Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Η δύναμη της ενσυναίσθησης: από τη λογοτεχνία στην ψυχολογία





Αφορμή για την εργασία ήταν το παρακάτω απόσπασμα από τις "Πρώτες Ενθυμήσεις" της Πηνελόπης Δέλτα: 

"Θυμούμαι μια μέρα, ένα μεσημέρι (ήμουν κάπου 9-10 ετών;) ένας στρειδάς άνοιγε στρείδια στην πίσω πόρτα του σπιτιού μας (στο καινούριο, δικό μας σπίτι) και ο πατέρας έτρωγε μερικά, και όλο άνοιγε στρείδια ο στρειδάς και τ' αράδιαζε στην πιατέλα για το τραπέζι, και διάλεγε κανένα ο πατέρας και το έτρωγε. Και αφού γέμισε η πιατέλα, τα μέτρησε ο πατέρας, μέτρησε πόσα είχε φάγει και του τα πλήρωσε έξι γροσάκια* τη δωδεκάδα, αντί τέσσερα που τα πλήρωναν άλλη φορά.

«Είναι μεγάλα και πολύ φρέσκα», μου είπε ανεβαίνοντας την πίσω σκάλα προς την τραπεζαρία. O στρειδάς είχε ευχαριστήσει μ' ένα χαμόγελο που πήγαινε ως τ' αυτιά του, χτυπώντας καρδιά και μέτωπο επανειλημμένως.

«Τον πλήρωσες;», ρώτησε η μητέρα, σαν μπήκαμε στην τραπεζαρία.

«Ναι».

«Πόσες δωδεκάδες;»

«Τόσες». Και της είπε.

«Και πόσα τα πλήρωσες;»

«Έξι γροσάκια τη δωδεκάδα».

«Καημένε Μανόλη! Τέσσερα είναι η τιμή τους».

«Είναι μεγάλα και πολύ φρέσκα».

«Άσχημα έκανες! Πολύ άσχημα! Έτσι τον κακομαθαίνεις, και θα γυρεύει στο μέλλον πάντα έξι γρόσια!»

«Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;», καλόβουλα είπε ο πατέρας.

O λόγος αυτός ήταν ένας σταθμός στη ζωή μου. Ως τότε δεν είχα σκεφθεί, παζαρεύοντας, όπως τύχαινε συχνά, για χόρτα και άλλα, παρά πώς να κάνω την οικονομία του σπιτιού και να κάνω τα καλά μου, να κόψω το γροσάκι του πουλητή που χτυπούσε την πόρτα. Πρώτη φορά είδα και την άλλη μεριά του προβλήματος, πως κοντά στην οικονομία μας στέκουνταν και για τον άλλο η ανάγκη να ζήσει, να βγάλει το ψωμί του, να πληρωθεί η εργασία του κατά την αξία της."






Ο πατέρας της αφηγήτριας, ο γνωστός πολιτικός, βουλευτής και βενιζελικός υπουργός Εμμανουήλ Μπενάκης, διαθέτει, σύμφωνα με την Πηνελόπη, κοντά στ' άλλα του γνωρίσματα, γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία, ανθρωπιά και κατανόηση. Μπαίνει στη θέση του απλού δουλευτή, αποτιμά δίκαια το μόχθο του, αναγνωρίζει την προσφορά του και την ανάγκη του για ανταμοιβή. 



Ανοίγοντας η συζήτηση, οδηγήθηκε στις έννοιες της συμπάθειας και της ενσυναίσθησης: 
Να την λοιπόν η αφορμή και να και το αποτέλεσμα!!!

Η Άννα, με αφορμή το βίντεο, για το οποίο έγινε λόγος στην τάξη, μας μιλάει για τη διαφορά της συμπάθειας από την ενσυναίσθηση: 





«Σε αντίθεση με την αγάπη, που μοιάζει υπεράνθρωπη αρετή, η συμπάθεια ταιριάζει απολύτως στην ανθρώπινη φύση. Κινούμενο σε μια κλίμακα όπου η θυσία είναι το ένα άκρο και η εκδίκηση το άλλο, κάθε αίσθημα συμπάθειας καλλιεργεί αυθορμήτως τη συνύπαρξη και την ομοίωση ή τη διαφορά με τους άλλους. Ο συνάνθρωπος είναι η χαρά και η λύπη του ανθρώπου.»

«Όταν συναισθάνεσαι απλώς το δράμα ενός ανθρώπου που έχασε την όρασή του, του αγοράζεις ένα ειδικό μπαστούνι ή ένα σκύλο. Όταν, όμως, οδηγείς τη συμπάθεια ως το ακραίο της όριο, έρχεσαι στη θέση του, του δωρίζεις το μάτι σου και γίνεσαι σαν κι αυτόν. Ανάμεσα στους δύο πόλους ξετυλίγεται ολόκληρη η κλίμακα των ανθρώπινων αντιδράσεων που, ευτυχώς, δεν ταξινομούνται. Δεν υπάρχει κώδικας συμπαράστασης και συμπάθειας, όπως δεν υπάρχει εγχειρίδιο υποκρισίας και ασπλαχνίας. Ο καθείς με τον τρόπο του.»

Κ. Παπαγιώργη, Μυστικά της συμπάθειας, εκδόσεις Καστανιώτη

Αυτή η συμπάθεια, οδηγημένη ως το ακραίο της όριο, μάλλον ονομάζεται αλλιώς "ενσυναίσθηση" ! Ελλείψει σχετικού εγχειριδίου, ας βλέπουμε το περιεχόμενο και τις προθέσεις πίσω από τις πράξεις, όχι μόνο τις λέξεις!!

Sympathy for the Devil 

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Μαρκ Χάντον, "Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα" ή πώς η κοινωνία των «κανονικών» αντιμετωπίζει τους «διαφορετικούς».




