Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Μάνες, μανούλες, μαμάδες.....των τραγουδιών κυράδες..

Pablo Picasso, Μητέρα και παιδί. 1902. Fogg Art Museum, Harvard University


  • Οι μανάδες των τραγουδιών, αλλοτινών καιρών Παναγιές γρηγορούσες και παρηγορήτισσες σε κάθε δάκρυ, μαράζι και στεναγμό. Κι άλλοτε σιωπηλές σαν αγίες, να σε χαϊδεύουν μέσα από το ακίνητο κάδρο μ΄όλη την έγνοια μαζεμένη στο βλέμμα τους ή μ’ ενα βιβλίο στο χέρι να προσμένουν βουβές, ξαγρυπνισμένες και χλωμές· «Άργησες, έφαγες; Είσαι καλά; Πες τα όλα στη μαμά!»
  • Μανούλες μαινάδες, όλο «μη και μη», μανάδες που σ’ απλώνουν το χέρι και τις κάνεις αρχηγό ή στα ζόρια τα δικά τους σ΄αφήνουν να γίνεις εσύ ο αρχηγός τους.
  • Μάνες, παλιές φιλενάδες, να ψηλαφίζεις το παρελθόν τους με αμαρτίες, ενοχές και αποσιωπήσεις και κείνες να σε παραδίδουν στη δική τους μοίρα, εσένα που θες να ζήσεις, να φύγεις, ν’ αγαπήσεις, να πιεις και να χορέψεις, αλλιώς πώς να τις αντέξεις; 
  • Μανάδες με ροζ κοκαλάκια, καθισμένες δίπλα σου στο θρανίο, ίδιες οι γκόμενες που σ' αρέσουν, εκτός κι αν καταφέρεις να μείνεις ισόβια μαζί τους, το δικό τους γλυκό παιδί.
  • Μανάδες που δεν χωράνε σε στίχους, που δεν μπορείς να τους πεις «σ’ αγαπώ», αλλά τους το γράφεις σε κασέτα για να τ’ ακούσουν νυσταγμένες πριν πάνε στη δουλειά.
  • Μανάδες που μοιάζετε σα δυο σταγόνες κι όσο μεγαλώνεις, πιάνεις με έκπληξη τον εαυτό σου να λέει μια ατάκα δικιά τους, να κάνει μια γκριμάτσα ίδια, να φτιάχνει στις γιορτές ένα γλυκό που μισείς, έτσι «για το καλό, για να μυρίσει το σπίτι...»
  • Μανάδες που όλα τα ’μαθαν και τίποτα δεν ξέρουν κι ίσως απλά έχουν την περιέργεια να γνωρίσουν ένα παιδί που δεν τους ανήκει, ένα γνωστό-άγνωστο παιδί, όχι ... όχι εξαιρετικό – η εξαιρετικότητα μόνο το Διάβολο μπορεί να ενδιαφέρει - ένα παιδί κοινό. 
  • Μανάδες που αγαπούν να αγαπάνε το παιδί τους, έτσι απλά, χωρίς προϋποθέσεις και κρυφά ανταλλάγματα, χωρίς θυσίες και μαρτύρια, ύποπτες συχνά καταθέσεις στην τράπεζα της ζωής με στόχο μελλοντική εξαργύρωση.

Pablo Picasso, Μητέρα και παιδί. 1922. Ιδιωτική Συλλογή.

Μάνα μου και Παναγιά 


Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
(από την ταινία «Ο γολγοθάς μιας αθώας»,1961, 
σε σκηνοθεσία του Κ. Στράντζαλη)

Ο ήλιος ήσουν κι η αυγή
της νύχτας το φεγγάρι
της μάνας μου ήσουν η ευχή
της Παναγιάς η χάρη

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά

Στον πυρετό ήσουνα δροσιά
κερί μες στο σκοτάδι
άστρο στην κοσμοχαλασιά
βασιλικός στον Άδη

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά


Μάνα, το μάννα τ΄ ουρανού

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική, ερμηνεία: Μίκης Θεοδωράκης
Αρκαδία II - III (1976)

Μάνα, το μάννα τ’ ουρανού, δέντρο του παραδείσου
στη ρίζα του ψηλού βουνού φύτεψα την ευχή σου

Κι απ’ την ευχή που φύτεψα, βγήκε στο φως μια βρύση
κι απ’ τα σκοτάδια γύρισε πουλί να κελαηδήσει.

Μάνα, το μάννα τ’ ουρανού κι όνειρο που δε σ’ έχει
στείλε μου πάλι μιαν ευχή, ο πόνος μου ν’ αντέχει


Η μάνα μου 

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Γιάννης Πουλόπουλος
Μίλα μου για τη λευτεριά (1971)

Η μάνα μου φοράει τσεμπέρι
σαν τις μανάδες τις παλιές
Παίρνει την Παναγιά απ’ το χέρι
και τρέχουνε στις γειτονιές

και σμίγουνε με τον κοσμάκη
που λέει το ψωμί ψωμάκι

Κι όταν γυρνάνε στα σοκάκια
σα δυο σκιές μες στην βραδιά
με τα φτωχά τους ρουχαλάκια
όλο βροχή και λασπουριά
δεν ξέρω να τις ξεχωρίσω
ποιανής το χέρι να φιλήσω




Μάνα

Στίχοι: Κ.Χ Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία : Νίκος Ξυλούρης
Φωνητικά - B΄ φωνή: Μέμη Σπυράτου
Ιθαγένεια (1972)

Μάνα μου πόσο μέστωνε το στάρι στις ταφόπετρες
πόσο γλυκό στη γέψη το ψωμί το ψυχοσάββατο
και το κρασί στυφή παρηγοριά στο ξόδι του παππούλη.
Στο γάμο του μικρού μικρού μεταλαβιά του βλάμη.

Κι όταν στην έρμη ρεματιά
φυτρώνουν οι μικρές ελιές
κι όταν μαζεύαμε καρπό σε ερωτικά νυχτέρια
κι όταν πιθάρια πήλινα το σώμα τρώγαν του λαδιού,
μάνα καλή το ξέραμε πως φύλαγες το πιο καλό
στην πιο κρυφή και σκοτεινή βενέτικη κασέλα.

Λίγο για τα βαφτιστικά, λίγο για τα στερνά στερνά,
λίγο για την αβασκανιά και την κακή την ώρα.

Μάνα κρασί, μάνα ψωμί, μάνα μ' ελιά και λάδι
μάνα μου χώμα και νερό, βάστα γερά το πρόσφορο
τώρα που θ' ανταμώσετε με τον παππού στον Άδη.


Μάνα μου μάνα 

Βυζαντινός Ύμνος της Μεγάλης Παρασκευής των Μαρωνιτών του Λίβανου.
Απόδοση στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο.
Διασκευή εναρμόνιση από τον Χριστόδουλο Χάλαρη
Χρύσανθος, Δροσουλίτες (1975)

Μάνα μου μάνα
στο δρόμο μου σπείρανε
πέτρα κι αψιθιά.
Μάνα μου μάνα
τα νιάτα μου γείρανε
κάτω απ’τα σπαθιά.


Ουρανέ μου
στείλε μου νερό
να ποτίσω την έρημο
να φυτρώσει
λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ’αέρινο
μάνα μου μάνα
την άνοιξη φέρε μου
πάνω στο σταυρό.


Μάνα μου μάνα
ηλιόλουστη μέρα μου
πότε θα σε βρω.


Ουρανέ μου
διώχ’τη συννεφιά
να περάσω τα σύνορα
κι ένα βράδυ
πάνω στα βουνά
να χτυπήσω τα σήμαντρα
μάνα μου μάνα
στα χέρια μου σήμερα
καίνε τα καρφιά.



Μάνα δε φυτέψαμε

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γιάννης Πάριος
 [ακούστηκε στην ταινία «Πρόκληση»( 1971) του Όμηρου Ευστρατιάδη] 

Έσπασε το κομπολόι σκόρπισαν οι χάντρες
πιάσανε το μοιρολόι ένα τσούρμο άντρες

Μάνα δε φυτέψαμε ούτε ένα λουλούδι
κι ακριβοπληρώσαμε δυο σπυριά ζωή
μάνα δεν τελειώσαμε ούτε ένα τραγούδι
ήλιο ζητιανέψαμε κι έχουμε καεί


Έσβησε η ασετυλίνη χίμηξε σκοτάδι
βούλιαξε στη Μυτιλήνη το στερνό καράβι

Μάνα δε φυτέψαμε ούτε ένα λουλούδι
κι ακριβοπληρώσαμε δυο σπυριά ζωή
μάνα δεν τελειώσαμε ούτε ένα τραγούδι
ήλιο ζητιανέψαμε κι έχουμε καεί





Τάχα μάνα μου θα ζήσω


Στίχοι, μουσική: Παντελής Παλαμίδης

Ηλίας Λιούγκος 
Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας (1981)

Η θάλασσα πλαταίνει
κι ο δρόμος μου μικραίνει
ο ήλιος ακριβαίνει
και η ζωή πικραίνει.

Τον κόσμο δέρνουν πόνοι, 
η εργατιά θυμώνει, 
αγύρτες στο τιμόνι 
κι ο πόλεμος σιμώνει.

Τάχα μάνα μου θα ζήσω
άλλο κόσμο να γνωρίσω; 

Στης φτώχειας το κονάκι
είναι σβηστό το τζάκι,
κορμιά ντυμένα ράκη
και το ψωμί φαρμάκι.

Απάνθρωπο το χρήμα, 
ελεύθερο το κρίμα, 
χαφιές σε κάθε βήμα
και ο καλός το θύμα.

