Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

«Μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!», Αργύρης Χιόνης


Nicolas Poussin, Venus surprised by satyrs (1626) 

«Never – nevermore»

E.A. POE, «The raven»

ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΜΟΛΙΣ κλείσει τα είκοσι τρία· αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε μόλις εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει διά πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο πλέον καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.

Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο είχανε κάνει έρωτα· αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές κραυγές «ηδονής»· αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.

Αυτή είχε αποκοιμηθεί· αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, προς το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα της και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά κι αριστερά· σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παΐδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχείλωναν πάνω στο στρώμα· το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα.Όσο για τα πόδια — αχ, τα πόδια! —, δύο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ’ρχόταν να τις γλείφεις μέχρι να λιώσουν μες στο στόμα σου.



Roberto Ferri, Amor Et Mortem


Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, στεφανωμένα από γκρίζες γουρουνότριχες, και, λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβαν για το παρηκμασμένο του κορμί. 


Roberto Ferri, IL RITORNO DI PROSERPINA, 2016

Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρηγορητής, τα μάτια να του κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη, πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη, και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στην εβδομηκοστή ενάτη το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει:


Correggio, Jupiter and Antiope OR Venus and Cupid with a Satyr,1525


Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρε τη Νάαμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω από τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροΐζουν.

Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλο, αργά αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δέντρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.


Μέρα τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.

Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες στη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κανουν oι κλειδώσεις του, καθώς, μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.

Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει.


Antoine van Dyck, Jupiter et Antiope, περ. 1620

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που ’χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.

Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρησε, σήκωσε το κεφάλι απ’ το μαξιλάρι και, τρομαγμένο, ρώτησε:

«Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;».

Τότε, αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά της έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας:

«Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!».


Roberto Ferri, "LACRIME D'AVORIO", 2015

Ύστερα, πριν προλάβει αυτή ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα πανταλόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους, μόνο.

Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο· ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλιπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. 

Τώρα, ωστόσο, πλησίασε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας, με κάποια θλίψη, είν’ αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση, «Ποτέ — ποτέ πια», την έκλεισε.

Αργύρης Χιόνης, Το απομεσήμερο ενός φαύνου, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη


Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε.... 

Στο «Απομεσήμερο ενός φαύνου» ο φόβος του επερχόμενου γήρατος και η οδυνηρή παραδοχή της απώλειας της λίμπιντο εκ μέρους του αφηγητή επιτείνεται από τη σύγκριση «του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος» της νεαρής ερωμένης του.

Πίσω από τον απλό μύθο προβάλλει ένα πυκνά υφασμένο δίχτυ αναφορών, οι οποίες αναδεικνύουν την αρχετυπικότητα του θέματος. 

Εκτός από τις ρητές αναφορές στον Μαλλαρμέ, τον Ντεμπυσσύ και το μεσαιωνικό, θαυμάσια «μετατονισμένο», ποίημα «Συζυγική ζωή» [από τη συλλογή Το περιβόλι της αγάπης αγνώστου Άραβα ποιητή που έζησε στη Γρανάδα (Ισπανία) τον 10ο ή 11ο αιώνα], υπάρχουν και κάποιες λιγότερο εμφανείς. 

Για παράδειγμα, η στάση του αφηγητή που «ξύπνιος και γερμένος στο πλάι» περιεργάζεται το κορμί της νεαρής κοπέλας ανακαλεί τον εικονογραφικό τύπο του Σατύρου που, γερμένος στο πλάι, κοιτάζει με λαγνεία την κοιμωμένη Αφροδίτη ή νύμφη. Παρόμοια στάση παίρνει και ο γέρος σύζυγος στο ιδιαιτέρως ποιητικό απόσπασμα από τη « Συζυγική ζωή»: όταν τη νεαρή γυναίκα του την παίρνει ο ύπνος, «εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει» (σ. 88).

Η παρουσία της γνωστής επωδού «Ποτέ — ποτέ πια» από το «Κοράκι» του Ε. Α. Πόε λειτουργεί αντιστικτικά προς το θέμα της γεροντικής λαγνείας. Προανακρούεται στο μότο του διηγήματος και ξανακούγεται στην τελευταία φράση, όπου ο αφηγητής αποφασίζει να βάλει τέλος οριστικά στην εποχή των ερώτων.

Η δυσεξήγητη εκ πρώτης όψεως συσχέτιση του Μαλλαρμέ και του Ντεμπυσσύ με τον Πόε [ήσαν λάτρεις και οι δύο του Edgar Allan Poe] στηρίζεται πιθανώς στη σχέση του με την κατά πολύ νεότερή του Λεωνόρα.Έτσι, προστίθεται άλλη μια αναφορά στο διακειμενικό παιχνίδι που χαρακτηρίζει το κείμενο.

Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, 
εκδόσεις Κίχλη, Επίμετρο, Γιώτα Κριτσέλη


Σχέδιο του Édouard Manet για την έκδοση του ποιήματος L’après-midi d’un faune του Stéphane Mallarmé (1876)

....μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Στο "Απομεσήμερο ενός φαύνου", η ατομική ιστορία αποκτά πανανθρώπινο ενδιαφέρον, καθώς πιθανώς στη θέση του πρωταγωνιστή μπορεί να βρεθεί καθένας από εμάς. Ο σύγχρονος «ευνοημένος» φαῦνος (Faunus, το όνομα του ήρωα ετυμολογείται από το λατινικό ρήμα faveo = ευνοώ), θα λέγαμε ότι βρίσκεται στην πιο δυσμενή θέση, στο απομεσήμερο της ζωής του. Ο σύγχρονος αυτός Παν (Φαύνος= ρωμαϊκή θεότητα των αγρών, όπως ο Παν) χάνει το παν, που γι’ αυτόν δεν είναι η καταξίωση, αλλά η νεότητα. Παραμένει φαύνος (ευνοημένος) στην Τέχνη του, αλλά όχι και στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς το γήρας τον συνθλίβει.


*****
Σαν όνειρο λιγόχρονο επλάστηκε
η νιότη η τιμημένη· ενώ σκληρό και άσκημο
το γήρας, που ήρθε κιόλας και νά κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας·
φρικτό, άτιμο, κάνει τον άνθρωπο αγνώριστον,
απάνω του ξεχύνεται, και του σκοτίζει μάτια και νου.
Mίμνερμος
*****
Με ρωτάει ο καιρὸς
Απὸ ποὺ θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.....

Κική Δημουλά, Απροσδοκίες, Η εφηβεία της λήθης

*****
Αν δεν μπορέσει, της λέτε ακόμα ότι
ωρίμασε εκείνη η παλιά φοβέρα της
πως θα με φάει ο γέρος αν δεν τελειώσω
το φαγητό μου.

Ωρίμασε έγινα γεύμα γήρατος.
Όχι σε ταβερνάκι ονείρου.
Σε κάποιο λαϊκό μαγέρικο που άνοιξε
ο καθρέφτης.

Κική Δημουλά, Σας άφησα μήνυμα, Ήχος απομακρύνσεων

*****

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
....

Κ.Π. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.

*****
Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων οι ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι οι πτωχές
και πώς βαριούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.

Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
οι σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται — κωμικοτραγικές —
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Κ.Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων

*****

«Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι πως είμαστε γέροι, αλλά πως υπήρξαμε κάποτε νέοι»

Όσκαρ Γουάιλντ, Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ


Art by Nicola Samori 


Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

«Οι δύο Γκόγκολ».... όπου ο «μυστικιστής» νικάει εντέλει τον «σκωπτικό» και του παίρνει την πένα από τα χέρια....


Nikolay Gogol ( Photo by Erhan Cihangiroğlu)

«Όταν κοιτάζουμε πολύ τα εύθυμα θεάματα, καταντούν να γίνουν θλιβερά»

Στο
 μάκρος ολόκληρης της ζωής του, ο Γκόγκολ έζησε σε βάθος το δράμα του κωμικού που δυσκολεύεται να σοβαρευτεί, του ευτράπελου που πασχίζει μάταια να αρνηθεί το παρελθόν του. 
Αποτολμώντας την καρικατούρα, την παρωδία και τη σκληρή διακωμώδηση των ρώσικων ηθών, ο Γκόγκολ δεν μιλούσε εκ βαθέων. Οι αναγνώστες φαντάζονταν μια ακέραια προσωπικότητα, ενώ η αλήθεια ήταν ότι πίσω από τα γραφτά κρυβόταν η «ασχήμια» και η «μοχθηρία» ενός καυχηματία που με τη σάτιρα έβρισκε διέξοδο η δυσκολία του να δεχτεί τη γύρω πραγματικότητα.

Άνθρωπος νοσηρά εσωστρεφής, δειλός, συμπλεγματικός και καχύποπτος, βρισκόταν σε διένεξη με τα πάντα. Και τα γραφτά του - γραφτά ενός νέου που αναζητούσε πάση θυσία το δρόμο του - αντιδρούσαν σκωπτικά υπονομεύοντας τη ρωσική κοινωνία στην οποία η διαφθορά έβγαζε μάτια. Δεν εξέφραζαν ένα βαθύτερο πιστεύω, μια στέρεα άποψη για τον κόσμο.

