Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Πρέπει να είστε ήρεμος για να ζήσετε! "Γενέθλια ξανά", Μάρω Βαμβουνάκη


Delphine Enjolras, Young Woman Reading by a Window (Πίνακας εξωφύλλου)



Πρωινό γενεθλίων


Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι η Λυγία Σοφού. Μια γυναίκα ξεχωριστή, επιτυχημένη, δυναμική, εργασιομανής και απόλυτα πειθαρχημένη στη ζωή της. Δεν αγαπά τις αντιθέσεις ή τα διλήμματα… μάταιο βάσανο οι συναισθηματισμοί και η νοσταλγία, χαμένος χρόνος, σπατάλη!! Προσανατολισμένη στο μέλλον, δεν επιτρέπει στον εαυτό της να κοιτάζει πίσω. Η γυναίκα του Λωτ αποτελεί γι’ αυτήν παράδειγμα προς αποφυγή.


Αυτό το μαγιάτικο πρωινό η Λυγία έχει τα γενέθλιά της. Είναι εβδομήντα δύο χρόνων! Είναι ήττα ή νίκη; Είναι για πένθος ή για γιορτή; 
"Οι επέτειοι της θυμίζουν επιτύμβια, το ίδιο και οι γιορτές. Μισούσε τις συμβάσεις, τις επετείους, τα κλισέ, τις ευχές, Τη ζωή σου πρέπει να την απελευθερώνεις από τα προαποφασισμένα, δήλωνε σε κάθε ευκαιρία. Η ζωή είναι ολόφρεσκη πάντοτε άμα δεν την παραχώνεις σε συρταράκια, φακέλους, κάρτες, κουτιά, τούρτες με κεράκια, κυρίως άμα δεν της κολλάς σε κάθε ευκαιρία ετικέτες."(σελ. 13)



Λίγη ώρα μετά στο γραφείο της, δύο επιστροφές θα ταράξουν την τόσο καλά επιμελημένη τάξη που έχει επιβάλλει στην καθημερινότητά της. Απέναντί της, ξαφνικά, δύο άντρες. Δυο παλιοί της εραστές από τα νεανικά, φοιτητικά της χρόνια, «ένας αμφισβητήσιμος δικηγόρος κι ένας «μελοδραματικός λογοτέχνης». Δυσανασχετεί με το μάταιο ενός δείπνου-έκπληξη που έχουν ετοιμάσει για τα σημερινά της γενέθλια αλλά θα επιτρέψει τελικά στους δύο εισβολείς της να την παρασύρουν. Ένα δείπνο με τη μνήμη, ευκαιρία για βαθιές τίμιες εκτιμήσεις, αυτοκριτική και απολογισμούς που δε γίνεται πια να τις απωθήσει.

Delphin Enjolras, On The Terrace.

Νύχτα γενεθλίων


Όσο κυλάει η παράξενη αυτή νύχτα, λουσμένοι οι τρεις τους στο φεγγαρόφωτο που λάμπει απ' το Σούνιο, επιστρέφουν στο παρελθόν, στον νεανικό έρωτα μεταξύ τους, στις επιλογές ζωής. "Είναι άραγε η μνήμη ακριβοδίκαιη ή παραλλάζει πρόσωπα και συμβάντα κατά τις ανάγκες μας; Για τη Λυγία Σοφού απόψε αποδεικνύεται πως ναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, η μνήμη της στάθηκε μάλλον ακριβοδίκαιη" 

Πίσω στο χρόνο


Η Λυγία, φοιτήτρια της Νομικής, από τις λίγες μέσα στο πλήθος των αγοριών, «μετά τον άγριο παγκόσμιο πόλεμο και τον αγριότερο Εμφύλιο που οι κοπέλες δε συνήθιζαν να σπουδάζουν» εισβάλλει στο αμφιθέατρο της Νομικής με τον δικό της αέρα. Από τη στιγμή που είχε κατακτήσει τον μπαμπά της, μπορούσε να κατακτήσει κάθε άντρα, το ήξερε.
Χορτασμένη «από αγάπη, αποδοχή και αναγνώριση. Δε θα χρειαζόταν αργότερα να καταφεύγει στους έρωτες με την αρχαία δίψα που καταφεύγουν τα στερημένα, κακοπαθημένα, παραγκωνισμένα παιδιά. Δεν είχε ανάγκη τις μεταβιβάσεις και τους ψυχικούς συμβολισμούς που κουβαλούν τα ερωτικά βάσανα που τυραννούν τις καρδιές των εραστών. Αργότερα, στον έρωτα θα πλησίαζε και θα περιδιάβαινε περήφανα, με εκλεκτικότητα, με διάκριση της καρδιάς και του μυαλού. Ήταν ήδη μια στερεωμένη συναισθηματικά ύπαρξη. Ήταν μια γυναίκα που δε φοβόταν να μένει και μόνη, μπορούσε να ανακαλύψει όσα μόνο στη μοναξιά ανακαλύπτει κάποιος, δεν της ήταν δυσβάσταχτο να περιμένει, δεν απέφευγε την αναμονή. Το έβλεπε κανείς στον τρόπο που τίναζε τα μαλλιά της προς τα πίσω, ακόμη και όταν ήταν πολύ κοντοκουρεμένα, στον τρόπο που μισόκλεινε παρατηρητικά τα μάτια της όταν άκουγε τον απέναντι που της απευθυνόταν.»(σσ. 56-57)

Τον χλωμό, συνεσταλμένο και ευαίσθητο ποιητή-συμφοιτητή της τον πρόσεξε, μαγνητισμένη από τις ανομοιότητες με τον πατέρα της, από το άγνωστο που ελκύει, terra incognita που ξυπνούσε μέσα της την αρρώστια του ταξιδευτή. Ή μήπως ήταν η ανάγκη της να ερωτευτεί – ερωτευμένη ήδη από καιρό με τον έρωτα; Ο νεαρός φιλότεχνος αποδείχτηκε λίγος για την αισθαντική και ευφυή Λυγία, όπως και ο πληθωρικός, ωραίος και παράτολμος φοιτητής από το Βόλο, που τη διεκδίκησε, την κέρδισε και την έχασε κι αυτός. 

….στη δική τους περίπτωση, η ιστορία κατέληγε στην υπερβολή. Δεν ήταν μόνο ότι έβγαιναν με άλλους πολύ συχνά, ήταν ο ενθουσιασμός με τον οποίο το αποζητούσε, η σημασία που είχαν γι' αυτόν οι συναναστροφές - η σημασία που δίνεις, η ανάγκη που έχεις για κάτι βαθμολογεί μιαν απασχόληση. Το χειρότερο, την απαιτούσε επίμονα να βρίσκεται πλάι του, κατά κάποιο τρόπο να την επιδεικνύει. Σιγά σιγά και σταθερά άρχισε να αισθάνεται πως ο κύριος ρόλος της στη ζωή του δεν ήταν της αγαπημένης, της ερωμένης έστω - θα της ήταν πιο συμπαθητικό-, ήταν της ντάμας στις εξόδους τους, όπου εκείνος προσπαθούσε, και τα κατάφερνε, να λάμψει σαν κομήτης που στάθηκε πάνω από τα τραπεζάκια της συντροφιάς σε καφενεία, σαλόνια, εστιατόρια, θέατρα, φουαγέ, αίθουσες εκθέσεων, φοιτητικά συνέδρια, πάρτι. Είχε έναν αναρίθμητο κύκλο φίλων και γνωστών.
Την επιθυμούσε μαζί του, την παρουσίαζε με το χέρι τυλιγμένο στη μέση της. Εκείνη πρόσεξε, όχι χωρίς αηδία, ότι τόνιζε το επίθετο της στον νέο περίγυρο που συναντούσαν και άρχιζαν οι συνήθεις συστάσεις, ότι, στην πορεία, την προκαλούσε να ανοιχτεί, να μιλήσει «στο κοινό» και να φανεί πόσο έξυπνη και μορφωμένη είναι. Η παρατήρηση τούτη άρχισε να την κάνει έξαλλη.
Είχε και η ίδια μεγαλώσει με κόσμο λαμπερό κοντά της από τότε που θυμόταν τη ζωή. Όπως και θυμόταν ότι πάντα στο κέντρο των συναθροίσεων ξεχώριζε ο πατέρας της. Όμως ήταν πολύ διαφορετικά. Επικρατούσε άλλης ποιότητας πνεύμα. Ο πατέρας της ήταν πολύ δυνατός! Ούτε το επιδίωκε, ούτε κολακευόταν με την επιτυχία του. Θα έλεγε μάλιστα ότι ο Αδριανός Σοφός περιφρονούσε κατά βάθος την όλη κατάσταση.(σσ.130-131)



Edvard Munch, Separation, 1896


Την απογοήτευσαν … και οι δυο.. γιατί δεν άντεξαν σε κείνο που στην αρχή υποσχέθηκαν, εκείνο που ενέπνευσαν, «όσα ορκίστηκαν μια νύχτα προσωρινής, περιπλανώμενης σαν τσίρκο, Εδέμ». Λέει αλλού η ίδια η Μάρω Βαμβουνάκη:"Γιατί ο έρωτας αναζητάει έμπνευση, δωρεές, θαυμασμό. Προηγείται ο θαυμασμός του ερωτεύομαι και συνεχίζουν να πορεύονται και τα δύο μαζί. Μόνο μαζί μπορούν να πορεύονται και να συνεχίζουν. Μια μέρα, στιγμιαία ή κατ’ εξακολούθησιν, ο κινητήριος θαυμασμός τραυματίζεται. Κάθε τόσο πληγώνεται και χάνει αίμα. Ο έρωτάς σου απορεί, για λίγο τα μπαλώνεις, τον δικαιολογείς, όχι από μεγαλοψυχία, αλλά για να μη χάσεις το ωραίο σου παραμύθι, το ζωτικό σου ψέμα. Συνήθισες μαζί του, πώς θα ζήσεις αλλιώς; Καμιά σχέση όσο ο έρωτας δεν προϋποθέτει τόσο επιτακτικά το θαυμασμό και την εκτίμηση για τον εκλεκτό του. Εκλεκτός, τι ακριβής λέξη! Για να ερωτευτείς, για να τολμήσει η ύπαρξή σου τέτοιο άλμα πάνω απ’ το θάνατο, είτε το συνειδητοποιείς είτε όχι, πρέπει να αξίζει, να υπολογίζεις σ’ αυτόν, να στηρίζεσαι στο λόγο του, να τον εμπιστεύεσαι. Θέλεις να του παραδοθείς και να σε σώσει.» 
(Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη, σ.σ 207-208, εκδόσεις Ψυχογιός)

«….κρίση δεν έχει μόνο ο νους, κρίση έχει και η καρδιά, και το σώμα. Μπορεί να αργούν, όμως απ' τη στιγμή που συμπεραίνουν κάποιες κριτικές τους, καταλήγουν οριστικά, ιδίως η σάρκα. Το πρώτο διάστημα ο οργανισμός κάνει τα μύρια όσα τερτίπια εκλογικεύσεων και στρουθοκαμηλισμών για να μη χάσει την πολύτιμη ηδονή που απολαμβάνει, ξημερώνει όμως η μέρα που δεν ξεγελιέται, δεν καταφέρνει να αυταπατάται για περισσότερο. Όπως είναι αδύνατο να σβήσεις έναν έρωτα που οδήγησε σε πυρκαγιά, έτσι δεν είναι δυνατό να τον ξανανάψεις όταν η μέθη νέρωσε στο σώμα και στην καρδιά σου• στο μυαλό, στην καρδιά και στο κορμί, εξελίσσεται συνήθως με αυτή τη σειρά, κι ας είναι το σώμα που τις περισσότερες φορές αντιδρά αρνητικά. Πρόκειται για καταστάσεις που δε σου ζητούν άδεια, αποφασίζουν και διατάζουν μόνες τους για σένα.
Μια μέρα ο άνθρωπος, το ένα ταίρι από το παράταιρο ζευγάρι, αρχίζει θλιμμένα ή και θυμωμένα -αν αργήσει υπερβολικά η παραδοχή- να παραδέχεται ότι ο εραστής, η ερωμένη, σαν προσωπικότητα είναι δυστυχώς κατώτερη από τις προσδοκίες του. Πως η φαντασία, η μοναξιά, ο έρωτας για τον έρωτα, και η ανάγκη τού έπαιξαν χοντρό παιχνίδι και τον παγίδευσαν. Πώς να μην επηρεαστεί ο πόθος, όταν ο ίδιος ο άλλος, σαν άνθρωπος, κατά τα προστιθέμενα βιώματα που σωρεύονται με τον καιρό, υποβιβάζει την αξία του και το πρώην ικανό κορμί του αρχίζει να θυμίζει καλοραμμένο -και όχι πάντοτε καλοραμμένο- ρούχο κάποιου ασήμαντου; Ανάξιου να μοιράζεσαι μαζί του τις υπέρτατες ευτυχίες και τις υπέρτατες δυστυχίες του γνήσιου έρωτα; Ανάξιου να αγωνιάς και να υποφέρεις για λογαριασμό του. Προσωπικότητα και σώμα δε διαχωρίζονται για πολύ καιρό μέσα στην καρδιά -στο κέντρο της ύπαρξης-, όπου τα ουσιώδη, έστω και με βήμα χελώνας, αποκαλύπτονται και ξυπνούν. Δεν είναι τάφος κοιμητηρίου μια ζωντανή καρδιά, ώστε να δέχεται αγόγγυστα τον διαχωρισμό ψυχών και σωμάτων.


