Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Ενότητα 2η, Γλώσσα- Γλώσσες και πολιτισμοί του κόσμου

Οι γλώσσες που χάνονται





Η Ευρώπη δεν μετρά μόνο τις 23 επίσημες γλώσσες της ΕΕ: οι γλώσσες της είναι πολλές εκατοντάδες και από αυτές περίπου 120 θεωρούνται κοντά στην εξαφάνιση, μια σιωπηλή απώλεια που η επιτροπή Πολιτισμού του ΕΚ συζήτησε με ειδικούς στις 20 Μαρτίου. Ο Γάλλος ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Φανσουά Αλφονσί, ο οποίος ετοιμάζει σχετική έκθεση, δέχθηκε να μας μιλήσει για το πρόβλημα.


Κάθε λίγες εβδομάδες άλλη μία γλώσσα εξαφανίζεται παγκοσμίως, εξήγησε στην ημερίδα της επιτροπής Πολιτισμού ο Κρίστοφερ Μόουζλι, υπεύθυνος για τον Ατλαντα γλωσσών που κινδυνεύουν της UNESCO, εξηγώντας ότι το σήμα κινδύνου έρχεται όταν διαπιστώνεται ότι τα παιδιά έχουν πάψει να την χρησιμοποιούν και εκείνοι που την χρησιμοποιούσαν κάποτε είτε την εγκαταλείπουν είτε χάνονται σιγά σιγά.

Πόσοι μιλούν πια ελληνικά του Πόντου, λομβαρδικά, τη γλώσσα της Πικαρδίας, ή της Πολεσίας ή ακόμα τα δυτικά σέλτερσκ της Φριζίας στη βόρειο Ολλανδία; Ελάχιστοι, στην καλύτερη περίπτωση. Κι όμως "ο γλωσσικός πλούτος βρίσκεται στην ψυχή της Ευρώπης" εξηγεί ο Γάλλος ευρωβουλευτής που θέλει να δει το ΕΚ να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προστασία και προώθηση των γλωσσών που κινδυνεύουν: "η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκατοντάδες γλώσσες και κάθε μία είναι μέρος της ευρωπαϊκής ταυτότητας"...

Στην έκθεσή του παραθέτει όχι μόνο το πρόβλημα αλλά και θετικά παραδείγματα και ενδεχόμενες λύσεις, όπως το παράδειγμα της Φινλανδίας που έχει επτά γλώσσες που κινδυνεύουν αλλά δεν έχουν ακόμα χαθεί.

"Χωρίς σαφή στήριξη στο ευρωπαϊκό, το εθνικό και το τοπικό επίπεδο θα δούμε τη γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης να συνεχίσει να χάνεται στις δεκαετίες που έρχονται κι αυτό θα μας κάνει πιο φτωχούς πολιτισμικά, κοινωνικά αλλά και οικονομικά", καταλήγει.





Κάθε γλώσσα εκφράζει την ιστορία, τον πολιτισμό, την κοινωνία και την ταυτότητα του λαού που τη μιλά και καθεμία αποτελεί μοναδικό τρόπο ομιλίας για το Σύμπαν. Η απώλεια οποιασδήποτε γλώσσας είναι απώλεια και για την κοινότητα που τη χρησιμοποιεί στην καθημερινότητά της και για την ανθρωπότητα. Τα τραγούδια, οι ιστορίες, οι λέξεις, οι εκφράσεις και οι γραμματικές δομές των γλωσσών, που αναπτύχθηκαν από αμέτρητες γενιές, αποτελούν τμήμα της άυλης κληρονομιάς όλης της ανθρωπότητας. Αυτά υποστηρίζει στο βιβλίο του "1.000 γλώσσες: Η παγκόσμια ιστορία ζωσών και χαμένων γλωσσών" ο Πίτερ Όστιν, επικεφαλής του τμήματος Γλωσσολογίας της βρετανικής Σχολής Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών και διευθυντής του ακαδημαϊκού προγράμματος Γλωσσών υπό Εξαφάνιση. 




Έχουν μέλλον οι γλώσσες μας; 

«Ισως μια μέρα η Αγγλική να είναι η μόνη γλώσσα που θα έχει μείνει να μάθει κανείς. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι η μεγαλύτερη πνευματική καταστροφή που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης μας».  (David Crystal, Άγγλος γλωσσολόγος)

Με την κυριαρχία τής Αγγλικής στην E.E., ολιγότερο ομιλούμενες γλώσσες, όπως η Ελληνική, Δανική, Φινλανδική, Νορβηγική, Πορτογαλική κ.ά., πέρασαν στις υποχωρούσες επικοινωνιακά γλώσσες, ενώ και περισσότερο ομιλούμενες γλώσσες (Γερμανική, Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική) έναντι τής κυριαρχίας τής Αγγλικής είναι στην πράξη γλώσσες επικοινωνιακά αποδυναμούμενες. Τέλος, σταδιακό, έστω και μακροπρόθεσμο, κίνδυνο διατρέχουν οι κακοποιούμενες γλώσσες, γλώσσες δηλαδή που οι φυσικοί ομιλητές τους εμφανίζουν έντονο λειτουργικό αναλφαβητισμό (δεν μπορούν να καταλάβουν εύκολα ένα απαιτητικό κείμενο, δεν μπορούν να γράψουν, να αναγνώσουν κείμενα κ.λπ.) και που η χρήση τους στην επικοινωνία είναι αισθητά υποβαθμισμένη (σε λεξιλογικό και συντακτικό επίπεδο), εμφανίζοντας αδικαιολόγητα υψηλό αριθμό δανείων από την Αγγλική. Τέτοια γλώσσα είναι, μεταξύ άλλων, η Ελληνική.

Επομένως, υπό διάφορες μορφές και σε διαφορετική έκταση, προβλήματα εξαφάνισης ή συρρίκνωσης, υποχώρησης, αποδυνάμωσης και κακοποίησης εμφανίζουν σχεδόν όλες οι φυσικές γλώσσες. Και ναι μεν ισχύει η αρχή ότι μια γλώσσα εκλείπει κυρίως όταν εξαφανισθούν πλήρως οι φυσικοί ομιλητές της αλλά και η διαδικασία τής απώλειας (ολικής, μερικής, διαφόρων τύπων και μορφών και έκτασης) πλήττει σήμερα όλες τις γλώσσες, πράγμα που επιβάλλει μια σταυροφορία και έναν αγώνα για την επιβίωσή τους.

Ας μπούμε, λοιπόν, κατευθείαν στην καρδιά τού θέματος: Έχουν μέλλον οι γλώσσες μας; Απαντώ: Ναι, υπό προϋποθέσεις.

 α) Με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει οργανωμένη-συντονισμένη ευαισθητοποίηση των πολιτών σε όσο γίνεται περισσότερες χώρες και ότι θα συνοδευθεί από έμπρακτη υποστήριξη, θεσμικού-υποχρεωτικού τύπου, η υιοθέτηση και προώθηση τής γλωσσικής πολυμορφίας, τής εκμάθησης και τής χρήσης περισσοτέρων γλωσσών πέρα από τη μητρική.

β) Ότι θα υπάρξει αγώνας να συνειδητοποιηθεί το πρόβλημα τής εξαφάνισης, ο «θάνατος των γλωσσών» που επέρχεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.

 γ) Ότι θα υπάρξει έμπρακτη καλλιέργεια τής γλωσσικής πολυμορφίας (τής πολυγλωσσίας) στην Εκπαίδευση και στην Επικοινωνία. Να μπορεί να μαθαίνει ο μαθητής στο σχολείο περισσότερες γλώσσες με δική του επιλογή (έστω και «μικρότερες», λιγότερο γνωστές γλώσσες, π.χ. την Πορτογαλική, ή και μεγαλύτερες, την Ισπανική, τη Γαλλική, τη Γερμανική). Να καθιερωθεί δε η δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων γλωσσών σε μορφές επικοινωνίας όπως τα όργανα τής E.E., τα Συνέδρια, οι ομιλίες κ.λπ., με τη διευκόλυνση τής διερμηνείας/μετάφρασης. 

δ) Να δοθεί έμφαση στην κατάρτιση και αξιοποίηση διερμηνέων και μεταφραστών σε ποικίλες γλώσσες. Γιατί η μετάφραση είναι η άμυνα των ολιγότερο ομιλουμένων γλωσσών απέναντι στην κυριαρχία τής μίας γλώσσας, αλλά συγχρόνως και πηγή εμπλουτισμού κάθε γλώσσας με νέες λέξεις. 

ε) Να εξασφαλισθεί η καλύτερη δυνατή γνώση και χρήση τής μητρικής γλώσσας, γιατί αυτό θα βοηθήσει να παραμείνει κανείς αμετακίνητος στη γλώσσα του με αίσθημα ασφαλείας και αυτοεκτίμησης. Και μη ξεχνάμε: το κάστρο μιας γλώσσας πέφτει από μέσα. Αλώνεται εσωτερικά, με την παραμέληση, αποδυνάμωση και υποχώρηση τής γνώσης τής μητρικής γλώσσας. Όσο καλύτερα έχουμε κατακτήσει τη μητρική μας γλώσσα, τόσο μεγαλύτερες είναι οι αντοχές μας στην επίδραση και κυριαρχία μιας άλλης γλώσσας. Οι δε μικρές γλώσσες, όπως η δική μας, χρειάζονται μεγάλες αντοχές.



«Για τη σωτηρία των γλωσσών»



Το 1987 πέθανε στην Πάλα της Καλιφόρνιας μια 94χρονη, η τελευταία μιλούσε την κουπένιο. Τώρα δεν υπάρχει κανείς που να μιλάει αυτή την παλιά βορειοαμερικανική γλώσσα ούτε άλλωστε τα ματιπού, τα αμαπά, τα σκιανά, τα απιακά, τα κοϊάρι, τα γίμας... Οι ηλικιωμένοι φεύγουν, το ίδιο και οι γλώσσες: κάθε δεκαπέντε μέρες εξαφανίζεται μία - είκοσι πέντε το χρόνο. Αν δεν γίνει τίποτε, οι μισές από τις 5.000 γλώσσες που ομιλούνται σήμερα θα έχουν εξαφανιστεί σε έναν αιώνα. 
Τι μας νοιάζει όμως, αν πάψει να μιλιέται η παταξό ή η νακρεχέ; «Οι γλώσσες», εξηγεί ο Αζέζ στο γαλλικό «Λ' Εξπρές», «είναι λίγο σαν τα διάφορα είδη ζώων: ζουν, πεθαίνουν, υποκύπτουν σε επιθέσεις αρπακτικών. Και δεν είναι μόνον οι λέξεις που εξαφανίζονται μαζί με καθεμιά απ' αυτές. Εξαφανίζεται μια ιστορία, μια μνήμη, ένας τρόπος σκέψης. Λίγο από την ανθρωπιά μας». Άλλωστε, προσθέτει ο γλωσσολόγος, το φαινόμενο δεν αφορά μόνον τις ινδονησιακές ή τις αφρικανικές γλώσσες, αφορά και τις άλλες γλώσσες του πλανήτη, οι οποίες απειλούνται από τα αγγλοαμερικανικά. Πρόκειται για πραγματικό κατακλυσμό, ο οποίος συμβαίνει μέσα στη γενική αδιαφορία. 
Στο τελευταίο βιβλίο του («Halte a la mort des langues», εκδ. Odile Jacob), o Αζέζ εξηγεί πως, όταν εξαφανίζεται μια γλώσσα, δεν χάνονται μόνο κείμενα, αλλά και ένας τρόπος κατανόησης της φύσης, μια αντίληψη για τον κόσμο - φτωχαίνει συνεπώς η ανθρώπινη ευφυΐα. Συνήθως οι γλώσσες πεθαίνουν πέφτοντας θύματα μιας άλλης, κυρίαρχης γλώσσας, της γλώσσας εκείνων που έχουν την εξουσία και το χρήμα ή εκείνων που επιβάλλονται με τον στρατό, τα μέσα επικοινωνίας, το σχολείο: όταν οι Ευρωπαίοι αποίκισαν την Αμερική, οι ιεραπόστολοι δίδασκαν στους Ινδιάνους ότι ο Θεός δεν αγαπάει τις ινδιάνικες γλώσσες, επειδή είναι διαβολικές. Άλλοτε ήταν τα λατινικά που εξαφάνισαν τα ιλλυρικά, τα δακικά, τα γαλατικά• σήμερα, τα αγγλοαμερικανικά οδηγούν γλώσσες στον αφανισμό. 
Ο Αζέζ επισημαίνει πως το πρόβλημα επιδεινώνεται, επειδή οι γλώσσες που εξαφανίζονται είναι κυρίως φυλών με προφορική παράδοση και έτσι γλώσσα και λόγος χάνονται μαζί, δεν μένει τίποτε για να διατηρήσει τα ίχνη τους. «Είμαστε πιο κοντά στους κροκοδείλους απ' ό,τι πιστεύουν οι διανοούμενοι», υποστηρίζει ο Αζέζ. «Υπακούμε ακόμη στο τμήμα εκείνο του εγκεφάλου μας που παράγει τους πολέμους, τις αντιπαραθέσεις, τις εδαφικές διενέξεις κ.λπ. Η ικανότητα της γλώσσας είναι αυτή που μας διαχωρίζει από τους πιθήκους. Και οι γλώσσες μας είναι ό, τι πιο ανθρώπινο έχουμε. Είναι ένας καλός λόγος για να τις υπερασπιστεί κανείς, δεν είναι;». 

