Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Βασίλης Κατσικονούρης, Μπαμπούσκα

Η «Μπαμπούσκα» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του θεατρικού συγγραφέα Βασίλη Κατσικονούρη («Το Γάλα», «Καλιφόρνια ντρίμιν», «Εντελώς αναξιοπρεπές», «Το μπουφάν της Χάρλεϊ», «Οι αγνοούμενοι», «Πήρε τη ζωή της στα χέρια της»).

Βασίλης Κατσικονούρης: Εχουμε σπάσει  την ταμπέλα  της ελληνικούρας


Δυο άγγελοι κατεβαίνουν στη Γη για να τη σώσουν έστω και την τελευταία στιγμή από την καταστροφή, ακολουθώντας τα μηνύματα-χρησμούς, γραμμένα πάνω στα ρώσικα κουκλάκια και χωμένα διαδοχικά το ένα μέσα στο άλλο ‒ στην μπαμπούσκα του τίτλου. Πρόκειται ωστόσο για σαφώς προβληματικούς διασώστες: ο ένας, ο Αρχάγγελος αράζει σε ένα παλιομοδίτικο μπαρ και πίνει παρέα (εξ αποστάσεως) με δύο ηλικιωμένους ΕΑΜίτες και τον δύστροπο ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Ο άλλος δεν είναι ποτέ σίγουρος για το τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Μάλλον πάσχει από σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής. 

Ευτυχώς που υπάρχει ελπίδα: η πρώτη αποστολή του Άγγελου είναι να βρει ένα ζευγάρι, το τελευταίο πάνω στη Γη που μπορεί ακόμα ν’ αγαπηθεί, και να σώσει τον κόσμο από την καταστροφή. Αυτή λέγεται Ευρυδίκη κι αυτός Ορφέας. Όμως ο Ορφέας, που είναι ζωγράφος, δεν θέλει να ζωγραφίσει την Ευρυδίκη όπως είναι, αλλά όπως θα ήθελε να είναι, και η Ευρυδίκη, που είναι δακτυλογράφος και πραγματίστρια, δεν το θέλει αυτό.

Ο Αρχάγγελος άρχισε να μιλάει με αργή, υπομονετική φωνή.
«Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»
Η αγάπη, μικρέ, αυτή κρατάει τον κόσμο. Κι όταν εξαφανιστεί, τότε ο κόσμος θα πεθάνει, θα καταστραφεί


Μετά την αγάπη, η ελπίδα εναποτίθεται στην ποίηση

Γιατί ναι, κι αν ακόμα η αγάπη έχει χαθεί από τον κόσμο όπως τώρα… θα υπάρχει πάντα σε κάποια μορφή μέσα σε κάτι άλλο….. «Μέσα στην ποίηση»

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο

Κι όταν ακόμα και το τελευταίο βιβλίο με ποιήματα γραμμένα έχει χαθεί, κάποια ποίηση θα υπάρχει πάντα, κάπως, μέσα στην πρώτη της, την πιο ακατέργαστη μορφή της.
«…. Στα λόγια και στις κουβέντες των ανθρώπων!»

Βλέπεις, όταν ένας κόσμος τελειώνει, χάνεται πρώτα η αγάπη, ύστερα η ομορφιά, μετά ο λόγος και στο τέλος χάνεται και η τελευταία μορφή που τα κρατούσε όλα αυτά : Η μνήμη.

Τα χέρια του Αγγέλου έτρεμαν καθώς έπαιρνε τη μικρή μπαμπούσκα απ’ το απλωμένο χέρι του κοριτσιού μπροστά του. Μικροσκοπικά, σαν κομψοτεχνήματα γεωργιανής γραφής γράμματα ήταν σκαλισμένα στη βάση της.

«Δεν … υπάρχει…. Χρόνος. Μόνο… οι… χτύποι της … παιδικής …. μας καρδιάς»

Ο Άγγελος είχε κάποιες απορίες «Είναι …. Δηλαδή … όπως όταν ερωτευόμαστε;»

Όμως ο Άγγελος, δεν τον ένοιαζε πια η απάντηση, είχε ήδη βρει την ευκαιρία να χωθεί ξανά στη θαλπωρή της αγκαλιάς της, ήξερε μόνο πού ήθελε αυτός να βρίσκεται, ότι μόνο εκεί ήθελε να βρίσκεται, ήξερε ακόμα ότι όλα τελείωναν τώρα, όλα διαλύονταν, ναι, ακόμα και ο χρόνος έλιωνε σαν τα ρολόγια του Νταλί, μόνο που τον Νταλί δεν τον ήξερε, ούτε και κανέναν άλλο ζωγράφο, κανέναν και τίποτα δεν ήξερε, άκουγε μόνο εκείνο τον βαθύ, ρυθμικό χτύπο κάτω από την απαλή μεμβράνη της κοιλιάς του κοριτσιού… και ήξερε ότι ήταν η καρδιά της που μετρούσε χωρίς νούμερα, χωρίς νόημα και δίχως τέλος, γιατί όλα γύρω γύρω γίνονταν ένα αιώνιο παρόν, όλα γλιστρούσαν κι έφευγαν και πάλι επέστρεφαν εκεί αθώα και καινούργια σαν να υπήρχαν ξανά μ’ έναν άλλο τρόπο, λευκασμένα μέσα σε μια έκπαγλη διαφάνεια, κι από κάπου μακριά, και από κάπου κοντά, άκουγε τη φωνή της Νιόβης να του μιλάει.
«…. Μα κοίτα, σου λέω, δες…… Χιονίζει!»
Ο μικρός Άγγελος γύρισε και άρχισε να στρέφει το κεφάλι του με δυσκολία. Σαν έμβρυο που αλλάζει στάση μέσα στα υγρά του αμνιακού σάκου της μάνας του.
Κοίταξε προς το παράθυρο, έξω.
Πράγματι…….

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Σαλβαντόρ Νταλί, Η εμμονή της μνήμης, ελαιογραφία, 1931, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

Συνέντευξη του Βασίλη Κατσικονούρη στο click@Life και στη Μάνια Στάικου, με αφορμή τον μονόλογό του «Το μπουφάν της Χάρλεϊ»


«Ένας πιτσιρικάς σήμερα δεν προλαβαίνει ούτε να μελαγχολήσει»

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011





Ρίχνει μια φοβισμένη ματιά στο μέλλον που έφτιαξαν για τον οργισμένο γιο της. Φοβάται τους συμβιβασμούς και ανησυχεί για τη ζωή που γλιστράει σαν την άμμο. Η κωμικοτραγική ηρωίδα του Βασίλη Κατσικονούρη στον μονόλογό του «Το μπουφάν της Χάρλεϊ ή πάλι καλά» είναι υπερπροστατευτική όπως οι περισσότερες ελληνίδες μάνες. ...........Το έργο γράφτηκε παράλληλα σχεδόν με τη γνωστή θεατρική επιτυχία του Βασίλη Κατσικονούρη , το «Γάλα» ....Ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο της ταινίας, μας μίλησε για τις εκλεκτικές συγγένειες των δύο έργων του.