Η Λυγία θα ξαναθυμηθεί τώρα ότι η εκτίμηση, ο θαυμασμός, η γενναιοδωρία των αρετών -ακόμη και η πνευματική δύναμη ενός ανάπηρου, η θαυμαστή ειλικρίνεια ενός φτωχού, η γενναιότητα και η γενναιοδωρία- είναι η πραγματική ισχύς, ότι όλα αυτά αποτελούν τα αφροδισιακά εδέσματα που αναζητά για να πληρωθεί η ζωή σου. Μα θα υπάρξει ποτέ κοντά της άντρας που να συγκρίνεται αξιοπρεπώς με την προσωπικότητα του Σοφού; Που να μπορεί να της προσφέρει ικανοποιητικά, είπαμε αξιοπρεπώς έστω, την εκτίμηση, τη δύναμη και τον θαυμασμό που ο πατέρας της, από μικρούλα, πληθωρικά της εμπνέει;»  (σ.σ 134-135)

Die Einsamen ,Edvard Munch



Φεγγαρόφωτο 


Πενήντα χρόνια μετά οι δυο πρώην εραστές παραμένουν ίδιοι στον πυρήνα του χαρακτήρα τους, απαράλλαχτοι, εξίσου απογοητευτικοί, ανταλλάσσουν τις ίδιες «κουταμάρες, από διανοητικό στόμφο ο ένας, από καλλιτεχνίζουσα επιπολαιότητα ο άλλος», παιδαριώδεις, γερασμένοι, ούτε καν «ξεμωραμένους» τους λες. Αυτό «προϋποθέτει να ενηλικιώθηκες κάποτε και μετά να έχασες ξανά την ωριμότητά σου.» 

Κι η Λυγία είναι θυμωμένη μαζί τους, «γιατί δεν της επέτρεψαν να τους αγαπήσει. Γιατί οι ίδιοι αγνόησαν τα προσόντα τους, μην αντέχοντας την ευθύνη και την εργατικότητα που απαιτούν τα προσόντα. Μια μικρή αυτοκαταστροφή από τεμπελιά, από ευκολία, από φτηνά πάθη που τους ζάλιζαν καθ' οδόν και τους ακύρωναν τον νου σαν μέθη από φτηνό αλκοόλ, από ματαιοδοξίες ρηχές, από ανασφάλειες άνανδρες, από εξαγορές για να κερδίσουν μια κοινή γνώμη. Αλλά η κοινή γνώμη είναι απρόσωπη, έτσι και γίνει ο μεγάλος στόχος σου, πώς να διατηρήσεις εσύ πρόσωπο και προσωπικότητα; Τους κοίταζε απόψε εδώ όπου, με τέτοιες ποιότητες μακρόχρονης ζωής, έχουν φτάσει. Όχι, δεν είχε άδικο η φρέσκια νεανική της κρίση, το θηλυκό της νεαρό ένστικτο που τους απέρριψε τότε. Ιδού! Η σχεδόν εφηβική πρόβλεψη της βγήκε σωστή. Να χαρεί για την ικανότητα της διαίσθησης της; Να πικραθεί που η απαισιοδοξία της επιβραβεύθηκε;» 

Τους κοίταζε προσεχτικά, ενώ παρίστανε ότι δεν τους βλέπει. Τους παρατηρούσε. Δυο γελοίες φιλοδοξίες που αγνόησαν τη μόνη ουσιαστική φιλοδοξία, να γίνεις άντρας αληθινός, να χτίσεις τη σοβαρότητά σου. Μπορούσαν. Η φύση της και η εμπειρία της επέμεναν να πιστεύουν πως όλα είναι επιλογή, της το απέδειξε η δική της -όχι και τόσο ευανάγνωστη- βιογραφία, για όλα έχεις ευθύνη, κυρίως για την κατάντια σου, για το αν ανάψεις την ψυχή σου ή τη σβήσεις. (σσ. 248-249)





Ο άνθρωπος της ζωής της

Γίνεται να συναντήσεις τον άνθρωπο της ζωής σου και να το νιώσεις τόσο γρήγορα;
Γίνεται;
Γίνεται! Θα απαντήσει πάλι η ίδια στον εαυτό της. Και σε μια στιγμή μπορεί να συμβεί και να το καταλάβεις. Ή να μην το καταλάβεις, θα γίνει όμως... Θα διασταυρωθείς με το μόνο πλάσμα που αναζητάς, θα το αισθανθείς κατά κανόνα στον αέρα που καίγεται.

Κι αυτός ήταν ο φοιτητής της Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης που συνάντησε μία και μοναδική φορά στο βοσκοτόπι των Πιερίων.

 Τότε γιατί; Γιατί δεν πήγε ούτε μια φορά πίσω να τον ξαναβρεί; Να κάνουν έστω λίγη παρέα ακόμη; Να βεβαιωθεί για τις μεγάλες εντυπώσεις που αστραπιαία της προξένησε; Γιατί δεν ρώτησε καν να ξαναμάθει κάτι για τον Νικηφόρο;
Γιατί ήταν τρομαχτικά σημαντικός! Αυτό απαντούσε στο τέλος όταν αναρωτιόταν, όχι από τις πρώτες φορές, αλλά με τον καιρό που διάβαινε, όσο μάθαινε τη ζωή της και τον ψυχισμό της, εκεί κατέληγε.
Και γιατί αυτή η τολμηρή γυναίκα τρόμαξε για κάτι τόσο ωραίο, τόσο σημαντικό; Έβρισκε πολλές και διάφορες αποκρίσεις. Σε μια τέτοια ερώτηση δεν τα κατάφερνε να προσεγγίσει την πρώτη αιτία, κάτι εξαιρετικά σοβαρό τής διέφευγε. Εξάλλου, αν δεν το απωθούσε τόσο πίσω, τόσο βαθιά ό,τι της διέφευγε, δε θα είχε τέτοια ισχύ πάνω της, ίσως και να ήταν άλλη, αλλιώτικη η ιστορία της.
Απέφυγε λοιπόν εκείνο τον νεαρό άντρα από μια δύναμη ανυπέρβλητη, όσο το ένστικτο επιβίωσης. Και άμα αποφύγεις δειλά τον μεγαλύτερο φόβο σου, τότε μπορείς να είσαι σε όλα τα άλλα από εδώ και πέρα ατρόμητη. Από ένστικτο επιβίωσης που κάποτε ακυρώνει τη ζωντανή ζωή.
Κατά καιρούς, ακόμη και σ' αυτή την προχωρημένη ηλικία, αναρωτιόταν. Δεν κατέληγε. Δεν μπορούσε να εντοπίσει τον λόγο.
Να λοιπόν που δεν ήταν άτυχη και ούτε από ατυχία δε βρήκε ποτέ της έναν άξιο άντρα. Δε θέλησε εκείνη να βρει, βρήκε ίσως και τον απέφυγε. Δεν τόλμησε να διακινδυνεύσει μαζί του τη μοναδικότητα της, να διακινδυνεύσει τον εγωισμό της, τη μοναξιά της, μια αναγκαία ασφάλεια κι ας ήταν παράτολμη. Την αφιέρωση της. 
Διότι ήταν κι εκείνος εντελώς μοναδικός, διότι δε θύμιζε σε τίποτα, μα σε τίποτα τον πατέρα της. Ούτε καν ήταν αντίθετος του, ώστε να δικαιολογείται μια απόπειρα για έρωτα. Ήταν ο εντελώς άλλος, ο διαφορετικός, ο άλλου κόσμου άντρας, αυτός που ταίριαζε στην πιο ανεξάρτητη καρδιά της, στην καρδιά την απόλυτα ελεύθερη που εκ γενετής, πριν από τη γέννηση της, της χαρίστηκε. Ήταν η αληθινή επιλογή της και για τούτο τρόμαξε.
Υπήρξε εξάλλου ο άντρας που θα την έσωζε από το οιδι­πόδειό της, από τον αρχέγονο δεσμό της και τα πρωταρχικά της δεσμά, τα λατρεμένα εντέλει δεσμά, και από τη μοίρα που ο πατέρας της τής είχε χαράξει, και τούτο ήταν όντως πάρα πολύ απειλητικό.» (σσ.274-275)


Η λίμνη Πολυφύτου από το φακό του Νϊκου Κουτούλα. 



Το παρ’ όλίγον να συμβεί

Αυτόν τον άνθρωπο θα τον αναζητήσει και θα σταθεί απέναντί του άλλη μια φορά, την τελευταία. Στο δικό του σύμπαν, εκεί όπου πορεύτηκε επίμονα και επίπονα, μακριά από τον δικό της κόσμο, στη δική του «ακριβοκερδισμένη ειρήνη».

«Ο δικός της έλεγχος περπάτησε επιμελώς πάνω στα ελεγχόμενα, εκείνος κωπηλάτησε κατά το ανεξέλεγκτο. Τα όριά της που ισοβίως ενισχύει, τα όριά του τα γκρεμισμένα στο χείλος αβύσσου που καλεί άβυσσο. Οι εσαεί σχεδιασμοί της, η πτώση του στην έκπληξη. Οι προγραμματισμένοι υπολογισμοί της, η εγκατάλειψη του μαζί με τα άνθη του αγρού και τα πτηνά. Τα απτά της, τα αόρατα του. Η επιτυχία της, η αδιαφορία του. Τα πλούτη της, η πτώχεια του. Η κυρία της έπαυλης και ο ανέστιος. Η λιμουζίνα της και το χαμένο γαϊδουράκι του.
Κι αν σε όλη της τη ζωή η δύναμη ήταν το αδιαλείπτως ζητούμενο, τώρα, εδώ, αισθάνεται πως η δική του αδυναμία είναι που κατισχύει. Όσα η γυναίκα με τέτοια ισόβια αφοσίωση εντυπωσιακά κέρδισε σίγουρα τον αφήνουν παντελώς αδιάφορο• δε θα υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία.»

Και η ματαιότητα!
Πρώτη φορά μισοαισθάνεται τι σημαίνει η λέξη. Ματαιότητα, χάσιμο χρόνου, χάσιμο αρχής, χάσιμο κέντρου, χάσιμο τέλους ίσως; Τα ανάξια λόγου!

 Ντρέπεται για κάτι, για μια σπατάλη άσκοπη και ατέρμονα κοπιώδη, μια θυσία για τι; Σκοπός και τέρμα και αρχή σαν να χαλάνε. Η παρουσία του απόψε της ορθώνει ολόσωμο καθρέφτη, η παρουσία του την αντανακλά.