Η σάτιρα έχει κάτι το νεανικό και το προπετές, είναι μονομερής, άδικη, πειθαναγκαστικά κοντόφθαλμη, χωρίς να αποφεύγει και μια ιδιάζουσα μικροψυχία. Αφού ευθύς εξαρχής επιλέγει τη στάση της διακωμώδησης, δεν μπορεί να μην κατατρύχεται και από ένα αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στη ζωή, μια χροιά εχθρότητας που δεν την αφήνει να ωριμάσει. Αν το κλάμα προδίδει την αρχή της συμπάθειας, το γέλιο είναι άρνηση και διάκριση· ό,τι συμπονάς δεν το περιγελάς.

Παρότι ο Γκόγκολ δε θα δυσκολευτεί να κερδίσει τη θέση του στον πετρουπολίτικο κόσμο, το αίσθημα του εχθρικού κριτή θα υπάρχει μόνιμα στα γραφτά του. Άραγε μπορεί να βασίσει κανείς τη ζωή του στη γυμνή «αντίδραση»; 


Καθώς ο Γκόγκολ κερδίζει φήμη και ενσωματώνεται στον πετρουπολίτικο κόσμο, η ψυχολογία του υπεράριθμου αρχίζει σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπει. Επείγεται να αλλάξει personna.Δεν ξέρουμε βέβαια πόσο ο ίδιος το είχε αντιληφθεί, πάντως ο Γκόγκολ αναγκάστηκε να βιώσει το προβληματικό πέρασμα από τη σάτιρα στο δράμα, από την αρνητική λογοτεχνία στη λογοτεχνία των θετικών ηρώων, παράλληλα με το πρόβλημα της ενσωμάτωσής του στην Πετρούπολη. 

Και βέβαια δεν ήταν απλό ζήτημα μεταστροφής των λογοτεχνικών «μέσων». Ποτέ δεν είναι έτσι. Αυτό που ωθούσε τον  Γκόγκολ να αξιοποιεί μόνο μια πλευρά του ψυχισμού του, την πλέον πρόσφορη αλλά όχι και την πλέον σημαντική (κατά την εκτίμησή του), κυοφορούσε ένα διχασμό που δε θα αργούσε να ξεσπάσει.  

Ο άνθρωπος που ψυχαγωγούσε τη μισή Ρωσία επέμενε ότι ήταν «αίνιγμα για όλους». Και όχι άδικα· κάτω από τον κωμικό υπέμενε ανεκδήλωτος και ανήλικος ακόμα ο μυστικοπαθής.

Από τα πρώτα του κιόλας βήματα στη λογοτεχνία και στη ζωή της πρωτεύουσας ο νεαρός από την Ουκρανία θα κινηθεί ανάμεσα στη φάρσα και στην αινιγματικότητα των αμφίθυμων εκδηλώσεων.


Όλο του το έργο μέχρι τις Πεθαμένες ψυχές (και γιατί όχι μαζί με αυτές) ήταν φαντασιώδεις λάμψεις μιας προσωπικότητας που έφερε επαξίως το προσωπείο μιας (ενίοτε πένθιμης) σάτιρας. Η ποιητική του μπορούσε να χωρέσει σε μια φράση: «Όταν κοιτάζουμε πολύ τα εύθυμα θεάματα, καταντούν να γίνουν θλιβερά». 

Γκόγκολ ή Πούσκιν

Ο δεύτερος Γκόγκολ έπρεπε να απαλλαγεί από τον πρώτο Γκόγκολ.....

Και η επιτυχία που ήρθε φυσιολογικά, αντί να σημάνει την καθιέρωση αυτής της δοκιμασμένης γραφής, σήμανε για τον Γκόγκολ την ώρα της πτώσης του προσωπείου. Έπρεπε πλέον να μιλήσει άλλη γλώσσα· να διακηρύξει το νέο του «πιστεύω».

Μόνο
 που αυτό το προκλητικό για τους θαυμαστές του «πιστεύω», ήτοι η θεοληψία του, δεν ήταν κάτι που υπήρχε εξαρχής και αποκρυβόταν επιμελώς. Όσο σαφείς κι αν είναι οι κριτικοί σε αναδρομικές προβλέψεις, τα στάδια της ωρίμασής του παραμένουν αξεδιάλυτα. Θα χρειαστεί πάντως να αναχωρήσει στο εξωτερικό, να περατώσει το πρώτο μέρος των Πεθαμένων ψυχών, να ξεσπάσει η κατακραυγή εναντίον του, για να μεστώσει μέσα του η μεταστροφή. 

Με άλλα λόγια, στα πρώτα χρόνια της συγγραφικής του ζωής ο Γκόγκολ κίνησε γη και ουρανό για να επιβάλει το ύφος του, και μόλις αυτό έγινε αποδεχτό, άρχισε από ψυχόρμητη ανάγκη την επιχείρηση της απόρριψής του. Ο δεύτερος Γκόγκολ έπρεπε πάση θυσία να απαλλαγεί από τον πρώτο Γκόγκολ. 

Σε αυτό το τολμηρό διάβημα το μεγάλο ή τουλάχιστον το πρώτο εμπόδιο ήταν οι ίδιοι οι θαυμαστές του, αυτοί που τον ανέδειξαν: φίλοι, αναγνώστες, κριτικοί. Κανείς απ’ τους συγχρόνους του δε φαίνεται να υποψιαζόταν τι έμελλε να συμβεί σε αυτό το σκωπτικό πνεύμα. Στη Ρωσία πίστευαν ότι ο Γκόγκολ έφυγε για να επιστρέψει δριμύτερος, κι ούτε φαντάζονταν ότι θα υποδεχτούν έναν οψιμαθή ιεροκήρυκα.

Είναι η στιγμή — γνωστή στην πορεία των δημιουργών — που αισθάνεται έκθετος, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, απέναντι στην κρίση του κοινού. Αν και σαν ιδιοσυγκρασία ο Γκόγκολ ήταν ιδεώδης περίπτωση ανθρώπου για να βιώσει μια τέτοια κρίση, η ανησυχία του δεν αφορά το παρελθόν του, που είναι γεμάτο δάφνες, αλλά το μέλλον. 

Η αναφροδίσια ζωή του — γιατί καμιά γυναίκα δεν τάραξε την ψυχή του — η λυσσαλέα φιλοδοξία του και μια εγωπάθεια που εντείνεται στο έπακρο από τον εσωτερικό του διχασμό συναπαρτίζουν ένα φυγόκοσμο μονομανή που είναι έτοιμος να τσακίσει ή να εξαγριωθεί στην παραμικρή επίκριση. Δεν είναι συμπτωματικό, λοιπόν, ότι προλογίζει τα μεγαλόδοξα λογοτεχνικά του σχέδια με ξεσπάσματα αυτοκατάκρισης, που συνήθως είναι καρποί μεγάλων αποτυχιών ή επιτυχιών. Καταργεί ανεπιφύλαχτα το ένδοξο παρελθόν του, γιατί το μέλλον του φαίνεται ασύγκριτα πιο λαμπρό και πιο αντιπροσωπευτικό για τις μύχιες επιθυμίες του.

«Το ορκίζομαι», γράφει με καθαρό μυαλό στον Ζουκόφσκι, «θα κάνω κάτι που δεν είναι στο χέρι των κοινών ανθρώπων. Τι έχω κάνει άραγε μέχρι τώρα; Όταν ξανακοιτάζω τα γραφτά μου, μένω με την εντύπωση ότι φυλλομετρώ ένα παλιό μαθητικό τεφτέρι (...) Είναι πια καιρός να εργαστώ σοβαρά»

Illustration to Nikolai Gogol’s “Dead Souls” by Marc Chagall


Και το θέμα, γνωστό ακόμα και έξω από το στενό του κύκλο, είναι οι Πεθαμένες ψυχές που έχει τάξει στον εαυτό του να τις φέρει σε πέρας από σεβασμό στη μνήμη του Πούσκιν που του τις ενέπνευσε. Η ιδέα κατά κοινή ομολογία είναι μοναδική. Ένας άνθρωπος που διασχίζει τη ρώσικη επαρχία παζαρεύοντας ψυχές πεθαμένων δουλοπάροικων προσφέρει ιδανική ευκαιρία για μια πλατιά αντιμετώπιση της πατρίδας του.

«Τι
 τεράστιο θέμα αλήθεια! Τι πρωτότυπο! Εκεί θα δείξω τη Ρωσία. Θα είναι το πρώτο μου άξιο έργο, αυτό που θα καταστήσει αθάνατο το όνομά μου (...) Όταν το αναλογίζομαι με διαπερνά ιερό ρίγος».

Στην
αλληλογραφία του — πυκνή και εξομολογητική — από το εξωτερικό ο αυτοεξόριστος της Ρώμης δε μιλάει μόνο για το μεγαλόπνοο σχέδιό του. Δισταχτικά στην αρχή, απερίφραστα στη συνέχεια, πλέκει το υφάδι των θρησκόληπτων ομολογιών του που μετά από μερικά χρόνια θα καταλήξουν σε κανονική κατήχηση των συγχρόνων του.

«Αυτές
 οι εκκλησίες», γράφει τον Απρίλιο του 1839 στη Μαρία Μπαλαμπίν, «είναι ο γενέθλιος τόπος της ψυχής μου, εκεί όπου ζούσε η ψυχή μου προτού έρθω στον κόσμο».