(Γ. Αγγελόπουλος, εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 14/11/2000)


Οι ψηφιακές τεχνολογίες σώζουν τις γλώσσες που χάνονται


Βανκούβερ, Καναδάς

Από το Facebook μέχρι το YouTube και τις εφαρμογές του iPhone, οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν το δυναμικό να σώσουν τις γλώσσες που απειλούνται με εξαφάνιση, ανακοίνωσαν γλωσσολόγοι σε μεγάλο συνέδριο που πραγματοποιείται στο Βανκούβερ, στο οποίο παρουσιάστηκαν μάλιστα τα λεξικά οκτώ σπάνιων γλωσσών.

«Μετατρέπουμε το ψηφιακό χάσμα σε ψηφιακή εταιρεία» είπε ο Ντέιβιντ Χάρισον, συνεργάτης του National Geographic, το οποίο χρηματοδότησε τη σύνταξη των λεξικών σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Ζωντανών Γλωσσών.

Η χρήση των κοινωνικών μέσων, των SMS, ή ακόμα και του YouTube, επιτρέπει σε ιθαγενείς που μιλούν σπάνιες διαλέκτους να «επεκτείνουν την παρουσία τους, και αυτό είναι η θετική πλευρά της παγκοσμιοποίησης» πρόσθεσε.

Από τις 7.000 σύγχρονες γλώσσες σε όλο τον πλανήτη, περίπου οι μισές απειλούνται με εξαφάνιση τα επόμενα 100 χρόνια, κυρίως λόγω «των πολιτιστικών αλλαγών, της εθνικής ντροπής και της κυβερνητικής καταστολής» ανέφερε ο Χάρισον, όπως αναφέρει ο απεσταλμένος του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων.

Από την πλευρά της, η γλωσσολόγος Μάργκαρετ Νούρι επισήμανε ότι οι απειλούμενες γλώσσες έχουν το δυναμικό να ανοίξουν παράθυρο στην παραδοσιακή γνώση.

Η Νούρι ανέφερε το παράδειγμα της γλώσσας «ανισινααμπεμόγουιν» των ιθαγενών της Αμερικής, την οποία χρησιμοποιούν σήμερα μόλις 5.000 άτομα στη Βόρειο Αμερική, λόγω και των παλαιότερων επίσημων πολιτικών για την εκρίζωσή της.

Όμως τα «ανισινααμπεμόγουιν» φαίνεται ότι γλίτωσαν την εξαφάνιση χάρη σε ακτιβιστές της γλωσσολογίας που δημιούργησαν μια ειδική σελίδα στο Facebook, μια σειρά online μαθημάτων και ένα δικτυακό τόπο με λεξικά, παραδοσιακά τραγούδια και μεταφρασμένα σύγχρονα κείμενα.

Στο συνέδριο που πραγματοποιεί η Αμερικανική Ένωση για την Επιστημονική Πρόοδο, ο οργανισμός που εκδίδει το περιοδικό Science, ο Ντέιβιντ Χάρισον παρουσίασε τα νέα λεξικά οκτώ γλωσσών που απειλούνται με εξαφάνιση:

Ματακούρ Πανάου, μια γλώσσα της Ωκεανίας την οποία χρησιμοποιούν σήμερα μόλις 600 άνθρωποι στην Παπούα Νέα Γουινέα.
Τσαμακόκο, μια γλώσσα που μιλούν περίπου 1.200 άτομα στη βόρεια Παραγουάη
Τούβαν, γλώσσα των νομάδων στη Σιβηρία και τη Μογγολία
Κελτικά
Ρέμο, Σόρα και Χο, τρεις γλώσσες της Ινδίας

http://news.in.gr


ΤΟ «ΕΛΛΗΝΙΖΕΙΝ» ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ


9 Ιουνίου 2002

ΜΠΟΡΕΙ ΆΛΛΟΙ ΝΑ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΝ για την κατάντια της γλώσσας μας » κι άλλοι να μοιρολογούν γιατί βιάζονται να πιστέψουν ότι κείται νεκρή εκεί όπου υψώνεται το ζωηρότατο σώμα της, ωστόσο ή γλώσσα συνεχίζεται, επειδή απλώς, η ζωή συνεχίζεται. Αν έχει κανείς περίεργο μάτι, μπορεί να διαπιστώσει διαβάζοντας (στην καλή λογοτεχνία, στις μεταφράσεις, στη φιλοσοφία, στη δημοσιογραφία, στα περιοδικά ειδικών επαγγελματικών ή επιστημονικών τομέων, ακόμα και στις μικρές αγγελίες, όπου ο στενός χώρος υποχρεώνει τον συντάκτη να απελευθερώσει όλη τη λεξιπλαστική του φαντασία) ότι καινούργιες λέξεις-κλαδιά ξεφυτρώνουν ανελλιπώς στον παλιό κορμό. Άλλες αντέχουν, αφομοιώνονται και γίνονται κοινές, κι άλλες εκπίπτουν γρήγορα ή μένουν εγκλωβισμένες σε κάποιο γκέτο, σε κάποια αργκό.

Κι αν έκτος από περίεργο μάτι έχει κανείς και πρόθυμο αυτί, θ’ ακούσει, από το στόμα των παιδιών, ας πούμε, κάποιες καινούργιες λέξεις που ίσως τον ξενίσουν στην αρχή, αλλά, αν το καλοσκεφτεί, θα δει ότι η παραγωγή τους δεν απιστεί στους κανόνες και ο ήχος τους δεν «πικραίνει την ακοή». Κι ακόμα κι αν δεν υιοθετήσει τα νέα «πλάσματα», ίσως καταλήξει να αποδεχτεί ότι δεν ήταν βέβαια ο λαϊκισμός εκείνος που οδήγησε δυο μάστορες του στοχασμού, τον Πλάτωνα και τον Σολωμό, να μας συστήσουν ότι πρέπει να έχουμε πάντοτε τεταμένη την προσοχή μας όταν ερχόμαστε σε επαφή με τον δήμο. «Έμάνθανε τό «ἑλληνίζειν παρά τῶν πολλῶν» μας βεβαιώνει ο πλατωνικός Σωκράτης, και ο ποιητής που τον τιμάμε σαν εθνικό ενώ περιφρονούμε τις σαφέστατες γλωσσικές του αντιλήψεις, επιμένει στον κορυφαίο Διάλογο: «Ωστόσο σου ξαναλέγω ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός».

Ο δήμος των παιδιών, λοιπόν, για τον όποιο εμείς οι ώριμοι έχουμε αποφασίσει, ερήμην του, ότι πάσχει από ανίατη λεξιπενία και από βαρύτατης μορφής ξενολατρία, συμβάλλει στη γλωσσική παραγωγή μάλλον περισσότερο απ’ ό,τι οι μονότονα οδυρόμενοι. Και συμβάλλει με τον τρόπο που αρμόζει στην ηλικία του: παιχνιδιάρικα, αυθόρμητα, ανεμπόδιστα, δηλαδή φυσικά, χωρίς να τον κατατρύχουν ιδεολογικά φαντάσματα ή φιλολογικές φοβίες. Σκαρώνει έτσι λέξεις όχι απλώς εύηχες και χαριτωμένες, αλλά σαφείς και καίριες, με την οικονομία τους και την απόλυτη συναρμογή τους με το πράγμα, την κίνηση ή την ιδιότητα που επιχειρούν να συλλάβουν και να περιγράψουν. Δεν μιλάω εδώ για τα «παιδιόπλαστα » της προσχολικής ηλικίας που δημιουργούνται κατά μόνας, από κάθε πειραματιζόμενο μπόμπιρα, αλλά για τα γλωσσικά δημιουργήματα της παιδικής μικροκοινωνίας, για τη συλλογική παραγωγή που αναπτύσσεται παντού όπου τα παιδιά παίζουν, μαλώνουν, φιλιώνουν και καλούνται να συνεννοηθούν δίνοντας ονόματα σε νέα, υλικά στοιχεία της καθημερινότητάς τους και σε νέες συμπεριφορές.

Δεν ξέρω αν οι λεξικογράφοι θα «νομιμοποιήσουν» ποτέ με το κύρος τους τη λέξη «ατομιστία» που ακούω τον τελευταίο καιρό από την πιτσιρικαρία, πάντως οι διαπληκτιζόμενοι ανήλικοι παίκτες την έχουν ήδη νομιμοποιήσει στο δικό τους γηπεδάκι. Όταν τη λένε, ξέρουν απολύτως τι εννοούν, και ξέρουν επίσης ότι οι συμπαίκτες τους την κατανοούν πλήρως (όπως κι όταν χαρακτηρίζουν «χλατσωτό» το τρίποντο, «φυλακίζοντας» σε γράμματα τον ήχο της επιτυχίας, και «άμπαλο» τον άσχετο), άρα λοιπόν ο πρωταρχικός όρος, η συνεννόηση, εκπληρώνεται απροβλημάτιστα. «Ατομιστίες», λοιπόν, διαπράττει όποιος παίρνει την μπάλα και δεν τη δίνει ούτε από το δεξί του πόδι στο αριστερό του, είναι δηλαδή οι πράξεις του ατομιστή, τις οποίες ψέγει η νεόκοπη λέξη ακόμα και διά της καταλήξεώς της. Όχι, η «ατομιστία» δεν ταυτίζεται με τον οικείο μας «ατομισμό», και δεν μπορώ να σκεφτώ ποια άλλη λέξη (και όχι περίφραση) θα μπορούσε να την αντικαταστήσει.

Έχει επίσης ό παιδικός δήμος το γνώρισμα να εξελληνίζει πιο γρήγορα απ' ό,τι ο ενήλικος που τον περιβάλλει (και εν τέλει του επιβάλλεται) τις ξένες λέξεις, όσες εκτελωνίζονται μαζί με κάθε εισαγόμενο παιγνίδι. Στη δική τους γλώσσα, τα περισσότερα δανεικά ουσιαστικά αρχίζουν να κλίνονται ελληνοπρεπώς σχεδόν εξαρχής - ενώ την ίδια ώρα εμείς οι μεγάλοι φτάνουμε να χρησιμοποιούμε άκλιτο, στον προφορικό και τον γραπτό μας λόγο, ακόμα και το Μιλάνο ή το καζίνο. Αίφνης, η μόδα των τελευταίων μηνών είναι το γιο-γιο, όχι όμως το παλιό, το απλό, παρά ένα καινούργιο, Hyper Spinner το εμπορικό όνομα του, εμπλουτισμένο με έναν μηχανισμό που επιτρέπει στον παίκτη να κάνει θαύματα. Πώς λέγονται τα θαύματα αυτά στη γλώσσα των παιδιών; «Σπινιές». Εκ του "spin", της περιστροφής. Όχι, οι « σπινιές » δεν είναι απολύτως ίδιες με τις «περιστροφές», κατά συνέπεια η νέα λεξούλα κάποια ανάγκη υπηρετεί, και την υπηρετεί καλά, και μάλλον δεν ασκεί αφόρητη βία στην ελληνική.