Ο Κρίστοφερ είναι ένας νέος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Έχει τρομακτικές ικανότητες απομνημόνευσης δεδομένων, είναι ικανότατος στα μαθηματικά, ξέρει όλα τα κράτη και τις πρωτεύουσες του κόσμου.Του αρέσει να φτιάχνει χάρτες και σχεδιαγράμματα, λατρεύει τα αστυνομικά μυθιστορήματα και το κόκκινο χρώμα.Δεν του αρέσει το κίτρινο και το καφέ. Από την άλλη δεν ξέρει και πολλά για τους ανθρώπους. Δε θέλει να τον αγγίζουν, αδυνατεί να κατανοήσει τον μεταφορικό λόγο, παίρνει τα πάντα τοις μετρητοίς και δεν μπορεί να πει ψέματα. 
Με όλα αυτά τα εφόδια (ή εμπόδια;) αποφασίζει να εξιχνιάσει το μυστήριο της δολοφονίας του σκύλου της κυρίας Σίαρς. Η αναζήτησή του όμως θα τον παρασύρει σε μονοπάτια δύσβατα…

Αυτή η - φαινομενικά άσχετη - έρευνα σηματοδοτεί την αφετηρία μιας πορείας των ηρώων προς τη γνώση, την αυτογνωσία, την ανατροπή των όσων, μέχρι τότε, καθένας τους πίστευε για τη ζωή, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την προσωπική ευθύνη, για το μέλλον. Μαζί σηματοδοτεί και την αφετηρία μιας πορείας προς την αναθεώρηση όσων, μέχρι τότε, καθένας τους χωριστά πίστευε για τον Κρίστοφερ, αλλά και όσων ο ίδιος ο Κρίστοφερ πίστευε για τον εαυτό του, για τις δυνάμεις και για τις προοπτικές του.
Είναι ένα βιβλίο για τη διαφορετικότητα και τον τρόπο που η Κοινωνία των «κανονικών» αντιμετωπίζει τα «διαφορετικά» άτομα.Είναι ένα παράθυρο στον κόσμο των αυτιστικών. Ένα παράθυρο που καλό θα ήταν να ανοίξουμε.



Πώς είναι να ζεις με έναν άνθρωπο που προγραμματίζει τη μέρα του ανάλογα με τον αριθμό κόκκινων αυτοκινήτων που βλέπει στο δρόμο; Με έναν άνθρωπο τον οποίο δεν μπορείς να αγκαλιάσεις και ο μοναδικός τρόπος που έχεις για να του δείξεις στοργή είναι να ενώσετε τις παλάμες σας; 
Πρόκειται για μια έμμεση αλλά απολύτως περιεκτική και ακριβή περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών του αυτισμού σε όλες τις μορφές του.Σε κάποιο σημείο ο Κρίστοφερ απαριθμεί τα «προβλήματα συμπεριφοράς» που αντιμετωπίζει:


Α. Δε μιλάω σε ανθρώπους για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Β. Δεν τρώω ούτε πίνω τίποτα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Γ. Δε μου αρέσει να με αγγίζουν.

Δ. Στριγκλίζω με όλη μου τη δύναμη όταν είμαι θυμωμένος ή συγχυσμένος.

Ε. Δε μου αρέσει να στριμώχνομαι σε πολύ μικρούς χώρους μαζί με άλλους ανθρώπους.

Ζ. Όταν είμαι θυμωμένος ή σαστισμένος, σπάω πράγματα.

Η. Βογκάω.

Θ. Δε μου αρέσουν ούτε τα κίτρινα πράγματα ούτε τα καφετιά πράγματα και αρνούμαι ν' αγγίξω κίτρινα πράγματα ή καφετιά πράγματα.

I. Αρνούμαι να χρησιμοποιήσω την οδοντόβουρτσα μου αν την έχει αγγίξει κάποιος άλλος.

Κ. Δεν τρώω το φαγητό μου αν ένα είδος τροφής ακουμπάει στο άλλο.

Λ. Όταν οι άνθρωποι θυμώνουν μαζί μου, δεν το αντιλαμβάνομαι.

Μ. Δε χαμογελάω.

Ν. Δέω πράγματα που οι άλλοι άνθρωποι θεωρούν χυδαία.

Ξ. Κάνω χαζομάρες.

Ο. Δέρνω τους άλλους.

Π. Μισώ τη Γαλλία.

Ρ. Όποτε βρω ευκαιρία, οδηγώ το αυτοκίνητο της μητέρας μου.

Σ. Τσατίζομαι όταν κάποιος αλλάξει θέση στα έπιπλα.






Ο Κρίστοφερ αδυνατεί να κατανοήσει τ' αστεία... το μεταφορικό λόγο..

Αυτό το βιβλίο δεν πρόκειται να είναι ένα αστείο βιβλίο. Δεν μπορώ να λέω αστεία, γιατί δεν τα καταλαβαίνω. Να ένα αστείο για παράδειγμα, ένα από αυτά που λέει ο πατέρας:

Είχε κατεβάσει ρολά αλλά ακόμα έμπαινε φως.

Ξέρω γιατί αυτό υποτίθεται πως είναι αστείο. Ρώτησα κι έμαθα. Είναι γιατί το «κατεβάζω ρολά» έχει τις εξής δύο σημασίες:
1) κάνω συσκότιση στο δωμάτιο και 
2) κατεβάζω μούτρα, κλείνομαι στον εαυτό μου, απομονώνομαι και δε μιλάω σε κανέναν.