Τάχα μάνα μου θα ζήσω
άλλο κόσμο να γνωρίσω;

Μανούλα μου


Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Λάκης Παππάς
Οδός Ονείρων (1962)

Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή
μάνα μου και πως βγαίνει
όσο κι αν τρέξει ο ποταμός
μάνα μου δε την πλένει


Τι να μου κάνουν δάκρυα δυο
και στεναγμοί σαρανταδυό, μανούλα μου
τι κι αν το δάκρυ μου νωπό
βουβό το στόμα και πικρό, μανούλα μου


Και τρέχω κάποιον για να βρω
να με ρωτάει και τον ρωτώ
τι θα γενεί, τι θα γενεί
ποιος θα πονεί, ποιος θα πονεί
μανούλα μου, μανούλα μου




Προσωπογραφία της μητέρας μου

Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Δήμητρα Γαλάνη (Σείριος)

Η ματιά σου χρυσή, γλυκό κρασί
ο λαιμός σου νησί, εγώ κι εσύ.
Μια φωτογραφία κάτι σαν αγία 
μες στο βάθος μιας πηγής.
Δέξου τη μαγεία που έχει η λειτουργία 
και το τέλος μιας φυγής.

Σιωπηλή με κοιτάς και με ζητάς
τη στιγμή σταματάς και με κρατάς
μέσα στο σκοτάδι που είναι σ’ ένα χάδι 
κι είναι σημάδι απ’ τον καιρό.
Δε θα σε ξεχάσω κι ούτε θα σε χάσω 
κάπου θα σε ξαναβρώ...


Τύψεις

Στίχοι: Ντίνος Χριστιανόπουλος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Ερμηνεία: Ανδρέας Καρακότας.
Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν.

Δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανηλέητα,
λόγια πιο πρόστυχα κι απ τις χειρονομίες.

Μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλωμή.


Μαμά

Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου

Μουσική: Charles Aznavour

Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Το παιχνίδι παίζεται (2010)


Έβαζες ψεύτικες φωνές, γελούσες κι έκανες πως κλαις
κι εγώ παιδί, α, ρε μαμά.

Πίσω μου τρέχεις μια ζωή, με ένα πιάτο και μια ευχή

τότε με κράταγες σφιχτά, τώρα κοιτάς από μακριά.

Μέσα απ` τα δόντια να μιλάς, σ` ακούω σαν τώρα "Μη με σκας"



"Δε θα σε ανεχτεί κανείς"
"Θα πας χαμένος, θα το δεις", α, ρε μαμά.

Ύστερα λόγια στο χαρτί "Συγγνώμη, σ` αγαπώ πολύ"
"Έίμαι δω", α, ρε μαμά.

Ζωγράφιζες και μια καρδιά, με νίκαγες με ζαβολιά
κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το Ave Maria

Ave Maria.

Χανόσουνα στη μουσική, εσύ γινόσουν το παιδί
κι εγώ ένας άγγελος στη γη, να σε προσέχω μια ζωή.

Τις πόρτες άνοιγες στο φως, να μπει ο ήλιος κι ο θεός
να μας φυλάει, α, ρε μαμά.

Τα βράδια ήσουν μια αγκαλιά κι ανάμεσα απ` τα φιλιά
έκανες τη φωνή λαγού, το λύκο και την αλεπού.

Και όταν γύριζα αργά "θα σου τα πάρω τα κλειδιά" 
"θα βρεις τις πόρτες πια κλειστές" 
"θα με πεθάνεις, αυτό θες;" α, ρε μαμά.

Μαμά, πού πας ...


Της μάνας η καρδιά 



Στίχοι: Alice Tori

Μουσική: Γιάννης Νικολάου
Παντελής Θαλασσινός
Οι άγγελοι του έρωτα ( 2005)

Ένα παλληκάρι ήτανε μια φορά,
που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά.

Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά, 
«ζήτα μου οτιδήποτε» τής λέει τρυφερά.

«Αν μ’ αγαπάς» τού είπε, με νάζι και καημό, 
«την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ»

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του, 
ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του.

«Δώσε μου μάνα την καρδιά, στα πόδια της ν’ αφήσω»
«Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω»

Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο, 
μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ’ τον πόνο.

Γυμνή η καρδιά τού μίλησε, προτού να ξεψυχήσει:
«Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι;»

Με ματωμένα χέρια φτάνει στο σπιτικό της,
«να η καρδιά που γύρευες» και την αφήνει εμπρός της.

Μα αυτή καν δεν τον κοίταξε κι άρχισε να γελάει, 
«μήπως θα `ταν καλύτερο να μου τη φέρεις Μάη...»


Μάνα μου

Στίχοι: Ελένη Ζιώγα
Μουσική: Νίκος Αντύπας
Γιάννης Κότσιρας 
Θεατής ( 1998 )

Στ’ άσπρα σεντόνια κρυφά, γέλια παιδικά
Σαν το ζυμάρι απαλά χέρια μου λευκά

Τότε της μάνας η αγκαλιά μας έχτιζε φωλιά στον ουρανό
Τώρα η αγάπη βουνό σώμα μου ορφανό

Δυο φανταράκια, σειρά
μάγουλα καυτά
Σαν τη φτερούγα ανοιχτά χέρια μου λευκά
Τότε της μάνας η αγκαλιά μας έπαιρνε τη φωτιά απ’ το μυαλό
Τώρα δε βρίσκεις νερό στόμα μου στεγνό

Μάνα μου σαν το πρώτο κλάμα μου
κάθε μου δάκρυ
της ζωής το θαύμα μου
Μάνα μου σαν το πρώτο γάλα μου κάθε μου αγάπη




Μαμά γερνάω
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Τάνια Τσανακλίδου
Μαμά γερνάω (1988)

Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και σ’ τα φέρνω.
Ρωτάς για την καριέρα μου
τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω.

Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα
για να `ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα.
Κι ανοίγω το ψυγείο σου, 
το "έλα" και το "αντίο" σου
ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ’ όλα.

Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα `χω φυλαγμένα.
Και τέλειωσα με άριστα
αλλά δεν έχω ευχάριστα, 
όλα στον κόσμο είναι γραμμένα.

Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες.
Και κοίτα, ένα μυστήριο
του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σαν δυο σταγόνες.

Μαμά, πεινάω
μαμά, φοβάμαι 
μαμά, γερνάω, μαμά. 
Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς: 
ωραία, νέα κι ατυχής. 



Μαμά

Στίχοι, μουσική, τραγούδι: Αφροδίτη Μάνου
Σαν Αφροδίτη (1986)

Μυρίζεις λουλουδόγαλα
μυρίζεις μαλεπί
μυρίζεις νυχτολούλουδο
μη με λησμόνει

κι αντί για ερωτόλογα
είσαι όλο μη και μη 
μην τρέχεις, μη μιλάς
μη μένεις μόνη

μα εγώ θέλω να ζήσω
να φύγω, ν’ αγαπήσω
να πιω και να χορέψω
αλλιώς πώς θα σ’ αντέξω

μανούλα μου, μαινάδα
δεν είμαι μαρμελάδα
στη γυάλα να με κλείνεις
στις φίλες σου να δίνεις

τον Αύγουστο σε στέλνω
για λουτρά στην Αιδηψό 
τσοντάρω και το Πάσχα 
για τη Βουλγαρία

μα ό,τι κι αν σου δίνω εγώ
μου φαίνεται λειψό
στην καθημερινή μας ιστορία 

με κάτι βασιλόπιτες
γλυκά του κουταλιού
με κάτι επετείους
μ’ εχεις ξελογιάσει 

ζηλιάρα μάνα του κουμ καν
και του κουτσομπολιού
η αγάπη σου στο τέλος θα με σκάσει 

μα εγώ θέλω να ζήσω
να φύγω, ν’ αγαπήσω 
να πιω και να χορέψω 
αλλιώς πώς θα σ’ αντέξω


Η μπαλάντα της Ιφιγένειας

Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου
Εμφύλιος έρωτας (1984)

Με
 πήρες κάποτε απ’το χέρι και δε σε ρώτησα πού πάμε
σου είπα με σένα δε φοβάμαι μάνα καλή μάνα μου έρμη
εσύ τον άντρα σου είχες χάσει κι εγώ είχα χάσει το γονιό μου
και τότε μάνα καλέ μάνα τότε σε βάφτισα αρχηγό μου

Κλείδωσες δυο φορές το σπίτι μας πήρες κι ήρθαμε στην πόλη
σαν τα κοράκια πέσαν όλοι έτσι όπως σε είδαν φοβισμένη
κι ακόνιζα παιδάκι πράμα τα νύχια μου και το μυαλό μου
με μια τρεμούλα μ’ένα φόβο μη γκρεμιστεί ο αρχηγός μου

Κι άρχισαν να κυλούν τα χρόνια όπως το χρώμα στη βατίστα
στην οικοκυρική μοδίστρα κι ο αδερφός μου στα καράβια
η Ελλάδα πήγαινε κι ερχόταν κι έγινε ο τρόμος καθεστώς σου
φοβήθηκα μη σε τσακίσουν και τότε έγινα αρχηγός σου

Και πάνω που άρχιζα να ορίζω ήρθε η αγάπη να με ορίσει
και μπλέχτηκα στο αλισβερίσι οι αγάπες μ’έβαλαν στη μέση
εσύ νοιαζόσουν μη πονέσω μα αυτές δε’βλέπαν τον καημό σου
κι όλες στο μάτι είχαν βάλει να ρίξουνε τον αρχηγό σου