Σαν και τότε που τον πρωτογνώρισε, έτσι και τώρα, μόνο από τη στάση του, το βλέμμα του, μόνο από τη σκιά του και την αύρα μπαίνει σε αμφιβολίες για τον εαυτό της, τη ζωή που τόσο λεπτομερώς, τόσο συνεπώς και εργατικά επέλεξε. Κι αν τότε μπήκε σε αμφιβολίες, τότε που είχε όλο τον δρόμο του νυχτερινού Θεσσαλικού Κάμπου και του μέλλοντος της απλωμένο μπροστά, τώρα οι αμφιβολίες είναι πυκνές, πικρές, της σφίγγουν με θηλιά την ανάσα.» (σσ. 291-292)

Την πλησιάζει, στέκεται μπροστά της, κινεί αργά το θυμιατήρι, την κοιτάζει καταπρόσωπο πίσω από το θυμίαμα, λευκό νέφος κινείται διάφανο ανάμεσα τους. Τον κοιτάζει κι αυτή κατάματα. Τα παλιά, ίδια μάτια του, λίγο πιο βυθισμένα στις κουρασμένες κόγχες, καρφώνονται στα δικά της και την κοιτούν άφοβα. Πάντα άφοβα και παρατεταμένα. Όμως όχι άοπλα τώρα. Είναι ξανά εκείνη που θα στρέψει το βλέμμα πρώτη αλλού, κάτω, θα σκύψει το κεφάλι και θα κάνει τον σταυρό της.

Θα την προσπεράσει, θα προχωρήσει προς την Ωραία Πύλη.

Θα εξαφανιστεί μέσα στο Ιερό. (σσ.294-295)


Μάρω Βαμβουνάκη, Γενέθλια ξανά, εκδόσεις Ψυχογιός




Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

O Έρωτας στα χιόνια, Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης: H τελευταία μέρα ενός γερασμένου, «εν αμαρτίαις» ανθρώπου..



Διαβάζει ο Κώστας Καστανάς 


Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.

Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:

Σεβτάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.

Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπάρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν. Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του.

Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια.

Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμειναν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ' ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρει σύντροφος με καμίαν βρατσέρα εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγει με ξένην βάρκαν να βγάλει κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος.

Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάσει ή διά να ζεσταθεί, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του: 

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως: 

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,δεν είπες μια φορά κ' εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα. 

Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες: Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,κι ο παπάς χειρομυλίζει. Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπάρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον.

Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγει ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλο ή ανεμόμυλο, κ' επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Kαι είχεν πελατεία μεγάλη, η Πολυλογού. Γυάλιζε, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα.

Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπάρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήσει αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάσει το καράβι του, τας Λαίδες της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του.

Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάσει την γειτόνισσαν. Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτε εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκο, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γη.

Και έβλεπε το βουνό ν' ασπρίζει εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρο της γειτόνισσας κλειστό, βωβό, και τον φεγγίτη να λάμπει θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζει ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσα της ν' αλέθει, κ' ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν γύριζε μάτι να τον ίδει, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικές και εις ποιητικές εικόνας.

― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια...
Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύει πέραν, εις τον υψηλό, πευκόσκιον λόφο, και ν' ασχολείται εις το να στήνει βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβει τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν' ανακαλύψουν τελευταία τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα.

Εξέλειπαν οι μικροί μακριοί καρποί από τας αγριελιάς εις το βουνό του Bαραντά, εξέλειπαν τα μύρτα από τας ευώδεις μερσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρό πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.Την άλλην βραδιά επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ' εμορμύριζεν:

― Ένας Θεός θα μας κρίνει... κ' ένας θάνατος θα μας ξεχωρίσει.

Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:

― K' ένα κοιμητήρι θα μας σμίξει.

Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθει να κοιμηθεί, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.





Την άλλην βραδιά, η χιών είχε στρωθεί σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκο.

― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίσει όλους στο μάτι του Θεού... ν' ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας. 

Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασία, εν ξυπνητό όνειρο. Ωσάν η χιών να ισοπεδώσει και ν' ασπρίσει όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτία, την δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

N' ασπρίσει και να σαβανώσει τον δρομίσκο τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιά του και με την δυσωδία του, και τον οικίσκο τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένη: Να σαβανώσει και να σκεπάσει την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτρα, και τον χειρόμυλο της, και την φιλοφροσύνη της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρία της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελο της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψει, να τα ασπρίσει, να τα αγνίσει! Την άλλην βραδιά, την τελευταία, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ' ανέπνεε πλέον. Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημαγμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένο, φθαρμένο, σωθικά λειωμένα.

Δεν ημπορούσε πλέον να ζήσει, να αισθανθεί, να χαρεί. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγοριά, να ζεσταθεί. Ήπιε διά να σταθεί, ήπιε διά να πατήσει, ήπιε διά να γλιστρήσει. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.Hύρε τον δρόμο, τον ανεγνώρισε. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Ακούμπησε τις πλάτες, στύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:

― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!... Να είχαν οι θηλιές χιόνια...


Έρωτας στο χιόνι, φωτογραφία του Αντώνη Ψαρά

Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίσει λογική πρόταση. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτη μιας θύρας. Kατά λάθος άγγισε το ρόπτρο. Tο ρόπτρο ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας.

Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώσει πρόθεση ότι επεχείρει ν' ανάβει, καλώς ή κακώς, εις την οικία της. Πώς όχι; Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμονή. Kαρδιά του χειμώνος.

― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.Tο παράθυρο έτριξε. O μπάρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστη, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρο εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!

O μπάρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτη. Δοκίμασε να ειπεί το τραγούδι του, αλλ' εις το πνεύμα του το υποβρύχιο, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»

Mόλις άρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβο του ανέμου και εις τον στρόβιλο της χιόνος.

― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.

Eξεπιάσθη από την λαβή του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσε. Ηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ δοκίμασε να σηκωθεί, και είτα εναρκώθη. 

Εύρισκε φρικώδη ζέστη εις την χιόνα.«Είχαν οι φωτιές έρωτα!... Είχαν οι θηλιές χιόνια!»


Kαι το παράθυρο προ μιας στιγμής είχε κλεισθεί. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.Πλην δεν τον είδε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. 

K' επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμές, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανο. Kαι ο μπάρμπα-Γιαννιός άσπρισε όλος, κ' εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθεί γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Tρισαγίου.





Στα μάτια τα ψιχαλιστά

που `χει ο έρωτας καρτέρι
πόσο μεθύσι μέθυσα
ένας Θεός το ξέρει..

Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική:   Μανώλης Λιαπάκης


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
  • «Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε με τα διηγήματά του προς τους ηττημένους της ζωής, τους άπραγους, τους αλκοολικούς, τους φτωχούς, σ' αυτούς που ζουν παράμερα από τους «πολιτισμένους» ανθρώπους, συναισθανόμενος τον αγώνα τους κόντρα στην αρρώστια, το θάνατο, τον κοινωνικό αποκλεισμό.» Να επαληθεύσετε τον παραπάνω ισχυρισμό με στοιχεία του κειμένου. Είναι ο μπάρμπα-Γιαννιός «τραγικό της αγάπης πρόσωπο» όπως τον χαρακτηρίζει ο κ. Ακρίβος;
  • Το «παράθυρο» μέσα από το οποίο βλέπουμε το διήγημα είναι η ιδέα του άσπρου. Ποιες μορφές-σημασίες παίρνει το άσπρο στο διήγημα; Τι εντύπωση και ποιες σκέψεις σας γεννά ο θάνατος του ήρωα μέσα στο χιόνι στο τέλος του διηγήματος; 
  • Το μεθύσι χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα-αφηγητή ως τέχνασμα για να φτάσει τον ήρωά του σε έκσταση. Δικαιολογήστε την παραπάνω διαπίστωση.
  • Πώς περιγράφεται από τον παντογνώστη αφηγητή η γειτόνισσα του μπαρμπα-Γιαννιού; Ταιριάζει η περιγραφή αυτή σε μια γυναίκα μοιραία-ερωτεύσιμη ή θυμίζει περισσότερο κωμική φιγούρα; Γιατί  επιλέγει αυτή ο αφηγητής ως αντικείμενο του ερωτικού πόθου του ήρωα;
  • «∆ύο από τα χαρακτηριστικά της αφηγηματικής τέχνης του Παπαδιαμάντη είναι η αναδρομική αφήγηση και η περιγραφή τόπου ή χώρου: α) να εντοπίσετε στο απόσπασμα δύο παραδείγματα για την κάθε περίπτωση, β) τι πετυχαίνει ο συγγραφέας με τη χρήση αυτών των αφηγηματικών χαρακτηριστικών;» 
  • Πώς θα χαρακτηρίζατε την υπόθεση του διηγήματος; Διαθέτει εξέλιξη, πλοκή, δραματικές συγκρούσεις και αφηγηματικά τεχνάσματα προκειμένου να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Πού έγκειται κατά τη γνώμη σας η αξία του;
  • Ο μπάρμπα –Γιαννιός  φαντάζεται τον Έρωτα «ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη». Να σχολιάσετε την παρομοίωση και το ρόλο της.
  • Στην αφήγηση κυριαρχεί το ασύνδετο και πολυσύνδετο σχήμα, συχνά χωρίς ρήμα. Εντοπίστε χαρακτηριστικά παραδείγματα και εξηγήστε τη λειτουργία τους.
  • Να σχολιάσετε το οξύμωρο σχήμα: «Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.»





«Κανείς άλλος συγγραφέας δεν μπήκε τόσο βαθιά, τόσο ανυπόδητος στο βασίλειο του έρωτα - κι ας μην υπάρχει πουθενά η περιγραφή έστω μιας σκηνής από ερωτική κλινοπάλη», εκτιμά ο Κώστας Ακρίβος, ο οποίος επιμελήθηκε τη συλλογή «Να είχεν ο έρωτας σαΐτες! Επτά αγαπητικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη», που  κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» με ζωγραφιές Δημήτρη Μοράρου.

Τραγικό της αγάπης πρόσωπο, alter ego του συγγραφέα θεωρεί ο Κ. Ακρίβος τον μπάρμπα-Γιαννιό στο διήγημα «Έρωτας στα χιόνια». Είναι ερωτευμένος με την παντρεμένη γειτόνισσα, ωστόσο δεν εξωτερικεύει τα συναισθήματά του. «Καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει τους κοινωνικούς φραγμούς, ο μπάρμπα-Γιαννιός αναμετριέται με τον θάνατο. Μέσα σε κακές καιρικές συνθήκες, πνίγεται στο κρασί και στο χιόνι».


Ο ερωτικός πόθος, καλά κρυμμένος στα βάθη της ψυχής, που αδυνατεί να εκφραστεί, είτε από δειλία είτε από σεμνότητα χαρακτηρίζει πολλά από τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. «Αντικατοπτρίζουν καταστάσεις που έζησε ο ίδιος ή γεγονότα που φιλτράρονται μέσα από την ιδιοσυγκρασία του και εκφράζουν την πίκρα, τη στενοχώρια, την απογοήτευση», μας λέει ο Κ. Ακρίβος. «Άλλωστε και η ίδια η ζωή του ήταν γεμάτη στερήσεις».

Στο «Έρως-ήρως», πάλι, ο νεαρός βαρκάρης αισθάνεται «σπαραγμόν απερίγραπτον» για τη μικρή Αρχόντω που πρόκειται να παντρευτεί έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της. Με τη φαντασία του κάνει σενάρια πως είναι μαζί, ωστόσο στο τέλος συμμορφώνεται: «Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του-έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας».


Δημήτρης Μοράρος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Προσέγγιση του διηγήματος «Έρωτας στα χιόνια, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», μέσω διερευνητικής δραματοποίησης.