Αν προσπαθήσω να πω το αστείο στον εαυτό μου δίνοντας στην έκφραση δύο ή και παραπάνω διαφορετικές σημασίες ταυτόχρονα, είναι σαν ν' ακούω δύο ή τρία διαφορετικά μουσικά κομμάτια ταυτόχρονα, πράγμα που και με δυσαρεστεί και με σαστίζει, άσε που δεν είναι ευχάριστο όπως ο λευκός ήχος. Είναι σαν να προσπαθούν τρεις άνθρωποι να σου μιλήσουν ταυτόχρονα για διαφορετικά πράγματα.
Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν υπάρχουν αστεία μέσα σ' αυτό το βιβλίο.




Με τους ανθρώπους μπερδεύομαι. Αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος βασικός λόγος είναι ότι οι άνθρωποι λένε ένα σωρό πράγματα χωρίς να χρησιμοποιούν καθόλου λέξεις. Η Σόμπαν λέει πως το να σηκώσεις το ένα φρύδι μπορεί να σημαίνει ένα σωρό διαφορετικά πράγματα• ότι μπορεί να σημαίνει «θέλω να κάνουμε έρωτα», όπως μπορεί και να σημαίνει «νομίζω πως αυτό που μόλις είπες ήταν μεγάλη βλακεία».

Η Σόμπαν λέει επίσης πως, άμα κλείσεις το στόμα σου και εκπνεύσεις δυνατά από τη μύτη, μπορεί να σημαίνει πως έχεις χαλαρώσει ή πως βαριέσαι ή πως έχεις θυμώσει και πως όλα εξαρτώνται από την ποσότητα του αέρα που βγαίνει από τη μύτη σου, από την ταχύτητα που έχει και από το σχήμα που παίρνει το στόμα σου όταν το κάνεις, όπως κι από το πώς κάθεσαι και από το τι είπες μόλις πριν από λίγο, καθώς και από εκατοντάδες άλλα πράγματα που είναι υπερβολικά περίπλοκα για να τα επεξεργαστείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Ο δεύτερος βασικός λόγος είναι ότι οι άνθρωποι συχνά μιλάνε χρησιμοποιώντας μεταφορές. Να μερικά παραδείγματα μεταφορών:

Λύθηκε ο αφαλός μου από τα γέλια.
Έχε τα μάτια σου δεκατέσσερα. 
Βγάλανε τ' άπλυτα τους στη φόρα.

Η λέξη «μεταφορά» σημαίνει κουβαλάω κάτι από το ένα μέρος στο άλλο και σε πολλές γλώσσες προέρχεται από τα ελληνικά, δηλαδή από τις ελληνικές λέξεις μετά (που θα πει από το ένα μέρος στο άλλο) και φέρειν (που θα πει κουβαλάω) και ισχύει όταν περιγράφεις κάτι χρησιμοποιώντας μια λέξη στη θέση ενός πράγματος διαφορετικού από τη λέξη. Αυτό σημαίνει πως η λέξη «μεταφορά» είναι μια μεταφορά.

Νομίζω πως θα έπρεπε να λέγεται «ψέμα», γιατί δε λύνεται ο αφαλός μας από τα γέλια και οι άνθρωποι δε βγάζουν τα άπλυτα τους στη φόρα• τα πλένουν. Κι όταν προσπαθώ να σχηματίσω μια εικόνα της φράσης στο κεφάλι μου, απλώς μπερδεύομαι, γιατί δεν είναι δυνατόν να σου φυτρώσουν ξαφνικά 14 μάτια για να γίνεις προσεκτικός. Στο τέλος φτάνεις να ξεχάσεις για τι πράγμα μιλούσε ο άλλος.

Το όνομα μου είναι μια μεταφορά. Με λένε Κρίστοφερ, δηλαδή Χριστόφορο, και θα πει αυτός που φέρει τον Χριστό, από τις ελληνικές λέξεις χριστός (ο χρισμένος από τον Θεό) και το ρήμα φέρω, και ήταν το όνομα που δόθηκε στον Άγιο Χριστόφορο επειδή πέρασε τον Ιησού Χριστό στην αντίπερα όχθη ενός ποταμού.

Αυτό σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς άραγε τον έλεγαν πριν περάσει τον Χριστό από το ποτάμι. Μπα, τίποτα δε θα τον έλεγαν, γιατί αυτή η ιστορία είναι μια αποκρυφιστική ιστορία, πράγμα που σημαίνει πως κι αυτή ψέματα είναι.

Η μητέρα μου συνήθιζε να λέει ότι το όνομα Χριστόφορος έχει ωραίο νόημα, επειδή σημαίνει το να είναι κανείς ευγενικός και πρόθυμος να βοηθήσει, εγώ όμως δε θέλω το όνομά μου να σημαίνει ιστορίες για καλοσύνες και για βοήθειες. Εγώ θέλω το όνομά μου να σημαίνει εμένα.



Πήρα την απόφαση να ανακαλύψω ποιος σκότωσε τον Ουέλινγκτον, παρόλο που ο πατέρας μου είχε πει να μη χώνω τη μύτη μου στις δουλειές των άλλων. Έτσι είμαι: δεν κάνω πάντα αυτό που μου λένε. Κι αυτό γιατί όταν οι άνθρωποι σου λένε τι να κάνεις, συνήθως σε μπερδεύουν και δε βγάζεις νόημα.
Για παράδειγμα, συχνά ο κόσμος λέει: «Κάνε ησυχία», αλλά κανείς δε σου λέει για πόση ώρα να κάνεις ησυχία.
Άλλο παράδειγμα: τυχαίνει να δεις μια ταμπέλα που γράφει ΜΗΝ ΠΑΤΑΤΕ ΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ. Κανονικά όμως θα έπρεπε να λέει ΜΗΝ ΠΑΤΑΤΕ ΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΜΠΕΛΑ ή ΜΗΝ ΠΑΤΑΤΕ ΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΠΑΡΚΟ, γιατί υπάρχει κι ένα σωρό γρασίδι που επιτρέπεται μια χαρά να το πατάς.
Εξάλλου οι άνθρωποι παραβαίνουν τους κανόνες διαρκώς. Για παράδειγμα, ο πατέρας οδηγεί συχνά με ταχύτητα πάνω από 50 χιλιόμετρα την ώρα σε περιοχές με όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα, και μερικές φορές οδηγεί ενώ έχει πιει και συχνά δε φοράει τη ζώνη ασφαλείας, όταν οδηγεί τo φορτηγάκι. Στη Βίβλο λέει Ου φονεύσεις, παρ' όλα αυτά και οι Σταυροφορίες έγιναν, συν δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και ο Πόλεμος του Κόλπου, και σε όλους υπήρχαν χριστιανοί που σκότωναν κόσμο.