«Και λοιπόν. Ακόμα και το "spin", αντιδάνειο είναι, από τη «σπείρα» θα αποφανθούν οι δανειομάχοι, αρκούμενοι στην ηχητική ομοιότητα, την ίδια που τους επιτρέπει να ισχυρίζονται πως οι Ινδιάνοι Ναβάχο είναι κι αυτοί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, ως «ναυαγοί». Και, βγάζοντας πια από τη μέση τα παιδιά, θα ξεθηκαρώσουμε τα «ενήλικα» σπαθιά μας. Το ένα σπαθί, του κοπετού, γράφει πάνω του πως η γλώσσα μας, η νέα ελληνική, πεθαίνει, πάει, πέθανε. Το άλλο σπαθί, της μεγαλομανίας, γράφει πως η μητέρα της τωρινής μας γλώσσας δεν είναι απλώς και μητέρα όλων των γλωσσών τού κόσμου αλλά «είναι γλώσσα του σύμπαντος». Ποια απόδειξη κομίζει; Μα την προφανή: «το σύμπαν έχει ελληνική ονομασία». Και μας το ’λεγαν οι αρχαίοι: ῥάβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει.*

* το λέμε για συλλογισμούς με ελάχιστη λογική συνοχή, για συμπεράσματα που δεν είναι σαφές πώς προκύπτουν

Παντελής Μπουκάλας, Υποθέσεις ΙΙ, εκδόσεις Άγρα (σσ. 139-142)


"Τη γλώσσα δεν την κάνεις δική σου μαθαίνοντας γι’ αυτήν σχετικές θεωρίες. Ούτε φτάνουν η γραμματική και το συντακτικό. Αυτά μιλούν για τη γλώσσα. Την ουσία του λόγου την κατακτάς, όταν του παραδίνεσαι, όταν βυθίζεσαι στον απύθμενο θησαυρό του. Πρέπει όμως να το θελήσεις. Το είπε ο Σολωμός:

«Υποτάξου πρώτα στη γλώσ­σα του λαού σου, και, αν είσαι αρκετός κυρίεψέ την». 

Το είπε και ο Σεφέρης:

«Κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να σταθεί, αν δεν είναι άρχοντας της γλώσσας, όχι των λεξικών ή του συνταχτικού, αλλά αυτής της ζωντανής φύσης που του μεταγγίζει κάθε στιγμή που ανασαίνει η φυλή του».

Χρίστος Τσολάκης



Γλωσσομάθεια: σημασία, προϋποθέσεις-κίνδυνοι from Georgia Dimitropoulou



ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ


Η Ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τον Γ. Μπαμπινιώτη, ανήκει  στις κακοποιούμενες γλώσσες", γλώσσες δηλαδή που οι φυσικοί ομιλητές τους εμφανίζουν έντονο λειτουργικό αναλφαβητισμό (δεν μπορούν να καταλάβουν εύκολα ένα απαιτητικό κείμενο, δεν μπορούν να γράψουν, να αναγνώσουν κείμενα κ.λπ.) και που η χρήση τους στην επικοινωνία είναι αισθητά υποβαθμισμένη (σε λεξιλογικό και συντακτικό επίπεδο). Ποια στοιχεία μαρτυρούν την υποβάθμιση της γλώσσας μας, πού οφείλεται και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό; 


Τα στοιχεία που μαρτυρούν την υποβάθμιση της γλώσσας μας είναι:

  • Η λεξιπενία και γενικότερα η συρρίκνωση του λεξιλογίου.
  • Η κακή χρήση της γραμματικής και του συντακτικού.
  • Η άκριτη χρησιμοποίηση ξένων λέξεων.
  • Η κενολογία (λόγος χωρίς ουσία, αερολογίες).
  • Η αδυναμία ακριβούς διατύπωσης των διανοημάτων.
  • Η χρησιμοποίηση ανακριβών ή εσφαλμένων λέξεων ή εκφράσεων (ακυρολεξία).
  • Η τυποποίηση λεκτικών σχημάτων.
  • Η χρήση μιας συνθηματολογικής και απλουστευτικής γλώσσας.


Τα αίτια της γλωσσικής υποβάθμισης είναι:
  • Η ανεπαρκής και τυπική διδασκαλία της γλώσσας στο σχολείο, συχνά με ξεπερασμένες μεθόδους που δημιουργούν απέχθεια στους μαθητές και οδηγούν στον παπαγαλισμό και στην αδρανοποίηση της σκέψης τους. 
  • Ο σύγχρονος τεχνοκρατισμός και η εξειδίκευση στη γνώση που προωθούνται σήμερα σε βάρος της ολόπλευρης πνευματικής καλλιέργειας του ατόμου.
  • Η αρνητική επίδραση των ΜΜΕ και κυρίως της τηλεόρασης, όπου κυριαρχεί η εικόνα σε βάρος του λόγου και συχνά παρατηρείται κακή χρήση ή υποβάθμιση του με συνέπεια την αλλοίωση του γλωσσικού αισθητήριου του τηλεθεατή.
  • Η αρνητική επίδραση του διαδικτύου, που οι χρήστες του προς χάριν της συντομίας και της γρήγορης επικοινωνίας έχουν δημιουργήσει έναν κώδικα, μια τεχνητή γλώσσα, όπου κυριαρχούν οι συντομογραφίες, η χρήση ξένων όρων αναμεμειγμένων με ελληνικούς, τα ακρωνύμια, οι παραβιάσεις των συντακτικών περιορισμών κ.λπ.
  • Η αρνητική επίδραση της διαφήμισης, που, αναζητώντας πρωτότυπους τρόπους για την προώθηση των προϊόντων, καταφεύγει σε κάθε είδους γλωσσικά τεχνάσματα, παραβιάσεις γλωσσικών κανόνων, ασυνταξίες κ.ά.
  • Τα διάφορα «ηθικά» προβλήματα της σύγχρονης εποχής, όπως η αποξένωση των ανθρώπων στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής, ο άμετρος καταναλωτισμός και η αποθέωση των υλικών αγαθών, που έχουν μετατρέψει την ανθρώπινη επικοινωνία σε τυπική και απρόσωπη συνδιαλλαγή που επηρεάζει αρνητικά και τη γλώσσα.
  • Η αρνητική επίδραση της πολιτικής, όπου παρατηρείται χρήση εκ μέρους των πολιτικών μιας ξύλινης και συνθηματολογικής γλώσσας για την εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων και η μετατροπή της γλώσσας σε μέσο εξαπάτησης και χειραγώγησης του λαού.
  • Η πολιτιστική διείσδυση των αναπτυγμένων (οικονομικά, τεχνολογικά κ.λπ.) κρατών στη χώρα μας (επιβολή αξιών, «ξένων» προτύπων και τρόπων ζωής) στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, που επηρεάζει τον τρόπο σκέψης αλλά και τη γλώσσα των Ελλήνων.
  • Η απομάκρυνση από το λογοτεχνικό βιβλίο ως μέσο αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου.




Οι προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος της γλωσσικής υποβάθμισης συνίστανται γενικά στη συνειδητοποίηση εκ μέρους όλων μας ότι το πρόβλημα αυτό είναι πρωταρχικά θέμα παιδείας και εκπαίδευσης. Η ευθύνη, λοιπόν, για την αντιμετώπιση του βαρύνει όλους μας: την οικογένεια, το σχολείο, την πολιτεία, τα ΜΜΕ, τον καθένα προσωπικά. Έτσι: 

Η οικογένεια -κατά βάση οι γονείς- οφείλει να παρέχει στα νεαρά μέλη της -τα παιδιά- όλα εκείνα τα ερεθίσματα που είναι αναγκαία για τη γλωσσική ανάπτυξή τους. Πρώτα απ' όλα, λοιπόν, πρέπει οι ίδιοι οι γονείς να αποτελούν ένα υγιές γλωσσικό πρότυπο και στη συνέχεια να τα ωθούν σε τρόπους και ενασχολήσεις, όπως το διάβασμα λογοτεχνικών κ.ά. βιβλίων, που καλλιεργούν τις γλωσσικές τους δεξιότητες.

Το σχολείο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη γλωσσική καλλιέργεια του ατόμου. Από τη στιγμή που η ορθή χρήση της γλώσσας δεν είναι ικανότητα έμφυτη αλλά καλλιεργήσιμη, η διδασκαλία της γλώσσας δεν πρέπει να γίνεται μηχανιστικά και αποσπασματικά, χωρίς σκοπό και μέθοδο, και μέσω μιας ακατάσχετης θεωρητικολογίας εκ μέρους των διδασκόντων, αλλά να επιδιώκει:
  • τη βιωματική επαφή του μαθητή και την εξοικείωση του με όλα τα κειμενικά είδη, κλασικά και σύγχρονα.
  • την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της ελεύθερης έκφρασης του μαθητή μέσω του γνήσιου διαλόγου με το διδάσκοντα.
  • την ορθή εκμάθηση και χρήση της γραμματικής, του συντακτικού, του λεξιλογίου μέσω κατάλληλων εγχειριδίων με σωστά οργανωμένες ασκήσεις και δραστηριότητες πολλαπλών μορφών.
  • γενικότερα την ηθοπλαστική / ανθρωπιστική θεώρηση της ζωής
Η πολιτεία οφείλει να λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα για τη βελτίωση της χρήσης της γλώσσας, με την εκπόνηση, για παράδειγμα, και τη χρηματοδότηση ειδικών στον τομέα αυτό προγραμμάτων και τη φροντίδα για την εισαγωγή τους στα σχολεία, με τη σύσταση επιτροπής από ειδικούς επιστήμονες για την οργάνωση αυτών των προγραμμάτων, με την προάσπιση της ελεύθερης έκφρασης των πολιτών (εδραίωση δημοκρατίας) κ.ά.

Τα ΜΜΕ οφείλουν να συμβάλλουν θετικά στη γλωσσική καλλιέργεια του κοινού με την κατάλληλη εκπαίδευση και επιλογή των προσώπων που ασκούν το δημοσιογραφικό λειτούργημα, με την αναβάθμιση των υπαρχόντων προγραμμάτων και τη δημιουργία εκπαιδευτικών εκπομπών σχετικών με τη γλώσσα, με τον έλεγχο του υποτιτλισμού των ξενόγλωσσων προγραμμάτων και του λόγου των διαφημίσεων κ.ά.


Κάθε πολίτης προσωπικά, συνειδητοποιώντας την ανάγκη της γλωσσικής καλλιέργειας του, οφείλει να ενδιαφερθεί έμπρακτα για γλωσσικά ζητήματα, να αποκαταστήσει μια καλή σχέση με το βιβλίο και την έντυπη πληροφόρηση ώστε να καλλιεργήσει το πνεύμα και το ήθος του, να αντισταθεί συνειδητά στον υλισμό και στον τεχνοκρατισμό της σύγχρονης εποχής που υποβαθμίζουν τη γλώσσα και, κατ' επέκταση, τη σκέψη και να επιδιώξει την ουσιαστική επικοινωνία με τους άλλους μέσω του γραπτού και προφορικού λόγου.