Κι όταν με πήρε το τραγούδι ήμουν το στόμα των απόρων
έγινα στόχος των εμπόρων και θύμα της πολυγνωσίας
πήγαν να τρίξουν τα θεμέλια δεν ήταν τ’ αύριο πια δικό μου
τότε ξανάπλωσες το χέρι και σε ξανάκανα αρχηγό μου

Τώρα χαμένη εγώ στους ήχους και λυτρωμένη εσύ χορεύεις
η μόνη εσύ που με πιστεύεις σαν σου μιλώ μεσ’στα τραγούδια
τώρα αγαπώ μα δεν ορίζω τώρα δεν ψάχνω να ’βρω δίκια
τώρα το δρόμο μου τον βρήκα γκρεμίστηκαν τ’αρχηγηλίκια



Μητέρα, φίλη μου παλιά

Στίχοι, μουσική, τραγούδι: Χαρούλα Αλεξίου
Το παιχνίδι της αγάπης (1998)

Ένα χτενάκι στα μαλλιά
μια πινελιά πάνω στο γκρίζο
Μητέρα, φίλη μου παλιά
το παρελθόν σου ψηλαφίζω

Στο πιο κρυφό σου μυστικό
ψάχνω να βρω τι έχει φταίξει
Ποιο χρέος σου απλήρωτο
τη μοίρα μου έχει παγιδέψει

Τι δε μου ’χεις πει
Τι μου έχεις κρύψει
Ποιον αγάπησες, μητέρα
Ποιος σου έχει λείψει

Πώς θα λυτρωθείς
Πώς θα με λυτρώσεις
Στη δική σου μοίρα, μάνα
μη με παραδώσεις

Σε ποια ρωγμή του φεγγαριού 
είχες το πάθος σου κρυμμένο
Με τη ντροπή του κοριτσιού 
που ’ναι απ’ αγάπη ξεχασμένο

Πες μου ποιο θάνατο θρηνεί 
αυτή η ρυτίδα πλάι στο στόμα
Ποιαν ενοχή σου μακρινή 
πληρώνει το δικό μου σώμα


Μένω με τη μάνα μου


Στίχοι: Θοδωρής Γκόνης
Μουσική, ερμηνεία: Νίκος Ξυδάκης
Κάιρο Ναύπλιο Χαρτούμ (1989) 

Στους δρόμους μόνος μου γυρνώ
και όλοι με ρωτάνε
πού βρίσκομαι και πώς περνώ
και τώρα που κοιμάμαι.

Μένω με τη μάνα μου
γιατί μόνο αυτή σου μοιάζει.
Και δε με νοιάζει τι θα πουν
ούτε που με πειράζει.

Στο σπίτι μόνος μου γυρνώ
Μόνος μου κουβεντιάζω
Κι όταν τη μάνα μου κοιτώ
Εσένανε κοιτάζω




Εκείνη

Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Φοίβος Δεληβοριάς
Χάλια (1998) 

Γεννιέσαι την έχεις μητέρα
πηδάς στον αέρα σκας στο πάτωμα

εκείνη σε βάζει στην κούνια

στα μάτια σαπούνια και γαλάκτωμα 

Σου δείχνει πώς κάνει η πάπια
και μοιάζει με κάποια που `χες γκόμενα
στο μέλλον με τ’ άσπρα φωτάκια
και με τ’ αστεράκια τα φλεγόμενα

Μετά που σε στέλνουν σχολείο
στο δίπλα θρανίο εκείνη κάθεται
μικρή με τα ροζ κοκαλάκια
και τα ποιηματάκια που θα μάθετε
Για να σε προσέξει ρεψίματα κάνεις
χτυπιέσαι στους δρόμους πλακώνεσαι
της σπας με νεράντζια τα τζάμια
κι από την ταράτσα πηδάς και σκοτώνεσαι

Σηκώνεσαι κι είσαι δεκάξι
βαριέσαι στην τάξη γράφεις ποιήματα
το στήθος της θέλει να σπάσει
κυλιέται στα δάση και στα κύματα

Ποιος στίχος σου θα τη χωρέσει
που θέλει να αρέσει στους ακέφαλους
που δίνει φιλιά μες στα δόντια
κι ανοίγει τα πόδια σ’ άγνωστους φαλλούς

Την ψάχνεις το σκας απ’ το σπίτι
σε σέρνει απ’ τη μύτη αυτό το βάλσαμο
αυτή η μυρωδιά από γαζία 
αυτή η τυραννία σε τραβά ενώ
Κανένας βοηθός δεν υπάρχει
να πει τι έχεις πάθει τι σε πόνεσε
κι εκείνη δε λέει να κοιτάξει
γκαζώνεις τ’ αμάξι χτυπάς και σκοτώνεσαι

Λοιπόν έχω βγάλει και δίσκο
και πάλι δε βρίσκω εκείνο που `θελα
πριν βγω στη σκηνή νιώθω χάλια
αδειάζω μπουκάλια με θολά νερά

Μα σαν το συγκρότημα βγαίνει
μπροστά φωτισμένη εκείνη κάθεται
χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια
χωρίς ποιηματάκια που θα μάθετε

Περνάω την κιθάρα στο βύσμα
με πιάνει ένα πείσμα απογειώνομαι
αρχίζω τον πρώτο μου στίχο
τρυπάω τον τοίχο και σκοτώνομαι


Όχι μπάλα στο σαλόνι 

Στίχοι, Μουσική, τραγούδι: Κώστας Λειβαδάς
Κρατήσου από τη στάχτη (2010)

Όχι μπάλα στο σαλόνι
φύγε αμέσως από `κει
τα παπούτσια στο μπαλκόνι
θα σου φέρω τα πανιά
για να μπεις μέσα ξανά

Είσαι μούσκεμα παιδί μου
αύριο θα ΄χεις πυρετό
έτσι αρπάζουν πνευμονίες
μη γελιέσαι απ’ τον καιρό.

Όχι μπάλα στο σαλόνι
πιο σιγά τη μουσική
κι ούτε να το συζητήσεις
πως θα πάρεις μηχανή

Πες σε 'κείνη που σε παίρνει
να μιλά πιο ευγενικά
άντε στα μαθήματά σου
τ’ άλλα θα 'ρθουνε μετά

Δεν είναι αυτές παρέες
δεν είναι αυτά παιδιά
δεν έχετε σημαίες
ούτε και ιδανικά

Πες τα όλα στην μαμά

Όχι μπάλα στο σαλόνι
δεν είσαι πια παιδί
όλοι οι φίλοι σου τελειώσαν
το στρατό ή το χαρτί

Βάλε το χαρτί στην άκρη
και μετά κάνε ότι θες
άκου και κανέναν άλλον
είναι οι μέρες πονηρές

Βρήκα στα πράγματά σου χθες
λίγη απ’ την σκόνη
στ’ αλουμινόχαρτο
στην θήκη των γυαλιών

Πες μου τι γίνεται εδώ
και γιατί με έχετε
αφήσει όλοι μόνη μόνη
μια ζωή έφαγα, θυσία των αλλωνών

Όχι μπάλα στο σαλόνι
τι να πούμε και εμείς
που δεν είχαμε να φάμε
κι όμως βγήκαμε υγιείς

Ενώ εσείς τα `χετε όλα
όλα τα `χετε εσείς
Πέσαν τα καράβια σου έξω, 
μη σε φόβισε κανείς;

Πες τα όλα στην μαμά
όλα στην μαμά



Το γλυκό της το παιδί

Στίχοι, μουσική, τραγούδι: Ζακ Στεφάνου
Στο διάστημα δραπέτες (2003)

Κι αν αυτή γιορτάζει και δώρο δεν της πήρα
κι αν μ’ αγαπάει κι εγώ την τυραννώ
κι αν πολλά μου δίνει και λίγα μου ζητάει εγώ

Κι αν μ’ έχει γεννήσει κι είμαι 1, 60
κι αν της φωνάζω που είμαι κοντός
κι αν καμιά φορά στο σπίτι δεν τρώω
έτσι κι αλλιώς

Ένα δώρο σε μια όμορφη γυναίκα
που χει κάνει το πιο ωραίο παιδί της χαρίζω
κι αν δακρύζω δε μ’ αρέσει
είναι πολλή
η αγάπη που χει δώσει

Μα το ωραίο της παιδί δε θα τη προδώσει
πριν παλαβώσει θα της πει σ’ αγαπώ
κι αυτή θα το φιλήσει και θα πει
το γλυκό μου το παιδί

Κι αν το δωμάτιο μου είναι αχούρι
κι αν καμιά φορά φέρνω κακούς βαθμούς
κι αν συνέχεια σπάω τα σπυράκια στη μούρη
αυτούς

Ν’ ακούς που έχουν μια κιθάρα
και στον κόσμο μια μαμά και την αγαπούν
κι άμα δεν μπορούν να της το πουν
της το γράφουν και της το τραγουδούν

Αυτούς που έχουν μια κιθάρα
και στον κόσμο μια μαμά και την αγαπούν
κι άμα δεν μπορούν να της το πουν
της το γράφουν σε κασέτα
στ’ αυτοκίνητο το βάζουν

Και το πρωί όταν τ’ ακούσει
πριν δουλέψει νυσταγμένη θα σκεφτεί
το γλυκό μου το παιδί




Μάνα

Στίχοι και μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Ερμηνεία: Ρίτα Αντωνοπούλου
Ζωή μου μην αργείς ( 2014 )

Ώρα εφτά τρομαγμένη ξυπνώ, στ’ όνειρό μου είδα σύννεφο μαύρο.
Ένα κόκκινο αστέρι καθότανε πάνω του, μιλώντας μια γλώσσα παράξενη
όλο φωνήεντα σα μωρού παιδιού.
Στον ύπνο σου αν δεις μωρό, έλεγε η γιαγιά μου κουνώντας το κεφάλι δεν είναι 
καλό καθόλου καλό στενοχώρια κι’ ατυχία στενοχώρια κι’ ατυχία. 