Επίσης δεν ξέρω τι εννοεί ο πατέρας όταν λέει: «Μη χώνεις τη μύτη σου στις δουλειές των άλλων», γιατί δεν ξέρω τι εννοεί όταν λέει «δουλειές των άλλων». Εγώ κάνω ένα σωρό πράγματα με άλλους ανθρώπους και στο σχολείο και στο μαγαζί και στο σχολικό. Η δουλειά η δική του είναι να πηγαίνει σε σπίτια άλλων ανθρώπων και να τους φτιάχνει τους καυστήρες τους και τη θέρμανση τους. Κι όλα αυτά τα πράγματα είναι δουλειές των άλλων.

Η Σόμπαν καταλαβαίνει. Όταν μου λέει να μην κάνω κάτι, λέει ακριβώς τι είναι αυτό που δεν επιτρέπεται να κάνω, κι αυτό εμένα μου αρέσει.
Για παράδειγμα, είπε μια φορά: «Δεν πρέπει ποτέ να δίνεις γροθιές στη Σάρα ή να τη χτυπάς με οποιονδήποτε τρόπο, Κρίστοφερ, ακόμα κι αν σε χτυπήσει πρώτη. Αν σε ξαναχτυπήσει, μείνε μακριά της, ακίνητος, μέτρα από το 1 μέχρι το 50 κι υστέρα έλα και πες σ' εμένα τι έκανε, ή πες τι έκανε σε κάποιο από τα άλλα μέλη του προσωπικού».
Ή, για παράδειγμα, είπε μια φορά: «Αν θέλεις να κάνεις κούνια και είναι άλλα παιδιά στις κούνιες, δεν πρέπει ποτέ να τα σπρώχνεις για να κατέβουν. Πρέπει να τα ρωτάς αν μπορείς να κάνεις κι εσύ. Κι ύστερα πρέπει να περιμένεις μέχρι να τελειώσουν».

Όταν όμως άλλοι άνθρωποι σου λένε τι δεν μπορείς να κάνεις, δεν το κάνουν μ' αυτόν τον τρόπο. Έτσι αποφασίζω από μόνος μου τι να κάνω και τι να μην κάνω.


autism8.jpg
Children and Established Artists Draw Their Autism

Δεν υπάρχει παράδεισος

Εγώ είπα πως δεν υπήρχε τίποτα πέρα από το σύμπαν και πως ούτε καν υπήρχε ένας εντελώς άλλος τόπος. Εγώ νομίζω πως οι άνθρωποι πιστεύουν στον Παράδεισο επειδή δεν τους αρέσει η ιδέα τού να πεθάνουν επειδή θέλουν να συνεχίσουν να ζουν και δεν τους αρέσει η ιδέα να μπαίνουν άλλοι άνθρωποι στο σπίτι τους και να τους πετάνε τα πράγματα τους στα σκουπίδια.
Ο αιδεσιμότατος Πίτερς είπε: «Ε... όταν λέω πως ο Παράδεισος είναι έξω από το σύμπαν, είναι απλώς τρόπος του λέγειν. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι που πάνε στον Παράδεισο βρίσκονται μαζί με τον Θεό».

Εγώ απάντησα: «Ναι, μα ο Θεός πού είναι;»
Και ο αιδεσιμότατος Πίτερς είπε πως θα έπρεπε να το κουβεντιάσουμε μιαν άλλη μέρα, που θα είχε περισσότερο χρόνο.

Αυτό που πραγματικά συμβαίνει όταν πεθαίνεις είναι ότι ο εγκέφαλος σου σταματάει να λειτουργεί και ότι το σώμα σου σαπίζει, όπως έγινε με το κουνέλι όταν πέθανε και το θάψαμε στο χώμα, στο βάθος του κήπου. Όλα τα μόρια του διασπάστηκαν σε άλλα μόρια, χώθηκαν μέσα στη γη, τα έφαγαν τα σκουλήκια και πήγαν μέσα στα φυτά. Κι αν πάμε και ψάξουμε στο ίδιο σημείο ύστερα από 10 χρόνια δε θα έχει απομείνει τίποτ' άλλο εκτός από το σκελετό του. Και σε 1.000 χρόνια, ακόμα κι ο σκελετός του θα έχει εξαφανιστεί. Όμως δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί τώρα πια κι αυτός είναι μέρος των λουλουδιών και της μηλιάς και της βατομουριάς.
Όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, τους βάζουν μερικές φορές σε κάσες, πράγμα που σημαίνει πως για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν έρχονται σε επαφή με το χώμα, ώσπου να σαπίσει το ξύλο της κάσας.

