπου είχα κρυφοκοιτάξει τη ματαιότητα του μίσους και του αίματος.

 «Μπορείς να βγεις τώρα».

 Ήταν μια διαταγή στην οποία έπρεπε να υπακούσω. Έβγαλα το σύρτη και πρώτη εκείνη έσπρωξε την πόρτα. Το φως στο πρόσωπό μου μ’ έκανε να σηκώσω το χέρι για ν’ αμυνθώ. Εκείνη μ’ έπιασε απ’ τον αγκώνα παρακινώντας με να προχωρήσω στον σανιδένιο διάδρομο. Οι δυο στο έδαφος κάθονταν κουλουριασμένοι, δεν μπορούσαν ούτε να κοιτάξουν.

«Αυτός νίκησε», είπε δείχνοντας εμένα. Πήρε στα χέρια της το πρόσωπό μου κι έκανε να με φιλήσει στο στόμα. Εγώ από ένστικτο τινάχτηκα κι έτσι με φίλησε στη μέση της μύτης, που ήταν ακόμα κόκκινη και πρησμένη, ξυπνώντας μου τον πόνο.

«Όχι», είπε εκείνη, «στάσου ακίνητος», και με φίλησε στο στόμα με το ζόρι και με τέτοια διάρκεια, που αναγκάστηκα ν’ αναπνέω από τη μύτη. Ξεκόλλησε από τα χείλη μου πλαταγίζοντας τα δικά της.

Είχα μείνει ακίνητος να την κοιτάζω.
«Μα, καλά, εσύ δεν κλείνεις τα μάτια όταν φιλάς; Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια». 




«Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν».......

«Τα είδες όλα;»

«Ακόμα βλέπω».

«Όχι, λέω πριν, τα είδες όλα; Έπρεπε να είσαι παρών». Χρειαζόταν μάρτυρας όταν απένεμε δικαιοσύνη, χωρίς μάρτυρα έμενε μισερή. Εγώ είχα εμπλακεί άθελά μου, είχα υποχρεωθεί να φορτωθώ ένα ρόλο ευθύνης. Δεν την ήθελα και προσπάθησα να την πάρω κι από τους δικούς της ώμους. «Χτυπιόνταν από μίσος αναμεταξύ τους, όχι εξαιτίας σου».

«Τότε δεν είδες τίποτα. Χτυπιόνταν για μένα, όπως έπρεπε να γίνει για ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη. Τα χτυπήματα που σε πλήγωσαν έπρεπε να πληγώσουν τους ίδιους. Έτσι ισοφαρίζεται η δικαιοσύνη».

Δεν τους καταλάβαινα εκείνους τους συλλογισμούς της, το πληγωμένο σώμα στην αρχή ήταν ένα, το δικό μου, και τώρα γίνονταν τρία. Δεν ισοφάριζε, αντίθετα γινόταν ακόμα πιο άνιση κείνη η δικαιοσύνη. Αμήχανος μπροστά στη σιγουριά της, τόλμησα μια δευτερεύουσα ερώτηση. «Γιατί είπες στην αρχή πως κανείς δεν έπρεπε να βγάλει φωνή;»

«Μα δεν καταλαβαίνεις; Αν φώναζαν, μπορεί να ’ρχόταν κόσμος να τους χωρίσει».

«Κι αν φώναζε μόνο ο ένας και παραδινόταν;» 

«Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν».

Sally Mann, "The dark nature of childhood and adolescence.."

Το ξέρουμε πως δε θα ξαναϊδωθούμε......


Μείναμε ως το σούρουπο. Πριν από τις αναχωρήσεις είθισται ν’ ανταλλάσσουμε διευθύνσεις, να υποσχόμαστε πως θα γράψουμε. Είπαμε: εμείς όχι. 