Το «Μπουφάν της Χάρλεϊ» γράφτηκε την ίδια περίοδο που δουλεύατε και το «Γάλα». Αισθάνεστε ότι υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τα δύο έργα;

Το Γάλα ήταν μια έκρηξη μέσα στο κεφάλι μου. Όλα εκεί ειπώθηκαν πολύ έντονα, πολύ δυνατά. Στο τέλος, μετά απ` όλη αυτή τη φασαρία, κάτι περίσσευε. Κάτι σαν μια ήρεμη θλίψη, ένα μουρμουριστό παράπονο. Αυτό ήταν το «Μπουφάν της Χάρλεϋ, ή Πάλι καλά».

Είναι ενδιαφέρον πάντως που στη συγκεκριμένη περίοδο επιλέξατε την εικόνα της μητέρας για να αναδείξετε διαφορετικές όψεις της ελληνικής κοινωνίας. Ποιες «εκλεκτικές συγγένειες» έχουν οι δύο μητέρες;

Η μητρική αγάπη –η πρόσληψή της- είναι ό,τι πιο ανιδιοτελές φέρουμε μέσα μας. Η παρουσία των μανάδων στα δύο προαναφερθέντα έργα σημαίνει ακριβώς την αφετηρία για το μακρύ ταξίδι αυτής της καθαρότητας μέσα στη νύχτα του κόσμου. Και την καταστροφή όσων ακόμα επιμένουν να τη φέρουν… Την ίδια ή την ανάμνησή της.

Αυτή βεβαίως είναι μια λογοτεχνική-φιλοσοφική προσέγγιση. Μια ψυχαναλυτική θα έλεγε ότι ακόμα δεν έχω ξεμπερδέψει με το οιδιπόδειό μου.

Θεωρείτε ότι η νέα γενιά συντρίβεται πάνω στο «πάλι καλά»; Γενικότερα ποια είναι η εικόνα σας για τους νέους;

Πιστεύω ότι η δική μου γενιά μάλλον βολεύτηκε πάνω στο «πάλι καλά». Δεν είναι τόσο κακό όσο ακούγεται. Διασώζεις κάποια πράγματα κι έχεις εσύ την ευθύνη μιας έστω περιορισμένης επιλογής τι θα κρατήσεις και τι θα πετάξεις. Ακριβώς αυτός ο περιορισμός σε κάνει να σκέφτεσαι τις απολύτως ουσιώδεις προτεραιότητες και την κατάταξή τους: One for the money, two for the soul; Ή το ανάποδο;

Το πρόβλημα είναι η σημερινή γενιά, που πολύ θα ήθελε ένα έστω «πάλι καλά» και τελικά καταλήγει στο «πάλι σκ..ά». Κανονικά πρέπει να τα τρίψει στη μούρη όσων οδηγούν ολόκληρες γενιές και κοινωνίες στο αδιέξοδο, για να καταλάβουν και οι ίδιοι πόσο επικίνδυνο είναι να μην αφήνεις επιλογές. Νομοτελειακά πάντως, τα σκάγια θα μας πάρουν όλους… three to get ready, now go cat, go! Παλιό ροκενρολάκι του Carl Perkins, “Blue Suede Shoes”.

Συμφωνείτε με την άποψη ότι κυρίως οι νέοι έχουν την πολυτέλεια της μελαγχολίας;

Έχει στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός που αποθεώνει το σώμα της νεότητας στο απόλυτο σφρίγος, κάλλος και φέγγος της (από νέον). Ένας πιτσιρικάς σήμερα δεν προλαβαίνει να μελαγχολήσει. Κι αν του προκύψει κάποια μελαγχολία, θα είναι δοτή –τύπου emo, «Λυκόφως» κ.τ.λ., ή απλώς δε θα ξέρει να τη διαχειριστεί, οπότε πάει και πέφτει κατ` ευθείαν στην κατάθλιψη.

Προσωπικά πάντως - αν θεωρήσουμε τη μελαγχολία πολυτέλεια, όπως λες στην ερώτησή σου – διήγα πολυτελέστατο βίο στα νιάτα μου. Θα έλεγα και τώρα ακόμη, αν δε φοβόμουνα τα νέα τεκμήρια της εφορίας.

Είστε ροκ όπως ο ήρωας στο «Μπουφάν της Χάρλεϊ»;

Κανείς δεν είναι τίποτε. Η ύψιστη ελευθερία είναι να μπορείς να ξεφορτώνεσαι αυτό που νομίζεις πως είσαι. Το ροκ με βοήθησε από την άποψη ότι πάντα έθετε ένα επείγον θέμα ελευθερίας. Από κει και πέρα, όσον αφορά την ουσία αυτής της ελευθερίας, θα ήθελα να είμαι τόσο ροκάς όσο ο Παπαδιαμάντης, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σεφέρης, ο Τσέχωφ, ο Φελλίνι, ο Ταρκόφσκι, ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος και άλλοι ήρωες της ροκ.........................................................

Ποια ήταν η σχέση σας με το θέατρο πριν αρχίσετε να γράφετε;

Δεν πήγαινα στο θέατρο, ακόμα κι όταν άρχισα να γράφω θεατρικά έργα. Όταν γνώρισα τη γυναίκα μου –που έχει σπουδάσει θεατρολογία- μου εξήγησε με μεγάλη υπομονή ότι αυτό δεν είναι σωστό, και άρχισε να με πηγαίνει συνέχεια σε διάφορες παραστάσεις, ενώ εγώ ήθελα να πηγαίνουμε για μπύρες. Ο μόνος τρόπος για να ηρεμήσει, τελικά, ήταν να την παντρευτώ και να κάνουμε παιδιά. Οπότε τα τελευταία χρόνια δεν πηγαίνουμε και τόσο συχνά στο θέατρο. Παρότι τώρα την παρακαλάω...