Αλλά τη μητέρα μου την αποτέφρωσαν. Αυτό σημαίνει πως την έβαλαν σε μια κάσα, την έκαψαν, την άλεσαν κι έγινε στάχτη και καπνός. Δεν ξέρω τι γίνεται με τη στάχτη και δεν μπόρεσα να ρωτήσω στο κρεματόριο, γιατί δεν πήγα στην κηδεία. Όμως ο καπνός βγαίνει από την καμινάδα και ανεβαίνει ψηλά στην ατμόσφαιρα. Μερικές φορές κοιτάζω ψηλά στον ουρανό και νομίζω πως υπάρχουν εκεί πάνω μόρια της μητέρας, ή σε σύννεφα πάνω από την Αφρική ή την Ανταρκτική, ή πως πέφτουν στη γη σαν βροχή στα τροπικά δάση της Βραζιλίας, ή σαν χιόνι κάπου αλλού.

autism6.jpg
Children and Established Artists Draw Their Autism


Εγώ θα αποδείξω πως δεν είμαι ηλίθιος......

Όλα τα άλλα παιδιά στο σχολείο μου είναι ηλίθια, μόνο που εγώ υποτίθεται πως δεν πρέπει να τα λέω ηλίθια, παρόλο που αυτό ακριβώς είναι. Υποτίθεται πως δεν πρέπει να λέω πως έχουν μαθησιακές δυσκολίες ή πως έχουν ειδικές ανάγκες. Αυτό όμως είναι βλακεία, γιατί καθένας έχει μαθησιακές δυσκολίες. Γιατί το να μάθεις να μιλάς γαλλικά ή το να καταλάβεις τη θεωρία της σχετικότητας είναι δύσκολο. Εξάλλου καθένας έχει ειδικές ανάγκες, όπως ο πατέρας, που πρέπει να κουβαλάει ένα μικρό κουτάκι με τεχνητές γλυκαντικές ουσίες μαζί του για να βάζει στον καφέ του, για να μην παχαίνει, ή η κυρία Πίτερς που φοράει ένα μπεζ ακουστικό βαρηκοΐας, ή η Σόμπαν που φοράει τόσο χοντρά γυαλιά, που σε πιάνει πονοκέφαλος έτσι και τα δανειστείς. Και κανένα από τα άτομα αυτά δεν είναι Άτομο Με Ειδικές Ανάγκες, παρόλο που έχουν ειδικές ανάγκες.
Ωστόσο η Σόμπαν είπε πως πρέπει να χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις, γιατί οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε ένα παιδί σαν τα παιδιά στο σχολείο σπαστικό και ανάπηρο και μογγολάκι, που είναι απαίσιες λέξεις. Όμως και αυτό είναι βλακεία, γιατί μερικές φορές τα παιδιά από το σχολείο στο τέρμα του δρόμου μάς βλέπουν που βγαίνουμε από το σχολικό και φωνάζουν: 

«Ειδικές Ανάγκες! Ειδικές Ανάγκες! Ειδικές Ανάγκες!» Εγώ όμως δεν τους δίνω καμιά σημασία, γιατί δεν ακούω τι λέει ο υπόλοιπος κόσμος. Κι εμένα μόνο με ξύλα και πέτρες μπορείς να με βάλεις κάτω κι έχω και τον ελβετικό στρατιωτικό σουγιά μου, έτσι και κάνουν πως με δέρνουν. Κι άμα τους σκοτώσω, θα είναι αυτοάμυνα και δε θα πάω φυλακή.

Εγώ θα αποδείξω πως δεν είμαι ηλίθιος. Τον άλλο μήνα θα δώσω εξετάσεις στα μαθηματικά για το απολυτήριο και θα πάρω άριστα. 



Περιγραφή.... μέσα από τα μάτια ενός παιδιού με "ειδικές .......ικανότητες"!!!!!!


Η Σόμπαν έλεγε πως, όταν γράφεις ένα βιβλίο, πρέπει να περιλαμβάνεις μερικές περιγραφές πραγμάτων. Εγώ έλεγα πως μπορούσα να βγάλω φωτογραφίες και να τις βάλω στο Βιβλίο. Εκείνη όμως έλεγε πως η ιδέα ενός Βιβλίου ήταν να περιγράφει πράγματα χρησιμοποιώντας λέξεις, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να τις διαβάζουν και να φτιάχνουν μια εικόνα μέσα στο κεφάλι τους. Έλεγε πως το καλύτερο ήταν να περιγράφεις πράγματα που ήταν ενδιαφέροντα ή αλλιώτικα.

Έτσι, αποφάσισα να κάνω μια περιγραφή του κήπου. Όμως ο κήπος δεν ήταν ούτε πολύ ενδιαφέρων ούτε πολύ διαφορετικός. Ήταν απλώς ένας κήπος, με γρασίδι, με μιαν αποθήκη και μ' ένα σχοινί μπουγάδας. Αλλά ο ουρανός ήταν ενδιαφέρων και αλλιώτικος. Συνήθως οι ουρανοί φαίνονται βαρετοί γιατί είναι καταγάλανοι ή κατάγκριζοι ή σκεπασμένοι όλοι μ' ένα μοτίβο από σύννεφα και θαρρείς πως είναι χαμηλά και όχι εκατοντάδες χιλιόμετρα πάνω απ' το κεφάλι σου. Νομίζεις πως κάποιος τους ζωγράφισε πάνω σε μια μεγάλη οροφή. Όμως αυτός ο ουρανός είχε πολλά διαφορετικά σύννεφα πάνω του, σε διαφορετικά ύψη, και μπορούσες να δεις πόσο μεγάλος ήταν κι αυτό τον έκανε να φαντάζει θεόρατος.