«Δε θα σέρνουμε μια υπόσχεση που θα την αθετήσουμε μετά. Το ξέρουμε πως δε θα ξαναϊδωθούμε. Κι αν τύχει και συμβεί, θα είμαστε διαφορετικοί και δε θ’ αναγνωρίζει ο ένας τον άλλον. Εσύ θ’ αλλάξεις σουλούπι και φωνή, τα ψαρίσια μάτια όχι, ίσως μπορέσω να σε αναγνωρίσω απ’ αυτά. Πάμε τώρα στο σπίτι, κι ας μείνουμε μαζί για το τελευταίο βράδυ».

«Φεύγεις αύριο;»

«Ναι».


Σήμερα ξέρω πως εκείνη η αγάπη-νεοσσός περιείχε όλα τα αντίο που θα επακολουθούσαν. Καμιά τους δε θα κοντοστεκόταν, δε θα γνώριζα γάμο ούτε θα στεκόμουν στο πλευρό κάποιας, μπροστά σ’ έναν τρίτο που θα ρωτούσε: «Δέχεσαι την...;». 

Η αγάπη θα ήταν ένας σύντομος σταθμός ανάμεσα σε περιόδους απομόνωσης. Σήμερα σκέφτομαι μια τελική χρονική στιγμή από καινού με μια γυναίκα, με την οποία θα συνέπιπτα όπως γίνεται με την ομοιοκαταληξία στο τέλος των λέξεων.


The Divers by George Hoyningen-Huene

....."οπλισμένος με ελαφρόπετρα και βελόνι που πλέκουν τις κάλτσες"...

Εκείνη τη μέρα είχα δει για πρώτη φορά να σπαταλιέται το κόκκινο του αίματος των άλλων. Δεν είχα βγει απ’ την καμπίνα για να το εμποδίσω. Έπρεπε να ταραχτώ μ’ εκείνα τα χτυπήματα, κι όμως εγώ παρακολούθησα αδρανής μέχρι που τέλειωσαν.

Όταν την άφησα, μου ανέβηκε στο κεφάλι η ντροπή, η ατίμωση, που δεν είναι κοκκίνισμα στο πρόσωπο, είν’ ένας δρυοκολάπτης που σκαλίζει τη φωλιά του στο γέρικο δέντρο. Είχα φανεί λίγος. Δεν ήμουν αυτός που επιζητώ να είμαι. Ρωτάω τον εαυτό μου και τρέμω πως θα τον βρω λειψό. 

Πριν από τότε δεχόμουν την αδυναμία μου, αδυναμία παιδιού που αναλύεται σε δάκρυα, μετά όμως από το ξύλο που έφαγα, μετά τις πληγές, την είχα ξεπεράσει κι είχα αφεθεί στις βίαιες αλλαγές. Και στην πρώτη απόπειρα να φερθώ ως ένα άλλο, νέο πρόσωπο, δεν είχα καν αναγνωρίσει την ευκαιρία. 

Εξακολουθούσε να είναι αληθινός ο ορισμός της εκ μητρός γιαγιάς μου, έλεγε σ’ εκείνη την ιδιαίτερη διάλεκτό της πως ήμουν οπλισμένος με ελαφρόπετρα και βελόνι που πλέκουν τις κάλτσες. Ήταν η προίκα μου, ήμουν οπλισμένος με μια πέτρα χωρίς βάρος και με μια βελόνα που λύγιζε αμέσως.

Μετά την έκπληξη ότι μπορούσα να κατονομάσω τη λέξη αγάπη, ερχόταν η φυσική εμπειρία της ντροπής, ένα γερό κράτημα πάνω στα νεύρα. Ντροπή για το ότι άφησα να χυθεί το αίμα εκείνων των δύο χωρίς να κάνω την παραμικρή κίνηση να το εμποδίσω. Δεν ήμουν πια παιδάκι, αντί γι’ αυτό ήμουν σε γενικές γραμμές ένα τίποτα.


Henri Cartier-Bresson

«Σου αρέσει η αγάπη;»

Η συνάντηση ήταν στο μόλο, εκείνη ήταν ήδη εκεί, κάτω από ένα φανάρι ζωσμένο από νυχτοπεταλούδες. Απομακρύνθηκε από κοντά τους, με πλησίασε και είπε διασκεδάζοντας φανερά: 

«Πλύθηκες για χάρη μου; Κολακευμένη όσο δεν παίρνει, αφέντη μου».