Εφόσον εργάζεστε ως εκπαιδευτικός μπορείτε να μας διαφωτίσετε για το τι γίνεται με το θέμα της θεατρικής αγωγής στο σχολείο;

Τι να σας πω, κι εγώ ένας υπάλληλος είμαι, καταλαβαίνετε… Όλο αγγλικά με βάζουνε να κάνω και να καταχωρώ τις απουσίες. Τώρα όμως, με τις εξαγγελίες της υπουργού Παιδείας για αξιοποίηση του έμψυχου δυναμικού στα σχολεία, είμαι σίγουρος ότι θα με αξιοποιήσουνε κι εμένα. Μπορεί ας πούμε να μου δώσουνε να κρατάω και τα μητρώα φοίτησης ή το πρωτόκολλο αλληλογραφίας του σχολείου.

Ένας εκπαιδευτικός, χρειάζεται να έχει και λίγο θεατρικότητα για να κρατήσει την τάξη;

Η εκπαιδευτική πράξη προσομοιάζει στη θεατρική. Μόνο που στην αίθουσα, όπου τελείται αυτή η πράξη, οι θεατές είναι κάπως πιο ανήσυχοι. Χρειαζόμαστε επειγόντως νέα, πιο ενδιαφέροντα έργα στα σχολεία και δασκάλους που να κάνουν γκελ στο κοινό.

Περιμένουν κάποια έργα σας κλειδωμένα στο συρτάρι;

Στο ντουλάπι τα βάζω. Καμιά φορά, άμα περνάω από μπροστά του, ακούω κάτι περίεργους ήχους από εκεί μέσα. Απομακρύνομαι όσο πιο ήσυχα γίνεται. Δεν ξέρεις πότε ένα έργο θα αποφασίσει να επιτεθεί στο συγγραφέα του.



to theama 1
ΘΕΑΤΡΟ ΣΗΜΕΙΟ «Το Θέαμα» σε σκηνοθεσία Βασίλη Κατσικονούρη και ερμηνεία Βαγγέλη Ρόκκου (Φεβρ. - Απρ. 2013)


Συνέντευξη του Βασίλη Κατσικονούρη στη Σοφία Πατσέλλη


«Όλοι μια Κύπρο κουβαλάμε εντός μας. Δεν ήταν για να είναι αυτό η ζωή! Γι’ αυτό σαν με κοιτάς μ’ αυτά τα μάτια, αδερφή μου, δε βρίσκω κάτι να σου πω. Δες με … εμένα! Δεν είμαι περήφανη για ό,τι ήμουν – είμαι ήσυχη γιατί αυτό που ήμουν το έζησα περήφανα… Μόνο, πώς να φύγω χωρίς να βολέψω κάπου αυτή τη μνήμη;»
Από το έργο «Οι Αγνοούμενοι»

Καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συγγραφέας θεατρικών έργων τολμάει να αναρωτιέται, να θυμάται, να ψάχνει – να μιλάει για όσα οι αρμόδιοι σιωπούν – να αγγίζει όσα οι περισσότεροι φοβούνται. Ο Βασίλης Κατσικονούρης συγκαταλέγεται ανάμεσα στους καταξιωμένους συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας και με τα έργα του «Εντελώς Αναξιοπρεπές», «Καλιφόρνια Ντρίμιν», «Το Γάλα», «Οι Αγνοούμενοι», αναγκάζει να τον προσέξουν. Επιλέγει να ακούει τη καρδιά του, με οποιοδήποτε κόστος, και προκαλεί να γροικήσει ο καθένας τη δική του καρδιά. Το γράψιμο για κείνον είναι ανάγκη, είναι ψυχική περιπέτεια, στην οποία καλεί και τον θεατή. Μιλάει για αλήθειες σκληρές με το δικό του ευαίσθητο τρόπο. Κανείς δεν εξέρχεται απ το θέατρο έτσι όπως εισήλθε. Καταφέρνει να αγγίζει τις ψυχές, να ξυπνά σκέψεις και συναισθήματα.
Ποια είναι η σχέση σας με τη Κύπρο;
Από πλευράς καταγωγής, καμία. Απλώς, το 1974, με την εισβολή στη Κύπρο και την μεταπολίτευση στην Ελλάδα, εγώ έμπαινα στην εφηβεία μου. Όλα αυτά τα γεγονότα οριοθετούν κατά κάποιο τρόπο το πέρασμά μου απ’ την παιδική στην αντρική ηλικία. Ήταν ένα κάλεσμα για να αρχίσω να σκέφτομαι και να βλέπω τον κόσμο αλλιώς.
Είστε καθηγητής. Θέλετε να μου μιλήσετε για την εμπειρία της μετάβασης από τη διδασκαλία στη τάξη στη διδασκαλία μέσω του θεατρικού έργου;
Νομίζω ότι δεν πρέπει να υπάρχει τέτοιο πέρασμα! Είμαι εναντίον του διδακτικού θεάτρου, με τη στενή έννοια του όρου.
Με την έννοια της τραγωδίας, που κάθε παράσταση είναι και μια διδασκαλία;
Από αυτή την άποψη, το κοινό σημείο είναι η επικοινωνία. Όπως η βάση της διδακτικής πράξης είναι η σχέση του δάσκαλου με το μαθητή, έτσι και η βάση της θεατρικής παράστασης είναι η επικοινωνία του θεατή με το έργο.
Η δουλειά του δασκάλου σας γεμίζει;
…και με αδειάζει! Είναι κάτι που επέλεξα να το κάνω και μέχρι του σημείου που επιτυγχάνεται η «επικοινωνία», βεβαίως με γεμίζει. Ωστόσο μου γεμίζει και τον χρόνο, έχω και το γράψιμο, έχω και τις υποχρεώσεις με τα παιδιά μου, την οικογένεια μου, και έτσι με αγχώνει. Αισθάνομαι, όμως, ότι η ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα επικαλύπτει του δημοσίου υπαλλήλου. Νιώθω ότι οφείλω να προσφέρω περισσότερα.
Πώς σας αντιμετωπίζουν τα παιδιά και οι συνάδελφοί σας;
Κάποια αντιλαμβάνονται τι είναι αυτό που κάνω, κάποια άλλα νομίζουν ότι γράφω σήριαλ, όπως και πολλοί συνάδελφοι. Για κάποιους απ’ αυτούς είμαι κάτι σαν απειλή. Τους προκαλώ φόβο και αμηχανία.
Γιατί γράφετε; Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;
Το πότε το ξέρω, το γιατί δεν το ξέρω (γέλια)… Απλά αισθάνομαι ότι μπορώ να το κάνω. Είναι μια δυνατότητα που ξεπηδά από μέσα μου, αλλά δεν θέλω να το πολυαναλύσω. Είναι κάτι που πηγαίνει από μόνο του, δεν μπορώ να το ελέγξω. Και φοβάμαι μήπως ψάχνοντας το, χάσει την όποια αυθεντικότητα του.
Έχετε κάποιο σχέδιο όταν γράφετε ή το γράψιμο σας οδηγεί στα μονοπάτια του;
Κρατάω σημειώσεις διάσπαρτες – κάποια ατάκα, κάποια παράταιρη σκηνή, κάτι που έχω θυμηθεί ή έχω ονειρευτεί και μέσα από όλα αυτά, εσωτερικά, χωρίς να το καταγράφω, βγαίνει ένας δραματουργικός ιστός.
Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας όταν ολοκληρώνετε ένα έργο;
Έχω μια αδημονία να το δω να παίζεται. Όχι όμως με την έννοια της λαχτάρας, να το δω να παίζεται οπουδήποτε και οπωσδήποτε. Αυτό το έχω κοντρολάρει πια! Για το αν θα παιχτεί σωστά, αυτό είναι μια αγωνία που αρχίζει τη στιγμή που αρχίζουν οι πρόβες.
Έχει επιπτώσεις όλη αυτή η επιτυχία στη προσωπική σας ζωή;
Δεν νομίζω. Ίσως μόνο ως προς τη διαχείριση του χρόνου μου. Επειδή το έχω δίπορτο –καθηγητής και συγγραφέας– αισθάνομαι σα να συμβαίνουν σε κάποιον άλλον. Πρέπει να είμαι μια περίπτωση “Doctor Jekyll and Mr. Hyde”. Δεν με επηρεάζουν όλα αυτά. Έχω και -από μικρός είχα- μια αίσθηση ματαιότητας η οποία ώρες-ώρες με στεναχωρεί, αλλά κάποιες φορές, όπως τώρα, αποδεικνύεται χρήσιμη.
Για το έργο «Οι Αγνοούμενοι» έχετε πει ότι το έργο δεν αφορά τους αγνοούμενους αλλά τους αγνοούντες. Υπάρχει ευτυχία εν αγνοία;
Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει ευτυχία εν αγνεία, αγνότητα. Αυτή είναι η μόνη που αξίζει τον κόπο. Όταν κάποιος δε γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα του, δίπλα του, τότε μιλάμε για αποβλάκωση, η ευτυχία τότε είναι βλακεία.
Εσείς πώς ορίζετε την ευτυχία;
Να είσαι εκεί που θέλεις και μ’ αυτούς που θέλεις και να κάνεις αυτό που θέλεις.
Στην παράσταση «Το Γάλα» δύσκολα συγκρατεί κάποιος το δάκρυ του. Νιώθατε την ίδια φόρτιση γράφοντας;
Είναι ένα έργο που έβαλα όλη μου τη ψυχή, γράφτηκε με ψυχικό πόνο. Και εκεί έγκειται η επιτυχία του. Δεν είναι απλά ένα ακόμα καλογραμμένο αντιρατσιστικό έργο. Πάει και βρίσκει το πόνο του καθένα, ο οποίος δεν είναι ξεχωριστός! Όλοι, λίγο πολύ, τον ίδιο πόνο έχουμε. Τον πόνο του εξόριστου απ’ αυτό που ο καθένας θεωρεί αληθινή ζωή.
Ενώ στο «Γάλα» αυτό που κυριαρχεί είναι το συναίσθημα, στους «Αγνοούμενους» κυριαρχεί η σκέψη.
Ναι, «Οι Αγνοούμενοι» είναι άλλη γραφή. Όλοι περίμεναν από μένα «Το Γάλα Νο2», αλλά δεν είμαι ούτε η Δέλτα ούτε η Φάγε. Η υποχρέωση που έχω σαν συγγραφέας είναι να εξελίσσομαι. Χρησιμοποίησα τη δημοσιότητα που πήρε «Το Γάλα» για έναν σκοπό πιο ιερό, πιο υψηλό. Με την ευνοϊκή συγκυρία της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ αναμενόταν να τεθεί το θέμα των αγνοούμενων και δεν ετέθη. Αισθάνθηκα λοιπόν υποχρεωμένος να το θέσω εγώ μέσα από τη δική μου τέχνη.
Το παρασκήνιο στα έργα «Οι Αγνοούμενοι» και «Το Γάλα» είναι η σύγχρονη ελληνική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της παρακμής, της απομόνωσης και της απαξίωσης. Υπάρχει ελπίδα σωτηρίας;
Ναι! Είναι αυτά που πάντα μας σώζουν και στη προσωπική μας ζωή, ο έρωτας και η τέχνη.
Τι πράγματα μπορούν να σας συγκινήσουν;
… μόνο και μόνο απ’ τη παύση καταλαβαίνεις… οτιδήποτε έχει μια αυθεντικότητα, μια γνησιότητα, μια δύναμη μέσα του.
Να ρωτήσω τι σας φοβίζει;
Ο θάνατος. Για την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Για την διάρρηξη των δεσμών αγάπης που στήνουμε εδώ μεταξύ μας και ξαφνικά έρχεται μια χατζάρα από πάνω και κόβονται όλα στη μέση.
Και, δυστυχώς, φτάνοντας και εμείς στο τέλος, θέλετε να μου μιλήσετε για τα σχέδια σας;
Του χρόνου θα συνεχιστούν «Το Γάλα» και «Οι Αγνοούμενοι». Υπάρχουν και καινούρια έργα έτοιμα, τα οποία θα θελα να ανεβούν, αλλά είμαι συγκρατημένος και ψύχραιμος. Πέρυσι τελείωσα το «Πήρε τη ζωή της στα χέρια της», που είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας, τα πρώτα μέρη της οποίας είναι «Το Γάλα» και «Οι Αγνοούμενοι». Το θέμα του πρώτου είναι η αγάπη, του δεύτερου ο φόβος και του τρίτου το έλεος. Επιθυμία μου είναι να παιχτούν «Οι Αγνοούμενοι» στην Κύπρο, και συμβολικά θα ήθελα να παιχτούν από κάποιο κρατικό φορέα, είτε της Ελλάδας είτε της Κύπρου.
περιοδικό ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΠΟΨΗ


Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Η Ιλιάδα μέσα από τη ματιά του Στάθη Λιβαθινού


«Η Ιλιάδα είναι η χώρα μας σήμερα»