Ώρα εφτά και μισή με καφέ προσπαθώ να ντυθώ έχω αργήσει.
Έξω η πόλη γκρινιάζει, φωνές κι’ αυτοκίνητα το τζιν δε μου μπαίνει ζορίζομαι. 
Άδειο στομάχι μου κάνε υπομονή δαγκώνω μια μπουκιά ψωμί μήπως και 
γλυκάνω του ονείρου μου τη γεύση δεν ήταν καλό καθόλου καλό στενοχώρια κι’ ατυχία στενοχώρια κι’ ατυχία.

Ώρα εννιά στο ταξί μ’ άλλους τρεις λαϊκά τραγουδούν στα ηχεία 
βρέχει κι’ έχει πορεία ακούω τα συνθήματα ν’ αλλάξει ζητάνε ο κόσμος μας 
πέτρα στομάχι μου άδεια μου ζωή.
Ανάβω ένα στριφτό βαρύ, μήπως το τσιγάρο με κάνει να ξεχάσω 
πως είδα ένα κακό όνειρο κακό στενοχώρια κι’ ατυχία
στενοχώρια κι' ατυχία. 

Δέκα η ώρα στο γιατρό σκοτεινή, περιμένω ν’ ακούσω τα νέα. 
Μ’ αρρωσταίνουν τα φώτα γυρνάει προς το μέρος μου ρωτάει 
να μάθει τι σκέφτομαι στέκεται όρθιος σηκώνομαι και’ γω. 
Υπογράφει ένα μπλε χαρτί μου λέει όλα εντάξει αυτό που περιμένω. 
Είναι θετικό το τεστ μου θετικό ποιος τι χάρη σου μου λέει 
έλα γέλασε μου λέει χαρά και ευτυχία χαρά και ευτυχία. 

Μάνα μου που ξαγρυπνάς εκεί ψηλά στον ουρανό κι’ ανησυχείς
για μένα εδώ στη γη που υποφέρω που προσπαθώ να γιατρευτώ
μετά από ένα χωρισμό. 

Μάνα, μες τη κοιλιά μου μεγαλώνει ένα μωρό. 

Εγώ που όλα τα έμαθα και τίποτα δεν ξέρω θα γίνω μάνα, μάνα μου.



Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Υπό την προστατευτική - και σε τεθλασμένη γραμμή βαδίζουσα - σκιά του Νίκου Γκάτσου....


Μη γίνεστε πεπρωμένο...

Αν κουραστείς από τους ανθρώπους 
κι είν’ όλα γύρω γκρεμισμένα
μην πας ταξίδι σ’ άλλους τόπους,
έλα σε μένα.....

Ο Νίκος Γκάτσος, «κατά τον ρουν της αταξίδευτης ζωής του», «χρόνια και χρόνια παλεύοντας με το μελάνι», «κατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια» της γνήσιας ποιητικής του φλέβας.

Δεν ταξίδεψε αλλά «μας ταξίδεψε» και θα μας ταξιδεύει πάντα σε κείνο το ταξίδι – φίδι, κι ας μη  βρεθεί λιμάνι σίγουρο. Μας ταξιδεύει και μέσα από τις τεθλασμένες διαδρομές του βίου του, ατάραχα φιλοπαίγμων και τρυφερά προστατευτικός απέναντι στην  σύντροφο- συνένοχό του Αγαθή Δημητρούκα, της οποίας «αυτοβούλως ανέλαβε την ευθύνη», όταν εκείνη, μαθήτρια ακόμα, ήρθε να ζήσει κοντά του.

Μέσα από τη «μυθιστορηματική αυτοβιογραφία» της «Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε το θάνατο» , η Αγαθή Δημητρούκα, ξεδιπλώνει τη δική της ιστορία, ξεδιαλύνοντας παράλληλα την προσωπικότητα του Νίκου Γκάτσου, και συστήνοντάς  μας άγνωστες πλευρές του.

Όσοι τον έζησαν λένε πως, η πιο αγαπημένη επωδός του Γκάτσου, όχι στα τραγούδια, μα στις συζητήσεις, με ανθρώπους μοναδικούς σε πνευματικό ανάστημα, ήταν αυτή: «Μη γίνεστε πεπρωμένο. Μην αφήνετε να γίνουν τα πράματα σαν να ’πρεπε να γίνουν. Παλέψτε το, ανατρέψτε το»

Τρέχω, πετάω, κυνηγάω πουλιά και όνειρα, 
και κάθε μέρα κολυμπάω σε πιο βαθιά νερά
Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, 
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.

Μα είναι φίδι το ταξίδι 
είναι χολή μαζί και ξύδι, 
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό
όμως εγώ δεν κάνω πίσω 
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω,
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω.... 

Είναι το τελευταίο τραγούδι της συνεργασίας του Μ. Χατζιδάκι με τον Ν. Γκάτσο. Η μουσική του Χατζιδάκι προυπήρχε στην ταινία "Αμέρικα Αμέρικα" του Elia Kazan με τίτλο "The voyage".


Φθινόπωρο του 1974... τηλεφωνήματα και γράμματα

Εκείνο το φθινόπωρο του 1974 έκανα τη μεγαλύτερη διαπίστωση της ζωής μου: η μετάφραση του Ματωμένου γάμου, η διασκευή και ραδιοσκηνοθεσία κάποιων θεατρικών έργων και οι στίχοι των τραγουδιών που με συγκινούσαν και περίμενα να τα ακούσω από το ραδιόφωνο σαν μηνύματα που εκπέμπονταν ακριβώς για μένα από έναν κόσμο μαγικό είχαν την υπογραφή «Νίκος Γκάτσος»

Κάτι άστραψε στο μυαλό μου, στην ψυχή μου, γύρω μου, και μ’ έκανε να τρέξω στο τηλεφωνικό κέντρο και να ψάξω στον κατάλογο το τηλέφωνό του: μπορεί οι αγαπημένοι ποιητές να είναι μοναδικά όντα, δεν παύουν όμως - και είχα ήδη το παράδειγμα του Ρίτσου - να είναι άνθρωποι μέσα στο κοινωνικό σύνολο και όχι εκτός, όπως τους νομίζουν οι άμουσοι.

Κι αφού βρήκα τον αριθμό, βρήκα και την τόλμη και του τηλεφώνησα.

«Λέγετε!» ακούστηκε ευγενικά μια αντρική φωνή.

Τι να πω;

«Καλημέρα σας! Με λένε... Είμαι μαθήτρια γυμνασίου από ένα χωριό του Μεσολογγίου... Βρήκα το τηλέφωνό σας στον κατάλογο...»

«Και τι θέλετε, δεσποινίς;»

«Να... να μιλήσω στον κύριο Νίκο Γκάτσο, τον ποιητή. Με συγχωρείτε για την ενόχληση».

«Πείτε μου! Σας ακούω».

«Αν... αν μπορούσατε να μου δώσετε τη διεύθυνση και την άδεια να σας στείλω ένα γράμμα».


Έτσι, έστειλα το πρώτο γράμμα προς τον κύριον Νικόλαον Γκάτσον, Σπετσών 101, Αθήναι 811.

Την τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, τηλεφώνησα για να πληροφορηθώ την τύχη της μικρομέγαλης γραφής μου.

«Βεβαίως και το έλαβα το γράμμα σας, δεσποινίς Δημητρούκα. Τους διάβασα τους στίχους σας. Είναι στίχοι αρχαρίου, καταλαβαίνετε τι εννοώ, αλλά, με την πείρα που έχω, σας συμβουλεύω να συνεχίσετε να γράφετε. Είμαι σίγουρος πως κάποτε θα γράψετε πιο ώριμα πράγματα. Χρειάζεται να προσπαθήσετε. Εξάλλου, τίποτα δεν πετυχαίνει κανείς με το πρώτο. Κι εσείς είστε πολύ νέα... Αλήθεια, δε θυμάμαι να μου είπατε, πόσων χρονών είστε ακριβώς;»

«Δεκαέξι... ή, μάλλον, δεκαεξήμισι!»

«Τι μου λέτε! Υπάρχουν ακόμα τέτοιες ηλικίες;»


Ο εύθυμος τόνος της φωνής του μου έδωσε το θάρρος να απαντήσω: «Έτσι φαίνεται! Και γι’ αυτό, σας παρακαλώ, μη μου μιλάτε στον πληθυντικό».




Με ύφος «πελοποννησιακό».....

Το τρίτο τηλεφώνημα είχε μεγαλύτερη διάρκεια και ύφος «πελοποννησιακό», αφού ο κύριος Γκάτσος με ρωτούσε εξεταστικά, προσθέτοντας και δεύτερο σκέλος στις ερωτήσεις του με το γνωστό επίμονο «γιατί;», αλλά ο πληθυντικός πληθυντικός.

«Πώς κι έχετε ένα τόσο σπάνιο όνομα;»

«Στα μέρη μου δεν είναι καθόλου σπάνιο».

«Γιατί;»

«Γιατί έχουμε το μοναστήρι της Αγιαγάθης, που γιορτάζει στις 23 Αυγούστου και γίνεται τριήμερο πανηγύρι στο Αιτωλικό και στη Σταμνά, με φουστανελάδες, καβαλάρηδες και πολλές ζυγιές όργανα».