Πολυσημία της λέξης


Ενότητα 2, Θυσία για την πατρίδα


  • Σε περιόδους πολέμου οι Αθηναίοι πραγματοποιούσαν με δημόσια δαπάνη μεγαλοπρεπή τελετή προς τιμήν των νεκρών πολεμιστών. 
  • Όταν επρόκειτο να ενταφιαστούν οι πεσόντες στο πεδίο της μάχης, ακολουθούνταν η παρακάτω διαδικασία, όπως μαθαίνουμε από τον Επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής μετά τη λήξη των εχθροπραξιών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.): 


Αρχείο:Discurso funebre pericles.PNG
Ο επιτάφιος του Περικλή. Πίνακας του  Φίλιππ φον Φολτζ

Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι, ακολουθώντας πατροπαράδοτη συνήθειά τους, κήδεψαν με δημόσια τελετή τους πρώτους που σκοτώθηκαν σε τούτο τον πόλεμο, κ' η τελετή γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: 

  •  πρώτα εκθέτουν για τρεις μέρες τα κόκκαλα των σκοτωμένων σε μια σκηνή που στήνουν γι' αυτό το σκοπό, κι όποιος θέλει φέρνει προσφορές στο δικό του· 
  •  κι όταν είναι να γίνει η εκφορά, φέρνουνε φέρετρα από κυπαρισσόξυλο σε δέκα αμάξια, ένα για κάθε φυλή. Και βάζουν μέσα τα κόκκαλα ανάλογα από ποια φυλή ήταν ο καθένας.
  •  Ένα κλινάρι άδειο ακολουθεί, στρωμένο με σάβανο, για τους χαμένους που δε βρέθηκαν όταν σήκωσαν τους νεκρούς. 
  • Και συνοδεύουν την κηδεία όσοι θέλουν, και πολίτες και ξένοι, και οι συγγένισσες γυναίκες παραστέκονται στην ταφή μοιρολογώντας.
  •  Τους θάβουνε λοιπόν στο δημόσιο τάφο που βρίσκεται στο πιο ωραίο και πιο περίβλεπτο μέρος έξω από την πολιτεία και πάντα εκεί θάβουν τους σκοτωμένους που φέρνουν από τους πολέμους, εξόν αυτούς που έπεσαν στο Μαραθώνα· γιατί εκεινών, που θεώρησαν την αντρειά τους πιο έξοχη, τους έκαμαν τον τάφο εκεί που πολέμησαν. 
  •  Κι όταν πια τους σκεπάσει η γης, ένας άντρας, που τον εκλέγει η πολιτεία, γιατί τους φαίνεται πιο γνωστικός κ' εξέχει στην κοινήν εκτίμηση, τους βγάζει τον επαινετικό λόγο που ταιριάζει· 
  •  και ύστερ' απ' αυτό φεύγουν όλοι. Έτσι λοιπόν τους κηδεύουν και σ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, οπότε παρουσιαζόταν η ευκαιρία κράτησαν αυτή τη συνήθεια.



ΑΡΧΑΙΕΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Η ανέγερση ενός επιτύμβιου μνημείου αφιερωμένου συμβολικά στους αφανείς πεσόντες συνιστά μια πρακτική που δεν έχει ακριβές αντίστοιχο στην αρχαία ελληνική κοινωνία. Ο ''Άγνωστος Στρατιώτης'', η αφηρημένη δηλαδή και σύνθετη έννοια ‘‘ενός’’ νεκρού που συμπυκνώνει συμβολικά όλους τους νεκρούς στρατιώτες της πατρίδας είναι σύγχρονη.

Ανήκει ουσιαστικά στην παράδοση του εθνικού κράτους που και το ίδιο έχει δομηθεί πάνω στις έννοιες του συμβολισμού και της αντιπροσώπευσης. Ωστόσο, μεταξύ των διαφόρων πρακτικών ταφής και απόδοσης τιμών στους πεσόντες των μαχών κατά την αρχαιότητα, μπορούν να ανιχνευθούν επιμέρους αναλογίες με τα συμφραζόμενα των σύγχρονων μνημείων των αγνώστων στρατιωτών.

Φυσικά, ο σεβασμός απέναντι στους νεκρούς και ιδίως η φροντίδα για την περισυλλογή, την πρέπουσα ταφή και την απόδοση τιμών σε όσους έπεσαν στη μάχη είναι κοινό χαρακτηριστικό που μοιράζονται όλες οι κοινωνίες, σε όλες τις εποχές. Η φροντίδα αυτή καταλαμβάνει κεντρική θέση στην κοινωνική δομή της αρχαίας Ελληνικής πόλης-κράτους. Πρόκειται για ολιγομελείς κοινωνίες, η επιβίωση των οποίων εξαρτάται άμεσα, τόσο από τη συνοχή και αποτελεσματικότητά τους στον πόλεμο, όσο και από την εύνοια των θεών.





Γι’ αυτό και η ταφή και τιμή των νεκρών πολεμιστών είναι καθήκον όχι τόσο ανθρωπιστικό, όσο κυρίως θρησκευτικό. Ενδεικτική αυτών των αντιλήψεων είναι η γνωστή περίπτωση της καταδίκης των Αθηναίων στρατηγών για την αμέλειά τους να περισυλλέξουν τους νεκρούς μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών, το 406 π.χ. (Ξενοφών, Ελληνικά 1.7.1-35). Ακόμα και οι νεκροί του αντιπάλου πρέπει να τύχουν του σεβασμού των νικητών.

Το αίτημα μιας πόλης να της επιτραπεί να συλλέξει τους νεκρούς της από το πεδίο της μάχης ισοδυναμεί άλλωστε με την επίσημη παραδοχή της ήττας της. Δύο κατηγορίες ταφικών μνημείων για πολεμιστές ενσωματώνουν στοιχεία που συναντώνται και στα σύγχρονα μνημεία των αγνώστων στρατιωτών. Τα Πολυάνδρια και τα Κενοτάφια.

Τα πολυάνδρια είναι κοινοί, ομαδικοί τάφοι των πεσόντων μιας μάχης. Ανεγείρονται στο πεδίο της ή κοντά σε αυτό και έχουν συνήθως τη μορφή τύμβου που επιστέφεται από ενεπίγραφες στήλες ή άγαλμα. Τα σώματα των νεκρών συνήθως θάβονται εκεί, ή και αποτεφρώνονται –διαδικασία δαπανηρή και ιδιαίτερα τιμητική. Στις περιπτώσεις καύσης, συχνά η τέφρα μεταφέρεται πίσω στην πόλη και φυλάσσεται σε δεύτερο ταφικό μνημείο. Από αρχαιολογικά κατάλοιπα και φιλολογικές μαρτυρίες τεκμηριώνεται η ύπαρξη πολυάριθμων πολυάνδριων μνημείων.

Τα πλέον χαρακτηριστικά είναι η ομαδική ταφή στη Χαιρώνεια και ο τύμβος των Μαραθωνομάχων.

Στη Χαιρώνεια, το επιτύμβιο μνημείο των πεσόντων της ομώνυμης μάχης του 338 π.Χ. περιλαμβάνει την ομαδική ταφή 254 αταύτιστων στρατιωτών (μάλλον Μακεδόνων). Στο χώρο δεσπόζει, (σήμερα αποκατεστημένος) επάνω στο ψηλό του βάθρο, ο περίφημος μαρμάρινος λέων –αρχαίο αλλά και σύγχρονο σύμβολο ανδρείας σε πολλά μνημεία πεσόντων. Αντίστοιχα, στον τύμβο του Μαραθώνα, οι Αθηναίοι διαφύλαξαν τη μνήμη της θυσίας των 192 συμπολιτών τους στη μάχη του 490 π.Χ.

Για τους πεσόντες επιφυλάχθηκε η τιμητική διαδικασία της καύσης, ενώ τα ονόματά τους χαράχθηκαν σε στήλες στην κορυφή του. Το μνημείο των Μαραθωνομάχων καθώς και το αντίστοιχο των Αθηναίων πεσόντων στις Πλαταιές αποτελούν εξαιρέσεις από την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθούσαν οι Αθηναίοι αναφορικά με τους νεκρούς τους. Σε αντίθεση με τα περισσότερα Ελληνικά κράτη, οι Αθηναίοι συνήθιζαν να μεταφέρουν τους πεσόντες από το πεδίο της μάχης και τους έθαβαν πίσω, στη γενέθλια γη.

Μόνο οι προαναφερθέντες νεκροί των Περσικών πολέμων –λόγω της ιερότητας του αγώνα τους– θάφτηκαν στα πεδία των μαχών. Αυτή η πρακτική επιστροφής των λειψάνων στην πατρίδα, παραπέμπει κατά μία έννοια στις αντίστοιχες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν κατά την ανέγερση των πρώτων μνημείων αγνώστων στρατιωτών στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στην Αθήνα, ο κατεξοχήν δημόσιος χώρος τιμών και ταφής των πεσόντων είναι το «Δημόσιο Σήμα» στον Κεραμεικό, έξω από τις δυτικές πύλες της πόλης. Εκεί, κατά μήκος της αρχαίας οδού προς την Ακαδήμεια, έχουν εντοπιστεί τα κατάλοιπα δημόσιων πολυανδρίων. Αρκετά σωζόμενα επιτύμβια επιγράμματα και μεταγενέστερες μαρτυρίες (Παυσανίας, Αττικά 29) τεκμηριώνουν το πλήθος τους. Από αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το –μερικώς ανασκαμμένο– επονομαζόμενο επιτύμβιο «μνημείο του Χαβρία».

Έγχρωμη αποκατάσταση της στήλης(έκθεση Bunte Götter στο Βερολίνο, 2010)
Έγχρωμη αποκατάσταση της στήλης του Αριστίωνος, που φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας
(έκθεση Bunte Götter στο Βερολίνο, 2010)

Είναι ένα μεγάλο δημόσιο ταφικό κτίσμα με περίβολο και λίθινο τύμβο με κωνική στέγη. πιθανόν πρόκειται για ομαδικό τάφο ή για κενοτάφιο και ηρώο ενός αφανούς σημαντικού νεκρού, γεγονός που το φέρνει αρκετά κοντά στα πρότυπα των σύγχρονων μνημείων αγνώστων στρατιωτών. Οι νεκροί κάθε μάχης, με την επιστροφή τους στην πόλη, τιμώνται από το Αθηναϊκό κράτος όλοι μαζί. προηγείται η «πρόθεση» των σωμάτων τους και ακολουθεί η «εκφορά» τους σε νεκρικές «κλίνες», μία για την κάθε φυλή.

Εδώ, η περιγραφή της διαδικασίας από το Θουκυδίδη στο περίφημο χωρίο (Β 34.3) που προηγείται του Επιταφίου Λόγου του Περικλή, παρέχει μια πολύτιμη πληροφορία: μια κενή κλίνη έχει προβλεφθεί και για τους «αφανείς», που τα σώματά τους δεν βρέθηκαν μετά τη μάχη: «…μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσινες αναίρεσιν…».

Ουσιαστικά, πρόκειται για την πλησιέστερη στις σύγχρονες αντιλήψεις προσέγγιση του ζητήματος του Άγνωστου Στρατιώτη. Ακολουθεί η ταφή στο «Δημόσιο Σήμα» και η εκφώνηση των επιταφίων λόγων. Οι νεκροί κάθε μάχης ή έτους πολέμου, όπως τιμούνται ομαδικά, έτσι και θάβονται όλοι μαζί. Τα ονόματά τους αναγράφονται ανά φυλή σε λίθινες στήλες, τους «καταλόγους απωλειών».

Τις ίδιες αντιλήψεις για τους ηρωικούς πεσόντες υπηρετούν και τα κενοτάφια. Μπορεί να είναι ομαδικά ή αφιερωμένα σε ένα μόνο νεκρό. Όταν υπάρχουν πεσόντες τα σώματα των οποίων δεν έχουν ανευρεθεί, το κενοτάφιό τους ανεγείρεται στο πεδίο της μάχης, δίπλα στον κανονικό ομαδικό τάφο. Η πιο συνηθισμένη περίπτωση, όμως, είναι να έχει στηθεί ο ομαδικός τάφος στο πεδίο της μάχης και ένα κενοτάφιο για όλους τους πεσόντες πίσω στην πόλη.