Στάθης Λιβαθινός


Οι 24 ραψωδίες σε πέντε ώρες με σκηνοθέτη τον Στάθη Λιβαθινό

Της Γιώτας Συκκά

Ο συναρπαστικός κόσμος της Ιλιάδας τριβέλιζε το μυαλό του αμέσως μετά το τέλος της Πειραματικής Σκηνής. Οσο περισσότερο ρωτούν τον Στάθη Λιβαθινό γι’ αυτή την τολμηρή επιλογή σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, τόσο σιγουρεύεται ότι η πραγματική αιτία κρύβεται στην παιδική του ηλικία. Δείχνοντας τις ουλές -μάρτυρες της ζωηράδας εκείνων των χρόνων- λέει πως πάντα του άρεσε να επιμένει σε ό,τι τον δυσκόλευε. Ετσι και η Ιλιάδα, το ποιητικό έργο που γράφτηκε γύρω στο 750 π.Χ., ήταν ένα από τα σχέδια που ανέβαλε συνεχώς μέχρι που ήρθε η κατάλληλη στιγμή. Βρήκε τους συνεργάτες ηθοποιούς που τον συντροφεύουν στα δύσκολα (Δημήτρης Ημελλος, Βασίλης Ανδρέου, Νίκος Καρδώνης, Μαρία Σαββίδου), δίπλα τους συσπειρώθηκε μια νεότερη γενιά και ξεκίνησαν πρόβες πριν από εννέα μήνες. Ο Στρατής Πασχάλης δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα ούτε και η Ελσα Ανδριανού.

«Η Ιλιάδα είναι η χώρα μας τώρα», λέει γι’ αυτή την παραγωγή - πρόκληση, που θα δούμε στο Ελληνικό Φεστιβάλ στην οδό Πειραιώς (4/6). «Ο Ομηρος κατάφερε να προβλέψει το μοντέλο ύπαρξης ενός λαού που επρόκειτο να κατοικήσει στην Ελλάδα τα επόμενα 3.000 χρόνια. Ότι ο λαός θα ζει ανάμεσα στην ψευδαίσθηση, τον εμφύλιο πόλεμο, το μίσος και τον θυμό και θα του λείπει η συγχώρεση. Για να υπάρξει, θα διατηρηθεί μέσω της γλώσσας του»

Πρόθεση του σκηνοθέτη είναι να παρουσιάσει και τις 24 ραψωδίες ως θεατρική πράξη σε πέντε ώρες. «Ο πόλεμος στον Όμηρο είναι μια αναγκαία πραγματικότητα αλλά και μια αφορμή. Το ζουμί βρίσκεται στις τελευταίες ραψωδίες. Εκεί όπου το έπος αρχίζει να γίνεται αρχαία τραγωδία».

Μια εργασία σε εξέλιξη πάνω στο αφηγηματικό θέατρο, αλλά αυτή τη φορά με αφορμή το έπος του Ομήρου όπου η αφήγηση και ο διάλογος εναλλάσσονται με ρεαλιστικό τρόπο και αλλαγές υφών. «Γιατί ο Ομηρος είναι τραγωδία, μπουλβάρ, αφήγηση, μελετάει τη ζωή».

Ο Στάθης Λιβαθινός θέλει η δουλειά του να είναι ανοιχτή σε πολλές αναγνώσεις. Κι όταν τον ρωτάς αν η στροφή του κοινού στα λογοτεχνικά κλασικά κείμενα είναι εσωτερική ανάγκη ή ασφαλής επιλογή, είναι κατηγορηματικός: «Το κοινό στρέφεται στα είδη που δεν βαριέται. Αυτή τη στιγμή το θέατρο είναι μια εθνική προσπάθεια διάσωσης της γλώσσας και του ήθους μας. Κάθε σκηνοθέτης βάζει τη δική του υπογράμμιση σε τέτοια κείμενα. Το θέμα του ηρωισμού σήμερα είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους απευθύνθηκα στην Ιλιάδα. Η ανάγκη των ανθρώπων να οδηγήσουν άλλους πληρώνοντας το τίμημα, είναι μεγάλο θέμα». Επιπλέον δηλώνει ευτυχής και για τη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. «Είναι ό,τι πιο σύγχρονο έχουμε για τον Ομηρο».



Φωτογραφία από τις πρόβες, Καθημερινή, 19/5/2013


– Γιατί οι παραστάσεις σας πρέπει να είναι τόσο μεγάλες σε διάρκεια;

– Στην αρχή ήθελα μια πιο ελεύθερη παρακολούθηση, αλλά αυτό απαιτεί προετοιμασία του κοινού και ανάλογο χώρο. Ο θεατής γνωρίζει ότι έρχεται να δει τη δουλειά μου. Θα είναι πέντε ώρες με διαλείμματα.

– Το ανέβασμα αυτής της ακριβής παραγωγής, που ήδη ζητήθηκε και από το εξωτερικό, είναι ένα φιλόδοξο εγχείρημα σε μια εποχή που μας διδάσκει το μέτρο. Δεν φοβάστε;

– Δεν αισθάνομαι φόβο αλλά δέος. Ομως ανοίγει ένας δρόμος γι’ αυτά τα κείμενα που είναι πιο ανοιχτά και δημοκρατικά απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε, καμωμένα για να μιληθούν. Αν μου καταλογιστεί αποτυχία θα το δεχτώ, αλλά θα συνεχίσω να δουλεύω πάνω στο κείμενο.

– Ποια σημεία της φωτίζετε;

– Ο Ομηρος δημιούργησε ένα έπος στο οποίο δεν υπάρχει ούτε νικητής ούτε νικημένος. Είναι η συνομιλία δύο γενεών. Του θυμωμένου ήρωα Αχιλλέα, αυτού του αψίκορου νεαρού, και του σοφού πατέρα Πριάμου και το πώς δυο γενιές μπορούν να συμφιλιωθούν έστω για λίγο. Γιατί απ’ αυτό μπορεί να γεννηθεί κάτι. Υπάρχει ένα μοτίβο μέσα στο έπος που καταφέρνει να αναδείξει όλα τα πρόσωπα από πολλές πλευρές. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της λογοτεχνίας που τα πρόσωπα δείχνουν πόσο γενναιόδωρα μπορούν να είναι, αλλά και πόσο η γενναιοδωρία και η γενναιότητα απέχουν ένα εκατοστό από την έπαρση και την οίηση, κάτι από το οποίο υποφέρει ο λαός μας. Η οργή, η αγανάκτηση, ο θυμός είναι ένα μοντέλο ύπαρξης καταδικασμένο να τελειώσει στην κατανόηση και τη συγχώρεση. Ο Ομηρος κρατάει έναν γενναιόδωρο καθρέφτη για όλους.