Το
 ξεχωριστό με τον Γκόγκολ ήταν ότι η κρίση μυστικοπάθειας που τον συγκλόνιζε δεν έβαζε απλώς τη ζωή του σε νέο δρόμο, αλλά κατέλυε τη δημιουργική του ικανότητα. Από τη στιγμή που στρέφεται στον εαυτό του και γυρεύει τα βαθύτερα νάματα του ψυχισμού του, η σάτιρα πέφτει κυριολεκτικά σε αχρηστία. Ο πιστός μέσα του δεν μπορεί πλέον να χλευάσει, θέλει να θέσει το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας. 

"Ένα αρκετά ωραίο αμάξι με σούστες πέρασε την αυλόπορτα ενός πανδοχείου σε μια επαρχιακή πρωτεύουσα.... " Νικολάι Γκόγκολ, Νεκρές ψυχές.(σκίτσο: PP Sokolov) 


Και οι ψυχρολουσίες για τον "Νέο Γκόγκολ" ρέουν κρουνηδόν........

Η διάδοση ότι ο Γκόγκολ «αλλαξοπίστησε» εντάθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους με την έκδοση του πρώτου μέρους των Πεθαμένων ψυχών (1842), που δημοσιεύονται, αφού ταλαιπωρήθηκαν σοβαρά από το ψαλίδι της λογοκρισίας (άλλαξαν ακόμα και τον τίτλο). 

Η υποδοχή του βιβλίου ήταν η αναμενόμενη. Το μεγάλο του χάρισμα, η σατιρική ματιά που ζωγραφίζει ελεύθερα, παρά περιγράφει, τα ρώσικα ήθη, αναδεικνύοντας μια απίθανη πεζότητα και μια ζωή χωρίς καθαρή ανάσα, έχει φτάσει στην τελειότητά της. 

Ο ίδιος ο Γκόγκολ, πέρα από την ευνόητη ικανοποίηση, αισθάνεται έντονα τον αναχρονισμό αυτών των κριτικών που, υμνητικές ή επικριτικές, μιλούν ουσιαστικά για το «ενοχλητικό» παρελθόν του και όχι για την αναγέννησή του. Οι Πεθαμένες ψυχές είναι δημιούργημα του πρώτου Γκόγκολ, όχι του νέου Γκόγκολ που καιροφυλακτεί και ετοιμάζεται να μιλήσει μια άλλη γλώσσα.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος ο οποίος έκανε την πατρίδα του να γελάει με την ίδια της την εικόνα μεταμορφώθηκε σε «θλιβερό» ιεροκήρυκα, κανείς δεν ήθελε να τον ακούσει. Ειδικά ο Ακσάκοφ —με το αίσθημα του διαψευσμένου και με το δικαίωμα που παρέχει η προτέρα αφοσίωσις — του στέλνει μια επιστολή αληθινό αστροπελέκι, στην οποία οξυδερκώς παρατηρεί:  

«....το μυστικισμό τον τρέμω σαν τη φωτιά και τον διαισθάνομαι να ανατέλλει μέσα σου (...) Φοβάμαι ότι ο καλλιτέχνης θα φθαρεί, ότι η δημιουργική δύναμη του αισθήματος θα στερέψει λόγω της διανοητικής εντάσεως του ασκητή».



Οι ψυχρολουσίες από φίλους και αντιπάλους ρέουν κρουνηδόν. Μια διεξοδική επιστολή του Πλεντιώφ (1844) δείχνει το κλίμα που είχε διαμορφωθεί.

«Με ρωτάς τι είσαι; Ως άνθρωπος είσαι κρυψίνους, εγωιστής, υπερφίαλος, δύσπιστος, και θυσιάζεις τα πάντα στη δόξα.[....]

Αλλά ας δούμε τι είσαι ως άνθρωπος των Γραμμάτων. Ένα πρόσωπο προικισμένο με μια ιδιοφυή δημιουργικότητα, που μαντεύει από ένστικτο τα μυστικά της γλώσσας, τα μυστικά της ίδιας της τέχνης. Ο πρώτος κωμικός της εποχής μας για τον τρόπο που βλέπει τους ανθρώπους και τη φύση, για την ικανότητά του να αντλεί τις καλύτερες εικόνες και τις κωμικές καταστάσεις.

Είσαι, όμως, μονότονος συγγραφέας που περιφρονεί τις απαραίτητες προσπάθειες για να αποχτήσει ένα συνειδητό έλεγχο πάνω στους θησαυρούς της γλώσσας και της τέχνης. Άτεχνος μέχρι κακογουστιάς και στομφώδης μέχρι αστειότητας, όταν η διάθεσή σου σε κάνει να περνάς από το κωμικό στη σοβαρότητα. Είσαι μια αυτοδίδακτη ευφυία που ξαφνιάζει με τη δημιουργικότητά της και προκαλεί λύπη με τον αναλφαβητισμό της και την άγνοιά της στο χώρο της τέχνης».


«Δεν μπορεί να σωπαίνει κανείς», έγραφε ο Μπελίνσκι από το εξωτερικό, «όταν με το ντύμα της θρησκείας και την προστασία του κνούτου προπαγανδίζουν το ψέμα και την ανηθικότητα σαν να ήταν η αρετή και η αλήθεια»

Στην «Εξομολόγηση ενός συγγραφέα», την οποία βιάστηκε να δημοσιεύσει ο «μεγάλος καλλιτέχνης» με σκοπό να κοπάσει η κατακραυγή εναντίον του, είχε επιδοθεί σε μια διεξοδική συνηγορία υπέρ του ρωσικού καθεστώτος, πράγμα που για τον Βησσαρίωνα ισοδυναμούσε με απαίσια εθνική προδοσία.

«Δεν είμαι σε θέση να δώσω και την παραμικρή ιδέα για την αγανάκτηση που το βιβλίο σας προκάλεσε σε όλες τις ευγενικές καρδιές, μήτε και για τις κραυγές άγριας χαράς που έκανε να βγάλουν οι εχθροί σας: οι Τσίτσικοφ, οι Νόζντριεφς, οι Γκοροντίτσις, που δεν ανήκουν στο λογοτεχνικό κόσμο, ή που ανήκουν και που ξέρετε πολύ καλά τα ονόματά τους. 

Βλέπετε μοναχός σας ότι το βιβλίο σας το απαρνιούνται ακόμα και άνθρωποι που το πνεύμα τους ταιριάζει ολοφάνερα στο δικό σας. Ακόμα και εμπνευσμένο από μια βαθιά και ειλικρινή πεποίθηση, θα είχε προκαλέσει την ίδια εντύπωση στο κοινό. Κι αν όλοι (με εξαίρεση πολύ λίγους που φτάνει να τους δεις και να τους γνωρίσεις, για να μη χαίρεσαι καθόλου για την επιδοκιμασία τους) είδαν έναν κατάλληλο ελιγμό, μα όχι πολύ αβίαστο, για να επιτύχετε, με τη μεσολάβηση του ουρανού, ένα σκοπό ξεκάθαρα επίγειο, μην τα βάζετε παρά μόνο με τον εαυτό σας. Αυτό δεν είναι τίποτα παράξενο. Το παράξενο είναι που παραξενεύεστε».


Vissarion Grigoryevich Belinsky by Kirill Gorbunov

Με μέμφονται ότι δεν ξέρω τη Ρωσία....

Ξ
αφνικά ο «κωμικός» βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μαύρης φάρσας που για τον ίδιο είναι κανονικός κλοιός πολέμου. Άλλωστε νιώθει την αθωότητα να εξεγείρεται μέσα του. Γιατί, αξίζει να το τονίσουμε, ο Γκόγκολ δεν εξαπατούσε κανέναν. Ούτε καν τον εαυτό του. Μπορεί να αθετούσε τα νεανικά γραφτά του —φαινόμενο σύνηθες— αλλά πίσω από αυτό δεν υπήρχε καμιά υστεροβουλία. Ο δημιουργός άλλαζε κατεύθυνση, ζούσε μια επώδυνη μεταμόρφωση που κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να παρακολουθήσει. Το κοινό έβλεπε παντού τα συμπτώματα μιας κακοπαιγμένης απάτης σε βάρος του.

«Δ
ε μου διαφεύγει», γράφει στην Άννα Φιλγκόρσκι, «ότι διαδίδουν παντού για μένα άσχημα πράγματα· για τη διπροσωπία μου και την υποκρισία των πεποιθήσεών μου».

Όσο για το αναμενόμενο δεύτερο μέρος των Πεθαμένων ψυχών, που πολλοί προεξοφλούσαν το περιεχόμενό του, οι διαδόσεις ήταν επόμενο να οργιάζουν. Τι θα μπορούσε να παρουσιάσει ο μεταμορφωμένος Γκόγκολ σε αυτό το δεύτερο μέρος; Μια άλλη Ρωσία; Ένα διαφορετικό Ρώσο; Κανείς δεν του αναγνώριζε πια αυτή την ικανότητα. 