Εκεί αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών και το ίδιο το γεγονός της μάχης, και αποδίδονται οι πρέπουσες ετήσιες τιμές. Είναι σημαντικό το ότι τα κενοτάφια αντιμετωπίζονται όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι τάφοι. Οι τελετές που τα περιβάλλουν είναι ακριβώς οι ίδιες με εκείνες των κανονικών ταφών: εκφορά της τέφρας του νεκρού ή, αν δεν υπάρχει, κάποιου ομοιώματος-υποκατάστατου και ταφή. χαρακτηριστικά παραδείγματα μεμονωμένων κενοταφίων πολεμιστών προσφέρει η Σπάρτη.


Τα σχετικά επιτύμβια επιγράμματα (Σιμωνίδης 344 Α, Νίκανδρος 435 κ.ά.) καθώς και άλλες πηγές (Ηρόδοτος ΣΤ’ 58) μαρτυρούν πως αυτά ανεγείρονται και για τους πολίτες και για τους βασιλείς της–για τους τελευταίους μάλιστα, με ιδιαίτερα μεγάλες τιμές.

Αρκετές από τις αντιλήψεις και τις πρακτικές που συνοδεύουν τη λατρεία των πεσόντων πολεμιστών στην αρχαιότητα, επανεμφανίζονται και στα σύγχρονα μνημεία των αγνώστων στρατιωτών: η “επιστροφή” του στρατιώτη για να ταφεί στην πατρίδα, η έννοια του κενοταφίου, η δημόσια κηδεία και ταφή, η τακτική απόδοση τιμών κ.ά. Η συνειδητή τους όμως συγκρότηση σε ένα ενιαίο σύνολο και η προβολή τους σε ένα Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ανήκει στη σύγχρονη εποχή.





Στην Ελλάδα, για πρώτη φορά το 1880 με απόφαση του δήμου Ερμούπολης Σύρου, στήθηκε μνημείο στον άγνωστο στρατιώτη του αγώνα του 1821. Στην Αθήνα ιδρύθηκε παρόμοιο μνημείο στην Πλατεία Συντάγματος, μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων (Παλαιά Ανάκτορα) και τα αποκαλυπτήριά του έγιναν στις 25 Μαρτίου του 1932 από την τότε κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Το ανάγλυφο στο μνημείο αναπαριστά έναν νεκρό γυμνό πολεμιστή, ξαπλωμένο σε ένα εξόγκωμα του εδάφους, που στο ένα χέρι κρατάει ασπίδα και στο κεφάλι φορά περικεφαλαία. Εκατέρωθεν του μνημείου είναι χαραγμένες οι φράσεις "ΜΙΑ ΚΛΙΝΗ ΚΕΝΗ ΦΕΡΕΤΑΙ ΕΣΤΡΩΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ" και "ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ", φράσεις από τον "Επιτάφιο του Περικλή" του Θουκυδίδη. (πηγή: http://el.wikipedia.org )






Επεξεργασία του κειμένου με φύλλο εργασίας:






Πληροφορίες, ερμηνευτικές και λεξιλογικές επισημάνσεις, τη γραμματική και το συντακτικό της ενότητας, ασκήσεις αυτοαξιολόγησης θα βρείτε στην ιστοσελίδα Ελληνικός Πολιτισμός


Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Ενότητα 1η, Η Ελλάδα στον κόσμο

"Η ιδανική μου πατρίδα"


Πατρίδα μου είναι και η καθημερινότητα του καφενείου. 

Του ανταμώματος και της επικοινωνίας. 

Του κουτσομπολιού και της έντονης πολιτικής συζήτησης.
 Της διαρκούς διαφωνίας. Αλλά και του καφέ.

  • Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν'οι κάμποι; Μην είναι τ'άσπαρτα ψηλά βουνά; Μην είναι ο ήλιος της που χρυσολάμπει; Μην είναι τ'άστρα της τα φωτεινά; Όχι δεν με έπιασε πατριωτικός οίστρος, μήτε παραμιλώ από τα όσα συμβαίνουν τελευταία. Κοιτάζω τριγύρω μου και βλέπω μία χώρα με τους μισούς στα κάγκελα και τους άλλους μισούς στα πρόθυρα της αφασικής παράλυσης. Και ειλικρινά στο λέω, έρχονται στιγμές που με πιάνει η απόγνωση.
  • «Η ιδανική μου πατρίδα". Δυστυχώς "ιδανική", όχι "πραγματική". Τι προσπάθησα να κάμω; Να απομονώσω όλα τα νοσηρά της χαρακτηριστικά και να εστιάσω στις μεγαλοσύνες του πνεύματός της. Περιδιαβαίνοντας το Μουσείο Χατζηκυριάκου Γκίκα, δοκίμασα να συζητήσω τη σύγχρονη πολιτιστική μας ταυτότητα, αφαιρώντας από αυτήν όλα όσα μας πληγώνουν -τα υπονοώ σε κάποια σημεία, αλλά δεν τα αφήνω να κυριαρχήσουν στο κείμενο
  • Ένα μουσείο που συζητάει με τον πιο εύστοχο τρόπο, την ουσία της ελληνικότητας -έτσι όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία εκατό χρόνια.
  • Δεν πρόκειται για μια απλή επίσκεψη σε ένα μουσείο, είναι  αναστοχασμός σε μία σύνθετη πολιτιστική ταυτότητα. Την ταυτότητα που φέρουμε (σε ένα βαθμό) όλοι μας. Και που εναπόκειται στην προσωπική μας ευθύνη και ιδιοσυγκρασία, να αξιοποιήσουμε ή να απαξιώσουμε. 
  • Ένα παράπονο για ετούτη την πατρίδα που έχει γεννήσει το σημαντικό, αλλά στο δια ταύτα της αφήνεται στο φαιδρό και το ανόητο. Μία πατρίδα που αυτοκτονεί (αφού πρώτα φάει τα παιδιά της). (Σκέψεις ενός Πιγκουίνου που παραμιλάει, προσπαθώντας να ανασυνθέσει τα θραύσματα του σπασμένου ποτηριού της πατρίδας, μπας και μπορέσουμε να ξαναπιούμε ποτές νερό).




Είναι η φύση ασφαλώς, και πάντα οι άνθρωποι

Του Νίκου Ξυδάκη                                                                                     10 Σεπτεμβρίου 2013

Δύο ώρες οδήγηση από την Αθήνα, και ο ορίζοντας ανοίγει. Σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο σκέφτεσαι αλλιώς. Είναι η φύση ασφαλώς, το χώμα και τα δέντρα, οι μυρωδιές, οι ήχοι και η σιγαλιά, τα χρώματα του φθινοπωρινού ουρανού, το φως ιλαρόν* και ο χαιρετισμός του αποσπερίτη στον Άγιο Τρύφωνα, οι φορτωμένες φυρικιές, καστανιές, καρυδιές, οι κομψότατοι αμπελώνες στους μαλακούς λόφους, οι τραγανές ρώγες που περιμένουν το χέρι του τρυγητή. Είναι το μαλακό αργιλόχωμα και το κυμάτισμα των γρύλλων από πλαγιά σε πλαγιά, είναι το έναστρο στερέωμα και η πόλη στο βάθος, από 1.100 μέτρα υψόμετρο. Είναι η φύση ασφαλώς.
Σε αυτό τον τόπο, ευλογημένο από θεούς παλαιούς και θεούς νέους, ζουν άνθρωποι που ζουν ακόμη αρμονικά με τη φύση, δεν την βιάζουν, δεν την εξαντλούν, τη σέβονται και δρέπουν τους καρπούς της. Που γνωρίζουν την ιστορία του τόπου και τις παραδόσεις του, αλλά και το παρόν δυναμικό του, τα ανοίγματά του στο μέλλον. Η Αρκαδία είναι το αρχέτυπο βάσει του οποίου οικοδομήθηκε η αρκαδική εικόνα της Τοσκάνης, το ευγενές μείγμα βουκολικής ουτοπίας και ανθρώπινης επέμβασης ― ο Γιάννης το επαναλαμβάνει καθώς αποθαυμάζουμε το οικοσύστημα του οροπεδίου της Τεγέας.
Είναι η φύση ασφαλώς. Αλλά και οι άνθρωποι που την αφουγκράζονται και την καλλιεργούν, που ακούνε τις πολιτισμικές συνηχήσεις και τις παραγωγικές δυνατότητες. Άνθρωποι της γνώσης και της επιχειρηματικότητας, της πρωτογενούς παραγωγής και της μεταποίησης μοναδικών προϊόντων, της βιομηχανίας και της τεχνολογίας, της παροχής υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Ο Γιάννης, η Αμαλία, ο Χρήστος, άνθρωποι της γενιάς μου, με παρόμοια βιώματα και αγωνίες, ευφυείς, ευαίσθητοι, ριψοκίνδυνοι, ακάματοι, νοικοκύρηδες. Ανοιχτοί στο καινούργιο. Άφοβοι. Στα λόγια του Γιάννη και της Αμαλίας, αλλά κυρίως στα έργα τους, αναγνωρίζω τις κρυμμένες, τις λανθάνουσες δυνάμεις του σήμερα λαβωμένου ελληνισμού. Δυνάμεις παραγωγών και εμπόρων, δημιουργών, λογίων, καλλιτεχνών, πατριωτών, ταξιδευτών. Οινοποιούς που σκέφτονται ολιστικά και οικουμενικά, μαθηματικούς που έγιναν μάνατζερ, δάσκαλους που είναι και ξενοδόχοι, ελαιοπαραγωγούς ντιζάινερ, μηχανικούς, κινηματογραφιστές, γιατρούς και γραφιάδες, καλογέρους που καλλιεργούν αμπέλια.
Είναι η φύση ασφαλώς. Ο θηλυκός Πάρνωνας, οι λόφοι των νυμφών και των κλεφταρματολών ― μα ιδού, η φύση είναι και ιστορία, είναι συνέχεια, είναι οι άνθρωποι λοιπόν, που έφυγαν από τον χαμηλό ορίζοντα του παλιού χωριού και τώρα επιστρέφουν υπό άλλους όρους, να ανοίξουν τον ορίζοντα, να βλαστήσουν στο μέλλον.
Η γη. Το καλό κρασί το φτιάχνει η τεχνολογία, το μεγάλο κρασί το φτιάχνει το αμπέλι, μας λέει ο Γιάννης ανάμεσα σε προγραμματιζόμενες μηχανές μέσα σε κλιματιζόμενα κτίρια. Τον πιστεύω ακαριαία, γιατί θυμάμαι πώς εξηγούσε νωρίτερα το ταίριασμα κάθε ράτσας σταφυλιού με το έδαφος και τον προσανατολισμό του αμπελότοπου, τα αργιλώδη, τις μαρμαριές, τα σχιστολιθικά. Και με ποια λάμψη στα μάτια έβλεπε ήδη μπροστά του ολοζώντανη μια Ελλάδα να παράγει προϊόντα κορυφαίας ποιότητας, με ονομασία προέλευσης, με τόπο καταγωγής, με σφραγίδα ανθρώπων. Είδα κι εγώ μαζί του αυτή την Ελλάδα που ξυπνά από τον λήθαργο και το σοκ, από τον φόβο και τον πόνο, από τη φαγωμάρα, και αποτινάσσει το κηφηναριό** και τα παράσιτα. Υψώσαμε τα ποτήρια: εγώ ειμί η άμπελος , υμείς τα κλήματα. Οι άνθρωποι πάντα.