Πιο πέρα μακριά στον ουρανό υπήρχαν ένα σωρό μικρά λευκά σύννεφα που έμοιαζαν με λέπια ψαριών ή με αμμόλοφους και είχαν ένα πολύ κανονικό μοτίβο.
Πιο κει, ακόμα πιο μακριά, προς τα δυτικά, υπήρχαν κάτι μεγάλα σύννεφα που ήταν χρωματισμένα ελαφρά πορτοκαλιά, γιατί κόντευε να σουρουπώσει και ο ήλιος έδυε.
Ύστερα, πάρα πολυ κοντά στο έδαφος, υπήρχε ένα τεράστιο σύννεφο που ήταν χρωματισμένο γκρίζο, γιατί ήταν σύννεφο που έφερνε βροχή. 
Αφού το κοίταξα ώρα πολλή, το είδα καθαρά να κινείται πολύ αργά κι ήταν σαν εξωγήινο διαστημόπλοιο εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύ, όπως στην ταινία Στενές επαφές τρίτου τύπου, με τη διαφορά πως δεν ήταν φτιαγμένο από στερεό υλικό. Ήταν φτιαγμένο από σταγονίδια συμπυκνωμένων υδρατμών, δηλαδή από το υλικό που φτιάχνονται τα σύννεφα.

Θα μπορούσε να είναι ένα εξωγήινο διαστημόπλοιο.

Ο κόσμος νομίζει πως τα εξωγήινα διαστημόπλοια είναι στερεά και φτιαγμένα από μέταλλο και πως έχουν φώτα ολόγυρα τους και ότι κινούνται αργά στον ουρανό, επειδή κι εμείς έτσι θα κατασκευάζαμε ένα διαστημόπλοιο, αν ήμασταν σε θέση να φτιάξουμε ένα τόσο μεγάλο. Όμως οι εξωγήινοι, αν υπάρχουν, πιθανότατα είναι πολύ διαφορετικοί από εμάς. Μπορεί να μοιάζουν με μεγάλα γαστρόποδα ή να είναι επίπεδοι σαν αντανακλάσεις. Ή μπορεί να είναι μεγαλύτεροι κι από τους πλανήτες. Ή μπορεί να μην έχουν καν σώματα. Μπορεί να είναι απλώς πληροφορίες, όπως μέσα σ' έναν υπολογιστή. Και τα διαστημόπλοια τους μπορεί να μοιάζουν με σύννεφα ή να είναι φτιαγμένα από ασύνδετα αντικείμενα, όπως σκόνη ή φύλλα.

Έπειτα αφουγκράστηκα τους ήχους στον κήπο και άκουσα καθαρά ένα πουλί να κελαηδάει, κι άκουσα θόρυβο από κίνηση, που ήταν σαν το κύμα που σκάει στην ακρογιαλιά, κι άκουσα καθαρά κάποιον να παίζει μουσική κάπου και παιδιά να φωνάζουν. Κι ανάμεσα στους θορύβους εκείνους, αν αφουγκραζόμουν πολύ προσεκτικά και στεκόμουν εντελώς ακίνητος, άκουγα καθαρά μέσα στ' αυτιά μου ένα αμυδρό κλαψούρισμα και τον αέρα να μπαινοβγαίνει από τη μύτη μου.

Στη συνέχεια μύρισα τον αέρα για να δω αν μπορούσα να διαπιστώσω τι μυρωδιά είχε ο αέρας του κήπου. Όμως δεν μπόρεσα να μυρίσω τίποτα. Δε μύριζε τίποτα. Κι ήταν κι αυτό εξίσου ενδιαφέρον.

il fullxfull.401769634 ncbe


Παρατηρώ τα πάντα. 

Παρατηρώ τα πάντα. Γι' αυτό δε μου αρέσουν τα καινούργια μέρη. Αν βρίσκομαι σ' ένα μέρος που γνωρίζω, όπως το σπίτι μου, το σχολείο ή το σχολικό, ένα μαγαζί ή ένα δρόμο, τα έχω δει σχεδόν όλα από τα πριν και το μόνο που έχω να κάνω είναι να κοιτάζω τα πράγματα που έχουν αλλάξει ή μετακινηθεί. Για παράδειγμα, κάποια εβδομάδα η αφίσα με τα Άπαντα του Σαίξπηρ είχε πέσει από τον τοίχο της τάξης στο σχολείο και ήταν εύκολο να το καταλάβεις, γιατί είχε τοποθετηθεί πάλι στη θέση της, γερμένη όμως ελαφρά προς τα δεξιά, και γιατί υπήρχαν τρεις μικροί κύκλοι από κόλλα στον τοίχο, στην αριστερή πλευρά της αφίσας.

Όμως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι νωθροί. Ποτέ τους δεν παρατηρούν τα πάντα. Ρίχνουν απλώς μια ματιά, όπως λέμε, που είναι το ίδιο σαν να λέμε «χαζεύω κάτι» ή «στυλώνω» το βλέμμα σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, για παράδειγμα όταν μια μπάλα του μπιλιάρδου λοξοκοιτάζει μιαν άλλη μπάλα του μπιλιάρδου. Έτσι οι πληροφορίες μέσα στα κεφάλια τους είναι στ' αλήθεια απλές. Για παράδειγμα, αν είναι κανείς στην εξοχή, οι πληροφορίες μπορεί να είναι κάτι από τα εξής:

  1. Στέκομαι σ' έναν αγρό με παχύ χορτάρι.
  2. Υπάρχουν μερικές αγελάδες στους αγρούς.
  3. Έχει λιακάδα με λίγα σύννεφα.
  4. Υπάρχουν μερικά λουλούδια ανάμεσα στα χορτάρια.
  5. Υπάρχει ένα χωριό πέρα στο βάθος.
  6. Υπάρχει ένας φράχτης στην άκρη του αγρού με μια πόρτα σε μια μεριά.
Ύστερα σταματούν να προσέχουν οτιδήποτε, γιατί ενδεχομένως σκέφτονται κάτι άλλο, όπως «Α, τι ωραία που είναι εδώ!» ή «Ανησυχώ μήπως άφησα την κουζίνα αναμμένη» ή «Άραγε να γέννησε η Τζούλι;»

Αν όμως εγώ σταθώ σ' έναν αγρό στην εξοχή, παρατηρώ τα πάντα.