«Είμαι περίεργος πώς να είστε άραγε. Θα μπορούσατε να μου περιγράψετε την εμφάνισή σας;»

«Πολύ ευχαρίστως: παρόλο που έδειχνα πως θα γινόμουνα ψηλή, μάλλον είμαι κοντή, με καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια, έντονα ζυγωματικά, μεγάλη μύτη και δέρμα σκούρο, μαυριδερό».

«Γιατί;»

«Γιατί, όπως μου λένε οι γονείς μου, επειδή δεν κάνανε παιδιά, έκανε ο πατέρας μου μια τράμπα με έναν γύφτο, του έδωσε ένα μουλάρι κι εκείνος τους έδωσε ένα παιδί που του περίσσευε».

«Χα χα χα. Και, πέρα από τα βιβλία του σχολείου, τι άλλο διαβάζετε;»

«Ό,τι βιβλίο ή εφημερίδα ή περιοδικό πέσει στα χέρια μου».

«Γιατί;»

«Γιατί μου αρέσει το διάβασμα, αλλά και από περιέργεια. Διαβάζω ακόμα και το χαρτάκι που θα βρω στον δρόμο».

«Και ποια βιβλία προτιμάτε;»

«Τα ποιητικά».

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω!» [.....]



Νίκος Γκάτσος, Αγαθή Δημητρούκα, στο εστιατόριο GB Corner




Συνεχίστηκαν τα τηλεφωνήματα και η αλληλογραφία. 

[.....] στις 25 Μαρτίου του 1975 του ζητούσα ακόμα να σταματήσει τον πληθυντικό, ενώ στις 2 Απριλίου τον καλούσα να έρθει με την οικογένειά του να κάνουμε μαζί Πάσχα - που εκείνη τη χρονιά εορταζόταν στις 4 Μαΐου -

Μου απάντησε αμέσως - παρόλο που γενικά δεν έγραφε γράμματα -, αρνούμενος την πρόσκλησή μου για το Πάσχα και εξηγώντας μου την οικογενειακή του κατάσταση.

Ανάμεσα στα λόγια, τα τραγούδια: έγραφε τότε τους Δροσουλίτες. Σε κάθε γράμμα μου έστελνε δακτυλόγραφους τους στίχους που ολοκλήρωνε και με ρωτούσε αν είχα ακούσει ποτέ κάποια από τις παλιές λέξεις που χρησιμοποιούσε. Παραξενεύτηκε που ήξερα τη λέξη «μπράτιμος», κι εγώ. επηρεασμένη από την έννοιά της του αδελφοποιτού - είχα ακούσει πως όταν ο προπάππος μου ήταν έφηβος έγινε μπράτιμος μ’ έναν συνομήλικό του και κατέβηκαν μαζί από το Ξηρόμερο στα πεδινά να ημερέψουν τη γη, που μόλις είχε ελευθερωθεί από τους Τούρκους, να την ξεχερσώσουν δηλαδή και να την πάρουν δική τους -, έκανα στον κύριο Γκάτσο καινούρια πρόταση: να έρθει στο χωριό μου στις 17 Μαΐου, που είχα τα γενέθλιά μου.




«Πέντε η ώρα που βραδιάζει»


Και ήρθε! Όχι όμως κατευθείαν: έπρεπε να τηρηθεί το σχετικό «πρωτόκολλο». Σταμάτησε στο Μεσολόγγι, στο ξενοδοχείο Θεοξένια, όπου είχε κλείσει δωμάτια για τον ίδιο και για τον κύριο Σπύρο - που, όπως φάνηκε αργότερα, ήταν απλώς για μια στάση, για να ξεκουραστούν από το ταξίδι -, και περίμενε ώσπου ο δεύτερος να έρθει στο χωριό, να με πάρει και να με οδηγήσει... ενώπιον του... «α las cinco de la tarde» («Πέντε η ώρα που βραδιάζει», F. G. Lorca, Llanto por ignacio Sanchez Mejias, απόδοση Ν. Γκάτσος)

Παρουσιάστηκα μπροστά του κατακόκκινη, λες και το πρόσωπό μου το τύλιγαν φλόγες· φορούσα μια ξεβαμμένη κόκκινη μακό μπλούζα, χακί παντελόνι σε στιλ μιλιτέρ και τις εμβληματικές για την εποχή ελβιέλες.

Εκείνος ήταν ένας καλοντυμένος κύριος με άσπρο πουκάμισο, μαύρη γραβάτα και σκούρο κουστούμι, μεγαλόσωμος, και στην ηλικία όχι πολύ μικρότερος από τον πατέρα μου, εμφανώς αριστοκράτης, με πρόσωπο που έλαμπε και με το βλέμμα του ζεστό όσο και η αγκαλιά του.

Τίποτα δεν πρόσεξα γύρω μου: ούτε το εσωτερικό του ξενοδοχείου ούτε τους ενοίκους του ή το προσωπικό του.

Τον κοίταζα και δεν ήξερα τι προσπαθούσα να καταλάβω.

«Πάμε» είπε στον κύριο Σπύρο, που ήταν εκεί, παρών, δεν είχε φύγει - και γιατί άλλωστε;-, αλλά εγώ δεν τον είχα αντιληφθεί. Έπειτα είπε και σε μένα: «Οι γονείς σου θα ανησυχούν». Κι όταν καθίσαμε στο ταξί, στο πίσω κάθισμα, μου έκανε τη συνήθη ερώτηση: «Διάβασες κάτι καλό αυτές τις μέρες;».

«Ναι» του απάντησα αστραπιαία. «Το Κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο!»

«Κι από ποιήματα;»

«Του Σεφέρη...»

«Και πώς σου φάνηκαν;»

«Σαν να τους βάζει ταβάνι· σαν να μην τα αφήνει να αγγίξουν τον ουρανό».

«Έτσι λες; Ο Σεφέρης πάντως είναι πολύ μεγάλος ποιητής. Δεν τον έχεις ανακαλύψει ακόμα».




Τραγούδι του Παλιού Καιρού


Γράφτηκε το 1961 για τα τριάντα χρόνια της Στροφής και πρωτοδημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο στις 25 Νοεμβρίου 1963, με αφορμή το ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού  στον Γιώργο Σεφέρη.


 Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς
απαγγελία: Γιάννης Φέρτης
δίσκος: Αργοναύτες - 2008 

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του Πόντου ναυαγό
που χάθηκε, μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ' τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ' αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα δεις κρυφά στο μέτωπό σου
να λάμπει μια απαλή μαρμαρυγή
τ' αλλοτινό πεφτάστερο, σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρπερεί στο βράχο το δικό σου.


Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.


..στης άπλας λιμνοθάλασσας το φως....

Κι όπως τον κοίταξα εκείνη τη στιγμή, «στης άπλας λιμνοθάλασσας το φως», το πρόσωπό του μου φάνηκε στικτό σαν του Νερούδα, που είχα δει σε φωτογραφίες εφημερίδων. Κι ένιωσα δέος που, ξαφνικά, μου είχε γίνει η γη τόσο οικεία σαν να είχε κρεμάσει όλους τους παράλληλους και τους μεσημβρινούς της στα επί είκοσι πέντε χιλιόμετρα τηλεγραφόξυλα, κολόνες της ΔΕΗ και καλώδια του δρόμου που οδηγούσε από το Μεσολόγγι στο χωριό μου.

Το τραπέζι ήταν στρωμένο. Η μάνα μου περίμενε στην πόρτα. «Καλώς τον κύριο Νίκο!» είπε εκείνη και, πριν ο κύριος Νίκος ανταποδώσει με ένα «Καλώς σας βρήκα!», «Καλώς τον Γέροντα!» τον υποδέχτηκε ο πατέρας μου. καθισμένος στην πολυθρόνα του από ώρα.

Ο κύριος Σπύρος έφερε τα καινούρια δώρα: μια βενεδικτίνη κι ένα γαλλικό κονιάκ για τους γονείς μου· μια γραφομηχανή Royal σε χρώμα σταχτί ανοιχτό με μια ταινία επιπλέον κι ένα πάκο χαρτί και πολλές ελβετικές σοκολάτες για μένα, από τις οποίες έδωσα και στις τρεις φίλες μου που ήρθαν να δουν τον ποιητή.

Στάθηκαν και οι τρεις τους στη σειρά, χαρωπές σαν καλημέρες, παρόλο που είχε αρχίσει να σουρουπώνει· κι αφού έκανα τις απαραίτητες συστάσεις και ο κύριος Γκάτσος τις ρώτησε με τι δουλειές καταπιάνονταν οι γονείς τους κι αν είχαν αδέρφια και πώς πήγαιναν στο σχολείο, γύρισαν στα σπίτια τους κι εμείς καθίσαμε για φαγητό.

Εννοείται πως η μάνα μου είχε φτιάξει την παραδοσιακή χορτόπιτα για ορεκτικό. Εννοείται πως είχε φτιάξει κι έναν κόκορα κοκκινιστό με χοντρά μακαρόνια για κύριο πιάτο. Φυσικά, εννοείται πως είχε φτιάξει και γλυκό: ένα ταψί ραβανί με μπόλικο σιρόπι.

Κι αφού φάγαμε και ήπιαμε, με τις ανάλογες ευχές και ευχαριστίες, κι αφού ανταλλάξαμε πληροφορίες για την οικογενειακή κατάσταση του καθενός και για τη ζωή σε πόλη και χωριό, οι δύο Αθηναίοι ζήτησαν από ένα μέτριο ελληνικό σε μεγάλο φλιτζάνι, γιατί είχαν να γυρίσουν στην Αθήνα.