«Χρειαζόμαστε μια βαθιά εθνική μετεκπαίδευση για κείμενα όπως η Ιλιάδα»


Ο Στάθης Λιβαθινός έχει τον τρόπο να καθηλώνει τον συνομιλητή του με το διαπεραστικό βλέμμα και το χειμαρρώδη λόγο του. Εδώ κι εννέα μήνες δουλεύει ασταμάτητα πάνω στην ομηρική «Ιλιάδα» και τώρα μοιράζεται μαζί μας, για πρώτη φορά, τις σκέψεις του για την παράσταση που θα δούμε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο αλλά και για τη μοίρα του θεάτρου.





Συναντηθήκαμε σε ένα cafe της οδού Μακρυγιάννη και η αρχή της συζήτησης –για κάποιον παράξενο, τυχαίο λόγο– μας οδήγησε στην πατρότητα. «Για να γίνεις κάποιος, πρέπει να είσαι ο γιος κάποιου», μου είπε ο Στάθης Λιβαθινός, «και η έννοια της πατρότητας στην τέχνη εμπεριέχει τη διάσταση της μαθητείας. Έτσι κατά κάποιον τρόπο δημιουργείται η συνέχεια. Όταν δεν υπάρχει πατρότητα, δεν υπάρχει συνέχεια και νομίζω ότι αυτό βιώνουμε στην Ελλάδα. Την έλλειψη οποιασδήποτε συνέχειας, διαδοχής, καταρχάς στην παιδεία και μετά σε όλα τα υπόλοιπα. Αυτή είναι και η εθνική μας τραγωδία. Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται ή τι φταίει. Το πιο εύκολο θα ήταν να πω ότι υπάρχει μια πατρογονική κατάρα. Βλέπεις τα όσα συμβαίνουν στην “Ιλιάδα” και σκέφτεσαι τη μοίρα της Ελλάδας».

Πέρυσι κάνατε τον «Ερωτόκριτο» γιατί θέλατε να μιλήσετε για την Αναγέννηση. Τι είναι αυτό που σας έφερε φέτος κοντά στην «Ιλιάδα»; 

Με έφερε μια προσωπική εμμονή, μια επιθυμία, η οποία γεννήθηκε γύρω στο 2008 και την πρωτομοιράστηκα με τη συνεργάτιδά μου Έλσα Ανδριανού. Ήταν στο τέλος της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, μιλούσαμε για την Ελλάδα και της είπα ότι θα ήθελα πολύ να ασχοληθώ με την «Ιλιάδα» στο θέατρο. Εννοείται πως δεν με πήρε πολύ στα σοβαρά, σήμερα όμως είναι πολύτιμη συνεργάτις μου στην παράσταση. Αυτό που πραγματικά σε κάνει να κυνηγήσεις κάτι δεν ονομάζεται εύκολα…Στην περίπτωση της «Ιλιάδας» πρόκειται μια προσωπική, αλλόκοτη, ανεξήγητη τρέλα, επιθυμία. 


Με ποιον τρόπο αποδίδετε θεατρικά το ομηρικό έπος;

Στην «Ιλιάδα» είναι βασικό να καταλάβεις πόσα θα μπορούσες να είχες πει αλλά δεν κατάφερες. Η παράσταση εξερευνά κάποιες συγκεκριμένες πλευρές του κειμένου, πάντα σε σχέση με την εποχή. Ζω την ατελείωτη χαρά αυτής της ανακάλυψης και της επικοινωνίας με τον ποιητή των ποιητών και τα μυστικά του. Ζω μια ευτυχισμένη στιγμή και εγώ και όλοι όσοι συμμετέχουν σ’ αυτή την παραγωγή. Αυτή η αίσθηση της πληρότητας πριν από μια παράσταση είναι σπάνια…. 

Σας είχε εντυπωσιάσει ήδη από το σχολείο; 


Δεν είχα ανοιχτούς λογαριασμούς με την «Ιλιάδα» στο σχολείο, διότι δεν τη διδάχτηκα. Ευτυχώς, γιατί αν την είχα διδαχτεί, νομίζω πως δύσκολα θα είχα γυρίσει σε αυτή. Επανατοποθέτησα μέσα μου το θέμα του ποσό «καλό» μας κάνει η λάθος διδασκαλία αυτών των κειμένων. Φαντάζομαι πόσοι κρυμμένοι εχθροί της «Ιλιάδας» υπάρχουν εκεί έξω που δεν ξέρουν την ερωτική και τη βαθιά ποιητική του κειμένου καθώς τη διδάχτηκαν με υποκείμενα και ρήματα. Χρειαζόμαστε μια βαθιά εθνική μετεκπαίδευση για το πώς πρέπει να πλησιάζουμε αυτά τα κείμενα. Και για μένα, που καταπιάνομαι μαζί της στο θέατρο θα υπάρχει πάντοτε μια αμφιβολία αν μπορεί να γίνει στο θέατρο. Τόσο ο «Ερωτόκριτος» όσο και ο «Ηλίθιος» αλλά και άλλα λογοτεχνικά κείμενα με τα οποία καταπιάστηκα, ήξερα ότι μέσα τους ήταν βαθιά θεατρικά



(φωτ: Νίκος Κοκκαλιάς), Καθημερινή, 19/5/2013


Ετοιμάζετε μια παράσταση-πείραμα; 


Είναι μια εργασία σε εξέλιξη και θα πιστεύω ότι θα μεταφέρει μέσα της την αμφιβολία γύρω από το αν η θεατρική γλώσσα που δοκιμάζουμε εδώ έχει να πει κάτι περισσότερο για την «Ιλιάδα». Αυτό άλλωστε το αποφασίσαμε και με το σύμβουλο μου στη δραματουργία Στρατή Πασχάλη: η αμφιβολία πρέπει φαίνεται. Για την παράσταση μας βασιστήκαμε στη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο οποίος είναι με γενναιόδωρο τρόπο κοντά μας.

Τι σας οδήγησε στην επιλογή της συγκεκριμένης μετάφρασης; 

Είναι έργο ζωής για το Δημήτρη Μαρωνίτη και η μετάφραση του είναι ό,τι πιο σύγχρονο υπάρχει για τον Όμηρο αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν κι άλλες ενδιαφέρουσες μεταφράσεις αλλά ένιωσα ότι ποιητικά, ιδεολογικά και αισθητικά συμπίπτω πολύ περισσότερο με τη συγκεκριμένη. Ακολουθούμε απόλυτα τον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου. Ο Όμηρος δημιουργεί ένα ολόκληρο ποιητικό συμβάν για να πει μια ιστορία και αυτή ιστορία είναι τόσο απλή όσο και μεγαλειώδης. Στην παράσταση παρόλο που υπάρχουν πάρα πολλά ερευνητικά στοιχεία δεν θα θυσίαζα ποτέ, όπως δεν έχω κάνει μέχρι τώρα, την ουσία. Δεν σκοπεύω να μην αφηγηθώ το μύθο για χάρη οποιασδήποτε άλλης παράπλευρης ερευνητικής κατάστασης. Το στοίχημα σήμερα είναι να πεις το μύθο, να αφηγηθείς αυτή την ιστορία με ένα τέτοιο τρόπο που να μπορούσε να αγγίξει να γίνει κατανοητή και να συγκινήσει. Είναι μεγάλο το στοίχημα. 