Εξάλλου η κατακραυγή γύρω από το έργο του έκρυβε ακόμα μια πτυχή που συνήθως δεν αναφέρεται. Όταν ο Γκόγκολ κατακτούσε το κοινό με την κωμωδία —χωρίς, όμως, να έχει συγκεκριμένα κίνητρα, όπως ομολογούσε— κανείς δεν είχε ενοχληθεί. Τα κίνητρα περίττευαν. Μετρούσε μόνο το αποτέλεσμα. Τώρα που άλλαζε το γράψιμό του, επειδή είχε συγκεκριμένους σκοπούς, κανείς δεν ήθελε να τον ακούσει. Τον πίστευαν, δηλαδή, όταν δε διεκδικούσε καμιά συγκατάθεση και τον αρνούνταν βάναυσα όταν η συγκατάθεση τού ήταν απολύτως αναγκαία. Ποιος ήταν υπεύθυνος άραγε γι’ αυτή την πανεθνική σχεδόν παρεξήγηση αν όχι ο ίδιος; 

Nikolai Gogol's illustration for the cover of Dead Souls


Ήταν μια σπάνια περίπτωση δημιουργού που αυτοπαγιδεύτηκε από το ίδιο το έργο του. Γι’ αυτό και κανείς δεν εξεπλάγη, όταν ο Γκόγκολ, μόνος στο εξωτερικό, ταξιδεύοντας ακατάπαυστα, έριξε το 1845 πολλά από τα χειρόγραφα του ανολοκλήρωτου δεύτερου μέρους στη φωτιά.

Δεν υπάρχει αμφι
βολία ότι σε αυτό το απονενοημένο διάβημα, που θύμιζε κανονική λογοτεχνική αυτοχειρία, έπαιξαν μεγάλο ρόλο οι άλλοι, και ειδικά η κατηγορία ότι αγνοούσε την πατρίδα του. Σε άλλη εποχή ίσως αυτό να μην τον επηρέαζε, αλλά στα ώριμά του η κατηγορία αυτή είχε μοιραία βαρύτητα.

Το εντυπωσιακό ήταν ότι ο Γκόγκολ δεχόταν εκ προοιμίου αυτή την άγνοια.

«Με
μέμφονται ότι δεν ξέρω τη Ρωσία. Σάμπως να όφειλα υποχρεωτικά, διά της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, να γνωρίζω όλα όσα τεκταίνονται σε κάθε μυχό της Ρωσίας, και να το έχω μάθει χωρίς τη βοήθεια κανενός. Αλλά πώς να μάθω όλα αυτά τα πράγματα εγώ, ένας συγγραφέας, καταδικασμένος λόγω ιδιότητας σε μια απομονωμένη, έγκλειστη ζωή, εγώ που επιπλέον είμαι άρρωστος και αναγκάζομαι να ζω μακριά από την πατρίδα μου; 

Ασφαλώς δεν πρόκειται να τα μάθω από τους ανθρώπους των Γραμμάτων και τους συγγραφείς μας που κι αυτοί είναι έγκλειστοι και άνθρωποι του γραφείου. Ο συγγραφέας έχει μόνο ένα δάσκαλο: τους αναγνώστες του. Κι όμως, αυτοί μου αρνήθηκαν την επικουρία τους. 
Ξέρω ότι έχω βαρύτατη ευθύνη ενώπιον του Θεού για την ατέλεια του έργου μου· ξέρω, όμως, ακόμα ότι άλλοι θα τα καταφέρουν καλύτερα από μένα. Δεν είναι μάταια αυτά τα λόγια! Μάρτυς μου ο Θεός, αυτά τα λόγια δεν είναι μάταια!»

Ο Γκόγκολ ήξερε ότι δεν έγραφε με «γνήσια» ρώσικη ψυχή. Τι εμπόδιζε, όμως, αυτό τον ήρωά του, Τσίτσικοφ, να δείξει το πρόσωπο της Ρωσίας; 

Portrait of Alexander Pushkin and Nikolai Gogol, (αγνώστου καλλιτέχνη)

«Αρκεί να πω», έγραφε προς επίρρωση των ελπίδων του, «ότι όταν άρχισα να διαβάζω τα πρώτα κεφάλαια των Πεθαμένων ψυχών στον Πούσκιν, ο οποίος γελούσε πάντα όταν με άκουγε να διαβάζω (άλλωστε του άρεσε τόσο πολύ να γελάει), άρχισε να σκυθρωπιάζει ολοένα και πιο πολύ και στο τέλος έγινε βλοσυρός. Όταν τέλος σταμάτησα την ανάγνωση, είπε με μελαγχολική φωνή:

«Θεέ μου, πόσο θλιβερή είναι η Ρωσία μας!»

Έμεινα άναυδος. Ο Πούσκιν, που γνώριζε τόσο καλά τη Ρωσία, δεν είχε παρατηρήσει ότι όλα ήταν μια καρικατούρα, μια επινόηση του πνεύματός μου. Τότε, λοιπόν, κατάλαβα τι σημαίνει ένα έργο που αναβλύζει από την ψυχή και γενικά τι σημαίνει η αλήθεια της ψυχής, και κάτω από ποια τρομακτική όψη μπορούμε να παρουσιάσουμε στους ανθρώπους τα ερέβη και τη φοβερή απουσία φωτός. 

«Με την ευκαιρία, λαχταρώ να δω τι θα πει ο Ρώσος, αν τον απαλλάξουμε από τη φαυλότητα.  Λόγω του αρχικού σχεδίου που είχα καταστρώσει το πρώτο μέρος του βιβλίου μου απαιτούσε ασήμαντα πρόσωπα...» 

Κατά συνέπεια η συνέχεια δε θα είχε να παρουσιάσει Τσίτσικοφ και Νόζντριεφ, αλλά «παρήγορες σκηνές» και «ενάρετα πρόσωπα». Κάτι που δεν έγινε.


Nozdryov και Chichikov συναντιούνται στην ταβέρνα (σκίτσο του Vladimir Egorovich Makovsky για τις Νεκρές Ψυχές) 

Δέσμιος της άσχημης μάσκας που δημιούργησε.....

Το γκογκολικό πνεύμα ήταν κατά κύριο λόγο έργο ενός παρατηρητή που κατορθώνει με τα πιο λεπτά μέ­σα να αποκαλύπτει τη γελοία φυσιογνωμία των πραγμάτων. Το κωμικό στα πράγματα το θέτει η ματιά του αφηγητή και σε αυτή τη συστηματική κωμική ματιά υπάρχει έκδηλος ο ψυχισμός ενός ατόμου.

Άνθρωπος άφιλος, ανέραστος, διπλοκουμπωμένος και μικρόψυχος μέχρι παραφροσύνης, ο Γκόγκολ είχε στα γραφτά του την έκφραση του παμπόνηρου είρωνα που κοιτάζει τον κόσμο με μισόκλειστα, περιπαιχτικά μάτια. Όπως η ασχήμια σπεύδει να εντοπίσει τα ελαττώματα και τα ψεγάδια της ομορφιάς, αυτή η αφηγηματική ματιά έχει ανάγκη παντού να συλλαμβάνει την αρνητικότητα. 

Ο Γκόγκολ κρατάει τα πρόσωπά του σε απόσταση, γράφει, θα έλεγε κανείς, αποστειρώνοντας τα χέρια του. Συνεπώς είναι ευνόητη η κλίση του προς την εξωτερικότητα. Αυτός ο κόσμος τον οποίο καταπιάνεται να περιγράψει είναι όντως «εξωτερικός», ξένος. Ό,τι είναι εξομολογητικό, ό,τι έχει θέρμη αποζητάει την εγγύτητα, ενώ στην ψυχρότητα αυτής της ματιάς έχουμε μια ειρωνική διάθεση που δείχνει τα πράγματα με το ραβδί. Από ασφαλή απόσταση.

Στην
 τέχνη αυτού του παραμορφωτικού διασυρμού έβρισκε ο Γκόγκολ τη βαθύτερη κλίση του. Διέπρεπε στον εντοπισμό του γελοίου, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε από αυτό μια αθωωτική απόσταση ασφαλείας. Η μέθοδος είναι έκδηλη: η ασχήμια του παριστάμενου αφήνει μια αίσθηση ομορφιάς για τη δεινότητα του παρατηρητή, χωρίς να μειώνει σε τίποτα την οχληρή εντύπωση που προκαλεί το διαδραματιζόμενο. Όσο πιο εντυπωσιακά «άσχημο» το δημιούργημα, τόσο πιο οξυδερκής ο δημιουργός. 

Δεν είχε άδικο ο Βασίλης Πλάκσιν, όταν εξέφραζε την άποψη ότι αυτή η τέχνη φαίνεται να μην ξέρει την ντροπή. Ο Γκόγκολ μάλλον υπερνικούσε την ντροπή αφήνοντας ελεύθερη μια διάθεση για ακόρεστη περιφρόνηση του περίγυρου από τον οποίο —τιμητικώ προνομίω— αφαιρούσε τον εαυτό του ως εξαίρεση.  Ένα τέτοιο βλέμμα που αντλεί την αρετή του από τη φαυλότητα των άλλων πώς είναι δυνατό να στραφεί οικειοθελώς προς το «θετικό ηρώα»; Η ευτυχία του, θα λέγαμε, ήταν ο αρνητικός ήρωας, ο μόνος που του έδινε την ευκαιρία να ασκήσει το τακτ της ανωτερότητας. 