«Αυτό είναι το πρώτο μου ραντεβού, δεσποσύνη».

Τραβήξαμε προς την παραλία των ψαράδων, άδεια το βράδυ. Οι βάρκες παραταγμένες στη στεριά πρόσφεραν στήριγμα στην πλάτη κι ανάμεσά τους όλη τη γαλήνη που μας χρειαζόταν. Καθίσαμε στην άμμο, κοντά κοντά, ο ώμος μου ακουμπούσε στον δικό της, δε μας ερχόταν όρεξη να μιλήσουμε. Λίγες φωνές έρχονταν από τα καμαράκια των ψαράδων, όχι απ’ τη θάλασσα, που γαργαλούσε την ακτή.


«Σ’ αρέσει η αγάπη;» ρώτησε κοιτάζοντας ίσια μπροστά της, όπου υψωνόταν το πλαϊνό μιας βάρκας που ήταν βαμμένη με άσπρη μπογιά κι είχε και μια γαλάζια φάσα.


«Πριν απ’ αυτό το καλοκαίρι, διάβαζα για την αγάπη στα βιβλία και δεν καταλάβαινα γιατί οι μεγάλοι παθιάζονταν τόσο. Τώρα το ξέρω, φέρνει αλλαγές, και στους ανθρώπους αρέσει ν’ αλλάζουν. Δεν ξέρω αν εμένα μ’ αρέσει, όμως τώρα την έχω, ενώ πρώτα δεν υπήρχε».

«Την έχεις;»

«Ναι, κατάλαβα πως την έχω. Άρχισε απ’ το χέρι μου, την πρώτη φορά που μου το ’πιασες. Που το κράτησες, αυτό το ρήμα είναι το αγαπημένο μου».

«Λες χαζομάρες. Είσ’ ερωτευμένος μαζί μου;»

«Έτσι λέγεται; Άρχισε απ’ το χέρι μου, που ερωτεύτηκε το δικό σου. Έπειτα ερωτεύτηκαν οι πληγές μου κι άρχισαν να γιατρεύονται στα γρήγορα, το βράδυ που ήρθες να με δεις και μ’ άγγιξες. Όταν βγήκες απ’ το δωμάτιο, ήμουν καλά, σηκώθηκα από το κρεβάτι και την άλλη μέρα ήμουν στη θάλασσα».


«Άρα λοιπόν σου αρέσει η αγάπη;»


«Είναι επικίνδυνη. Πληγώνουμε άθελα μας, κι έπειτα, για χάρη κάποιας δικαιοσύνης, πληγώνουμε κι άλλο. Δεν είναι μια καντάδα στο μπαλκόνι, μοιάζει με καταιγίδα όταν φυσάει γαρμπής, η θάλασσα ανταριάζει κι ανακατεύεται στον πάτο. Δεν ξέρω αν μ’ αρέσει».



Το φιλί, ο πρώτος καρπός της γνώσης.......


«Το φιλί που σου ’δωσα, εκείνο τουλάχιστον σου άρεσε;»

«Αυτό δεν το ’δωσες σ’ εμένα, το ’ριξες στα μούτρα εκείνων των δυο που πάλευαν στο χώμα».

Έτσι όπως καθόμασταν πλάι πλάι στο μισόφωτο, οι λέξεις έρχονταν στην επιφάνεια γοργές, σαν φυσαλίδες.

«Επομένως, σου χρωστώ ένα ολότελα δικό σου;»

Στράφηκε προς το μέρος μου. Από ένστικτο θέλησα να γυρίσω από την αντίθετη πλευρά, όμως μια απρόσμενη δύναμη μου γύρισε κεφάλι και λαιμό προς τη μεριά της. Σίγησε η φλυαρία που μου είχε έρθει αβίαστα όσο δεν την κοίταζα. Ήταν τόσο όμορφη κοντά μου, με τα χείλη μισάνοιχτα. Με συγκινούν τα χείλη μιας γυναίκας, γυμνά όταν ζυγώνουν για να φιλήσουν, γδύνονται απ’ όλα, απ’ τις λέξεις και κάτω.