Εμψυχωτής: Σίμος Παπαδόπουλος


Δημιουργία θεατρικού – συζήτηση εκτός θεατρικού ρόλου – δημιουργία δράσης και στοχασμού νέου περιβάλλοντος –– διαμόρφωση της ιστορίας


  • Είναι τυχαίο που ο μπάρμπα-Γιαννιός ξεκίνησε σα ναύτης με μία πατατούκα και μόνο μ’ αυτή γύρισε ξανά στη στεριά;
  • Tι συναισθηματική αξία μπορεί να είχε η πατατούκα για τον μπάρμπα-Γιαννιό;
  • Τι μπορεί να απέγινε το καράβι του;
  • Διαχειρίστηκε σωστά τα κέρδη που απέκτησε;
  • Ποια ήταν τα πάθη του;Ήταν τυχαίο που το παρατσούκλι του στη γειτονιά ήταν Έρωντας; Τι υποδήλωνε;
  • Πως μπορεί να έχασε τη γυναίκα του και το παιδί του;
  •  Άραγε μπόρεσε να ξεπεράσει τον θάνατό τους;
  •  Με ποιους τρόπους ξεχνούσε τους καημούς του;
  • Αναζητώντας τον έρωτα της πολυλογούς, η οποία είχε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή τι αντιλαμβανόμαστε για την ηθική και συναισθηματική πλευρά του μπάρμπα-Γιαννιού;
  •  Πώς να ήταν η δική του οικογενειακή ζωή;
  •  Ήταν ο μπάρμπα-Γιαννιός ικανός να λύσει πραγματικά τα προβλήματά του;
  • Τι μπορεί να έλεγε ο μπάρμπα-Γιαννιός στην πολυλογού αν άνοιγε την πόρτα;
  • Πώς θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η πολυλογού τον μπάρμπα-Γιαννιό;
  • Ποιος άλλος θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα από την οικογένεια της πολυλογούς και πως θα αντιδρούσε;
  • Η χρονική στιγμή (μέρες Χριστουγέννων) θα επηρέαζε την αντίδραση της οικογένειας βλέποντας τον μπάρμπα-Γιαννιό μεθυσμένο να χτυπά την πόρτα του σπιτιού τους;
  •  Αν ήσουν ο μπάρμπα-Γιαννιός τι θα άλλαζες στη ζωή σου;
  • Αν ήσουνα στη θέση της πολυλογούς ή του συζύγου της θα προσπαθούσες να βοηθήσεις τον μπάρμπα-Γιαννιό; Αν ναι, με ποιους τρόπους;

  


Αξιολόγηση

   Ο μπάρμπα – Γιαννιός, ενώ ξεκίνησε ως ναυτικός καταφέρνοντας να αποκτήσει το  δικό του καράβι και μια άνετη ζωή, τελικά  δεν στάθηκε ικανός να διαχειριστεί και να λύσει τα προβλήματά του. Αν και δεν διευκρινίζεται από τον συγγραφέα σε ποια χρονική στιγμή και με ποιόν τρόπο επήλθε ο θάνατος της γυναίκας και του παιδιού του, είναι φανερό πως δεν μπόρεσε συναισθηματικά να αντιμετωπίσει τον χαμό τους.  Κυριευμένος από τα πάθη του, ξεκινώντας από το τίποτα, κατέληξε στο τίποτα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, πως το μόνο που απόσωσε ήταν η πατατούκα με την οποία ξεκίνησε για τα καράβια. Το πάθος του για το γυναικείο φύλο, επέφερε την οικονομική καταστροφή, ζώντας σε ένα παλιό, μισογκρεμισμένο σπίτι, ενώ το πάθος του για το ποτό, ήταν αυτό που τελικά έκοψε το νήμα της ζωής του.

Στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί, επιζητούσε τον έρωτα από την γειτόνισσα πολυλογού, γυναίκα με άντρα και τέσσερα παιδιά. Έρωτας ηθικά παράνομος κι όμως τον επιζητούσε έμπρακτα φωνάζοντας στο σοκάκι :

" Γειτόνισσα – γειτόνισσα πολυλογού και ψεύτρα
δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα."

Τα συναισθήματά του, παρορμητικά και έντονα έβρισκαν διέξοδο σε ονειροπλασίες και φαντασιώσεις, αποφορτίζοντας τον παροδικά. (οι σαΐτες του έρωτα, ο γέρο - Φετετζέλης )
Ώσπου το χιόνι σαν άσπρο σινδόνι από τον χώρο του φαντασιακού, περνά στον χώρο του πραγματικού  και καλύπτοντάς τον,αγνίζει με τον θάνατο.


Νέα δράση

Νέο σαλπάρισμα! Μ’ άλλον αέρα! Φόρεσε την πατατούκα του, εκείνη που τον ζέσταινε όταν πρωτομπαρκάρισε σαν ναύτης, που τον προστάτευε νύχτες ολόκληρες από την αλμύρα των κυμάτων.
Έβγαλε από την αριστερή τσέπη του υποκαμίσου το χτενάκι του, ρίχνοντας μια τελευταία αισιόδοξη ματιά στον καθρέφτη.

- Όλα καλά θα πάνε..! Είπε βγαίνοντας από την καμπίνα του και κατευθύνθηκε στους ναύτες για τις τελευταίες οδηγίες.

- Τα φορτία είναι όλα μέσα καπετάνιε, είμαστε έτοιμοι να σαλπάρουμε! φώναξε ένας ναύτης τρέχοντας προς το μέρος του.

Κι όντως, όλα καλά πήγανε  στο πρώτο ταξίδι και στο δεύτερο και στο τρίτο και σε όλα όσα ακολούθησαν. Σε κάθε λιμάνι οι έμποροι τον καλωσόριζαν, τον φίλευαν και τον ξεναγούσαν στα σοκάκια της κάθε πόλης.Όλες τις γεύσεις και τις μυρωδιές που έπαιρνε, τις έστελνε στη γυναίκα του μέσα σ’ ένα φάκελο, γεμάτο ιστορίες μακρινές και αλλιώτικες που είχε δει και ζήσει.

Κι εκείνη έκλεινε τα μάτια και τις σιγομουρμούριζε στο αγέννητο τέκνο που είχε στα σπλάχνα της.

Σα μικρό παιδί περίμενε τα γράμματα ο μπάρμπα – Γιαννιός και κάθε φορά που διάβαζε πως η κοιλιά της γυναίκας του μεγάλωνε μουρμούριζε αναστενάζοντας…

- Βρέχει, βρέχει άσπρο χιόνι
και ο γιός μου μεγαλώνει!

Έτσι πίστευε ο μπάρμπα-Γιαννιός, πως γιο θα βγάλει και άδειαζε τις μποτίλιες με τους ναύτες, με τους εμπόρους, στην υγειά του σπλάχνου του.

- Καπετάνιε! Τηλεγράφημα! φώναξε ο ναύτης ένα ηλιόλουστο πρωινό που ο ούριος άνεμος έσπρωχνε το καράβι απαλά στο επόμενο λιμάνι.

- Η έγκυος στοπ αρρώστησε στοπ!

Όλα σκοτείνιασαν… η καμπίνα θόλωσε…
Με δυσκολία έφτασε ως το μικρό ξύλινο τραπεζάκι και άρπαξε το κονιάκ, ύστερα σιγή, το βλέμμα κενό, ούτε λόγος να μπει άνθρωπος στην καμπίνα…

Την επόμενη μέρα διέταξε να αυξήσουν ταχύτητα οι μηχανές, ο καιρός βοηθούσε να φτάσει συντομότερα στο επόμενο λιμάνι κι από κει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Απ’ το μικρό παραθυράκι της καμπίνας, το βλέμμα του έσπρωχνε τα κύματα και κάθε γουλιά ποτού έφερνε και έναν βαρύ αναστεναγμό.

Όταν έφτασε στο λιμάνι, έδωσε στον έμπιστό του ναύτη βιαστικά κάποιες οδηγίες για τα εμπορεύματα και φορώντας βιαστικά την πατατούκα του μπήκε στο επιβατικό καράβι, που θα τον έφερνε κοντά στην άρρωστη γυναίκα του..

- Φυματίωση … είπε ο γιατρός το παιδί είναι αδύνατον να σωθεί..όσο για τη μητέρα…

Κι έτρεξε ο μπάρμπα-Γιαννιός σε γιατρούς άλλους δέκα, μαντζούνια παρήγγειλε από την μακρινή Αλγερία, γιατροσόφια του φέρανε από την Ινδία, του κάκου… η έγκυος χειροτέρευε..

Ούτε που τον ένοιαζε για το καράβι, για τα εμπορεύματα, όλες του τις οικονομίες έδωσε με μία μοναχά ελπίδα… να σώσει τη γυναίκα του και το παιδί του. Δύο μήνες πέρασαν έτσι, ώσπου μια μέρα όλα γύρω του πήραν το νωχελικό, κίτρινο  χρώμα του κονιάκ…

- Λυπάμαι… είπε ο γιατρός και σκύβοντας το κεφάλι αποχώρισε.

Νέα από το καράβι ερχόντουσαν τακτικά τον πρώτο καιρό, όλα κλειστά και στοιβαγμένα στη χαραμάδα κάτω από την πόρτα, κανένα δεν άνοιξε κι έτσι περνούσαν οι μήνες… ναυάγιο η ψυχή του, φουρτουνιασμένα κύματα οι σκέψεις του, θολές οι μνήμες του κυλούσαν σαν τα κύματα μέσα στο ποτό.
Κάποιες φορές κοιτούσε απ’ το παράθυρο το στολισμένο σπίτι της γειτόνισσας πολυλογούς…

καρδιά του χειμώνα, Χριστούγεννα, Αϊ Βασίλης, φώτα και μες στην κρύα κάμαρα οι σοφάδες έπεφταν.

-  Άνοιξε μπάρμπα-Γιαννιό, φώναξε μια βαριά αντρική φωνή καθώς χτυπούσε η πόρτα.

Σηκώθηκε αργά και σαν άνοιξε την πόρτα τα κλειστά γράμματα 'γίναν ένα με τους πεσμένους σοφάδες στη γωνιά.

Ήταν ο άντρας της πολυλογούς… - Έλα να φας μαζί μας μπάρμπα Γιαννιό, χρονιάρα μέρα..τα παιδιά και τι δε θα ' διναν να τους πεις μια ιστορία από τα ξένα.

Φόρεσε αργά  την σκονισμένη του πατατούκα και ξεκίνησαν μαζί για το γειτονικό σπίτι. Την πόρτα άνοιξε ο μικρότερος γιος της πολυλογούς φορώντας στο κεφάλι του ένα ναυτικό καπέλο.

-  Άλλος για τη βάρκα μας! Φώναξε και τράβηξε τον μπάρμπα-Γιαννιό κοντά στο στολισμένο καραβάκι που ήταν μαζεμένα και τα υπόλοιπα παιδιά.




Showcase of the Most Beautiful Photography (35 Photos):


Ο Παπαδιαμάντης, σύμφωνα με μαρτυρία του Παύλου Νιρβάνα, έτρεχε πίσω από τον ήλιο, χωρίς να τον προφταίνει: «Αφησέ με! Πηγαίνω να προφθάσω τον Ήλιον, πριν δύση. Είναι ένας μήνας που έχω να τον ιδώ. Και ποτέ δεν τον προφθαίνω».




Διαβάζει η Σαπφώ Νοταρά





Στην εκπομπή «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ», τρεις νεοέλληνες συγγραφείς, ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ, ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ και ο ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ, παρουσιάζουν το διήγημα του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ «ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ». Ο καθένας τους διαβάζει αποσπάσματα από αυτό και συνάμα παραθέτει τις απόψεις του για τη γλώσσα, τα πρόσωπα, το χαρακτήρα του πρωταγωνιστή του διηγήματος και για το πώς παρουσιάζεται ο ίδιος ο Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ μέσα από τα κείμενά του.