Είναι, λοιπόν, πιο συνεπής, όταν δηλώνει ότι διά­λεξε για ήρωά του άνθρωπο που δεν είναι ενάρετος. 


«Ε
ίναι καιρός πια να αφήσουμε ήσυχο αυτό το δυ­στυχισμένο τύπο. Γιατί σε κάθε περίσταση ξεφουρνίζουμε αυ­τό το χαρακτηρισμό: ενάρετος άνθρωπος; Γιατί τον καταντήσαμε υποζύγιο που το κουβαλάει ο κάθε συγγραφέας κραδαίνοντας το καμουτσίκι του κι ό,τι άλλο πέσει στο χέρι του; Όχι, είναι καιρός πια να ζέψουμε στο ζυγό του τον κατεργάρη! Ήρθε η σειρά του. Ας τον ζέψουμε, λοιπόν»

Ο Γκόγκολ τον έζεψε αυτό τον ήρωα και έτσι έκανε το γύρο της Ρωσίας. Αλλά μια τέτοια επιλογή — γόνιμη για το σατιριστή— σφυρηλατούσε, όπως αποδείχτηκε, πανίσχυρα δεσμά για τον ίδιο. Σταδιακά ο Γκόγκολ είδε τον κόσμο σαν ένα πλέγμα ύποπτων ιστοριών με φαιδρό ή άδοξο τέλος. Παντού ανακάλυπτε συνωμοσίες της φαυλότητας και σπαρταριστά τεχνάσματα του δαίμονα της κατωτερότητας. Όλα τον ωθούσαν προς αυτή την —ευνοϊκή για την υπεροψία του— κατακλείδα. Πουθενά σχεδόν δεν εμπλέκεται με ιστορίες ψυχής, όπου εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να αλλάξει τα μέσα του και να καταργήσει την απόσταση. 

Όλοι αυτοί οι απεχθείς ήρωες πώς θα άλλαζαν πρόσωπο και ποια αφηγηματικότητα θα τους υπηρετούσε; Πώς «θα απάλλασσε το Ρώσο από τη φαυλότητα;» Ξαφνικά ο Γκόγκολ θα πρέπει να συνειδητοποίησε ότι ο ίδιος είχε συστηματικά καταστρέψει κάθε ικμάδα συμπάθειας προς τα θετικά γνωρίσματα του ανθρώπου. Είχε αναλώσει το βίο του στη δημιουργία μιας άσχημης μάσκας. Τώρα, όμως, αυτή η μάσκα έπρεπε να αλλάξει και να λάβει ηθική πνοή ζωής.

Πλιούσκιν (σκίτσο του Boklevskogo για τις Νεκρές ψυχές)

Παραιτήθηκε από δημιουργός για να σώσει τον πιστό.

Εχθρός του εαυτού του (καθώς ο κωμικός υπονόμευε τον πιστό), ο Γκόγκολ τσάκισε μπροστά στο έργο. «Η θρησκεία δεν του έφερε καμιά παρηγοριά», γράφει ο Μίρσκι. «Η απελπισμένη του προσπάθεια ήταν μια οικτρή αποτυχία. Η τραγωδία του τώρα είχε πάρει μια νέα μορφή: αντί να μεταδώσει ένα ανύπαρκτο μήνυμα, θέλησε να ζήσει μια ακατόρθωτη εμπειρία. Η παιδική του ανατροφή, όμως, τού είχε ενσταλάξει μια απλοϊκή αντίληψη περί χριστιανισμού. Ένιωθε μόνο το φόβο του θανάτου και της κόλασης» 

Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκόγκολ παραιτήθηκε από δημιουργός για να σώσει τον πιστό. Παραίτηση που εκδηλώθηκε με το κάψιμο των χειρογράφων, την άρνηση του παρελθόντος του, την κατήχηση και τη θρησκοληψία, και αποτελεί αυτόχρημα μια «εξαγωγή» από το γκογκολικό πνεύμα και μια ιδιότυπη «εισαγωγή» στο ντοστογιεφσκικό πνεύμα. 

Η βαθύτερη λαχτάρα του Γκόγκολ, όπως εκφράστηκε στην Αλληλογραφία με τους φίλους και στην Εξομολόγηση, ήταν να στραφεί προς τον εσωτερικό άνθρωπο και να παραστήσει τις μεγάλες κινήσεις της ψυχής. Στην άκρη της ψυχής του (αλλά όχι της πένας του) αχνοχάραζε η υποψία ηρώων όπως ο Ρασκόλνικοβ και ο Σταυρόγκιν, ο Αλιόσα και ο Μίσκιν. 

Αλλά η δυνατότητα δεν του δόθηκε. Δεν έφταιξε βέβαια η άγνοια της Ρωσίας. Από το Παλτό ως τον Ηλίθιο θα χρειαστεί μια ολόκληρη επανάσταση στα μυθιστορηματικά μέσα, για να καταστεί δυνατό να μιλήσει ο ήρωας με άλλο τρόπο και να φωτιστούν τα μύχιά του, χωρίς συνάμα να καταργηθεί η γκογκολική ματιά της χλεύης και της υπονόμευσης. Ό,τι ήταν αξεδιάλυτο μυστήριο για τον πρόγονο για τον επίγονο κατέστη χειροπιαστή δυνατότητα.


Πιθανώς ο Γκόγκολ θα μπορούσε να πλάσει την καρικατούρα ενός πιστού, αλλά το πορτρέτο ενός πιστού μόνο να το ζήσει μπορούσε, όχι να το δημιουργήσει. Τα γραφτά του τον είχαν θωρακίσει τόσο καλά, ώστε αυτό το «φρούριο» μόνο από τα μέσα μπορούσε να αλωθεί. 

Η πίστη με άλλα λόγια ήρθε να παίξει το ρόλο του προδότη. Καταπτοημένος, στερημένος, θύμα της ίδιας του της απάθειας (εφόσον είχε αποκλείσει από τη ζωή του τους ανθρώπους), δεν του έμενε άλλη ευκαιρία να ανοίξει κάποιο διάλογο εκτός από το Θεό. Η μεγαλομανία του έβρισκε στην πίστη την ιδανική δυνατότητα. Αλλά αν ως στάση ζωής η πίστη έδινε μια διέξοδο (δοκιμασμένη άλλωστε πριν απ’ αυτόν), στο γράψιμο (το δικό του προνόμιο) τι μορφή μπορούσε να πάρει; 

Όταν στα λίγα περισωθέντα αποσπάσματα του δεύτερου μέρους διαβάζουμε για τον Τσίτσικοφ ότι «η ζωή του φάνηκε πάλι σοβαρή υπόθεση» ή ότι σκέφτηκε πως «είναι καιρός να ακολουθήσω άλλο δρόμο», η εντύπωση είναι απογοητευτική. Δεν αρκούσαν κάποιες σκέψεις για να μεταφυτευτεί η πίστη στην καρδιά του Τσίτσικοφ. Ο ήρωας αντιδρούσε, γιατί η δύναμή του ήταν άλλη. 


Ο Τσίτσικοφ, Νεκρές Ψυχές

Ο πιστός αρνιόταν τη σάτιρα, και η σάτιρα με τη σειρά της αρνιόταν να υπηρετήσει τα μύχια σκιρτήματα του θρησκόληπτου. Ο συγγραφέας πρόδιδε τον εαυτό του, το ύφος, όμως, και οι ήρωες τού έμεναν πιστοί. Η ανακάλυψη της εσωτερικότητας, που ήρθε με τη μορφή της θρησκοληψίας, αντιστάθηκε σθεναρά στο ύφος του και κατά φυσική συνέπεια του πήρε την πένα από τα χέρ
ια.


Όταν συνάντησε τον ιερέα Ματθαίο Κωνσταντινόφσκι ο οποίος τον έπεισε πως τα αμαρτωλά του έργα (τα λογοτεχνικά εννοείται) τον είχαν καταδικάσει οριστικά σε αφανισμό, πάσχιζε ακόμα να γράψει. «Αν ένας συγγραφέας δέχτηκε το δώρο του Θεού, το τάλαντό του, αυτό δεν έγινε τυχαία». Η επιθυμία του για δημιουργική αλλαγή βάσταξε ως το τέλος, αλλά η «μορφή» απουσίαζε. Κι αφού στο χώρο της δημιουργίας ποτέ δεν τελεσφόρησαν οι επιθυμίες και οι καλές προθέσεις, ο Γκόγκολ έμεινε με την πικρία της αποτυχίας. Η «μορφή», που λύνει τα χέρια και γεννά την ελευθερία, είναι πιθανώς ένα μυστήριο ισάξιο με την πίστη.

«Κάθομαι διαρκώς στο τραπέζι», ομολογεί στον Ζουκόφσκι, «δεν αφήνω στιγμή την πένα, αλλά οι αράδες αργούν να σχηματιστούν και ο χρόνος διαβαίνει ανεπιστρεπτί».

Είναι μόνο σαράντα δύο ετών κι όμως παραδέχεται ότι (συγγραφικά τουλάχιστον) έχει γεράσει.

«Π
όσο άλλαξε μέσα σε τριάμισι χρόνια», διαπιστώνει με δέος ο Ακσάκοφ, «έγινε σαν γριά. Το θέαμα είναι φοβερό και η παρουσία του απερίγραπτη». Το 1853 ο Γκόγκολ αφήνει την τελευταία του πνοή ψελλίζοντας: «Την κλίμακα... γρήγορα την κλίμακα...» 