ιλαρός: χαρωπός, φαιδρός, εύθυμος.
** κηφηναριό : σύνολο ανθρώπων τεμπέληδων και αργόσχολων


Soufiane Zahir , The Bridge Abstract


Η ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΦΥΡΕΣ

ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟ, παμπάλαιο, καθιερωμένο από τη γεωγραφία και την Ιστορία και μεταδιδόμενο από τον έναν διπλωμάτη στον άλλον κι από επισκέπτη σε επισκέπτη. Ήταν λοιπόν δύσκολο να μην το υιοθετήσει και ο πάπας Ιωάννης-Παύλος ο Β', ο όποιος, στις συζητήσεις του με την πολιτειακή, πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία της χώρας, επανέλαβε πως « η Ελλάδα είναι γέφυρα ». Μια γέφυρα ανάμεσα στον ελληνισμό και το χριστιανισμό, ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, ανάμεσα στα Βαλκάνια και την Ευρώπη, ανάμεσα στη Μεσόγειο και τον Βορρά, ανάμεσα στον ισλαμισμό και τον δυτικό χριστιανισμό. Μπορεί ή Ελλάδα να μην απλώνει την αίγλη της σε «τρεις ηπείρους και πέντε θάλασσες», όπως ορέγονται οι κατά φαντασίωση επίγονοι του μεγαλεξανδρισμού, μπορεί να μην είναι ακριβώς ο άξονας από τον οποίο κρίνεται οπωσδήποτε το ευρωπαϊκό μέλλον των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής, όπως θέλουν να πιστεύουν οι ηγέτες της, η θέση της πάντως στην υδρόγειο εμφανίζεται «κομβική», έστω κι αν υπάρχουν αναρίθμητες άλλες εξίσου ή και περισσότερο κομβικές. 

Διπλό, εν πάση περιπτώσει, το ερώτημα: πώς ακριβώς βλέπουμε και ζούμε οι νεότεροι Έλληνες το γεφυράκι μας, και πόσο υπερεκτιμούμε τον διαμεσολαβητικό ρόλο που μας αποδίδεται. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι ζούμε εδώ όπου ζούμε, έχει ευνοήσει την αυτογνωσία μας η την παρεμπόδισε; Μήπως παγιδευτήκαμε, έτσι ώστε άλλοτε να αισθανόμαστε μειονεκτικά - σαν να υπολειπόμαστε επειδή βρισκόμαστε σε κάποια περιφέρεια, σε κάποια χωματερή της Ιστορίας η σε μια υποσημείωση στον πυθμένα των σελίδων της -, και άλλοτε σαν αυθέντες στον ομφαλό του κόσμου, από τον οποίο διέρχονται όλα τα νήματα, όλα τα δίκτυα; Εμείς οι γεφυρωτές σκεφτήκαμε άραγε ποτέ, έως το επώδυνο βάθος, ποιες ακριβώς γέφυρες - πόσο ανθεκτικές και βατές, και πόσο γνήσιες- μας συνδέουν με την ελληνική αρχαιότητα, επί παραδείγματι, ή με όση ουσία του χριστιανισμού ενδέχεται να έχει μείνει άθικτη ύστερα από τη μακραίωνη δράση τόσων κιβδηλοποιών; Ποια γεφύρια υπηρετούν πράγματι την επαφή και τη σύνδεση και ποια στέκουν σαν ανυπέρβατοι δείκτες χωρισμού, σαν απαγορευτικοί όροι ή και σαν επιχειρήματα υπέρ του απομονωτισμού;

Πρόδηλο είναι πως, όταν οι προσεγγίσεις της πνευματικής μας «χωροταξίας» και του ιδιοσυγκρασιακού μας «τόπου» υπακούνε στο ασφυκτικό δίλημμα «Ανατολή ή Δύση;», «Ευρώπη ή Ανατολή;», «Βαλκάνια ή Ευρώπη;», συρόμαστε προς μιαν απάντηση είτε συναισθηματικά εξογκωμένη (οπότε υμνολογούμε την ευδαιμονική τάχα Ανατολή και αρνιόμαστε τη δήθεν ψυχρή, ανέορτη και ανέραστη Δύση) είτε άγαρμπα ιδεολογικοποιημένη και βίαια «εκσυγχρονιστική», οπότε δηλώνουμε φανατικοί της φωτεινής Εσπερίας και αρνητές της οπισθοδρομικής Ανατολής. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, απλώς σπεύδουμε να εξορύξουμε τον έναν από τους δύο οφθαλμούς μας, χάρη στους οποίους μπο¬ρούμε να μελετήσουμε - άρα και να βιώσουμε - τον κόσμο σαν μεικτό και ποικίλο, πολυδιάστατο και πολυφωνικό, και όχι εγκλωβισμένο σε διλημματικούς βρόχους και ξύλινα πλαίσια. Κι ο κόσμος μας, ανατολίτικα δυτικός η δυτικά ανατολικός, χρωστάει πολλά, σχεδόν τα πάντα, σ'αυτήν ακριβώς τη γενέθλια ποικιλία του, στην ανοιχτοσύνη του. Βεβαίως, δεν έχουμε ευλογηθεί μόνο εμείς από μια τέτοια τύχη, αλλά γιατί να είμαστε εμείς εκείνοι που πρώτοι θα απαρνηθούν αυτή τη θέση μεταιχμίου ή μετεώρου; Γιατί να ορφανέψουμε οικειοθελώς, φονεύοντας τον έναν από τούς πατέρες μας; Γιατί πρέπει να δηλώσουμε αποκλειστικά Δυτικοί ή αποκλειστικά Ανατολικοί; Γιατί να ταυτίσουμε στενόμυαλα και στενόκαρδα τη μεν Δύση με τον οικονομισμό ή τον καθωσπρεπισμό (ή, σε αντίστροφη ανάγνωση, με το φως ), τη δε Ανατολή με τον «έκλυτον βίον» και τη ραστώνη (ή με την απόλυτη ελευθερία ); Γιατί δηλαδή να δηλώσουμε απόντες από το μέγιστο μάθημα της Ιστορίας, τον συγκρητισμό;

Αλλά ας επανέλθουμε στη ροπή μας να αποδίδουμε στον φυλετικό η εθνικό εαυτό μας το ρόλο της γέφυρας, του διαμέσου, και μάλιστα του υπέρτερου διαμέσου, ανάμεσα σε μύρια όσα, ανάλογα με το τι μας υπαγορεύει κάθε φορά η πεποίθηση ότι στη γέννησή μας παραστάθηκαν γενναιόδωροι οι θεοί. Αν λοιπόν πιστέψουμε τούς αναρίθμητους δημόσιους ρήτορες (στις τάξεις τους συνωθούνται πολιτικοί, ιερωμένοι, στρατιωτικοί, δημοσιογραφούντες, «πνευματικοι ταγοί», αλλά και φίρμες του θεάματος και του ακροάματος ), οι Έλληνες δεν γεφυρώνουμε απλώς τη Δύση με την Ανατολή αλλά το πνεύμα με το σώμα, θαρρείς και οι άλλοι λαοί, είτε εκ δεξιών μας διαβιούν είτε εξ ευωνύμων, δεν τα πάνε καλά ούτε με το ένα ούτε με το άλλο. Γεφυρώνουμε επίσης, σαν απόγονοι των αρχαίων και κληρονόμοι της περιουσίας τους, όλο τον υπόλοιπο κόσμο με τη δημοκρατία (εδώ γεννήθηκε ), με την ποίηση (εδώ γεννήθηκε), με το θέατρο και τη μουσική (κι αυτά εδώ λέμε ότι γεννήθηκαν), με τους κυκλικούς χορούς (κι αυτοί εδώ λέμε ότι γεννήθηκαν, και μάλιστα, εις πείσμα των οφθαλμών μας, εξακολουθούμε να ισχυριζόμαστε ότι δεν χορεύονται πουθενά αλλού στην οικουμένη), και βέβαια με τους αγνούς Ολυμπιακούς αγώνες. 

Γεφυρώνουμε επίσης τούς μισούς (τουλάχιστον) λαούς της γης με τη γλώσσα τους, τη δική τους γλώσσα, εφόσον -σύμφωνα με το τροπάρι πού μας αρέσει να ψέλνουμε, για να μας πάρει ο ύπνος και να δούμε τον εαυτό μας στον ταιριαστό ρόλο του κοσμοκράτορα-, αν δεν δανείζονταν από τη δική μας ανώτερη γλώσσα αναρίθμητα λήμματα, δεν θα είχαν ξεπεράσει ακόμα το στάδιο της πρωτόγονης σκέψης και έκφρασης. Τέλος, γεφυρώνουμε τη γη και τους ανθρώπους της με τον Θεό τον ίδιο, σαν μοναδικοί έμπιστοι μεσίτες του, εφόσον εμείς είμαστε τελικά ο περιούσιος λαός, όπως βεβαιώνουν και οι ιεράρχες μας.

Με τόση γεφυροποιία, κι ακόμα δυσκολευόμαστε να στεριώσουμε ένα γεφυράκι πού να μας συνδέει και να μας συμφιλιώνει με τον απωθημένο εαυτό μας, εκείνον που ταράζεται από την υπερβολή και τη ματαιοδοξία και δεν μπορεί να κατασταλάξει ανάμεσα στο μηδέν και το άπειρον όπου μετεωρίζεται.


Παντελής Μπουκάλας, Υποθέσεις ΙΙ, εκδόσεις ΑΓΡΑ, (επιφυλλίδα στην εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15 /7/2001)


έκλυτος βίος < ἐκλύω = ελευθερώνω: ακόλαστη ζωή, παραδομένη στις ηδονές.
κιβδηλοποιός < κίβδηλ(ος) -ο- + -ποιός : παραχαράκτης, αυτός που κατασκευάζει πλαστά νομίσματα.
βρόχος : η θηλιά της αγχόνης, (μτφ.) για κτ. που σφίγγει, που πνίγει όπως η θηλιά. 
ραστώνη: ραθυμία, νωθρότητα
ταγός :πνευματικός αρχηγός, καθοδηγητής 
συνωθούμαι :συνωστίζομαι
μετεωρίζομαι:αιωρούμαι




«ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΖΕΙΣ. ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ;»


[….] Πόσες και πόσες φορές άρα­γε δεν φτάσαμε πολλοί εξ ημών (έστω κι αν την πονάμε την πα­τρίδα μας, έστω κι αν την ελέγχουμε σκληρά ακριβώς επειδή την πονάμε) να ανακεφαλαιώσουμε μια κουβέντα με φίλους και γνω­στούς (στο καφενείο, στην ταβέρνα, στην καλοκαιρινή βεράντα, ακόμα και στην περιφορά του επιταφίου) ανασύροντας το κλισέ « Έλα μωρέ τώρα, στην Ελλάδα ζεις, μην το ψάχνεις »...
Πόσες και πόσες φορές δεν φτάσαμε να πιστεύουμε ότι μόνο με τη φόρμουλα αυτή είναι δυνατόν να ερμηνευτούν μέχρις ενός σημείου όσα γίνονται στη χώρα μας, όλα τα στραβά και τ' ανά­ποδα που βιαζόμαστε να πιστέψουμε ότι μόνο εδώ συμβαίνουν: η καταβαράθρωση του Χρηματιστηρίου και τα αναμμένα τσιγάρα πού πετιούνται από το παράθυρο του αυτοκινήτου σε δρόμο δα­σικό, τα σκουπίδια στους εθνικούς δρυμούς, στις θάλασσες αλλά και στους αρχαιολογικούς χώρους, ή έπαυλη στη θέση του ενός ορόφου πού επιτρέπει ή πολεοδομία, τα τριπλοπαρκαρίσματα εκεί ακριβώς όπου απαγορεύεται ή στάθμευση, ή εξόφθαλμα δό­λια διαιτησία στα γήπεδα του ποδοσφαίρου ή του μπάσκετ, το μπάζωμα των ποταμών και των ρεμάτων, τα φακελάκια, οι πο­νηρές πατέντες στα ταξίμετρα, τα ρουσφέτια, ή ακαταμάχητη διαφθορά, οι αμέτρητες Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις που η κατάληξή τους επιβεβαιώνει ότι ο κάλαθος των αχρήστων απο­τέλεσε άλμα για την ανθρωπότητα όπως και ό τροχός, η κληρο­δοσία βουλευτικών εδράνων, πανεπιστημιακών εδρών ή αρχη­γικών κομματικών θώκων από τον παππού στον εγγονό και από τον μπαμπά στον μπέμπη που θα' ρθει ώρα και θα περιλάβει κι αυτός την πατρίδα για να την ξανασώσει, μιας και δεν την έσω­σε επαρκώς ό κληροδότης του, το νυστέρι πού « μπαίνει βαθιά στο κόκαλο » με την ίδια συχνότητα που έβαζε τα τρίποντα ο Παναγιώτης Φασούλας μια φορά κι έναν καιρό, οι δημόσιες πα­ραλίες όπου ξεφυτρώνουν οι βιλίτσες των επιτηδείων με την ευλογία της ναοδομίας, κτλ.