[Ο Κρίστοφερ αραδιάζει έναν κατάλογο 7 ακριβέστατων και λεπτομερέστατων παρατηρήσεων και αφήνει απ' έξω άλλα 31 πράγματα που η Σόμπαν τον συμβούλεψε να μην συμπεριλάβει!!!!]

Όταν βρίσκομαι σ' έναν καινούργιο τόπο, επειδή ακριβώς παρατηρώ τα πάντα, λειτουργώ όπως ένας υπολογιστής, που κάνει πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα και κάποια στιγμή ο κεντρικός επεξεργαστής μπλοκάρει και δεν υπάρχει αρκετός ελεύθερος χώρος για να σκεφτεί άλλα πράγματα. Κι όταν σ' αυτόν τον καινούργιο τόπο υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι, είναι ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι σαν τις αγελάδες, σαν τα λουλούδια και σαν το χορτάρι και μπορούν να σου μιλάνε και να κάνουν πράγματα που δεν τα περιμένεις, οπότε πρέπει να προσέχεις ό,τι υπάρχει σ' αυτόν τον τόπο και επίσης πρέπει να προσέχεις τα πράγματα που ενδεχομένως μπορεί να συμβούν. 
Μερικές φορές μάλιστα, όταν είμαι σ' έναν καινούργιο τόπο και υπάρχουν ένα σωρό άνθρωποι εκεί, είναι σαν να διαλύεται ο υπολογιστής. Τότε εγώ πρέπει να κλείσω τα μάτια μου, να βάλω τα χέρια μου πάνω στ' αυτιά μου και να βογκήξω, που είναι κάπως σαν να πατάω CTRL + ALT + DEL και να σβήνω τα προγράμματα, να κλείνω τον υπολογιστή και να κάνω επανεκκίνηση, έτσι ώστε να μπορέσω να θυμηθώ τι κάνω και ποιος είναι ο προορισμός μου.

Αυτός είναι και ο λόγος που είμαι καλός στο σκάκι, στα μαθηματικά και στη λογική, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι είναι σχεδόν τυφλοί και δεν παρατηρούν τα περισσότερα πράγματα. Και ενώ υπάρχει ένα σωρό διαθέσιμος χώρος μέσα στα κεφάλια τους, ο χώρος αυτός γεμίζει με πράγματα που δεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους και που είναι και βλακώδη, όπως, ας πούμε, «ανησυχώ μήπως άφησα την κουζίνα αναμμένη».



Περί της υπάρξεως του Θεού και της τύχης......

Οι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό γιατί ο κόσμος είναι πολύ περίπλοκος και γιατί νομίζουν ότι είναι πολύ απίθανο να υπάρχει τυχαία οτιδήποτε τόσο περίπλοκο όσο ένας ιπτάμενος σκίουρος ή το ανθρώπινο μάτι ή ένας εγκέφαλος. Ωστόσο θα όφειλαν να σκεφτούν λογικά. Κι αν σκέφτονταν λογικά, θα έβλεπαν ότι μπορούν να θέσουν αυτή την ερώτηση μόνο και μόνο γιατί έχει ήδη συμβεί και αυτοί ήδη υπάρχουν. Υπάρχουν εξάλλου δισεκατομμύρια πλανήτες όπου δεν υπάρχει ζωή, αλλά πάνω σ' εκείνους τους πλανήτες δεν υπάρχει κανείς με μυαλό για να το προσέξει.

Ζωή στη Γη υπάρχει εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού, όμως πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο είδος τυχαίου περιστατικού. Και για να συμβεί αυτό το τυχαίο περιστατικό με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο, πρέπει να υπάρχουν 3 προϋποθέσεις.
Οι εξής:
1. Τα πράγματα αναγκάζονται να φτιάχνουν αντίτυπα του εαυτού τους (αυτό λέγεται Αντιγραφή).
2. Αναγκάζονται να κάνουν μικρά λάθη στην πορεία της Αντιγραφής (αυτό λέγεται Μετάλλαξη).
3. Αυτά τα λάθη αναγκαστικά είναι ίδια στα αντίτυπα τους (αυτό λέγεται Κληρονομικότητα).

Αυτές οι προϋποθέσεις είναι πολύ σπάνιες, ωστόσο είναι υπαρκτές και είναι το αίτιο της ζωής. Και απλώς συμβαίνει, αλλά δεν καταλήγει αναγκαστικά σε ρινόκερους και σε ανθρώπινα πλάσματα και σε φάλαινες. Θα μπορούσε να καταλήξει σε οτιδήποτε.

Για παράδειγμα, μερικοί άνθρωποι λένε: «Πώς μπορεί ένα μάτι να δημιουργηθεί τυχαία;» Το λένε επειδή ένα μάτι πρέπει να εξελιχθεί από κάτι άλλο που να μοιάζει πολύ με μάτι και ποτέ δε δημιουργείται απλώς εξαιτίας ενός γενετικού σφάλματος. «Εξάλλου ποια χρησιμότητα μπορεί να έχει μισό μάτι;» λένε.
Κι όμως, μισό μάτι είναι πολύ χρήσιμο, γιατί μισό μάτι σημαίνει ότι ένα ζώο μπορεί να δει το μισό από το ζώο που ετοιμάζεται να του χιμήξει και μπορεί να προλάβει να το σκάσει, οπότε το ζώο που επιτίθεται θα φάει εκείνο το ζώο που έχει μόνο ένα τρίτο του ματιού ή το 49% του ματιού, γιατί δεν πρόλαβε να το βάλει στα πόδια αρκετά γρήγορα. Και το ζώο που θα έχει κατασπαραχθεί δε θα κάνει παιδιά, γιατί θα είναι πεθαμένο.