Κωστή Παπαγιώργη, Το δράμα του Νικολάι Γκόγκολ
Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

«Είναι η άνοιξη που δασκαλεύει τα παλικάρια να δίνουνε νερό στις κορασιές...», Εμίλ Ζολά, Οι τέσσερις μέρες του Γιάννη Γκουρντόν



Claude Monet, River and Mill near Giverny (1885)

Εκεί κάτω στην ακροποταμιά.....


Κείνη τη μέρα, στις πέντε το πρωί, ο ήλιος μπήκε μ’ ένα ευχάριστο ξάφνιασμα μέσα στη μικρή την κάμαρα, που κρατούσα στο σπίτι του μπάρμπα μου του Λάζαρου, που ήτανε παπάς στο χωριό Ντουργκ.

Μια πλατιά, κίτρινη αχτίδα έπεσε πάνω στα κλειστά μου βλέφαρα και ξύπνησα μέσα στο φως.

Η κάμαρά μου, ασπρισμένη με σοβά, με τους τοίχους της και τα ξύλινα έπιπλά της, είχε μια ζεστασιά θελκτική. Στάθηκα στο παράθυρο και κοιτούσα τον Ντουράνς, που κυλούσε πλατιά, μέσα από τον πράσινο κάμπο.

Δροσάτες πνοές μού χαϊδεύανε το πρόσωπο, κι οι ψίθυροι του ποταμού και των δέντρων θαρρούσα πως με καλούσαν.

Άνοιξα την πόρτα σιγά.

[.....] Ο μπάρμπας μου ο Λάζαρος, εδώ και λίγες μέρες, με παρακολουθούσε παντού, μελαγχολικός και θυμωμένος. Ίσως να μ’ εμπόδιζε να πάω ’κει κάτω, στην ακροποταμιά, για να παραμονέψω κρυμμένος πίσω από τις ελιές της ακροποταμιάς, την Μπαμπέ, την ψηλή μελαψή κόρη, που ήταν γεννημένη για μένα μαζί με την καινούρια την άνοιξη.

Μα ο μπάρμπας μου κοιμότανε βαθιά.[......]

Εκείνο το πρωί, σαν έφτασα στην όχθη του ποταμού, σα να ξαφνιάστηκα βλέποντάς το τόσο γαλήνιο και τόσο καθάριο. Ποτέ δεν είχε μια τόσο χαρούμενη όψη.

Γλίστρησα κάτω απ’ τις ιτιές σ’ έναν άδεντρο τόπο, όπου ο ήλιος απλωνότανε πλατιά πάνω στην σκιερή πρασινάδα. Εκεί ξαπλώθηκα μπρούμυτα, με τεντωμένο τ’ αυτί, κοιτάζοντας μέσα από τους κλώνους προς το μονοπάτι, από κει που θα κατέβαινε η Μπαμπέ!


Pierre Auguste Renoir, Spring (The Four Seasons) : 

Γιατί η Μπαμπέ ήτανε η άνοιξη για μένα.....

[......] σηκώνοντας τα μάτια αγνάντεψα από την κορφή του μονοπατιού, τις ανοιχτόχρωμες φούστες της Μπαμπέ, που ξεχωρίζανε πάνω στο γκρίζο δρόμο· αναγνώρισα τη σταχτιά μπαμπακερή της ρόμπα στολισμένη με μικρά γαλάζια λουλούδια.

Χώθηκα μέσα στα χόρτα περισσότερο κι άκουσα την καρδιά μου να χτυπάει απάνω στο χώμα, μισοσηκώνοντας σχεδόν το κορμί μου μ’ ελαφρά τινάγματα.

Τα στήθια μου ήταν ξαναμμένα τώρα και δεν ένιωθα πια τη φρεσκάδα της πρωινής δροσιάς.

Η κοπέλα κατέβαινε λυγερόκορμη. Οι φούστες της, αγγίζοντας το χώμα, κυμάτιζαν με τέτοιον τρόπο, που με μάγευαν. Την κοιτούσα από πάνω μέχρι κάτω, ολόρθη, μέσα στην μακάρια κι αγέρωχη χάρη της.

Δεν ήξερε πως βρισκόμουν εκεί, πίσω από τις ιτιές. Περπατούσε ελεύθερα, έτρεχε, δίχως να νιάζεται για τον άνεμο που ανασήκωνε μια άκρια της φούστας της. Ξεχώριζα τα πόδια της, καθώς βάδιζε γρήγορα-γρήγορα κι ένα κομμμάτι από τις άσπρες της κάλτσες, που είχε το πλάτος του χεριού πάνω- κάτω και που μ’ έκανε να κοκκινίζω απαλά και δυσάρεστα.

Ω! τότε, δεν κοίταζα τίποτα πια, μήτε τον Ντουράνς, μήτε τις ιτιές μήτε την ασπράδα τ’ ουρανού.


Χλεύαζα ανελέητα τον κάμπο! Δεν ήτανε πια ο καλόβολος φίλος μου· οι χαρές του κι οι λύπες του με άφηναν ολότελα αδιάφορο. Τι μ’ έμελλε μένα για τους συντρόφους μου και για τα χαλίκια και τα δέντρα των λόφων; Το ποτάμι, σαν ήθελε μπορούσε να λείψει κι αυτό μεμιάς, δε θα λυπόμουνα εγώ για δαύτο.

Κι η άνοιξη; Δε θα νιαζόμουνα καθόλου για την άνοιξη.

Κι αν μου έπαιρνε τον ήλιο, που μου ζέσταινε τη ράχη, τις φυλλωσιές της και το φως της, όλο τούτο το μαγιάτικο πρωινό της, εγώ θα ’μένα δω, να κοιτώ εκστατικά την Μπαμπέ, που έτρεχε πέρα στο στρατί, ταλαντεύοντας θελκτικά τις φούστες της. Γιατί η Μπαμπέ ήτανε η άνοιξη για μένα. Ποτέ δεν της είχα μιλήσει.

Κοκκινίζαμε κι οι δυο μας, όταν συναντιόμαστε στην εκκλησία του μπάρμπα μου του Λάζαρου.

Θα ορκιζόμουνα μαθές πως με μισούσε.

Κείνη τη μέρα, κουβέντιασε λίγη ώρα με τις πλύστρες.

Το γάργαρο γέλιο της έφτανε μέχρι σε μένα ανάκατο με την πλατιά βοή του Ντουράνς. Ύστερα έσκυψε, για να πιάσει με τη χούφτα της νερό. Μα η όχθη ήταν ψηλή κι η Μπαμπέ θα γλιστρούσε, αν δεν κρατιόταν απ’ τα χόρτα. Μια τρεμούλα μου πάγωσε το αίμα. Σηκώθηκα απότομα, και δίχως ντροπή, δίχως να κοκκινίσω, έτρεξα σιμά στην κοπέλα. Με κοίταξε τρομαγμένη. Ύστερα χαμογέλασε. Εγώ, έσκυψα κινδυνεύοντας να πέσω. Πρόλαβα όμως σφίγγοντας τα δάχτυλα, να γιομίσω το δεξί μου το χέρι με νερό. Κι απλώνοντας στη Μπαμπέ αυτό το καινούργιο τάσι, την προσκάλεσα να πιει.

Οι πλύστρες γελούσανε. Η Μπαμπέ, ταραγμένη, δεν τολμούσε να δεχτεί· δίσταζε, μισόστρεφε το κεφάλι. Τελικά, τ’ αποφάσισε· ακούμπησε αλαφρά τα χείλη της στα δάχτυλά μου, μα ήταν αργά. Το νερό είχε χυθεί... Ξέσπασε τότε στα γέλια ξανάγινε παιδί κι είδα φανερά πως με κοροΐδευε. Ήμουν πολύ βλάκας. Ξανάσκυψα. Τούτη τη φορά έπιασα νερό με τις δυο μου τις χούφτες κι έτρεξα να το φέρω στα χείλη της Μπαμπέ. Ήπιε κι ένιωσα το απαλό φιλί των χειλιών της ν’ ανεβαίνει στα μπράτσα μου ολόισα, ίσαμε τον κόρφο μου, που γέμισε ζεστασιά.

— Ω! Ο μπάρμπας μου κοιμάται! ψιθύρισα.




Arthur Hughes, April Love (1856)

Ένα όμορφο πρωινό....ένα πρωινό για τα νιάτα.

Καθώς σκεφτόμουν αυτά, είδα σιμά μου ένα μαύρο ίσκιο, κι όπως ήμουν στραμμένος, βρέθηκα φάτσα με τον μπάρμπα μου το Λάζαρο, που λίγα βήματα πιο κει, μας κοιτούσε θυμωμένος, εμένα και τη Μπαμπέ.

Το ράσο του άσπριζε στον ήλιο.

Τα μάτια του είχανε πάρει μια έκφραση τόσο επιτιμητική, που μου ερχότανε να κλάψω.

Η Μπαμπέ τρόμαξε. Κοκκίνισε, κι έφυγε, ψελλίζοντας:

— Σ’ ευχαριστώ, κύριε Γιάννη, σας ευχαριστώ πολύ.