Μερικά από τα σχόλια των τριών συγγραφέων

Το διήγημα, γραμμένο τα Χριστούγεννα του 1896, ανήκει στην πρώτη σειρά της διηγηματογραφίας του Α. Παπαδιαμάντη, στην τάξη των παπαδιαμαντικών αριστουργημάτων, ακόμα και κατά την ομολογία αρνητών του συγγραφέα. Είναι μια λιτή αφήγηση της τελευταίας μέρας ενός γερασμένου, «εν αμαρτίαις» ανθρώπου. Πρόκειται για άθλο καλλιτεχνικής σύνθεσης που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια των πεντέμισι όλων κι όλων σελίδων, ενός ζωντανού οργανισμού που γεννάει. (Α. Κοτζιάς)

Η αθλιότητα της ζωής του κεντρικού ήρωα επεκτείνεται και στη γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος: άθλια, θλιβερή, «πολυλογού, ψεύτρα με τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της.» Δεν τον ενδιαφέρει η ίδια, τον έρωτα ερωτεύεται! 

Μια άλλη βαθμιαία υπέρβαση, πολύ πιο σημαντική, πιο ολική είναι ο εξαγνισμός, η εξαΰλωση. Το χιόνι, σαν σεντόνι, σαν σάβανο, σκεπάζει τα πάντα και ο ήρωας βλέπει μέσα σ’ αυτή την αποστειρωμένη, παγωμένη λευκότητα, την εξαΰλωση, τον εξαγνισμό, της αθώωσή του. (Γ. Χειμωνάς) 

Ένα διήγημα με ρυθμό τελετουργικό, σα να κρουέται κάποια φτερούγα αγγέλου ο οποίος  υπερίπταται και πρόκειται ανά πάσα στιγμή ν’ αρπάξει την ψυχή του μπαρμπα-Γιαννιού.«Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα.» Μια ολόκληρη παράγραφος χωρίς καθόλου ρήμα, σαν ένα λαχάνιασμα, μια συγκοπή του συγγραφέα για να φτάσει στην τελική σκηνή, εκεί που ο ήρωας βρίσκεται έτοιμος, άθελά του σχεδόν να χτυπήσει το ρόπτρο της θύρας. (Μένης Κουμανταρέας)

Η ιδέα του άσπρου μέσα στο διήγημα είναι καθοριστική, σαν μια εξίσωση. Η πρώτη φορά που λέγεται η λέξη «άσπρα» μέσα στο διήγημα είναι για να υποδηλώσει το χρήμα, μετά «άσπρο» ίσον «χιόνι», «χιόνι» ίσον «κρύο», «κρύο» ίσον «αγνότης», «αγνότης» ίσον «εξαγνισμός» και «εξαγνισμός» ίσον «θάνατος». Αυτή είναι η πορεία, ο σκελετός, το παράθυρο μέσα από όπου βλέπουμε το διήγημα αυτό. (Μένης Κουμανταρέας)


Στο τέλος ο συγγραφέας, μετά από μια μακρά πορεία, μια μεγάλη μεταβολή, που γίνεται κάτω από την επιφάνεια και «δι’ ασυλλήπτων μεθόδων», έφτασε να νιώθει μπαρμπα-Γιαννιός ο ίδιος, έφτασε να ταυτίζεται με τον ήρωά του, όπως άλλωστε και ο αναγνώστης, παρατηρητές και οι δυο στην αρχή ενός «αμαρτωλού γέροντα», που δεν τον έφταναν οι δυστυχίες του, του έλαχε και να ερωτευτεί. Πρόκειται για μια μυστηριώδη, «δι’ ασυλλήπτων μεθόδων», μεταβολή διαθέσεων που μας προσφέρει ο Παπαδιαμάντης και οι «αλλόκοτες ιστορίες», όροι και οι δυο που χρησιμοποίησε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, μιλώντας για τον Σκιαθίτη πεζογράφο. (Α. Κοτζιάς)





Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Σπύρος Περεσιάδης, Η Γκόλφω






Γεννήθηκε το 1854 στο Μεσορρούγι Ανατολικής Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας, όπου και έζησε τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του ήταν δικολάβος του Ειρηνοδικείου Νωνάκριδας, θείος του ο Γεώργιος Κανελλόπουλος, σπουδαίος αγιογράφος, ποιητής και πολιτικός από τον οποίο βοηθήθηκε να προσεγγίσει τη λογοτεχνία και γενικότερα την τέχνη.

Παιδί, παίζοντας, έχασε το ένα του μάτι.Τα σχολικά του χρόνια βρέθηκε στην Ακράτα και συμπλήρωσε τον κύκλο των σπουδών του φοιτώντας στο Ελληνικό Σχολείο (Σχολαρχείο), ζώντας σε κύκλο καλλιτεχνών και διανοούμενων και αφομοιώνοντας την παράδοση της περιοχής. Υπηρέτησε τα επόμενα χρόνια ως γραμματέας του Δήμου της Νωνάκριδας και, για ένα μικρό διάστημα, ως γραμματοδιδάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της Περιστέρας.

Το 1879, τον συναντάμε στα ιδρυτικά μέλη του πολιτιστικού σωματείου «Ηώς».Την ίδια χρονιά, ένα ακόμα ατύχημα προστέθηκε στο ήδη υπάρχον πρόβλημα του: Σε σκηνή θεατρικού έργου, που παρουσιάστηκε στην Ακράτα, και στο οποίο έλαβε μέρος, ως ηθοποιός, εκπυρσοκρότησε το πιστόλι που κρατούσε με αποτέλεσμα το καψούλι να τον τραυματίσει σοβαρά και στο άλλο μάτι, σε ηλικία περίπου 30 ετών.Μετατέθηκε στην Αθήνα, κατόπιν αιτήσεως του, για να υποβληθεί σε θεραπεία επειδή κινδύνευε να χάσει την όραση του.

Ο Π. Αντωνόπουλος, γράφει: "Αν και η ζωή του, του εστέρησε το φως, η λαμπούσα ψυχή του, μας έδωσε το πνευματικό φως, στα έργα του, με τον ολοκληρωμένο θεατρικό λόγο". Έναν λόγο προσιτό, συγκινησιακό, "αποσταγματικό της έντασης" λυρικό - δημώδη". 


Παράλληλα, εργάστηκε ως δικαστικός υπάλληλος. Δυστυχώς, δεν κατάφερε να θεραπευτεί και φρόντισε να μετατεθεί στην Ακρατα ώστε να βρίσκεται κοντά στην οικογένεια του και να τύχει της κατάλληλης φροντίδας, εφόσον ελάχιστα πλέον έβλεπε. 

Για μια δεκαετία (1887-1997),έζησε στην Ακράτα και έγραψε τα θεατρικά του έργα.

Το 1893, υπαγορεύοντας, έγραψε το δραματικό ειδύλλιο «Γκόλφω» το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ακράτα.


 Είναι έργο που κλείνει μέσα του, μια απροσδιόριστη δυναμική. Έργο εξέχων του νεοελληνικού ρεπερτορίου - το πιο Ελληνικό του 20ου αιώνα ... βάζει στις ρίζες τους, τα Ιταλικά και Γαλλικά κωμειδύλλια. (η ΄΄Γκόλφω΄΄ είναι ο μύθος της Χλόης, που πρέπει ν' αυτοθυσιαστεί - για ν' ανθήσει η Γης ... μες από τη φλογέρα του τυφλού Δάφνη, που είναι ο ίδιος ο ποιητής Σπύρος Περεσιάδης ). Είναι ένα έργο προ - φεμινιστικό, που μιλάει βαθιά στη γυναικεία ιδιοσυγκρασία και προκαλεί κάθε άντρα, να έχει - μια ΄΄Γκόλφω΄΄ θυσιασμένη στη συνείδησή του.

Επαγγελματικά, ανέβηκε στις 10 Αυγούστου 1894 στην Αθήνα, στο θέατρο «Παράδεισος», από το θίασο «Πρόοδος» του Δημήτρη Κοτοπούλη. 

Η «Νέα Εφημερίς» έγραψε: «Το τραγικόν αίρεται μέχρι Σαικσπηραίου σχεδόν ύψους και όπου υπάρχει το κωμικόν, προκαλεί ευχάριστον γέλωτα, άπλετον, ακράτητον. Είναι το πλέον ωραίο και το πλέον ζωντανό των δραμάτων μας».

Η «Γκόλφω» τον Ιανουάριο του 1895 παρουσιάστηκε στην Πάτρα και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα, από δύο θέατρα ταυτοχρόνως! 

Από το 1897 έζησε στην Αθήνα, δίπλα στην αφοσιωμένη του αδελφή Ασπασία.

Πέθανε στις 11 Ιανουαρίου του 1918, από «ισπανική γρίπη», δαφνοστεφανωμένος μεν από τις επιτυχίες του, πάμπτωχος δε. Σημειωτέον ότι το 1914 η Βουλή των Ελλήνων είχε αρνηθεί τη συνταξιοδότησή του. Η κηδεία του έγινε «Δημοσία δαπάνη». 


Σπύρος Περεσιάδης, Η Γκόλφω, Ερωτικό δράμα, εκδόσεις Δαμιανός


Το θέμα του έργου

Πανάρχαιο, αλλά πάντα επίκαιρο. Στο ορεινό χωριό που κυλούν τα νερά της Στύγας, εκεί όπου σύμφωνα με τους αρχαίους μύθους ήταν η πύλη για τον Κάτω Κόσμο και όπου θνητοί και αθάνατοι έπαιρναν τον ιερότερο όρκο, η Γκόλφω και ο Τάσος, δύο νεαρά παιδιά, ορκίζονται αιώνια αγάπη. Η Γκόλφω, πιστή στον όρκο της, αρνείται τον άρχοντα που θέλει να την παντρευτεί, αλλά ο Τάσος, αψηφώντας τον δικό του, δέχεται να πάρει γυναίκα του την πλούσια νέα που του προξενεύουν. Όταν αλλάξει γνώμη, θα είναι πολύ αργά…

Εθνικό Θέατρο: Γκόλφω: Εύη Σαουλίδου , Τάσος: Χάρης Φραγκούλης 

Η εποχή της παραδείσιας αθωότητας!!!Το ζευγάρι της αμετανόητης νιότης, ο νεαρός Τάσος που τίποτα και κανείς δε βάζει φρένο στην ορμή του για τη νεαρή Γκόλφω με τη σφύζουσα λάμψη, ανάλαφρη, ευαίσθητη, εύθραυστη, το πιο ανόθευτο κορίτσι.....  


ΤΑΣΟΣ: Αλήθεια, Γκόλφω μου, καημό να σ' ανταμώσω είχα. 
Δυο μέρες είχα να σε ιδώ, και χρόνια δυο ακόμα
μου 'φάνη πως διαβήκανε. Εσύ καημό δεν το 'χες; 
Πες μου, δεν με πεθύμησες; Δεν πόνεσες για μένα; 
ΓΚΟΛΦΩ: Και πότε σε στερήθηκα για να σε πεθυμήσω; 
Εγώ πάντα με σένανε περνάω τον καιρό μου. 
Κι όντας εσένα, Τάσο μου, δεν έχω στο πλευρό μου, 
τον ίσκιο σ' έχω συντροφιά, παρηγοριά μου μόνη. 
Κι όντας οι ράχες, τα βουνά, οι λόγγοι, τα λαγκάδια 
σε κρύβουν απ' τα μάτια μου και δεν μπορώ να σ' ίδω, 
γίνομαι όνειρο γοργό και σε ακολουθάω. 
ΤΑΣΟΣ: Ξακλούθα, αηδονολάλητη, κελάηδησε, γαλιάντρα, 
κουβέντιασε μου, Γκόλφω μου... ποτέ, ποτέ μην πάψεις, 
γιατί αν πάψεις σκιάζομαι μη μαραθούνε τ' άνθη,  
μη μαραθεί η άνοιξη που μέσα στην καρδιά μου 
μια μέρα την εφύτεψες μ' ένα χαμόγελο σου... 
ΓΚΟΛΦΩ : Εσένα έχω στοχασμό, εσένα όνειρο μου. 
Και όντας στην εικόνα μου ανάβω το καντήλι, 
στην Παναγιά τη Δέσποινα για σε περικαλιόμαι. 
ΤΑΣΟΣ: Με μέθυσες, με τρέλανες, ο νους μου εσκοτίσθη... 
Τα 'χασα όσα ήξερα, τι να σου ειπώ δεν ξέρω. 
Τέτοιες χαρές, τέτοιους καημούς κι αγάπης καρδιοχτύπια,
τα λέει μόνο μια ματιά∙ τα χείλη τα μιλάνε
μα τα λαλούν αμίλητα, γλυκά χαμογελώντας. 