Δεν είναι βέβαια αυτά η Ελλάδα, δεν είναι μόνον αυτά, γιατί και η καλοσύνη αντέχει και η φιλαλληλία και η ανιδιοτέλεια και η συνέπεια στη δουλειά και η ομορφιά του τόπου (όσο κι αν τον λεηλατούμε), κι ένα σωρό άλλα που σπεύδουμε να τα παραγρά­ψουμε γιατί δεν τα συγχωρεί το απαξιωτικό σχήμα που έχουμε κατασκευάσει. Δεν ισχύει καλά και σώνει η ομοιοκατάληκτη απόφανση του Διονύση Σαββόπουλου, «στην Ελλάδα ζεις, δεν υ­πάρχει ελπίς». Αλλά κι αν δεχτούμε το αυτονόητο, ότι αποτελούν και αυτά γνωρίσματα του κοινωνικού και πολιτικού μας βίου, ποιος ενέχεται άραγε; Ποιος φταίει που το δόγμα το οποίο εξι­σώνει την Ελλάδα με την πάσαν ευτέλεια εκτοξεύεται σαν να αληθεύει όσο και το πυθαγόρειο θεώρημα; Και εν πάση περι­πτώσει, απαλλάσσεται των ευθυνών όποιος προλάβει ν' αρπαχτεί από αυτήν την κατεδαφιστική εξίσωση και να εκσφενδονίσει τα απαξιωτικά ρήματά του εναντίον όλων μα όλων των υπολοίπων; Η « Μοίρα » ευθύνεται τάχα που ή χώρα παρουσιάζεται σαν θερ­μοκήπιο του κακού, εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες, πού ή ξιπασιά μας τις παρασταίνει σαν κήπους θαυμάτων;
Μαζί τη φτιάχνουμε την Ελλάδα, την καθημερινότητα της Ελλάδας. Από το πόστο του ό καθένας, στο μέτρο του και με τον τρόπο του. Άρχοντες και αρχόμενοι, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, βόρειοι και νότιοι, ολυμπιακοί, παναθηναϊκοί κι ό,τι άλλο, ορεινοί και νησιώτες, ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι και αδιάφο­ροι, όλοι τη φτιάχνουμε κι όλοι μαζί τη χαλάμε. Μπορεί ό λόγος ή η πράξη των πολιτικών και των λοιπών ταγών να βαραίνει πε­ρισσότερο, αυτό όμως δεν αποτελεί άλλοθι για κανέναν, κι ας συγ­καταλέγεται στους «ανωνύμους» ή στους « λοιπούς πολίτες» (αλίμονο άλλωστε αν η Ελλάδα, ή οποιαδήποτε χώρα, ισούται με τούς «επωνύμους» της ).
Αν πράγματι «αυτή είναι η Ελλάδα...», αν δεν έχει πολλά κοινά στοιχεία με το φωτεινό και πανίσχυρο είδωλό της το οποίο δοξολογούμε όταν μας κυριεύει το σύνδρομο του με­γαλείου, αν τη μειώνουν τα προβλήματά της καθώς και η συμ­περιφορά των «ιδιοκτητών-χρηστών» της, ας μην αναζητούμε το φταίξιμο στο «κακό το ριζικό μας», στο «Θεό που μας μι­σεί» ή στις γνωστές «συνωμοσίες ανθελλήνων».
Ας την αγαπήσουμε λοιπόν γι' αυτό που πράγματι είναι, τα­πεινό πάντως ωραίο και πολύτιμο, κι όχι γι' αυτό που λένε οι πα­ραληρηματικές ψευδαισθήσεις μας πως είναι, τάχα «ομφαλός του κόσμου » ή ό,τι άλλο μεγαλοπρεπές. Κι όταν την κρίνουμε, να μη λησμονούμε ότι οφείλουμε να κρίνουμε πρωτίστως τον εαυτό μας και να μην τον απαλλάσσουμε. Και το τίμιο θα ήταν να συντάσσει τον έλεγχό μας η αυστηρότητα της αγάπης κι όχι η σνομπίστικη λογική όσων εξαπολύουν το πόρισμα «στην Ελλάδα ζεις, τι περιμένεις...», γιατί πιθανόν δεν χώνεψαν ποτέ την «άδικη μοίρα» που τους έγραψε να γεννηθούν στα χαμηλά Βαλκάνια κι όχι στα ύψη των δυτικών μητροπόλεων.

Παντελής Μπουκάλας, Υποθέσεις ΙΙ, εκδόσεις ΑΓΡΑ, (επιφυλλίδα στην εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22 /7/2001)


καταβαράθρωση : πλήρης αποτυχία, μεγάλη καταστροφή ενός προσώπου ή ενός έργου ή θεσμού
εξόφθαλμος -η -ο :  (μτφ.) που πολύ εύκολα γίνεται αντιληπτός ή κατανοητός
θώκος : (επίσ.) ειδικό κάθισμα σε περίοπτη θέση, το οποίο προορίζεται για ανώτατο αξιωματούχο. 2. το αντίστοιχο αξίωμα: 
ενέχομαι  (μόνο στο ενεστ. θ.) : είμαι αναμεμειγμένος σε πράξη κολάσιμη ή επιλήψιμη
ξιπασιά : αλαζονεία, καυχησιολογία
απαξιώνω : θεωρώ, κρίνω κτ. ως ανάξιο λόγου ή ανάρμοστο, δεν καταδέχομαι να κάνω κτ.




Η Ελλάδα των τρελών αντιφάσεων


Δίπολα, αντινομίες, αμφιταλαντεύσεις και ανακολουθίες στα όρια του παραλογισμού. Η Ελλάδα επιβιώνει στους αιώνες μέσα από τη σύνθεση των αντιθέτων και καταφέρνει να γράφει μία από τις πιο γριφώδεις Ιστορίες του κόσμου, καταβάλλοντας όμως και το ανάλογο τίμημα.

H Αθήνα, όπως έγραφε στα 1915 ο Γάλλος αρχαιολόγος Γουστάβος Φουζέρ, είναι η μόνη πόλη στον κόσμο όπου μερικές καταστάσεις, που αλλού θα φαίνονταν υπερβολές μυθιστοριογράφου, δεν αγγίζουν την παραδοξολογία.
Μία πόλη -μία χώρα- που οι κάτοικοί της μιλούσαν και έγραφαν άλλοτε στην καθαρεύουσα, άλλοτε στη δημοτική, ονειρεύονταν την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους -οι Πολίτες πάλι όδευαν προς την Αθήνα- αγκάλιαζαν με θέρμη οτιδήποτε προερχόταν από την Ευρώπη (αρχιτεκτονική, ντύσιμο, μαγειρική, μουσική) και ταυτόχρονα υποκλίνονταν στο αρχαίο παρελθόν: Μία χώρα στην οποία ο ιδιωτικός παράγοντας υπερίσχυε του κράτους και τη στερέωση του οποίου στήριξαν οι ευεργέτες, που έχτισαν τα πάντα, ενώ αναφωνούσαν δια στόματος Αλέξανδρου Σούτσου «ουδ’ ελάχιστη συνδρομή λαβόντες παρά της Κυβερνήσεως».


Κανείς δεν ξέρει πότε πραγματικά ξεκινούν όλα αυτά, σίγουρα όμως εντείνονται μετά τη συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους. Εκεί που ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο συγκρούονται οι συνειδητές ιδεολογίες που βασίζονται στη συστηματική σκέψη της Ευρώπης, με τις αυθόρμητες νοοτροπίες της ανατολίτικης παράδοσης και ο διανοούμενος Μάρκος Ρενιέρης δημοσιεύει (1842) το άρθρο «Τι είναι η Ελλάς; Ανατολή ή Δύσις;», δίλημμα που δεν έχει απαντηθεί ακόμη και σήμερα και δεν έχει υπάρξει συμφωνία στο ποιον δρόμο θέλουμε να ακολουθήσουμε.

Μετέωροι και ωραίοι
Το κακό είναι ότι στην περίπτωσή μας η αντιφατικότητα όχι μόνο συνεχίστηκε και στη μετέπειτα ιστορία μας, αλλά -χωρίς διάθεση μεμψιμοιρίας- μας κατατρύχει ανά τους αιώνες. Έχουμε Θερμοπύλες αλλά και Εφιάλτη, έχουμε τον Επιτάφιο του Περικλή αλλά και την καταδίκη του για κακοδιαχείριση, έχουμε το 1821 αλλά και τον εμφύλιο, έχουμε τον Κολοκοτρώνη πρώτα θριαμβευτή ύστερα φυλακισμένο, έχουμε το έπος του 1940 και τον αδελφοκτόνο Γράμμο και τόσες άλλες ανακολουθίες που αν συγκεντρωθούν μαζί γράφεται βιβλίο. Στα παραπάνω παραδείγματα, αλλά και όσα θα ακολουθήσουν από τον ελληνικό κοινωνικό βίο του σήμερα, η ύπαρξη δύο τελείως διαφορετικών, εντελώς αντίθετων πόλων είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Μοιάζει αυτή η χώρα να ταλαντεύεται σαν το απόλυτο, αιώνιο, να εκκρεμεί ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο και η ταλάντωση να είναι πηγή δημιουργικότητας, αλλά και αιτία δεινών. Γιατί η ύπαρξη αντιφάσεων μαρτυρεί την ανάγκη τους να υπάρχουν, αλλά και τα όρια ανοχής της κοινωνίας, όρια που ενίοτε ξεπερνιούνται. Οι Εικόνες καταγράφουν μερικά από τα σπουδαιότερα σύγχρονα ελληνικά δίπολα που έχουν παρεισφρήσει στο DNA μας και στα οποία όλοι έχουμε πάρει θέση.