«Κάνατε τόσο δρόμο και δε θα μείνετε ένα βράδυ;» ρώτησε ο πατέρας μου απορημένος, αλλά και πολύ σίγουρος ότι μπορούσαμε να τους φιλοξενήσουμε.

Κι η μάνα μου αντιπρότεινε: «Δε μένετε τουλάχιστον στο Μεσολόγγι, να μην ταξιδεύετε μέσα στη νύχτα;».

«Ευχαριστούμε, κύριε Σωτήρη. Κυρία Χρυσαυγή, καλά τα λες, αλλά μας περιμένουν οι δουλειές μας».

Έφυγαν κατά τις δέκα. Η μάνα μου τους έδωσε διάφορα καλούδια να τα μοιραστούν - εγώ έδωσα στον ποιητή μια επίπεδη πέτρα που πάνω της είχα σχεδιάσει με σινική μελάνη μια διαδήλωση.  


Την πέτρα αυτή, όταν το επόμενο σαββατοκύριακο ανέβηκα στην Αθήνα για να επισκεφτώ τον κύριο Γκάτσο, την είδα πάνω στα χαρτιά του να τη χρησιμοποιεί σαν πρες παπιέ.

«Τώρα που σταμάτησα εγώ, πρέπει κι εσύ να σταματήσεις να μου μιλάς στον πληθυντικό. Και να πάψεις να με λες κύριο Γκάτσο. Να με λες Νίκο» επέμενε, κρατώντας τα χέρια μου μέσα στα δικά του, τεράστια χέρια και κοιτάζοντάς με στα μάτια, όπως οι ειδικοί που προσπαθούν να κάνουν ένα μουγγό ή ένα κωφάλαλο παιδί να πει την πρώτη λέξη.


Ο Νίκος Γκάτσος με την Αγαθή Δημητρούκα, Αθήνα, 1975



«Άργησες είκοσι χρόνια!»

Για την Αθήνα έφυγα με το «ζαρμπί» μου, δηλαδή με το έτσι θέλω. Πήρα τη γραφομηχανή μου και τα ρούχα μου, πήρα και το λεωφορείο, και κατά τις δυόμισι το μεσημέρι χτυπούσα το κουδούνι της μονοκατοικίας της οδού Σπετσών 101 στην Κυψέλη.
Ο Νίκος με περίμενε.

«Άργησες» ήταν η πρώτη του κουβέντα.

«Μα...»

«Άργησες είκοσι χρόνια!»

«Πριν από είκοσι χρόνια δεν είχα ακόμα γεννηθεί...»

«Μάλλον έπρεπε να ήμουν εγώ είκοσι χρόνια νεότερος».



Βασίλης Γισδάκης, Νίκος Γκάτσος, Αγαθή Δημητρούκα, Μάνος Χατζιδάκις 


Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί Μεσολογγίτη ή Κεφαλλονίτη; 

«Εσύ που είσαι νέα κι έχεις το μυαλό σου φρέσκο τι από τα δύο προτιμάς: "Ο Γιάννης ο φονιάς/ παιδί μιας Πατρινιάς/ κι ενός Κεφαλλονίτη" ή "Ο Γιάννης ο φονιάς/ παιδί μιας Πατρινιάς/ κι ενός Μεσολογγίτη";»

«"Ενός Μεσολογγίτη"» απάντησα με σιγουριά.

«Για άκουσε και τη μελωδία, να δεις πώς πάει· άκου όλο το τραγούδι» κι άρχισε παράλληλα να μου το σιγοτραγουδάει.

«"Ενός Μεσολόγγιτη"» επανέλαβα με μεγαλύτερη σιγουριά.

«Γιατί;» με ρώτησε κατά τον πελοποννησιακό του τρόπο, αλλά χαμογελώντας.

«Γιατί, με το να είναι "παιδί Κεφαλλονίτη", μπορούμε να φανταστούμε ότι το "φονικό" το έκανε από την κεφαλλονίτικη τρέλα του· αν όμως είναι "παιδί Μεσολογγίτη", μας αφήνει να υποθέσουμε ότι η πράξη του είχε έναν κάποιο ηρωισμό, που ταιριάζει καλύτερα με τους υπόλοιπους στίχους και με το μυστήριο που κρύβουν "τα χέρια τ' ακριβά"».

«Έτσι λες;» με ξαναρώτησε στο ίδιο ύφος.

«Έτσι νομίζω· δεν έχει καμία σχέση με τον Τζώννη τον μπόγια, που πήγε "στ' Αργοστόλι/ και στην Κεφαλλονιά"...».

«Εντάξει λοιπόν, θα σου κάνω τη χάρη· θα τον βάλω τελικά "παιδί μιας Πατρινιάς/ κι ενός Μεσολογγίτη" ».

Και τότε κατάλαβα ότι καμία χάρη δε μου έκανε: έτσι το είχε βάλει από την αρχή και τόση ώρα διασκέδαζε μαζί μου. Για μένα πάντως αυτό ήταν το πρώτο μάθημα στιχουργικής. Μεσολάβησαν κι άλλα, όμως το δεύτερο σχετικά με τον «Γιάννη το φονιά» ήταν μιαν άλλη μέρα, που ήρθε η Μαρία Μπονέλλου στο σπίτι. Ο Νίκος μάς έβαλε ν’ ακούσουμε το τραγούδι από μια πρόχειρη κασέτα που του είχε δώσει ο Χατζιδάκις. κι αφού θαυμάσαμε την απέριττη ερμηνεία του Μητσιά, η Μαρία τον ρώτησε: «Ποιος ήταν αυτός ο Γιάννης ο φονιάς; Τι φονικό είχε κάνει;».

«Πού να ξέρω;» απάντησε ο Νίκος πολύ φυσικά.

«Πώς δεν ξέρεις, αφού εσύ το έγραψες;»

«Εγώ απλώς φαντάστηκα μια ιστορία· καθένας είναι ελεύθερος να την ερμηνεύσει όπως θέλει».

«Τη φαντάστηκες; Δηλαδή δεν είναι αληθινή;»

«Όχι βέβαια!»

«Δε σε πιστεύω· ψέματα μας λες!»




Έτσι μεγαλώσαμε...Με αλήθειες και με ψέματα κύλαγε η ζωή


Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αρκαδία, μετέφερε τη φύση της σε στίχους και ποιήματα, πότε σαν τον κηπουρό που απομονώνει φυτά για να βρουν χώρο να αναπτυχθούν και πότε σαν τον φυσιοδίφη που ανακαλύπτει σ' έναν ξερότοπο ένα ασθενικό βλασταράκι και το μεταφυτεύει σε πιο γόνιμο έδαφος με τη λαχτάρα να το δει ν' ανθίζει. 

«Σ’ αυτό τον ξερότοπο γεννήθηκες, κυρ Νίκο; Πώς ζήσατε σ’ εκείνα τα βουνά;» τον ρώτησε η μάνα μου μετά από μια εκδρομή που είχε κάνει με άλλες χήρες του χωριού στα μοναστήρια της Αρκαδίας. «Πώς ζει αυτός ο κόσμος χωρίς χωράφια; 'Ολο πέτρες και πεζούλες. πεζούλες, πεζούλες, με λίγο στάρι εδώ, πέντε ρίζες αμπέλι παραπέρα» έλεγε και σταυροκοπιόταν- γιατί ήταν μαθημένη σε πεδινά με βλάστηση και σε παραθαλάσσια μέρη-, ξεχνώντας την τραχύτητα της δικής της ζωής.

«Σ’ αυτό τον ξερότοπο γεννήθηκα, κυρία Χρυσαυγή» της απαντούσε εκείνος «κι η ζωή τότε ήταν ακόμα πιο δύσκολη».




Η Ασέα του 1927 (Φωτο: Σύλλογος Ασεατών)



Μου τα ’χε πει. μου τα ’λεγε τις νύχτες που καθόμασταν κι ακούγαμε τραγούδια στο ραδιόφωνο. Τα ήξερα σαν να είχαμε συναντηθεί στην παιδική μας ηλικία· σαν να είχαν αυτονομηθεί οι ζωές μας και να εξακολουθούσαν να συναντιούνται στην πρώτη εκείνη ηλικία, κρυφοκοιτάζοντάς μας στον παρόντα χρόνο.

«Ο πατέρας μου, Γεώργιος Γκάτσος, ήταν ο πρώτος απ’ όλο τον δήμο Βαλτετσίου που έφυγε μετανάστης στην Αμερική. Δεν είχε παντρευτεί ακόμα· πήγε να βγάλει λεφτά για να ξεχρεώσει την περιουσία, που ο δικός του πατέρας την είχε βάλει ενέχυρο σ’ έναν τοκογλύφο στην Τρίπολη κι έληγε η προθεσμία.

»Βλέπεις. ο παππούς μου είχε την πετριά να θέλει να γίνει δήμαρχος και του κλαιγόταν ο ένας "Μπαρμπα-Θανάση, να σε ψηφίσω, αλλά γεννάει η γυναίκα μου και πώς θα πληρώσω τη μαμή;" και του έδινε λεφτά ο παππούς μου. Και του κλαιγόταν ο άλλος "Μπαρμπα- Θανάση, να σε ψηφίσω, αλλά το μουλάρι μου ψόφησε και πρέπει να πάρω άλλο" και του έδινε κι αυτουνού.. Έτσι, από την επιπολαιότητά του, βρέθηκε με την περιουσία του υποθηκευμένη και με τα παιδιά του στην Αμερική, γιατί, μόλις ο πατέρας μου είδε πώς είχαν εκεί τα πράγματα, πήρε σιγά σιγά κι όλα τ’ αδέρφια του, στις αρχές του εικοστού αιώνα.