«Κλείσ’ τα, ευλογημένε, τα ψαρίσια μάτια σου».

«Μα δεν μπορώ. Αν έβλεπες κι εσύ αυτό που βλέπω εγώ, δε θα μπορούσες να τα κλείσεις».

«Πού τα σκαρφίζεσαι αυτά τα κομπλιμέντα, νεαρούλη;»

«Τι κομπλιμέντα; Λέω αυτό που βλέπω».

«Έλα, φτάνει τώρα».

Πέρασε τα δάχτυλά της πάνω απ’ τα μάτια μου κι έπειτα μ’ εκείνα τα δάχτυλα κατέβηκε στα πλάγια της μύτης, περνώντας από το στόμα ίσαμε το πιγούνι. Κι έβαλε τα χείλη της στο στόμα μου, μισάνοιχτο απ’ το σάστισμα.

«Θαύμα», είπα όταν ξεκόλλησε με πολύ αργές κινήσεις.

«Αυτό ήταν για σένα. Σε ξαναρωτάω, σ’ αρέσει η αγάπη;»

«Ε, ναι, αν είναι αυτό, ναι». Σκέφτηκα πως από κείνη τη στιγμή κι έπειτα θα κατανοούσα όλα τα βιβλία.

Προστέθηκαν κι άλλα φιλιά ανάμεσα στις βάρκες. Μετά απ’ το καθένα αντιλαμβανόμουν ότι μεγάλωνα, πιο πολύ απ’ ό,τι με τις πληγές. Δε μου ζητούσε πια να κλείνω τα μάτια. Έβλεπα τα βλέφαρά της να χαμηλώνουν κι έπειτα να σφαλίζουν τη στιγμή ακριβώς που ακουμπούσε τα χείλη της στα δικά μου. Πέρασε και τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου, μελετούσε το πρόσωπό μου, έσκαγε ένα χαμόγελο κι ύστερα πάλι άλλο φιλί. Τα χέρια της γίνονταν χάδια.

Μείναμε καθισμένοι πλάι πλάι, με τα γόνατα λυγισμένα και τα πόδια μαζεμένα. Τα φιλιά έπαιρναν ώθηση απ’ τα τακούνια που μπήγονταν στην άμμο. Ανηφόριζαν τους σπονδύλους ίσαμε τα κόκαλα του κρανίου, ίσαμε τα δόντια. Μέχρι σήμερα ξέρω πως είναι ο υψηλότερος στόχος στον οποίο φτάνουν τα σώματα. Από εκεί πάνω, απ’ την κορυφή των φιλιών, μπορείς έπειτα να κατεβείς στις παροξυσμικές περιδινήσεις του έρωτα.



Η κάμαρα ανάμεσα στις βάρκες φωτίστηκε απ’ το φεγγάρι που είχε ανεβεί στην πλώρη μπροστά. Ξεκολλήσαμε, τα χείλη μας μουδιασμένα. Το δρόμο προς τα σπίτια μας τον διανύσαμε στα τυφλά, τον χάναμε βαδίζοντας πλάι πλάι. Σ’ ένα σταυροδρόμι χωριστήκαμε, λύνοντας τα χέρια μας, άλλος χαιρετισμός δε χρειαζόταν. 

Η Εύα κι ο σύντροφός της, βγαίνοντας απ’ τον κήπο, είχαν ήδη αποκτήσει όλα τα αγαθά του κόσμου. Η ζωή που προστέθηκε μετά, μακριά απ’ τον τόπο εκείνο, ήταν ένα ξεστράτισμα.


The lake, I want so much to go spend time at the lake.I love summer time lake nights...nothing like it.


Erri De Luca, Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια, εκδόσεις κέλευθος