Αντιθετικές ιδεολογίες

Το Δημόσιο και ο ιδιωτικός τομέας: Αμφίσημες και οι δύο έννοιες, φορτισμένες από άλλους αρνητικά και από άλλους θετικά, πέρασαν από τα σαράντα κύματα και ακόμα υποφέρουν. Το Δημόσιο -παραδοσιακό αποκούμπι και στόχος ζωής για γενιές Ελλήνων- έδωσε τη θέση του σε ένα νέο Δημόσιο το οποίο έχει περισσότερη ανασφάλεια από ό,τι στο παρελθόν, με την κατεδάφιση του «ιδεώδους» της εύκολης και μόνιμης εργασίας να συνεχίζεται. Άρση της μονιμοποίησης, εθελούσιες έξοδοι, ελαστικές εργασιακές σχέσεις και κάπου στη γωνία παραμονεύει η ιδιωτικοποίηση. Αντίθετα, η επιχειρηματικότητα, αφού πρώτα δαιμονοποιήθηκε τη δεκαετία του ‘80, έζησε κι αυτή τη χρυσή εποχή της, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά.
Πριν από λίγες μέρες, ο Δημήτρης Μαύρος, Δ.Σ. της MRB Hellas, παρουσίασε τα πορίσματα της έρευνας «Εταιρική κοινωνική ευθύνη και υπεύθυνη κατανάλωση 2008». Θέμα της έρευνας ήταν η σχέση των Ελλήνων με την εταιρική κοινωνική ευθύνη και ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν οι Έλληνες τη σύγχρονη εταιρεία. Τα αποτελέσματα ανάγκασαν τον ερευνητή να χρησιμοποιήσει εκφράσεις που συνήθως αποφεύγει. «Σε αυτήν τη χώρα οι γέννες γίνονται με τα πόδια να έρχονται πρώτα», είπε, εννοώντας ότι είμαστε ανάποδοι και εξήγησε γιατί το κλίμα είναι τόσο εχθρικό απέναντι στον ιδιωτικό τομέα. «Ο Έλληνας ενθουσιάζεται και απογοητεύεται εύκολα. Σήμερα νιώθει απογοήτευση από τις επιχειρήσεις». Τονίζοντας την έντονα αντιφατική συμπεριφορά των Ελλήνων παρουσίασε ένα πολύ ιδιαίτερο εύρημα: το 75% των Ελλήνων θεωρούν ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να συνεργάζονται με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (π.χ. Greenpeace), αν θέλουν να αλλάξουν το προφίλ τους και να δείξουν κοινωνικά υπεύθυνο πρόσωπο, ενώ την ίδια στιγμή οι μισοί Έλληνες πιστεύουν ότι οι σχέσεις των οργανώσεων αυτών με τις επιχειρήσεις βλάπτουν τις πρώτες! Θα αποφασίσετε;

Εργασία και χαρά

 Συνεχίζουμε με τα των εργασιακών γιατί εκεί φαίνεται πως ο Έλληνας ζει σε έναν απίστευτο... παραλογισμό. Οι Έλληνες εργάζονται αρκετά πάνω από το μέσο όρο των Ευρωπαίων, καθώς οι εργασιακές ώρες τους ανέρχονται σε περίπου 43 την εβδομάδα όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι 41, ενώ οι αργίες δεν είναι τόσο πολλές όσο νομίζουμε. Από την άλλη, ο βασικός μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 70-75% του μέσου ευρωπαϊκού. Η απίστευτη στα μάτια οποιουδήποτε Βορειοευρωπαίου αντίφαση του να εργαζόμαστε περισσότερο και να αμειβόμαστε λιγότερο από αυτούς (και να πληρώνουμε για έναν καφέ ή ένα μπουκάλι φρέσκο γάλα πολύ περισσότερο) είναι απλώς αδιανόητη, αλλά για μας μοιάζει απόλυτα φυσική.

Πατρίκιοι και πληβείοι αγρότες

 Τα θερμοκήπια της Ιεράπετρας αξίζουν χρυσάφι. Ακόμα και σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά την είσοδο της χώρα μας στην ΕΕ οι επιδοτήσεις αλλά και οι κλιματολογικές συνθήκες εξασφαλίζουν στους αγρότες της Κρήτης υψηλά εισοδήματα. Το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα στον Νομό Λασιθίου είναι ένα από τα τρία μεγαλύτερα στην Ευρώπη, όταν στον Νομό Φωκίδας ή σε ορισμένες περιοχές της Ηπείρου είναι από τα χαμηλότερα. Οι δύο ταχύτητες αγροτών ήταν πάντα ένα από τα εντυπωσιακά ελληνικά δίπολα. Η συνεχιζόμενη υποστήριξη αγροτικών μοντέλων όπως αυτά του θεσσαλικού κάμπου, εκτός από κατασπατάληση της ενέργειας (π.χ. το βαμβάκι που καλλιεργείται εκεί είναι υδροβόρο) ευνοεί το χάσμα μεταξύ των φτωχών και πλούσιων αγροτών διότι, όπως μας επεσήμανε ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Αλέξανδρος Σαρρής, «ευνοούνται καλλιέργειες που θέλουν μεγάλες εκτάσεις και τις μεγάλες εκτάσεις κατέχουν οι ισχυροί αγρότες».

Αντιφατικές νοοτροπίες

Χρέη και μεγάλη ζωή: «Ήθελα κι εγώ να νιώσω όπως οι εκείνοι που είχαν έναν λογαριασμό στην Ελβετία». Έτσι δικαιολόγησε ένας από τους εγχώριους εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο της Siemens, τη συμμετοχή του στο κύκλωμα «τρωκτικών» που γέμισε τις τσέπες του. Τον πιστεύουμε διότι γνωρίζουμε την ψυχοσύνθεση του στερημένου για πολλά χρόνια λαού. Ταυτόχρονα όμως, οι τράπεζες, οι ελληνικές αυτήν τη φορά, βρίσκονται χαμηλά στην εκτίμηση των πολιτών, όπως έχει διαφανεί σε έρευνες εταιρικής φήμης και εμπιστοσύνης. Λογαριασμοί στην Ελβετία και υπανάπτυξη στην ελληνική ύπαιθρο, ταξίδια για ψώνια στο Λονδίνο ή το Μιλάνο και μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας είναι το δίπολο που βιώνει αυτή η χώρα, ήδη από τη δεκαετία του ’50. Τι κι αν οι Έλληνες χρωστούν «ένα κάρο» λεφτά στις τράπεζες εξαιτίας δανείων και καρτών (το 51,4% των Ελλήνων χρωστά σε δάνεια και κάρτες, ενώ ο δανεισμός αντιστοιχεί στο 41% του ΑΕΠ); Αφού το λέει και η σχιζοφρενική παροιμία μας: Η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

Ωχαδερφισμός και εθελοντισμός

 Λένε πως οι σύγχρονες ρίζες του ωχαδερφισμού βρίσκονται στη δεκαετία του ’80, όταν το Κράτος μεγάλωσε και κάποιος άλλος έπρεπε να τα σκεφτεί όλα και να αναλάβει -αντί για εμάς- όλες τις ευθύνες. Το 2004 μια νέα πτυχή της ελληνικής πραγματικότητας ανέτειλε και, ως φαίνεται, θα αποτελέσει το νέο δίπολο του 21ου αιώνα. Οι εθελοντές των Ολυμπιακών συνεχίζουν σήμερα μια παράδοση που βρίσκεται κόντρα στον παραδοσιακό ελληνικό ωχαδερφισμό. Πριν από λίγες ημέρες μιλούσαμε με τον δήμαρχο Βύρωνα, Νίκο Χαρδαλιά, ο οποίος μέσω του Συνδέσμου Προστασίας Ανάπτυξης Υμηττού συντονίζει, μεταξύ άλλων, το έργο δεκάδων εθελοντών. «Είναι άνθρωποι σαν όλους εμάς, από όλες τις οικονομικές κοινωνικές τάξεις που κανονίζουν και παίρνουν τις άδειές τους, έτσι ώστε να βρίσκονται στο βουνό για να το προσέχουν», λέει με ικανοποίηση για το επίπεδο των ανθρώπων που φυλάνε καλοκαιριάτικα τον Υμηττό. Την ίδια στιγμή ο ίδιος δεν χάνει την ευκαιρία να χτυπήσει την άλλη πλευρά του σύγχρονου Νεοέλληνα, όλους εκείνους που με κάποιας αμφίβολης αξιοπιστίας τίτλους ιδιοκτησίας, σέρνουν τον δήμο στα δικαστήρια και διεκδικούν ότι απέμεινε από το βουνό.

Μέσα και έξω από το «κουτί»

 Ο Γιάννης Αναστασάκος της AGB Hellas συνηθίζει να λέει ότι «άλλο το τι ισχυριζόμαστε για τη σχέση μας με την τηλεόραση κι άλλο αυτό που πραγματικά δείχνουν τα μηχανάκια της εταιρείας». Κι έχει δίκιο. Ο μέσος όρος τηλεθέασης στην Ελλάδα έχει ξεπεράσει τις 3 ώρες την ημέρα κι ας αναθεματίζουμε όλοι μας το Μέσο. Ταυτόχρονα, οι καφετέριες στην Ελλάδα βογκάνε από το καθισιό των Νεοελλήνων, σε σημείο που οι μαγαζάτορες να πουλούν αβλεπί τον καφέ 5 ευρώ. Πώς εξηγείται ότι έχουμε έναν από τους υψηλότερους δείκτες τηλεθέασης παγκοσμίως και ταυτόχρονα φημιζόμαστε για τα «τραπεζάκια έξω»; Πώς τα προλαβαίνει όλα ο μπαγάσας ο Έλληνας; Διάθεση να υπάρχει.



Διατροφή και σκουπίδια

 Όποιος κάνει μια βόλτα στο Ηράκλειο Κρήτης θα εκπλαγεί από τον αριθμό των υπέρβαρων και των παχύσαρκων παιδιών που κυκλοφορούν. Στην πόλη - σύμβολο του νησιού, που φημίζεται για την εξαιρετική διατροφή, δεν υπάρχουν πολλές λεπτές σιλουέτες. Σύμφωνα με έρευνες τα Ελληνόπουλα είναι αυτή τη στιγμή τα πιο παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη, ενώ η Κρήτη είναι μία από τις περιοχές στις οποίες το πρόβλημα είναι έντονο. Η μεσογειακή διατροφή, πλούσια σε φυτικά κι όχι σε ζωικά έλαια, όσπρια, λαχανικά, έχει αντικατασταθεί από το fast food, το σουβλάκι, τις τηγανητές πατάτες και την πίτσα, με το 60% των Ελλήνων να παραγγέλνει ή να τρώει «απ’ έξω», δύο φορές την εβδομάδα......

Ολόκληρο το άρθρο εδώ




ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ

Παίρνοντας στοιχεία από τα παραπάνω κείμενα και από εκείνα της 1ης ενότητας του βιβλίου σας, γράψτε ένα άρθρο στο οποίο να αποτυπώνεται η δική σας ιδέα / αντίληψη για το τι είναι Ελλάδα.

Θυμηθείτε ότι το άρθρο:

Έχει επικαιρικό χαρακτήρα. Αφορμάται από επίκαιρο γεγονός, το οποίο σχολιάζει ή ερμηνεύει. 
Δε χρειάζεται προσφώνηση
Έχει ύφος απρόσωπο, σοβαρό, αντικειμενικό, αλλά και απλό, ώστε να γίνεται κατανοητό στο ευρύ κοινό 
Η λειτουργία της γλώσσας είναι αναφορική/κυριολεκτική
Έχει τίτλο που  είναι ευσύνοπτος, περιεκτικός, αφορά στο σύνολο του θέματος κι όχι σε μια επιμέρους πτυχή του. Μπορεί να περιέχει σχόλιο είτε με τη μορφή λεκτικού/αξιολογικού χαρακτηρισμού είτε με τη χρήση σημείων στίξης.

Ένας επιτυχημένος τίτλος κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και τον προδιαθέτει θετικά. Απαραίτητες προδιαγραφές ενός επιτυχημένου τίτλου:


  • Να χρησιμοποιεί διάφορα σημεία στίξης
  • Φορτισμένες λέξεις ή φράσεις, κυρίως επίθετα
  • Συγκινησιακή χρήση της γλώσσας: λογοπαίγνια, οξύμωρα σχήματα, παρηχήσεις, μεταφορές, υπερβολές, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις, υπερβατά
  • Να είναι ελλειπτικός: συνήθως παραλείπονται άρθρα, ρήματα κι εύκολα εννοούμενες λέξεις, όπως σύνδεσμοι και προθέσεις
  • Αν υπάρχει ρήμα, συνήθως σε γ΄ πρόσωπο και χρόνο ενεστώτα (διάρκεια ή παραστατικότητα) ή αόριστο (γεγονός τετελεσμένο)
  • Να συνοψίζει το περιεχόμενο του άρθρου και να προβάλλει τη σπουδαιότητα του θέματος και την οπτική γωνία του συντάκτη του




  • Αφού μελετήσετε τη θεωρία για τους τρόπους σύνδεσης των προτάσεων (παράταξη, υπόταξη, ασύνδετο σχήμα), μπορείτε να δοκιμάσετε τη σχετική  άσκηση αυτοαξιολόγησης. (κάντε κλικ στο σύνδεσμο και ανοίξτε το συμπιεσμένο αρχείο που κατεβάσατε)