Εγώ, σκουπίζοντας τα βρεμένα μου χέρια, έμεινα ντροπιασμένος, ακίνητος μπροστά στον μπάρμπα μου το Λάζαρο.

Ο καλός άνθρωπος, με σταυρωμένα τα χέρια, διπλώνοντας το ράσο του, κοιτούσε την Μπαμπέ, που ανέβαινε τρέχοντος το μονοπάτι, δίχως να στρέφει πίσω το κεφάλι.

Ύστερα , σαν χάθηκε πίσω από τους φράχτες, χαμήλωσε 'τα μάτια σε μένα κι είδα την αγαθή του την όψη να χαμογελά θλιβερά.

— Γιάννη, μου ’πε, πάμε κάτω απ’ τη μεγάλη δεντροστοιχία. Το πρόγευμα δεν είναι ακόμα έτοιμο. Εχουμε μισή ώρα δική μας.

[.....] Η σιωπή του με βάραινε. Ήταν φλύαρος τις περισσότερες φορές. Σε κάθε βήμα, μεγάλωνε η ανησυχία μου.

Σίγουρα, θα με είχε δει σαν έδινα νερό στη Μπαμπέ. Τι θέαμα, Θεέ μου! Η κοπέλα γελώντας ξαναμμένη, μου φιλούσε τα δάχτυλα, ενώ εγώ, όρθιος στα νύχια των ποδιών μου κι απλώνοντας τα χέρια, έγερνα σαν για να την αγκαλιάσω. Τότε κατάλαβα πως η πράξη μου ήταν τρομερά τολμηρή κι η δειλία μου με κυρίεψε ξανά. Αναρωτήθηκα πώς μπόρεσα να βρω το θάρρος να την κάνω να μου φιλήσει τα δάχτυλα μ’ έναν τρόπο τόσο γλυκό.




Κι ο μπάρμπα Λάζαρος, που δεν έβγαζε τσιμουδιά, βάδιζε πάντοτε με μικρά βήματα μπροστά από μένα, δίχως να ρίχνει μια ματιά στα γέρικα κι αγαπημένα του δέντρα! Σίγουρα θα ετοιμαζότανε να με δασκαλέψει. Με τραβούσε κάτω από τη μεγάλη δενδροστοιχία, για να με ψάλει ανενόχλητα. Θα περνούσε το λιγότερο μιαν ώρα; το πρόγευμα θα ’χε κρυώσει και δε θα μπορούσα να ξαναγυρίσω στην ακροποταμιά, για να ονειρευτώ τ’ απαλά φλογίσματα που είχαν αφημένα τα χείλη της Μπαμπέ πάνω στα χέρια μου. [.....]


Ύστερα από μια στιγμή σιωπής, ο μπάρμπας μου ο Λάζαρος στράφηκε σε μένα.

«Θεέ μου! σκέφτηκα και χαμήλωσα το κεφάλι. Με μια πλατιά χειρονομία, ο μπάρμπας μου μου έδειξε τον κάμπο.

Ύστερα με έπαρση είπε με μια φωνή σιγανή:

— Κοίταξε, Γιάννη! Να η άνοιξη. Η γη είναι χαρούμενη, παιδί μου και σε οδήγησα εδώ, μπροστά σ’ αυτόν τον κατάφωτο κάμπο, για να σου δείξω τα πρώτα χαμόγελα της καινούργιας εποχής. Κοίτα, τι λάμψη και τι γλύκα! Από τον κάμπο, ευωδιές απαλές αναδίνονται, που μας χαϊδεύουν το πρόσωπο σαν πνοές ζωογόνες.

Σώπασε· φαινότανε στοχαστικός. Είχα υψωμένο το μέτωπο θαμπωμένος, ανασαίνοντας λεύτερα.

Ο μπάρμπας μου δε δασκάλευε.

— Είναι ένα όμορφο πρωινό, ξανάρχισε, ένα πρωινό για τα νιάτα. Τα δεκαοχτώ σου τα χρόνια ζούνε πλατιά ανάμεσα σ’ αυτήν την πρασινάδα, που είναι δεκαοχτώ μερών κι αυτή το πολύ. Φως κι ευωδία είναι τα πάντα.

Ο πλατύς κάμπος, ένας τόπος ηδονής είναι θαρρείς. Το ποτάμι είναι 'δω, για να σε δροσίσει, τα δέντρα, για να σου δώσουνε τον ίσκιο τους, ο κάμπος ολάκερος για να σου μιλήσει με τρυφεράδα, κι αυτός ο ουρανός για να πυρπολήσει τους ορίζοντες αυτούς, που εσύ με πόθο κι ελπίδα εξερευνάς. Η άνοιξη ανήκει στα παιδιά της ηλικίας σου. Αυτή είναι που δασκαλεύει τα παλικάρια να δίνουνε νερό στις κορασιές...





Η άνοιξη τραγουδάει, εχτελώντας θαρρετά το χρέος της.....

Χ
αμήλωσα ξανά το κεφάλι. Σίγουρα ο μπάρμπας ο Λάζαρος με είχε δει.
— Ενα απλοϊκό γεροντάκι εγώ, συνέχισε, ξέρει, δυστυχώς, τι θα γυρέψει από τις ανοιξιάτικες χαρές. Εγώ, φτωχέ μου Γιάννη, αγαπώ τον Ντουράνς, γιατί ποτίζει τούτα τα λιβάδια και ζωογονεί ολάκερο τον κάμπο· αγαπώ αυτές τις δροσερές φυλλωσιές, γιατί θα μου φέρουν τις οπώρες τους το καλοκαίρι και το φθινόπωρο· αγαπώ τον ουρανό γιατί είναι καλός για μας, γιατί η ζεστασιά του γρηγορεύει τη γονιμότητα της γης. Θα ’πρεπε να στα πω μια μέρα τούτα. Προτιμώ να σου μιλήσω σήμερα γι’ αυτό, αυτή την πρωινή ώρα. 

Η ίδια η άνοιξη είναι που σου κάνει το μάθημα τούτο. Η γη είναι ένα απέραντο εργαστήρι, που εκεί ποτέ δε σκολάζει κανένας. Κοίταξε αυτό το λουλούδι, στα πόδια μας: για σένα είναι ευωδιά, για μένα είναι εργασία. Εκτελεί τον προορισμό του στη ζωή, παράγοντας ένα μαύρο μικρό σπόρο, που θα εργαστεί κι αυτός με τη σειρά του, την άνοιξη που θα ’ρθει. Και τώρα, κοίταξε προσεχτικά τον απέραντο ορίζοντα. Όλη τούτη η χαρά δεν είναι παρά μια γέννηση. Αν χαμογελάει ο κάμπος, είναι γιατί ξαναρχίζει το αιώνιό του το έργο.

Τον ακούς τι δυνατά που ανασαίνει αυτή την ώρα, γεμάτος σφρίγος και βιάση; Τα φύλλα στενάζουνε, βιάζονται τα λουλούδια, το στάρι αδιάκοπα μεστώνει. Όλα τα φυτά και τα χόρτα αγωνίζονται αναμεταξύ τους πιο θα μεγαλώσει πιο γρήγορα· και το τρεχούμενο νερό, το ποτάμι, έρχεται να βοηθήσει το κοινό έργο κι ο νιόβγαλτος ήλιος, που υψώνεται στον ουρανό, φροντίζει να ομορφαίνει την αδιάκοπη εργασία των δουλευτάδων.

Εκείνη τη στιγμή, ο μπάρμπας μου με ανάγκασε να τον κοιτάξω καταπρόσωπο.

Και συμπέρανε:

— Ακούς, Γιάννη, τι σου λέει η φιλενάδα σου η άνοιξη; Αυτή είναι η νιότη, μα ετοιμάζει την ώριμη εποχή. Το φωτεινό της χαμόγελο δεν είναι παρά η χαρά της δουλειάς. Το θέρος θα ’ναι κατάφορτο, γόνιμο θα ’ναι το φθινόπωρο, η άνοιξη τραγουδάει αυτή την ώρα, εχτελώντας θαρρετά το χρέος της.




Vincent van Gogh, Field Of Spring Wheat At Sunrise (1889)



«Τήρησε την άγνοια του κάμπου .. δε σκέφτεται για το φθινόπωρο.. δουλεύει γερά κι αφρόντιστα. Ελπίζει»

Έμεινα
αποσβολωμένος. Ένιωθα τον μπάρμπα μου το Λάζαρο. Ήταν τερπνή κι ωφέλιμη, αυτή η διδαχή. Ο μπάρμπας μου μου έλεγε μ’ αυτήν πως είμαι ένας ακαμάτης και πως έφτασε η στιγμή της δουλειάς.
Ο μπάρμπας μου, φαινόταν στενοχωρημένος, όπως κι εγώ.

Αφού δίστασε λίγες στιγμές, μου ’πε τραυλίζοντας λίγο:

— Γιάννη, δεν έκαμες καθόλου καλά που δεν ήρθες να μου διηγηθείς το καθετί... Μια κι αγαπάς την Μπαμπέ κι η Μπαμπέ σ’ αγαπάει...

— Η Μπαμπέ μ’ αγαπάει! ξεφώνησα.

Ο μπάρμπας μου έκανε μια συνηθισμένη χειρονομία.