Ο ραψωδός είναι κυρίαρχο στοιχείο στην απόδοση του κειμένου. Μπορεί να έχει υπόσταση ένα τέτοιο πρόσωπο σήμερα; 


Ο ραψωδός ήταν πρόσωπο χαρισματικό, αυτοσχεδιαστικό, το οποίο ήξερε να τραβά την προσοχή των ανθρώπων και να την επικεντρώνει σε αυτό που ήθελε να πει. Αυτό το επάγγελμα σπανίζει σήμερα, αλλά υπάρχει. Πιστεύω ότι με έναν τρόπο ακόμη και ο Σαββόπουλος έχει μια τέτοια υπόσταση. Επίσης σε πολιτισμούς στα Βαλκάνια αλλά και πιο βόρεια έχουν βρεθεί ραψωδοί οι οποίοι λένε μέχρι και 30.000 στίχους απέξω. Νομίζω ότι έχει να κάνει με μια βαθύτερη ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι ιστορίες πρέπει να ταξιδέψουν. Στην παράστασή μας με ενδιαφέρει η υπόσταση του ραψωδού, η οποία αφορά με κάποιον τρόπο όλο τον θίασο. Και οι 15 ηθοποιοί της ομάδας μου, η οποία κατά κάποιον τρόπο ενσωματώνει τρεις γενιές, δουλεύουν επί ίσοις όροις πάνω στο κείμενο. Δουλεύουμε από τον Σεπτέμβριο και αυτοί οι μήνες μέχρι την παρουσίαση στο Φεστιβάλ Αθηνών δεν ξέρω αν αρκούν γι’ αυτήν τη σύλληψη και τη γέννηση. Στο φεστιβάλ θα δείξουμε ένα πρώτο στάδιο της εργασίας, ελπίζω πάνω σε όλες τις ραψωδίες. Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος και περήφανος για τους ηθοποιούς μου γιατί χωρίς να έχουν σχεδόν καθόλου απολαβές έχουν αφοσιωθεί σ' αυτό το απόλυτο σχέδιο δουλεύοντας έξι και επτά ώρες.

Επικεντρώνεστε στην έννοια του ηρωισμού; 

Ο ηρωισμός είναι βασικότατο ερώτημα μιας εποχής και για να απαντηθεί πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να πλησιάσουμε τους ήρωες. Ποιοι είμαστε εμείς σήμερα, ποιοι είναι αυτοί και πόσο τους χρειαζόμαστε; Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που μας άγγιξε, χωρίς να το μελετήσουμε ιδιαίτερα θεωρητικά. Νιώθω ότι υπάρχει μια τεράστια ανάγκη για παρηγοριά, να φανταστείς ότι κάπου υπάρχει κάτι πιο γενναίο, κάτι πιο υψηλό που μπορείς να του μοιάσεις. Αυτή η ανάγκη των ανθρώπων να δουν μεγάλα μεγέθη, να ταυτιστούν με αυτά και να κοιτάξουν λίγο υψηλότερα υπήρχε και τότε.
Αν δεις όμως τα πράγματα χωρίς εξιδανίκευση, διαπιστώνεις πως ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλέας, δύο άντρες με το έντονο θυμικό, ήταν αυτοκαταστροφικοί.
Φαίνεται ότι ο Όμηρος έβλεπε από πολύ νωρίς ότι ένας εμφύλιος θα είναι η μοίρα μας. Αυτός είναι ένας απ' τους λόγους για τους οποίους είδα ότι αυτό το κείμενο πρέπει να γίνει τώρα. Μοιάζει να μοιραζόμαστε τις ίδιες κατάρες και τις ίδιες αγωνίες με την αρχαιότητα, εφόσον η ανάγκη του ανθρώπου για ευτυχία δεν άλλαξε. Ο Έκτορας όπως και ο Αχιλλέας και ο Αγαμέμνων είναι διαφορετικές πλευρές ενός λαού κι ενός ανθρώπου που επιμένει να μεταφέρει το βάρος του καθήκοντος μέχρι τέλους. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, γι’ αυτούς έγραψε ο Όμηρος, γι’ αυτούς έγραψε ο Τσέχοφ και τους κατάλαβε ο Καβάφης. Είναι αξιολύπητοι, τραγικοί και ταυτόχρονα μεγαλειώδεις. 




απόσπασμα από συνέντευξη του σκηνοθέτη στη Μαρία Κρύου 

Περιοδικό Αθηνόραμα , 01/05/2013  


Οδύσσειά μου είναι η «Ιλιάδα»

Ο σκηνοθέτης με τον Σαολίν Σι Μιάο Τζιέ, ο οποίος διδάσκει τους ηθοποιούς.
Ο σκηνοθέτης με τον Σαολίν Σι Μιάο Τζιέ, ο οποίος διδάσκει τους ηθοποιούς,
 μυώντας τους 
στις τεχνικές του πολέμου. Στόχος: να πετάνε !!!
- Κάνετε πρόβα ήδη από τον Σεπτέμβριο. Εχετε ήδη καταλήξει στη φόρμα που θα έχει η «Ιλιάδα»;
«Είμαστε σε αρχικό ακόμα στάδιο. Με τέτοια μεγάλα κείμενα δεν μπορείς να πεις ποτέ "έφτασα κάπου". Εξάλλου, ποτέ δεν προτάσσω τη φόρμα του περιεχομένου. Ελπίζω ότι εκείνο που θα προκύψει θα είναι μια ενιαία φόρμα που θα περιέχει τόσο το σώμα όσο και τη φωνή των ηθοποιών. Γιατί η "Ιλιάδα" είναι το πιο παραβατικό κείμενο που έχει γραφτεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και έχω πλήρη γνώση ότι λέω κάτι τρελό».
- Πώς εννοείτε το «παραβατικό»;
«Η "Ιλιάδα" είναι γραμμένη για να λέγεται, όχι για να διαβάζεται. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που την κάνω θέατρο. Ξέρω ότι κάποιοι θα πουν "μα καλά, παίζεται θέατρο;" Φυσικά! Θα μπορούσα να μιλάω για τον Ομηρο πια όλη μου τη ζωή. Είμαι σε ένα βαθύ σοκ. Οχι μόνο από την κρίση που περνάμε, αλλά και από την ανακάλυψη ενός ευαίσθητου τυφλού παιδιού που τα είδε όλα! Πώς μπορεί ένας ποιητής το 800 π.Χ. να δει όλη την εξέλιξη του ελληνισμού μέχρι και σήμερα; Πώς μπόρεσε να διαβάσει το DNA μας αφού δεν είχε μικροσκόπιο;».
- Είναι μια δοκιμασία για σας η αναμέτρηση με το έπος;
«Η Οδύσσειά μου εμένα είναι η "Ιλιάδα" μου».