Εθνικό Θέατρο: Γκόλφω: Εύη Σαουλίδου , Τάσος: Χάρης Φραγκούλης 


Κι ενώ την πολιορκεί το αρχοντόπουλο της περιοχής, ο Κίτσος, «ανεψιός του τσέλιγκα, γενιά των Ζησιμαίων, που ’χει πραμάτεια περισσή, στους κάμπους στανοτόπια», εκείνη αρνείται τις προτάσεις του και παραμένει πιστή στους όρκους αγάπης που έχει ανταλλάξει με τον Τάσο.


ΚΙΤΣΟΣ: Άκουσε, Γκόλφω, να σου ειπώ.
Το τι 'μαι γω το ξέρεις.
Είμ' ανεψιός του τσέλιγκα, γενιά των Ζησιμαίων, 
έχω πραμάτεια περισσή, στους κάμπους στανοτόπια.
ΓΚΟΛΦΩ: Να ζήσεις, να τα χαίρεσαι.
ΚΙΤΣΟΣ: Άκου γιατί σ' τα λέω.
Να παντρευτώ βουλήθηκα και σένα για γυναίκα να πάρω τ' αποφάσισα. Εσύ, με θέλεις άντρα;
ΓΚΟΛΦΩ: Αυτούνο ήταν το κρυφό και το πολύ το σπούδι;
ΚΙΤΣΟΣ: Αμ δα, ποιο άλλο θάρρεψες; Γιατί, δεν σου αρέσει;
ΓΚΟΛΦΩ: Κίτσο, εγώ να παντρευτώ καιρό δεν έχω ακόμα, τι 'μαι μικρή, στους δεκαεφτά ακόμη δεν εμπήκα. Αλλιώς είναι κι αταίριαστο ταίρι εμέ να κάνεις.
 ΚΙΤΣΟΣ: Πες μου,γιατ' είν' αταίριαστο;
Θαρρείς πως δεν σου μοιάζω;
Πολύ περηφανεύτηκες, πολύ μας καμαρώνεις. 
ΓΚΟΛΦΩ: Εγώ, Κίτσο, περήφανη; Δεν το 'χασα ακόμα.
Και τι 'μαι γω περήφανο κεφάλι να σηκώσω
στο πρώτο λεβεντόπουλο εδώ του τσελιγκάτου;
Συ είσαι τσελιγκόπουλο, έχεις πολλή πραμάτεια,
μα γω μια κόρ' είμαι φτωχή, με δίχως βιο και νάχτι.
Είμαι απ' άσχημη γενιά. Άλλη να πας για νά βρεις
στο σόι να 'ναι όμοια σου και νάχτι να σου φέρει. 
ΚΙΤΣΟΣ: Είπες πολλά κι αδιάφορα ώσπου για να με κάμεις
για να πιστέψω αληθινά πως ταίρι δεν μου μοιάζεις.
Με ένα λόγο μοναχά, δεν μο 'λεγες το όχι; 
ΓΚΟΛΦΩ: Και είναι, Κίτσο, ψέματα πως είμαι φτωχοπούλα; 
ΚΙΤΣΟΣ: Δεν είσαι, Γκόλφω, συ φτωχιά.
Διόλου δεν έχεις φτώχια
που τα διαμάντια του ντουνιά θαμπώνουνται, δεν λάμπουν 
μπροστά στο φεγγοβόλημα τα μάτια σου που χύνουν. 
Γκόλφω, εγώ είμαι φτωχός. Φτωχιά δεν είν' η κόρη 
όπου και το τριαντάφυλλο μπρος στο χαμόγελο της 
χάνει τη ροδινάδα του. Φτωχιά δεν είν' η Γκόλφω 
που την αυγούλα του Μαγιού την κάνει ν' αλλοψιάζει 
όντας πετιέται στο βουνό, να χάνει την ντροπή της, 
όντας θωρεί μιαν άλλη αυγή, λαμπρότερη από κείνη 
σ' άλλου βουνού την κορυφή για να γλυκοχαράζει. 

ΓΚΟΛΦΩ, μόνη
Σαν είσαι τσελιγκόπουλο, εμένα δεν με μέλει, 
κι αν έχεις πρόβατα πολλά, τ' αφτί μου δεν ιδρώνει.
Όχι εσύ που 'σαι βοσκός, σαν όλους μας δωπέρα, 
για ν' αρνηθώ τον Τάσο μου μπορείς για να με κάνεις 
αλλά και αρχοντόπουλο, βασιλοπαίδι να 'σουν,
σε θρόνο να με κάθιζες βασίλισσα να γένω, 
θαρρούσες την αγάπη του ποτέ μου πως θ' αρνιόμουν;
Έχω παλάτι, θα 'λεγα, του Τάσου μου στα στήθια 
και θρόνο μου θεόχτιστο την τρυφερή καρδιά του.
Έχω βασίλειο την ερμιά, για χώρες μου τους λόγγους
για κόσμο έχω τα πουλιά, τ' αηδόνια μουσική μου.
Όποιος αγάπη αρνήθηκε σαν τη δικιά μου αθώα, 
καθάρια σαν της εντροπής τ' όμορφο κοκκινάδι. 
όποιος πατεί τον όρκο του που κάνει στην αγάπη, 
πατεί τον ίδιο το Θεό και το Χριστό αρνιέται,
γιατί αγάπ' αληθινή τίποτε δεν είν' άλλο, 
παρά ο ίδιος ο Θεός μες στην καρδιά του κόσμου.




Ο κόσμος όμως θα τους χωρίσει!! Ο κόσμος των τσελιγκάδων και όσων εξαγορασμένοι απ' αυτούς, κοιτάνε το συμφέρον τους, όπως ο Γιάννος, ο οποίος, για να πείσει τον Τάσο ν΄αρνηθεί τη Γκόλφω και να παντρευτεί την κόρη του τσέλιγκα, πλέκει το εγκώμιο του πλούτου και της ισχύος που θα έχει, σε αντίθεση με τη φτώχεια η οποία κρέμεται ως απειλή πάνω από τα κεφάλια των ερωτευμένων νέων:

 Να γίνεις τσελιγκόπουλο, δω πέρα μωρογιάννης, 
με στάνες δω, με στάνες κει, με τόσα στανοτόπια, 
όθε διαβαίνεις για, να λεν: ο σώγαμπρος του Ζήση! 
Να λύεις, να δένεις, να κρεμάς, να ξεκρεμάς, να δέρνεις 
κι όντας θα στέλνεις ντεσκερέ πάνω στους βουλιαχτάδες 
να σου τα κάνουν θάλασσα και συ να καμαρώνεις! 
Το ίσιωμα και ο γκρεμνός εδώ μπροστά σου είναι 
κι όθε σ'αρέσει πήγαινε, λίγος καιρός σού παίζει.
Ή γίνεσ'αρχοντόβλαχος, γαμπρός των Ζησιμαίων, 
ή με τις πέντε τις ξερές χιλιάδες των μυλόρδων 
θα μείνεις με την Γκόλφω σου, του Φλίγκα το κορίτσι, 
που όντας τα κακάρωσε τον βγάλαμε με δίσκο.

Ο σπόρος της αμφιβολίας που έριξε ο Γιάννος γίνεται δίλημμα μεγάλο, που θα βασανίσει στη συνέχεια τον Τάσο: 

Μπροστά να πάω το σκέφτομαι, πίσω να πάω, φοβάμαι.
Με την περήφανη γενιά, με το πολύ το βιος του
ο τσέλιγκας παρακαλεί παιδί του να με κάμει
κι εγώ δεν καταδέχομαι. Και ποιος; Εγώ, ο Τάσος!
Ο Τάσος ο πεντάφτωχος, ο πιο φτωχός του τόπου,
που ως τα χθες εφύλαγα τα πρόβατα της ρούγας!
Και τώρα, τι να κάμω;



Μετά από αυτές τις σκέψεις, διαλέγει να παντρευτεί την τσελιγκοπούλα και ν'απαρνηθεί την Γκόλφω αλλά πρέπει να βρει τον τρόπο να της το πει. «Τον κόβει ίδρωτας, χωρίς να κάνει ζέστη», όπως παρατηρεί εκείνη, στη συνάντηση τους. Σφουγγίζει το μέτωπο του και της μιλά:


ΤΑΣΟΣ: Άκου, να σου ειπώ και με κοντολογία. 
Χωρίς για, να λογιάσομε, να βάλομε στο νου μας 
πως είναι πέλαγο η ζωή, επιάσαμε αγάπη. 
Μας μέθυσ' η αγάπη μας, εσκότισε το νου μας, 
τα μάτια μας εθάμπωσε και τι 'ναι μπρος μας διόλου 
να ιδούμε δεν μας άφηκε. Τη φτώχεια, που μπροστά μας
σαν καταβόθρα λαίμαργη το στόμα της ανοίγει
να πιει την ευτυχία μας, δεν είδες, δεν την είδα.
Μέσα στης φτώχειας τους δαρμούς, στις τόσες τις τρεμούλες
μοιάζει η αγάπη λούλουδο, φτρωμένο μες στ' αγκάθια.
Να μεγαλώσει δεν μπορεί, ούτε πολύ να ζήσει.
Το τι θα φάμε σήμερα, το τι θα φάμε αύριο,
μεθαύριο τι θα γίνομε είν' της αγάπης μνήμα.
Αλήθεια, πως εκέρδεψα απ' τους Εγγλέζους πέντε
χιλιάδες, μα δεν φτάνουν. Τα χρέη του σπιτιού μας
μ' αυτά δεν ξεπληρώνουνται γιατ' είν' πολλά.
:

Ήρθε
καιρός για να ξυπνήσομε, ν' ανοίξομε τα μάτια.
Ήρθε καιρός ν' αφήκομε τα όνειρα στην μπάντα.
Είναι, αλήθεια, όμορφο τ' όνειρο της αγάπης,
μα με τα όνειρα κανείς δεν ζει σ' αυτόν τον κόσμο.
Σ' αγάπησα, μ' αγάπησες, είμαστε ίσια-ίσια.
Ήταν και τούτο χωρατό, ήταν ένα παιγνίδι
όπου ποιος λίγο ποιος πολύ, το παίζ' όλος ο κόσμος.
Μα τώρα έφτασ' ο καιρός τα χωρατά να πάψουν,
καθένας το συμφέρο του να πάει να κοιτάξει.
Σε λησμονώ, λησμονά με, να γίνομ' απαγάδι

ΓΚΟΛΦΩ, με μεγάλη απελπισία πετάει τη ρόκα της: 
Τάσο, αλήθεια μου το λες!... Λοιπόν δεν χωρατεύεις;
ΤΑΣΟΣ, βγάζει και δίνει στην Γκόλφω το δαχτυλίδι του αρραβώνα:
Πάρε την αρρεβώνα σου... και δος μου τη δική μου. 
ΓΚΟΛΦΩ,μ' έκπληξη: Την αρρεβώνα μου!... 
Τι λες, φονιά; Θαρρείς πως μόνο το δαχτυλίδι μού χρωστάς;
Χρωστάς καρδιά σε μένα! 




Η αγάπη, το χρήμα και η δύναμη που πηγάζει από αυτό, η έπαρση που δημιουργεί, η αλαζονεία, οι αξίες του λόγου, της υπόσχεσης, αλλά πάνω από όλα και κυρίαρχο όλων η αγάπη, η αγάπη που ξεπερνά όλα τα άλλα. Κορυφαία σκηνή ο σπαραχτικός μονόλογος της Γκόλφως.  Ο λυγμός της θα μας συνοδεύει κάθε φορά που θα μιλάμε και θα αναζητάμε το νόημα της αγάπης.