»Τελικά, όταν κατάφεραν να ξεχρεώσουν την περιουσία, τα μικρότερα αδέρφια παρέμειναν στην Αμερική κι εκείνος με τον θείο μου τον Λεωνίδα γύρισαν στην Ασέα, που είχε ακόμα το σλάβικο όνομα Καντρέβα. Έπειτα μοίρασαν το σπίτι - μικρό βέβαια, αλλά από τα ωραιότερα σπίτια του χωριού: γύρω γύρω και λίγο κάτω από τα κεραμίδια είχε μια μπορντούρα από φυλλαράκια σε χρώμα λουλακί πάνω στον ασβεστωμένο τοίχο - και παντρεύτηκαν.

»Η μάνα μου. Βασιλική Βασιλοπούλου, ήταν από την πάνω γειτονιά και τα δικά της αδέρφια κατέληξαν μετανάστες στον Καναδά. Ήταν δεκάξι χρόνια μικρότερη από τον πατέρα μου. 
Έκαναν, λοιπόν, ένα αγόρι που τους πέθανε, έπειτα έκαναν εμένα και μετά από δύο χρόνια την αδερφή μου. »

»Ασχολούνταν με αγροτικές δουλειές κι εμάς μας κράταγε η κυρούλα μας, η μάνα της μάνας μας, που τη φώναζαν Ζαρογιαννού, αφού του άντρα της του είχαν βγάλει το παρατσούκλι Ζαρόγιαννης. "Είχε ζάρες ο πατέρας σου και τον είπαν Ζαρόγιαννη;" ρώτησα όταν μεγάλωσα τη μάνα μου. "Όχι, παιδί μου" μου απάντησε εκείνη "τον είπαν Ζαρόγιαννη γιατί ήταν χοντρός σαν ζάρα, σαν πιθάρι".
»Το παρατσούκλι του δικού μου πατέρα ήταν Ζώτας, επειδή έτσι έλεγε μικρός το γιώτα· γι’ αυτό και τη μάνα μου τη φώναζαν Ζώταινα.
»Εμένα όμως τα παιδιά - που συχνά είναι πολύ σκληρά - μου είχαν βγάλει το παρατσούκλι Τρεμουλίνος, επειδή τρέμανε τα χέρια μου και τότε. Υποθέτω πως άρχισαν να τρέμουν μόλις έμαθα για τον θάνατο του πατέρα μου· κάποιο κλονισμό θα έπαθα, γιατί, αλλιώς, πώς εξηγείται να μη θυμάμαι καθόλου την εικόνα του, σαν να την έχω απωθήσει από τη μνήμη μου; Ήμουνα σε ηλικία που έπρεπε να τον θυμάμαι. 


Πώς θυμάμαι ότι είχαμε πάει στην πάνω γειτονιά για να μάθουμε νέα του από κάποιον που είχε γυρίσει από την Αμερική, καθώς ο πατέρας μου είχε φύγει δύο μήνες πριν για να πάει μια κοπέλα από το χωριό γυναίκα σ’ έναν αδερφό του; Εκεί μας είπαν το φοβερό μαντάτο:

"Έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και δύο μέρες προτού φτάσουν στη Νέα Υόρκη πέθανε και τον πέταξαν στη θάλασσα". Η μάνα μου δεν είπε λέξη. Κατέβασε το μαντίλι της να της σκεπάζει τα μάτια, μας έπιασε σφιχτά από το ένα χέρι εμένα κι από το άλλο την αδερφή μου και κατεβήκαμε αμίλητοι στο σπίτι μας. Εμάς μας άφησε στην αυλή - όπου άρχισε να μαζεύεται κόσμος - κι εκείνη κλείστηκε στο σπίτι και ξέσπασε σε κλάματα και θρήνους: ήταν περήφανη· δεν ήθελε να δει κανένας τον πόνο της.



Φοιτητής (δεξιά στη φωτογραφία), ο Νίκος Γκάτσος, επισκέπτεται την Ασέα το 1930 


»Τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ για εκείνη: έπρεπε τώρα να κάνει και τις αντρικές δουλειές. Όσο μπορούσε, τη βοηθούσε κι ο θείος μου ο Λεωνίδας, που ερχόταν τα βράδια στην πάνω γωνιά - εκείνος είχε πάρει στη μοιρασιά του σπιτιού την κάτω - και ρώταγε τη μάνα μου: 
"Γριά"- κι ας μην ήταν ούτε τριάντα χρονών- "έχεις φαί απόψε;". "Έχω, αφέντη Λεωνίδη" του απαντούσε εκείνη και τότε αυτός έπαιρνε το λαδικό και μας έριχνε το λάδι στα πιάτα μας με οικονομία. Στα μέρη μας δεν ευδοκιμούσαν τα ελαιόδεντρα και γι’ αυτό οι άντρες πήγαιναν εργάτες στη Μεσσηνία όταν ήταν να μαζέψουν τις ελιές, όπου πληρώνονταν σε λάδι. Εμείς το αγοράζαμε κι ο θείος μου, για να μην το σπαταλάμε. είχε σκαρφιστεί ένα τέχνασμα: κράταγε το λαδικό κι έριχνε στον καθένα μας - και στα δικά του παιδιά - μία σταγόνα για κάθε χωριό του τότε δήμου Βαλτετσίου: Μάναρη, Πάπαρη, Καντρέβα ανέβα και κατέβα... δεκατέσσερα τα χωριά, δεκατέσσερις και οι σταγόνες το λάδι. "Ξέχασες την Αραχαμίτα" του φωνάζαμε, μήπως και μας έριχνε μια σταγόνα παραπάνω, ή "Ξέχασες το Κεραστάρη", γιατί το βλέπαμε και σαν παιχνίδι.

»Έτσι μεγαλώσαμε· τι νομίζεις; Με αλήθειες και με ψέματα κύλαγε η ζωή. Έτσι μεγαλώσαμε και γίναμε άνθρωποι.

»Μετά το φαγητό, η κυρούλα μας έφευγε για να κοιμηθεί στο σπίτι της, "να μην το αφήσει μοναχό". Πολλές φορές όμως, πριν βγει από την αυλή μας, κοντοστεκόταν: "Ένας φουστανελάς κάθεται σ’ εκείνο το λιθάρι και στρίβει το τσιγάρο του· θα το τελειώσει και θα φύγει. Τότε θα φύγω κι εγώ· δε θέλω να χαλάσω την ησυχία του". Έβλεπε ονειροφαντασιές. αλλά κανένας δεν την παρεξηγούσε. Έπειτα από λίγο μάς φώναζε από κάτω "Έφυγε", μας καληνύχτιζε κι έφευγε κι εκείνη.




Τη μάνα μου την έβλεπα σαν την Παναγιά...

»Τραχιά ζωή για τη μάνα μου, που ήταν χήρα, τραχιά και για μας, που ήμασταν ορφανά. "Να μάθετε γράμματα, να φύγουμε μια μέρα από δω" μας έλεγε. Κι εγώ πήγαινα στο σχολείο, και τα απογεύματα, προτού να πέσει ο ήλιος, καθόμουν στο περβάζι του παραθυριού ώσπου να τη δω να ανεβαίνει από τον επάνω κάμπο ή από την Κάτω Ασέα καβάλα στο γαϊδούρι και πίσω ν’ ακολουθεί το μουλάρι φορτωμένο, για να πω στην αδερφή μου: "Η μάνα μας! Έρχεται η μάνα μας!". Φοβόμασταν μην την πάρει η νύχτα, γιατί στα βουνά νυχτώνει απότομα, και χαθεί και μείνουμε έρημα στον κόσμο. Κι εκεί, στο παράθυρο, για να διασκεδάζω τον φόβο μου, επαναλάμβανα δυνατά τα μαθήματά μου ή έλεγα κάνα τραγούδι -θυμάμαι το τσάκισμα: "Για δέσ’ το, Νικολίνα, το Ζέππο το σκυλί/ γιατί θα με δαγκώσει και το 'χω προσβολή"- ή απάγγελλα κανένα ποιηματάκι από το αναγνωστικό· κι αν η μάνα μου δεν είχε έρθει ακόμα, έπιανα τα δύο ποιήματα - δύο στιχουργήματα - που είχε σκαρώσει ο πατέρας μου πριν από το τελευταίο του ταξίδι στην Αμερική.

Ο
 Γκάτσος την υπεραγαπούσε τη μάνα του και μάλιστα μου έλεγε πόσο είχε μετανιώσει που όταν ήταν νέος τη βασάνιζε την καημένη κάνοντας του κεφαλιού του ή λέγοντάς της ψέματα, όπως ένα καλοκαίρι που, ενώ εκείνη με την αδερφή του θα κατέβαιναν στην Ασέα για τις αγροτικές δουλειές, εκείνος της είπε ότι έπρεπε να μείνει στην Αθήνα για να διαβάσει για το πανεπιστήμιο, κι αφού της ζήτησε χρήματα για να αγοράσει συγγράμματα, έκανε κρυφά το μοναδικό ταξίδι του στο εξωτερικό, στο Παρίσι, για να δει από κοντά τα κινηματογραφικά στούντιο. Και συμπλήρωνε: «Αλλ’ από τότε που έγινα δεκαεννιά με είκοσι χρονών, δεν την ξαναστενοχώρησα· την έβλεπα σαν την Παναγιά».


Ο Νίκος Γκάτσος στο παράθυρο του δωματίου του στη μονοκατοικία της οδού Σπετσών 101 στην Κυψέλη

Από την οδό Σπετσών 101 στην οδό Υακίνθου 6-8...