— Ε, άσε με να μιλήσω! Είναι περιττό να μου ξομολογηθείς... Μου τ’ ομολόγησε η ίδια.

— Σας τ’ ομολόγησε, σας τ’ ομολόγησε!


Και πήδηξα με ορμή στο λαιμό του μπάρμπα μου, του Λάζαρου.

— Ω! τι καλά! πρόσθεσα. Δεν της είχα μιλήσει ποτέ, αλήθεια... Σας το ’πε εμπιστευτικά, δεν είν’ έτσι;... Ποτέ δε θα τολμούσα να τη ρωτήσω αν μ’ αγαπάει, ποτέ δε θα μάθαινα τίποτα γι’ αυτό... Ω! Πόσο σας ευχαριστώ!

Ο μπάρμπας μου είχε γίνει κατακόκκινος.

Καταλάβαινε πως είχε κάνει μια γκάφα πρωτύτερα. Σκεφτόταν πως δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα την κορασιά και να τώρα που με βεβαίωνε, όταν εγώ δε τολμούσα ακόμη να ελπίζω. Σώπαινε τώρα. Εμένα η γλώσσα μου είχε λυθεί.

— Καταλαβαίνω τα πάντα, ξακολούθησα. Έχετε δίκιο. Πρέπει να δουλέψω, για να κάνω δική μου την Μπαμπέ! Μα θα δείτε τι παλικαρίσια που θα φερθώ... Ω, πόσο καλός είστε, μπάρμπα Λάζαρε και τι μετρημένα που μιλάτε!

Νιώθω τι φωνάζει η άνοιξη• θέλω κι ενώ να ’χω ένα πλούσιο θέρος, ένα φθινόπωρο γόνιμο. Είναι καλά εδώ, βλέπεις ολόκληρο τον κάμπο·
 είμαι νέος καθώς αυτός και νιώθω τα νιάτα μου μέσα μου, που ζητάνε να εκπληρώσουν το καθήκον τους...

Ο μπάρμπας μου με καθησύχασε.

— Καλά, Γιάννη, μου ’πε. Λογάριαζα από καιρό να σε κάνω παπά και γι’ αυτό το σκοπό σε δασκάλευα. Μα κείνο που είδα σήμερα στην ακροποταμιά, μ’ αναγκάζει να εγκαταλείψω για πάντα αυτό το αγαπημένο μου όνειρο. Ο Θεός, μας κυβερνά. Εσύ θ’ αγαπήσεις το Θεό με διαφορετικό τρόπο... Δεν μπορείς πια να μείνεις στο χωριό, που εκεί με τον καιρό και με τη δουλειά ποθώ ν’ αντρωθείς. Διάλεξα για σένα το επάγγελμα του τυπογράφου· η μάθησή σου θα σ’ ευνοήσει. Ένας φίλος μου τυπογράφος από τη Γκρενόμπλ, σε περιμένει τη Δευτέρα που μας έρχεται.




Arthur Hughes, The Young Poet (1849)


Μια ανησυχία με κυρίεψε.

— Και θα γυρίσω, για να παντρευτώ την Μπαμπέ; ρώτησα.

Ο μπάρμπας μου χαμογέλασε ελαφρά, δίχως ν’ απαντήσει αμέσως:

— Τ’ αποδέλοιπα ο Θεός τα κατέχει, είπε.

— Ο Θεός είστε σεις και πιστεύω στην καλοσύνη σας. Ω, μπάρμπα μου, φρόντισε να μη με ξεχάσει η Μπαμπέ! Πηγαίνω να δουλέψω γι’ αυτήν.

Τότε ο μπάρμπας μου μου ξανάδειξε τον κάμπο, που το φως χρυσό και θαλπερό τον πλημμυρούσε ολοένα.

— Να η ελπίδα, μου 'πε. Μη γίνεσαι γέρος σαν και μένα Γιάννη. Ξέχασε τα λόγια μου, τήρησε την άγνοια αυτού του κάμπου και συ. Δε σκέφτεται για το φθινόπωρο. Χαμογελάει χαρούμενος. Δουλεύει γερά κι αφρόντιστα. Ελπίζει. [.....]

Το βράδυ δεν μπόρεσα να δειπνήσω.

Ο μπάρμπας είχε καταλάβει δίχως άλλο τις σκέψεις που με βασάνιζαν, γιατί καμώθηκε πως δεν είχε προσέξει την ανορεξία μου.

Όταν ήρθε η ώρα να σηκωθώ, έτρεξα αμέσως να γυρίσω πίσω, για ν’ ανασάνω το λεύτερο αγέρα του κάμπου.[.....]




Arthur Hughes, The Long Engagement (1859)

...θέλω να υποσχεθείτε πως θα μ’ αγαπάτε για πάντα.


Βγήκα, για να δω την Μπαμπέ. Ήξερα πως ερχόταν κάθε βράδυ στο πρεσβυτέριο και πήγα να κρυφτώ πίσω από 'να φράχτη. Δε δείλιαζα πια, όπως το πρωί.

Εβρισκα πολύ φυσικό να την περιμένω εκεί δα, μια και μ’ αγαπούσε κι έπρεπε εγώ να της αναγγείλω την αναχώρησή μου.

Όταν ξεχώρισα τις φούστες της, μέσα στη διάφανη νύχτα, προχώρησα αθόρυβα. Ύστερα, σιγανά μουρμούρισα!

— Μπαμπέ, Μπαμπέ, είμαι εδώ.

— Εσείς, εσείς, κύριε Γιάννη, μου ’πε. Τι κάνετε εδώ, τι ζητάτε;

Ήμουν κοντά της, της έπιασα το χέρι.

— Μ’ αγαπάτε πολύ, δεν είν’ έτσι;

— Εγώ! Ποιος σας το 'πε αυτό;

— Ο μπάρμπας μου, ο Λάζαρος.


Έμεινε αποσβολωμένη. Το χέρι της άρχισε να τρέμει μέσα στο δικό μου. Όταν έκανε να φύγει, της έπιασα τ’ άλλο το χέρι.

Είμαστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο, μέσα σε κάτι σαν λακκούβα που σχημάτιζε ο φράχτης κι ένιωθα τη γρήγορη ανάσα της Μπαμπέ να χτυπάει ζεστή το πρόσωπό μου.




Arthur Hughe, Home From The Sea (1862)


Η δροσιά κι η σιγαλιά της νύχτας απλωνόταν αγάλια περίγυρο.

— Δε ξέρω, τραύλισε η κοπέλα, δεν το ’πα ποτέ αυτό... Ο δέσποτας δεν άκουσε καλά... Αφήστε με, να ζήσετε, είμαι βιαστική...

— Όχι, όχι,
ξανάπα, θέλω να μάθετε πως αύριο φεύγω και θέλω να υποσχεθείτε πως θα μ’ αγαπάτε για πάντα.

— Φεύγετε αύριο!

Ω! Τι γλυκιά φωνή, τι τρυφεράδα που είχε βάλει σ’ αυτήν η Μπαμπέ!

Θαρρώ πως ακούω ακόμα την ταραγμένη φωνή της, γεμάτη από πόνο κι αγάπη.

— Βλέπετε λοιπόν, φώναξα και γω με τη σειρά μου, πως ο μπάρμπας μου, ο Λάζαρος είπε την, αλήθεια.

Άλλωστε, δε λέει ψέματα ποτέ του. Μ’ αγαπάτε, μ’ αγαπάτε, Μπαμπέ! Τα χείλη σας, αυτό το πρωί, τ’ ομολόγησαν σιγαλά στα δάχτυλά μου.

Και την ανάγκασα να καθίσει στην άκρη του φράκτη. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη ερωτική μου συνάντηση, μέσα στη θεία της αγνότητα. Η Μπαμπέ με άκουγε σαν αδελφούλα. Δε φοβότανε πια, μου εμπιστεύτηκε την ιστορία της αγάπης της. Όρκοι επίσημοι, απλοϊκές εξομολογήσεις, ατέλειωτα σχέδια. Ορκίστηκε πως δε θα παντρευτεί άλλον από μένα, ορκίστηκα κι εγώ να την κάνω δική μου με τη δύναμη της δουλειάς και της αγάπης. Ένας γρύλος πίσω από το φράχτη συνόδευε με το ελπιδοφόρο τραγούδι του τη συνομιλία μας κι ολάκερος ο κάμπος, ψιθυρίζοντας μες στο σκοτάδι, χαιρότανε που μας άκουγε να κουβεντιάζουμε τόσο γλυκά.

Χωριστήκαμε, δίχως ν’ αγκαλιαστούμε.

Σαν γύρισα στο μικρό μου δωμάτιο, μου φάνηκε πως το ’χα εγκαταλείψει ένα χρόνο τουλάχιστον.

Εκείνη η μέρα, τόσο μικρή, μου φαινόταν ατέλειωτη από ευτυχία. Ήταν η ανοιξιάτικη μέρα μου, η πιο νωχελική κι ευωδιαστή της ζωής μου, που η θύμησή της σήμερα, γινότανε της νιότης μου η αλαργινή και συγκινημένη φωνή.


Arthur Hughes, A Spring Afternoon 


Εμίλ Ζολά, Οι τέσσερις μέρες του Γιάννη Γκουρντόν, Άνοιξη, εκδόσεις Σμυρνιωτάκης