ΓΚΟΛΦΩ: Αχ! Η αγάπη, μάνα μου, πεντάκριβη μανούλα, 
χόρτο δεν είναι για να βγει με τόση ευκολία. 
Είναι δεντρί βαθύριζο, π' αν θες για να το βγάλεις, 
πριχού μονάχο μαραθεί, σ' οργώνει την καρδιά σου, 
βγαίνει μαζί με την καρδιά. Είν' η αγάπη βάτος, 
π' αν τύχει, μάνα, και πιαστείς μέσα στις αγκαθιές του 
δεν ξεμπερδεύεις εύκολα, θα φύγεις λαβωμένη. 
Είν' η αγάπη θάλασσα που γλυκοκυματίζει, 
κι αν τύχει τα γαλάζια της νερά σε ξεγελάσουν, 
τις ομορφιές της λιμπιστείς κι απλώσεις τα πανιά σου, 
δεν είναι, μάνα, βολετό πίσω για να γυρίσεις• 
κι αν σε βοηθήσουν οι καιροί, με κίνδυνο μεγάλο
στην άλλη άκρη θε να βγεις• αλλιώτικα εχάθης.





Στα λόγια της Γκόλφως η Λένα Κιτσοπούλου προσθέτει αυτούς τους στίχους, που δένουν μαγικά, ενώνοντας σε αδιάπτωτη συνέχεια και αλληλουχία την ποίηση της αγροτικής Ελλάδας του 19ου αι. με την αστική αγωνία του 21ου. Και η Λυδία Φωτοπούλου -  "η Γκόλφω του κενού, της βουτιάς, της κραυγής και της απογείωσης"  -  τους λέει με δύναμη και δέος, σύγκορμη, τολμηρά, τόσο που σε κάνει ν’ανατριχιάσεις!! 

Είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σε αφήνει 
Είναι η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου, 
Μα κάθε μέρα καρτερεί μη και γυρίσει πίσω 
Είν’ η αγάπη χείμαρρος που χυμά και σε συντρίβει 
Είν’ η αγάπη όνειρο που θέλεις για να τρέξεις, 
μα απ’ τη γη τα πόδια σου δεν λεν να ξεκολλήσουν.
Αγάπη είναι ν’ αγαπάς όποια πληγή σου ανοίγει, 
Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα, 
Αγάπη είναι να κοιτάς την πόρτα ολοένα 
Αγάπη είναι να μιλάς στα φύλλα και στα δέντρα, 
Στις πέτρες, στα τριαντάφυλλα, στους τοίχους, στα ταβάνια


Όμως ο έρωτας δεν σβήνει έτσι εύκολα. Η Γκόλφω πέφτει στα πόδια του, σέρνεται πίσω του, τον παρακαλάει, με σύμμαχο τον πατέρα του τον Θανάσουλα, τον καταριέται στο τέλος αλλά ο Τάσος δεν πείθεται με τίποτα.

ΘΑΝΑΣΟΥΛΑΣ: Η πλάση αναστατώθηκε
απ' τον καημό της Γκόλφως

και μόνο συ, σκληρόκαρδο παιδί, δεν συγκινιέσαι; 
Βογγάν και τρέμουν τα βουνά, αχούν οι λόγγοι, κλαίνε, 
κλαίνε τριγύρω τα κλαριά κι ο ουρανός ακόμα
σάμπως να συγκινήθηκε, βαριοβογγάει και κλαίει.

(Αρχίζει να πέφτει χαλάζι.)

Ετούτο το καταριακό, ετούτο το χαλάζι, 
δεν είναι άλλο τίποτα, παρά κρυσταλλωμένα, 
ξεπαγιασμένα δάκρυα της προδομένης Γκόλφως. 
Δεν σκιάζεσαι να μη γενούν ποτάμι και σε πνίξουν;

(Οι αστραπές και οι βροντές γίνονται πυκνότερες.)

Τ' αστροπελέκι τούτο δω, την πλάση όπου δέρνει, 
που καίει λόγγους και βουνά, εσύ δεν το φοβάσαι;

(Παρακλητικά.)
Εγώ οπού σε γέννησα, ο ίδιος σου πατέρας 
σου κάνω την παράκληση, τη χάρη σού γυρεύω, 
μην την αρνιέσαι. Τίποτα δεν σο 'φταιξε η Γκόλφω. 
Σε αγαπάει, Τάσο μου, παιδί μου, σε λατρεύει. 
Κι η ευτυχία, ξέρε το, δεν βρίσκεται στα πλούτη, 
αλλά στη γνώμη, στην καρδιά, στην άδολη αγάπη.

(Παρακλητικότερα δείχνοντας την Γκόλφω, που κοιτάει με ικετευτικό βλέμμα τον Τάσο, με σταυρωμένα μπροστά στο στήθος της τα χέρια και μ' ένα δειλό χαμόγελο στα χείλη.)

Για σήκωσε τα μάτια σου και δες την μες στα μάτια, 
που σου λαλούνε πιο πολλά απ' όσα γω σου λέω.

(Μικρή σιγή.)
Αν ημπορείς, αρνήσου την, αν έχεις πόδια φεύγα!
Κανένα βράχο αν σχίσθηκε και συ γεννήθης μέσα 
από τα κρύα σπλάχνα του,χωρίς την Γκόλφω δώθε 
να φύγεις θα το δυνασθείς;

Εθνικό Θέατρο: Γκόλφω: Λυδία  Φωτοπούλου, Τάσος: Νίκος Καραθάνος


ΓΚΟΛΦΩ, σαν μανιασμένη:
Τα δάκρυα που έχυσα, προδότη, εγώ για σένα,
η κάθε μια σταλαγματιά, κάθε ρανίδα κι ένα
φίδι να γίνει δίγλωσσο, τρικέφαλη σαΐτα.
Όπου κι αν πας, όπου σταθείς, αυγή... ημέρα... νύχτα...
Ξύπνιον, στο κοιμηθιό σου
και μέσα στ' όνειρο σου
κατάκαρδα να σε χτυπούν.

Τα χείλη σου να φρύγονται για μια σταλιά δροσούλα 
κι όντας εγγίζεις το νερό, η κάθε μια βρυσούλα 
αίμα, χολή να γίνεται, και το γλυκό ψωμάκι 
όντας το τρως, στο στόμα σου να γίνεται φαρμάκι. 
Να κλαις κι αντί για δάκρυ αίμα θολό και άφρη 
τα μάτια σου να τρέχουν. 

Όθε πατείς κι όθε περνάς χόρτο να μη φυτρώνει, 
να μην ανθίζει λούλουδο, να μη λαλεί αηδόνι, 
και τα κλαριά να ρίχνουνε τα πράσινα τους φύλλα 
και να σκορπάν τα άνθια τους, να σκούζουνε τα ξύλα:
«Ίσκιος δεν είν' για σένα!»
Και τα πουλιά σκιαγμένα
να φεύγουν μακριά.



Την παραμονή του γάμου Τάσου και Σταυρούλας, παραλοϊσμένη, θα εμφανιστεί στο γλέντι και θα πάρει πίσω τις κατάρες. "Τραγική φιγούρα, που μοιάζει γραφική, την λοιδορούν, την προσβάλλουν «κι εμείς αγαπήσαμε αλλά δεν κάναμε έτσι». Μόνος υπερασπιστής της ο Κίτσος. Το τσελιγγόπουλο με την αγνή καρδιά. Που την διεκδίκησε αλλά αυτή τον απαρνήθηκε, μένοντας πιστή στον Τάσο. Και όμως ο Κίτσος μόνο θα σταθεί να την προστατέψει. Η αγνή αγάπη από την πλευρά του άντρα αυτή τη φορά."

Εθνικό Θέατρο: Γκόλφω: Λυδία  Φωτοπούλου, Τάσος: Νίκος Καραθάνος


ΓΚΟΛΦΩ

Αχ! Η ζωή κι ο χάρος αγκαλιασμένοι περπατούν. 

(Ξεσπάει σ' ακράτητους λυγμούς, έπειτα σωπαίνει κι απότομα αρχίζει τρελά γέλια.)

 Χα,χα,χα,τι είπα;

(Εντονα.) Σχώρα με, Θε μου,τη φτωχή!

(Σε κατάσταση παρακρούσεως και σαν να ονειροπολεί.)

Μα... δω τι θέλω πάλι;
Χαϊμένο είμαι πρόβατο μέσα σε ξένη στάνη,
και σαν χαϊμένο με σκουντάν, με διώχνουνε, με σπρώχνουν.
Είμαι ανθός μες στο χιονιά, πουλάκι στα γεράκια,
αυγούλα μες στις καταχνιές, αρνάκι μες στους λύκους.

(Εντονα.) Είμ' ένα μνήμα ζωντανό μέσα στους βρικολάκους. 

(σαν να ξεχνάει): Ήρθα... Ε... ήρθα; 
Ου καλά... το ξέχασα τι θέλω.

(Μετά λίγη σιωπή, σαν να θυμάται.)

Α!... Τώρα το θυμήθηκα... Τι ξεχασμένη που 'μαι! 
Α, ναι!... Να ειπώ το «έχε γεια» σε σένα ήρθα, Τάσο, 
και να σε ράνω με ανθούς. Όντας θα γίνει ο γάμος, 
εγώ δεν θα 'μαι δω. Αχ! ναι, θα 'μαι ξενιτεμένη...

(Με συγκίνηση που ολοένα μεγαλώνει.)

Τα δάκρυα που έχυσα να γίνουνε βρυσούλες, 
να πίνεις να δροσίζεσαι, τη δίψα σου να σβένεις.
 Όθε περνάς, στο δρόμο σου λουλούδια να φυτρώνουν, 
ο κόσμος να σε χαίρεται. Οι κλάψες πο 'χω κάμει 
να γίνουνε τριανταφυλλιές, κηπάρι ανθισμένο, 
στον ίσκιο τους να κάθεσαι εσύ και η καλή σου.

(Ο Τάσος ταράσσεται και φαίνεται συγκινημένος.)

Από το μέλι πιο γλυκιά να είναι η ζωή σου, 
κι από αυτήν την άνοιξη περίσσιες να 'χεις χάρες. 
Τα μάτια σου, τα δάκρυα ποτέ να μη γνωρίσουν 
και η καρδιά σου βογγητό ποτέ να μην ακούσει. 
Αμάραντο χαμόγελο στα χείλη σου ν' ανθίζει 
και στην καρδιά σου η χαρά, η κάθε ευτυχία το θρόνο τους να στήσουν.

(Με σιγανή φωνή αποτείνεται προς τη Σταυρούλα.)

Και συ, Σταυρούλα, άκου:
Τον Τάσο να τον αγαπάς, όπως τον αγαπούσα,
κι αν δεν μπορείς, δεν δύνασαι, δεν φτάνει η καρδιά σου,

(με σπαραγμό)

σχίσε τα στήθη μου αυτά, πάρε την εδική μου, 
σου τη δανείζω, πάρε την, μ' όλα τα φυλλοκάρδια 
και μ' όλη την αγάπη μου, κι αγάπαγε τον Τάσο.

(Με λυγμούς.)


Αγάπα τον, αγάπα τον! Αχ! Τάσο, Τάσο, Τάσο...