απόσπασμα συνέντευξης του σκηνοθέτη στην Ιωάννα Κλεφτογιάννη, εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,   13/1/2013





Κριτικές

"Ιλιάδα": Κερδίζει το στοίχημα ο Στάθης Λιβαθινός ;;;

05 Ιουνίου 2013



Ο ομηρικός λόγος το καλύτερο στοιχείο της παράστασης. Η εικονοποίησή του ένα στοίχημα δύσκολο να κερδηθεί.

Δύο συστάδες με λάστιχα αυτοκινήτου. Μικρές εξέδρες. Μια υδάτινη περιοχή στο βάθος αριστερά ή μέσα από την οποία θα αναδυθεί η μάνα του Αχιλλέα, Θέτις, και μέσα στην οποία θα «ταξιδέψουν» αργότερα τα χάρτινα καραβάκια των Αχαιών, λίγο πριν τη «φουρτουνιάσει» ο θεός Ποσειδώνας. Μια στιφτή σιδερένια σκάλα είναι εκεί δίπλα για να σηματοδοτήσει τον Όλυμπο. Πάνω της θα γαντζωθούν σε λίγο οι Θεοί. Μια σειρά από τσιγκέλια -πάνω στα οποία κρέμονται παλτά- θα ανοίξει κάποιες στιγμές της παράστασης και θα δημιουργήσει μια δυνατή εικόνα που παραπέμπει σε σκηνές του Β' Παγκοσμίου πολέμου κάνοντας έτσι διαχρονικό το αντιπολεμικό μήνυμα του έργου.


Μέσα στον αχανή χώρο του κτηρίου Δ' της Πειραιώς 260, το σκηνικό της παράστασης (Ελένη Μανωλοπούλου) ακολουθεί τη βιομηχανική αισθητική του τόπου και είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να μοιράζει την δράση σε όλο τον χώρο.
Ο Στάθης Λιβαθινός και η ομάδα των ηθοποιών του, δουλεύοντας εντατικά από τον περασμένο Σεπτέμβριο, έπεσαν στα βαθιά. Αναμετρήθηκαν με τους αξεπέραστους ομηρικούς στίχους και επιχείρησαν να θεατροποιήσουν ολόκληρο το αφηγηματικό έπος.



Πώς εικονοποιούνται όμως οι πλούσιες περιγραφές και οι παντοδύναμες εικόνες αυτού του μοναδικού αριστουργήματος;
Ευτυχώς από ό,τι φάνηκε μεγάλη ήταν η έμφαση που δόθηκε στην εκφορά του λόγου. Και πράγματι το ομηρικό κείμενο στην εξαιρετική μετάφραση του Δ.Ν. Μαρωνίτη (ο οποίος ήταν παρών στην πρεμιέρα) ήταν μακράν το καλύτερο στοιχείο αυτής της παράστασης. Από αυτή την άποψη επετεύχθη ένας βασικός στόχος: Το κείμενο ακούγεται. Οι 15 ηθοποιοί το εκφέρουν ολόσωστα μοιράζοντας αφηγηματικά και διαλογικά μέρη, κάνοντας γρήγορες αλλαγές επί σκηνής, φορώντας μικρόφωνα-ψείρες. Διαθέτουν -όπως φάνηκε- τις πολύ μεγάλες αντοχές που χρειάζονται για την πεντάωρης διάρκειας απαιτητική παράσταση. Το δεμένο σύνολο αντιμετωπίζει ορθά το κείμενο από την αρχή έως το τέλος. Πλην όμως από αυτό, δεν κατάφερε να ξεχωρίσει κάποια αξιοσημείωτη ερμηνεία-σημείο αναφοράς.
Όσον αφορά την εικονοποϊία, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν οι κινησιολογικές πινελιές του Μοναχού Σαολίν Σι Μια Τζιε. Χωρίς να περιλαμβάνει τις εντυπωσιακές σκηνές μάχης που θα περίμενε κανείς στο άκουσμα του ονόματός του ανάμεσα στους συντελεστές, δημιούργησε ορισμένες άκρως ενδιαφέρουσες πολεμικές σκηνές. Κατά τα άλλα, ευρήματα όπως μαύρα και κόκκινα μπαλόνια, κόκκινοι μίτοι, μαντήλια, μικρά πυροτεχνήματα και πατίνια, είναι στοιχεία που έχουμε δει και ξαναδεί.



Όσον αφορά την αισθητική της παράστασης, υπήρχαν ορισμένες παραφωνίες, ιδιαίτερα στα κοστούμια και δη των γυναικείων θεοτήτων. Το mix and match υλικών είναι το ίδιο σχεδόν που επικρατούσε και στον «Ερωτόκριτο» του Ακροπόλ. Αντίθετα, πολύ ενδιαφέρον ήταν το ηχητικό περιβάλλον της παράστασης. Δεν θα μας πείραζε να υπήρχαν ακόμη περισσότερα «εφέ». Ενώ τα ζωντανά κρουστά πρόσθεταν στο όλο αποτέλεσμα.
Ερμηνευτικά-σκηνοθετικά η έμφαση δόθηκε στη συνομιλία της παλαιότερης με τη νεότερη γενιά, αλλά και στη διαπίστωση πως δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι και πως ο μόνος δρόμος είναι το μεγαλείο της συγχώρεσης. Εξ' ου και το φινάλε δίδεται στη συνομιλία του θυμωμένου νεαρού Αχιλλέα με τον σοφό και πονεμένο πατέρα Πρίαμο.
Μέχρι τις τέσσερις πρώτες ώρες η διάρκεια δεν κουράζει. Τα συχνά διαλείμματα βοηθούν. Ευχόμαστε η πρόταση αυτή - δουλεμένη ακόμη περισσότερο- να καταφέρει να κάνει μια σπουδαία διαδρομή στα θέατρα του εξωτερικού όπως οραματίζεται ο σκηνοθέτης και η ομάδα.



πηγή: tospirto.net