«This girl annoys me!» είπε στον Νίκο, εννοώντας εμένα, το καλοκαίρι του 1978, ένας ξάδελφός του από τον Καναδά, που είχε έρθει με τη γυναίκα του και το μωρό τους. Τους ενοχλούσε η παρουσία μου πλάι του, η αφοσίωσή μου. Ήθελαν να τον βρουν έρημο, καταρρακωμένο και μόνο του, αλλά και πένητα, που θα πρόσμενε γονατιστός την ελεημοσύνη τους – για το ανέστιος θα προσπαθούσαν οι ίδιοι στη συνέχεια.

Δυστυχώς για τον Νίκο, ο ξάδερφός του είχε έρθει αποφασισμένος να τον διώξει από το σπίτι που οι ποιητές της γενιάς του ’30 και οι συνεργάτες του το ήξεραν ως δικό του και συναντιόνταν εκεί τα βράδια - όπου ο ίδιος είχε γράψει την Αμοργό, είχε μεταφράσει τον Ματωμένο γάμο και πολλά άλλα έργα του διεθνούς δραματολογίου και είχε γράψει τόσα και τόσα τραγούδια για μικρούς και για μεγάλους δίσκους, με πρώτο το ανεξίτηλο «Χάρτινο το φεγγαράκι», σε μουσική του Χατζιδάκι, και με τελευταίο τον κύκλο Το Δρομολόγιο σε μουσική του Μούτση - και όπου έμενε από το 1935, όταν ο αδερφός της μάνας του έφυγε για να εγκατασταθεί οριστικά στον Καναδά, αφήνοντας το σπίτι στην αδερφή του και στα παιδιά της διά λόγου, χωρίς χαρτιά.

Έτσι, σαράντα τρία χρόνια μετά, μόλις ο θείος πέθανε, ο ξάδερφος ήρθε για να πει στον Νίκο να φύγει από το σπίτι το συντομότερο κι όσο θα έμενε να του πληρώνει νοίκι.

Του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι. Ήλπιζε πως θα ζούσε και θα πέθαινε εκεί όπου είχαν ζήσει και πεθάνει η μάνα του και η αδερφή του. Αρρώστησε. Ωστόσο μάταια προσπάθησαν φίλοι του νομικοί να τον πείσουν να μην πληρώσει νοίκι και να διεκδικήσει το σπίτι για δικό του. Μείναμε ακόμα ενάμιση χρόνο, κι εκείνος συνέχιζε την ώρα του εσπερινού ν’ ανοίγει την πόρτα ενός μικρού δωματίου που παρέμενε κλειστό, ν’ ανάβει το 
καντηλάκι πλάι στο κρεβάτι που ήταν άλλοτε της μάνας του και να ξαναβγαίνει, κάνοντας τον σταυρό του σαν να προσευχόταν:


Τάχα ποιο χέρι θα σου βάλει 
Μια χούφτα χώμα του Μοριά; 
Μάνα μικρούλα πορτοκαλιά 
Ρίξε στη γη σου το πορτοκάλι. 
αγκαλιά 
Αγάπη, θάλασσα πλατειά



Νίκος Γκάτσος, Πορτοκαλιά της Αίγινας, Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο [Ανέκδοτα ποιήματα/σχεδιάσματα],επιμέλεια Ευγένιος Αρανίτσης εκδ. «Ίκαρος», Αθήνα 1994.


Τα παλιά τα σπίτια τα κλεισμένα.....


Με σιδεροπρίονα διαλύσαμε αυτό το κρεβάτι, για να μην μπορέσει να το χρησιμοποιήσει κανείς άλλος. Καταστρέψαμε και το δικό του. Αδειάσαμε το υπόγειο από ρούχα που είχε μαζέψει η αδερφή του για να τα πάει σε παιδιά και γυναίκες του χωριού. Κι όλα τα πήρε ο κύριος Σπύρος με το φορτηγάκι ενός γνωστού του και τα πέταξε σε κάποια ερημιά.

Τα έπιπλα ήταν του σπιτιού. Σ’ εκείνον ανήκαν μόνο οι βιβλιοθήκες με τα βιβλία τους και το γραφείο του, που το έδωσε σε μένα. Τα φορτώσαμε, μαζί με δίσκους, κασέτες, διάφορα κασετόφωνα, μια μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση Sharp, κουζινικά, ρούχα, στρωσίδια και σκεπάσματα, που κάποια τα είχε υφάνει η μάνα του όταν ήταν νέα, και το σχεδιαστήριό μου, στο φορτηγάκι, που τώρα το οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του. Ο κύριος Σπόρος είχε έρθει με το ταξί του για να μας πάει από την οδό Σπετσών 101 στην οδό Υακίνθου 6-8, λίγο πάνω από την πλατεία Κυψέλης. Εκεί, μας βοήθησαν και οι δύο να μεταφέρουμε τα πράγματα στο διαμέρισμα που είχαμε από μήνες νοικιάσει και επιπλώσει με τα εντελώς απαραίτητα και έκτοτε ο Νίκος δεν ξαναπέρασε ποτέ από τον παλιό του δρόμ
ο.


Τα παλιά τα σπίτια τα κλεισμένα
πάντα κρύβουν κάτι και για μένα
πράγματα γνωστά
πράγματα πιστά
πράγματα ζεστά κι αγαπημένα
πράγματα γνωστά
πράγματα πιστά
πράγματα ζεστά λησμονημένα....


Χρόνε νυχτοπούλι παγερό, Χειμωνιάτικος ήλιος,Έργο 44 (1983).  

Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις, Μανώλης Μητσιάς



Τι λησμονήσαμε άραγε; Την πιθανότητα το σπίτι να πωλείτο. Ο Δημογεροντάκης ήταν σίγουρος ότι θα βρίσκαμε τρόπο να το αγοράσουμε· το ίδιο και η Μούσχουρη. Ρωτήσαμε στο μεσιτικό γραφείο που μας υπέδειξαν οι γείτονες. Ήταν πολύ αργά.

Μήπως όλα όμως υπόκειντο στην εποπτεία του Γκάτσου, ο οποίος το μόνο ίχνος που ήθελε να αφήσει επί της γης ήταν το έργο του κι εκείνος να περάσει από τη ζωή «σα λαμπηδόνα καλοκαιριού και στερνοβρόχι του Μάη», «σαν ένα δάκρυ της θάλασσας»;




Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013



Η ζωή προχωράει με τεθλασμένες

Η διαδρομή που επαναλάμβανε ο Γκάτσος - κι εγώ μαζί του- ήταν ακριβώς αυτή: από τη Σπετσών, περπατώντας, φτάναμε στην Κυψέλης μέσω της Σκύρου - παίρναμε ταξί και, κατηφορίζοντας την Κυψέλης, συνεχίζαμε Κοδριγκτώνος, Πατησίων, Αιόλου, Σταδίου, Αμερικής, κατεβαίναμε στη γωνία με την Πανεπιστημίου, αγοράζαμε από το περίπτερο ελληνικές και ξένες εφημερίδες και περιοδικά και προχωρούσαμε για του Φλόκα.

Για την επιστροφή στο σπίτι, παίρναμε ταξί απέναντι από του Φλόκα, δηλαδή έξω από το Ιλίου Μέλαθρον - τότε Άρειο Πάγο- και συνεχίζαμε Ομόνοια, 3ης Σεπτεμβρίου, Μάρνη, Πατησίων, Τροίας, Σπετσών.[ Μετά τη μετακόμιση στην οδό Υακίνθου, η διαδρομή, ελαφρά τροποποιημένη: "Ομόνοια, 3ης Σεπτεμβρίου, Μάρνη, Πατησίων, Φωκίωνος Νέγρη, κάναμε τον γύρο της πλατείας Κυψέλης και σταματούσαμε στη γωνία με την Υακίνθου."]

Τι εμμονή κι αυτή που είχε ο Γκάτσος με τις διαδρομές! Διαμαρτύρονταν οι ταξιτζήδες, «Σε παρακαλώ, θα σου δώσω κάτι παραπάνω» τους έλεγε - κάτι παραπάνω που έτσι κι αλλιώς θα έδινε.[....]

Προσπάθησα πολλές φορές να κατανοήσω την εμμονή του με τις διαδρομές, που μ’ έβαζε να τις ακολουθώ ακόμα κι όταν ήμουν μόνη μου. Την απέδιδα σε μια εντελώς προσωπική του αντίληψη της γεωγραφίας· όμως υπήρχε ακόμα κάτι που μ’ έβαζε σε σκέψεις: Γιατί όταν φεύγαμε από τα εστιατόρια, πριν πάρουμε ταξί ή το αυτοκίνητο για να γυρίσουμε σπίτι, μπαίναμε στα διπλανά μαγαζιά, δήθεν για να δούμε βιτρίνες και προθήκες; Και γιατί όταν γυρνούσαμε στο σπίτι από τις μικρές μας εκδρομές επαναλάμβανε κάπως άτσαλα στην είσοδο της πολυκατοικίας μια ιεροτελεστία βημάτων, όπως κάνουν οι λαγοί έξω από τις φωλιές τους για να μπερδέψουν τον κυνηγό;

Γιατί ήθελε να ακυρώσει την ευθεία. Το κατάλαβα όταν είδα το καρδιογράφημα του τέλους: ευθεία οδός, ο θάνατος. Η ζωή προχωράει με τεθλασμένες.

Αγαθή Δημητρούκα, Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο, εκδόσεις Πατάκη



Περιμένοντας ταξί στο φανάρι Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις, Αγαθή Δημητρούκα



Πηγές

Νίκος Γκάτσος, σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 30.IV.2015 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)