Ο Τάσος, συγκλονισμένος από το ψυχικό της μεγαλείο, θα τρέξει πίσω της, θα της ζητήσει και θα πάρει συγχώρεση, πριν εκείνη ξεψυχήσει στην αγκαλιά του, φαρμακωμένη... και κείνος την ακολουθήσει... " Μοναχά το αίμα ξεπλένει τέτοια κρίματα" 

"Στα ψηλά βουνά και από την βιοπάλη στην αγροτική Ελλάδα διαμορφώθηκαν χαρακτήρες , με προεξάρχουσα την προσωπικότητα της Γκόλφως, που ξέρει να αγαπά, να συγχωρεί, να περιφρονεί την ζωή. Η Γκόλφω, σαν Ελληνίδα Ιουλιέτα, δεν δέχεται να ζήσει μια συμβατική ζωή, χωρίς τον αγαπημένο της Τάσο, βάζει τέλος στη ζωή της, ακολουθούμενη από τον αγαπημένο της, που ο αστικός χώρος και ο πλούτος τον συνθλίβουν, αλλά η αγάπη για την Γκόλφω τον σηματοδοτεί και τέλος τον προδικάζει." (Βαγγέλης  Ραφτόπουλος)

Αν έβαζα έναν τίτλο σ' αυτή την εικόνα, στην εικόνα ενός σογιού, θα ήταν «Οι Απαρηγόρητοι», γράφει ο σκηνοθέτης της παράστασης του Εθνικού, Νίκος Καραθάνος. Είμαστε όλοι απαρηγόρητοι και δεν τελειώνει η ζωή μας αν δεν δοθεί συγχώρεση, ώστε να λυθούν τα πράγματα μέσα μας. Θεωρώ ότι, εννοιολογικά, είναι η κορυφαία στιγμή μας. Ψάχνουμε ο ένας τον άλλον, σε οποιαδήποτε ηλικία, για να λυθεί ο κόμπος της ζωής μας. Άλλοι γεννιόμαστε με έναν κόμπο κι άλλοι δένουμε έναν κόμπο κατά τη διάρκεια της ζωής μας και πρέπει κάποια στιγμή να τον λύσουμε.

ΤΑΣΟΣ, μόνος.

Το κρίμα που σαν βράχος,
θεόρατος επλάκωνε τα στήθια μου ώς τώρα,
το σύντριψα, το γκρέμισα, κι ανάσαν' η καρδιά μου
και η ψυχή μ' αλάφρωσε. Πού είν' η Γκόλφω τώρα;
Σε τι λαγκάδι σκιαδερό, σε τι πλατύ ρουμάνι,
σε ποια σπηλιά ανήλιαγη γρούζει σαν χαροπούλι,
και σαν τρυγόνα θρήνεται; Σε ποιου βουνού απάνω
την κορυφή να στέκεται και μ' αναθεματίζει
κι ολόγυρα μυριόγλωσσοι οι στοιχειωμένοι βράχοι,
αντιλαλούν «ανάθεμα,το κρίμα στον προδότη»;

(Σαν να παρακαλεί το Θεό.)

Εσείς, πουλιά γοργόφτερα, γενείτε ταχυδρόμοι, 
απλώστε τα φτερούγια σας, στην Γκόλφω μου πετάτε, 
σύρτε, πουλιά, και πάρτε της εσείς τα συχαρίκια, 
σεις φτερωτοί τραγουδιστές, με τη γλυκιά σας λύρα, 
με τη γλυκύτερη χορδή στη μαγική σας γλώσσα, 
η μοίρα που σας χάρισε, πέστε της για να πάψει 
να κλαίει και να θρήνεται. Στεφάνια δυο να πλέξει, 
το 'να για με,τ' άλλο γι' αυτή και να με περιμένει!

Χρυσό μου φαρμάκι, εσύ θε να γιάνεις 
τις πίκρες, τους πόνους καρδιάς πονεμένης. 
Στον κόσμο δω, ένα αγάπησ' η Γκόλφω, 
μ' αυτός την αρνήθη κι η Γκόλφω αρνιέται 
για έναν τον κόσμο.

(Πίνει το φαρμάκι.) 

Ναι, κάλλιο στο μνήμα 
παρά εδώ πέρα, στον ψεύτικο κόσμο.
Και μόνο στον τάφο χαρά κι ευτυχία 
κι ανάπαψη βρίσκουν αυτοί που στον κόσμο 
εχάσαν τα πάντα, κι αυτήν την ελπίδα.

(Ακούγεται από μακριά ένας βοσκός που παίζει με τη φλογέρα του ένα δημοτικό λυπητερό τραγούδι. Η Γκόλφω καθισμένη στην πέτρα ακούει με βαθιά μελαγχολία και μεγάλη απελπισία ενώ γυρίζει το βλέμμα της τριγύρω.)

Πες το, καημένε μου βοσκέ, πες το γιατί μου μοιάζει.
Σ' εμένα τέτοιο θλιβερό τραγούδι, πρέπει. Πες το!

(Ο βοσκός εξακολουθεί το τραγούδι του.)

Καημένε κόσμε, άι και συ... Πριχού να σε γνωρίσω 
για πάντα σε χωρίζομαι. Άιντε, καημένη νιότη, 
τα όμορφα λουλούδια σου αντί να μου τα πλέξουν 
στέφανα γάμου, άχαρα νεκροστολίδια τώρα 
θα μου τα βάλουν. Ύστερα από στιγμές καμπόσες 
θα γίνω νύφη, τη χαρά του γάμου μου θα κάμω.





Ένας Κένταυρος, δημιουργημένος από τα σώματα των ηθοποιών, ξεπηδάει από το πουθενά, για να παρηγορήσει στην αγκαλιά του τη Γκόλφω μετά την προδοσία..... (Εθνικό Θέατρο, σκηνοθεσία Ν. Καραθάνου).

ΤΑΣΟΣ:  Έρχομαι πίσω πάλι
στο δροσερό τον ίσκιο σου διαβάτης φλογισμένος
απ' της αγάπης το λαβρό. Γλυκιά τριανταφυλλιά μου,

μετανιωμένον αρνητή και ψεύτη της αγάπης.
δέξου με στον ίσκιο σου! Το κρίμα μ' είν' μεγάλο, 
το φταίξιμο μου είν' τρανό. Μα είσαι συ μεγάλη, 
και η καρδιά σου πιο τρανή από το φταίξιμο μου.

Θέλω
στη βρύση πο 'πινα νερό και δροσιζόμουν, 
πάλι να πιω να δροσιστώ. Ποθώ την πρώτη μ' ευτυχία,
ζητώ την πρώτη μου χαρά, τις πρώτες μου ελπίδες. 
Ποθώ τον κόσμο, τη ζωή, το φως και την ημέρα. 
Ποθώ τον ίδιο μου Θεό, που δω και τόσες μέρες 
να τον δοξάζω έπαψα και να τον προσκυνάω, 
όντας εσέ λησμόνησα, εσέ δεν αγαπούσα, 
εσένα απαρνήθηκα. Ποθώ να σκώσεις πέτρα, 
και το βαρύ μου φταίξιμο για πάντα να σκεπάσεις. 
Να με σχωρέσεις σου ζητώ.

ΓΚΟΛΦΩ, με αγγελικό παράπονο: Να σε σχωρέσω;

ΤΑΣΟΣ: Είσαι άγγελος, και οι άγγελοι ποτέ τους δεν χολιάνε.

(Μετά μικρή σιωπή.)

Είν' εύκολο για ν' αγαπάει κανείς. Κι αυτά ακόμα
τ' ανήμερα θεριά κι αυτά τα φίδια αγαπιώνται.
Κι αυτά ακόμη τα βουνά, χαμόγελα αγάπης
αλλάζουν με της χαραυγής τα κοραλλένια χείλη,
τους σταυράίτούς τούς έχουνε γοργούς τους ταχυδρόμους,
μιλάνε με τον άνεμο, με τις βροντές μαλώνουν,
μα να σχωράν δεν νιώθουνε. Αυτό θα πει πως είναι
τρανότερη, ψηλότερη κι απ' την αγάπη ακόμα
η σχώρεση, και δεν χωράει σ' όλα τα σπλάχνα μέσα
και σ' όλες τις ανθρώπινες καρδιές. Να στέκεις πρέπει
ψηλότερ' απ' τον άνθρωπο, να 'χεις καρδιά μεγάλη,
καρδιά τρανή, που να χωράει μέσα στην άβυσσο της
αυτόν όπου την έπλασε, τον ίδιο της Πατέρα.
μ' όλη του τη μακροθυμιά, τέτοιους παλμούς να νιώθει.
Παλμούς, π' αν δεν τους ένιωθε των κόσμων ο Πατέρας,
από καιρό θα γκρέμιζε και θα ποδοπατούσε,
την πλάση την αντάρτισσα, που σήκωσε σημαία
κατά του ίδιου Πλάστη της, του ίδιου της Πατέρα.
Εσύ δεν είσαι άνθρωπος... Στη σκοτεινιά του κόσμου
είσαι χρυσός αυγερινός, που κάθε του αχτίδα
είναι και μια παρηγοριά, χαμόγελο, ελπίδα
άλλης ζωής αθάνατης• άλλης ζωής που είναι
του κόσμου τούτου όνειρο. Τέτοια σαν είσαι, πες μου,
θα δυνηθείς ασχώρεστο τον Τάσο σου ν' αφήσεις;

ΓΚΟΛΦΩ, μόλις ακούεται και με μεγάλη συγκίνηση:

 Σε συγχωρώ...

ΤΑΣΟΣ: Με συγχωράς;

(Μετά μικρή σιωπή, κατά την οποίαν κοιτάει με ερευνητικό βλέμμα την Γκόλφω.)

Είν' της ψυχής τα λόγια,
με την καρδιά σου, Γκόλφω μου; 

ΓΚΟΛΦΩ, εντονότερα και με περισσότερη συγκίνηση:

Με την καρδιά μου!

ΤΑΣΟΣ: Είσαι
απ' τους αγγέλους πιο γλυκιά, και το Χριστό μας μοιάζεις.
Ο κόσμος τον εσταύρωνε κι αυτός εξεφωνούσε:
«Πατέρα μου, συχώρα τους»





ΤΑΣΟΣ
Εσύ, για πες μου, ήλιε,
απ' τον καιρό που σ' άναψε ο Πλάστης μες το χάος, 
τους κόσμους του για να φωτάς, προδότη σαν και μένα 
εφώτισες ποτέ;

(Χτυπάει τη γη με το πόδι του.)

Εσύ, για πες μου, γη, κακούργο
βάσταξες τέτοιο σαν κι εμέ απ' τη στιγμή που ο Πλάστης, 
σε κρέμασε στην άβυσσο, τ' ανθρώπου κατοικία; 
Στέρχθης φονιά καθώς εμέ;

(Σαν να οργίζεται.) Ε, ουρανέ, τι στέκεις; 
Ρίξε φωτιά και κάψε με. Βουνά, δεν γκρεμιζόστε, 
δεν σωριαζόστε απάνω μου και στα χαλάσματα σας 
ένα φονιά να θάψετε; Πού είστε, μαύρα φίδια; 
Χυθείτε καταπάνω μου, στην άπιστη καρδιά μου, 
ν' αδειάστε το φαρμάκι σας.

(Σωπαίνει και κλαίει. Σαν τρελός και απελπισμένος.)

Για με, όλος ο κόσμος
κείτετ' εδώ σωρός.
Για με ολόκληρη η πλάση έπεσ' εδώ χαλάσματα, 
μαζί με το Θεό της
κι εγώ ακόμα στέργομαι το φως του κόσμου; Όχι! 
Νεκροταφείο απέραντο για μένα είν' η Πλάση.

(Αποφασιστικά βγάζει ένα μαχαίρι.)

Νεκρός και στη ζωή, νεκρός και μες στο μνήμα... Κάλλιο 
στον τάφο με την Γκόλφω μου. (Χτυπιέται.) 
Και μοναχά το αίμα (πετάει το μαχαίρι)
ξεπλένει τέτοια κρίματα.

(Ρίχνεται κοντά στην Γκόλφω.) 

Εδώ στην αγκαλιά σου 
είναι ζωή ο θάνατος, είναι χαρά το μνήμα.

Ο κόσμος τους εχώρισε, μα σμίξανε στο μνήμα.

Σ' έναν κόσμο που κάθε άλλο παρά αγγελικά πλασμένος είναι, ο  Περεσιάδης, δεν επιτίθεται με την έμπνευσή του στις πηγές του κακού, το χρήμα, γενεσιουργό αιτία όλων των συμφορών. Θρηνεί υπομονετικά - ο θρήνος γλυκαίνει τους καημούς - με τον τελευταίο στίχο της "Γκόλφως", όπου δέχεται μεν την τραγωδία της ζωής, αλλά δεν βρίσκει γιατρειά σ' αυτή την ψεύτικη κοινωνία. 


GOLFO 1