Οι άνθρωποι που πιστεύουν στον Θεό νομίζουν πως τα ανθρώπινα πλάσματα τα έβαλε στη Γη ο Θεός, επειδή πιστεύουν ότι τα ανθρώπινα πλάσματα είναι το ανώτερο ζώο. Όμως τα ανθρώπινα πλάσματα είναι ένα ακόμη ζώο και θα εξελιχθούν σε κάποιο άλλο ζώο, κι αυτό το ζώο θα είναι πιο έξυπνο και θα βάλει τα ανθρώπινα πλάσματα σε ζωολογικό κήπο, όπως βάζουμε εμείς τους χιμπατζήδες και τους γορίλες. Μπορεί επίσης τα ανθρώπινα πλάσματα ν' αρπάξουν καμιά αρρώστια και να εξολοθρευτούν, ή να προξενήσουν τόσο πολλή ρύπανση, που να σκοτωθούν από μόνα τους. Έτσι, θα υπάρχουν μόνο έντομα στον κόσμο και θα είναι αυτά το ανώτερο ζώο.




Μπορώ να κάνω οτιδήποτε.

Πήγα σ' ένα βιβλιοπωλείο με τη μητέρα και αγόρασα ένα Βιβλίο με τίτλο Ανώτερα Μαθηματικά, και ο πατέρας είπε στην κυρία Γκασκόιν πως εγώ θα έδινα εξετάσεις στα ανώτερα μαθηματικά την επόμενη χρονιά κι εκείνη είπε «Εντάξει».
Και θα πετύχω και θα πάρω άριστα και σε δύο χρόνια θα δώσω ανώτερη φυσική και θα πάρω άριστα.
Κι ύστερα, όταν θα έχω κάνει αυτά τα πράγματα, θα πάω στο πανεπιστήμιο σε μιαν άλλη πόλη. Και δεν είναι ανάγκη να είναι στο Λονδίνο, γιατί το Λονδίνο δε μου αρέσει. Κι έπειτα υπάρχουν πανεπιστήμια σ' ένα σωρό μέρη και δεν είναι όλα σε μεγάλες πόλεις. Και θα μπορώ να ζω σ' ένα διαμέρισμα με κήπο και κανονική τουαλέτα. 
Ύστερα θα πάρω και αριστείο στο πανεπιστήμιο και θα γίνω επιστήμονας.

Και ξέρω πως αυτό μπορώ να το κάνω, γιατί και στο Λονδίνο πήγα μόνος μου και το μυστήριο του Ποιος σκότωσε τον Ουέλινγκτον; έλυσα και βρήκα και τη μητέρα μου και φάνηκα γενναίος κι έγραψα κι ένα βιβλίο. Κι όλα αυτά σημαίνουν πως μπορώ να κάνω οτιδήποτε.




Children and Established Artists Draw Their Autism



Στα σκοτεινά μονοπάτια του εγκεφάλου......


Οι επιστήμονες που χαρτογραφούν τον ανθρώπινο εγκέφαλο προσπαθούν, μεταξύ άλλων, να δώσουν απάντηση στο ερώτημα γιατί άνθρωποι με «προβλήματα συμπεριφοράς», όπως αυτά που αντιμετωπίζει ο Κρίστοφερ, έχουν λαμπρές επιδόσεις στα μαθηματικά.

Οι πρώτες απαντήσεις αφορούν θέματα όπως η αντίληψη, η φύση της πραγματικότητας, η κοινή λογική και η σχέση της με τη λογική των μαθηματικών.

Μια υπερ - λογική, κοντινή στη διαίσθηση "κυβερνά μεγάλες περιοχές της επιστήμης των Μαθηματικών" . "Η Ελευθερία είναι η πεμπτουσία της μαθηματικής επιστήμης" έλεγε ο Κάντορ, ο μέγας μαθηματικός που πέθανε τρελός. "Είμαστε μια θεϊκή φυλή. Έχουμε το θείο χάρισμα να δημιουργούμε"

Μήπως πέραν πέραν της ψυχολογίας του βάθους, που κατάφερε να εξερευνήσει το υποσεινήδητο, υπάρχει μια ψυχολογία του ύψους — ζώνες υπερσυνειδητού που πρέπει να εξερευνηθούν; 
Τα εννέα δέκατα του εγκεφάλου μας παραμένουν σιωπηλά!! Υπό κανονικές συνθήκες, χρησιμοποιούμε μόνο το ένα δέκατο των εγκεφαλικών λειτουργιών μας. Μήπως υπάρχει μια κατάσταση που θα επέτρεπε στο σύνολο του εγκεφάλου μας να λειτουργήσει οργανωμένα;


Η μυστικιστική (ή εκστατική) εμπειρία αποτελεί μια φυσική μορφή γνώσης που παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με τα δύο άκρα της πνευματικής δραστηριότητας: το απολύτως θετικό και το ακραία νοσηρό — την πράξη της δημιουργίας, τόσο στις τέχνες όσο και στις επιστήμες, και τη σχιζοφρένεια ή τον αυτισμό ως έκφραση της αποδιοργάνωσης, της απορρύθμισης της προσωπικότητας. Για τους ψυχολόγους είναι ένα βαθύτερο επίπεδο «γνώσης», όπου το «ασυνείδητο» περνάει στη σφαίρα του συνειδητού. Η μυστικιστική-εκστατική εμπειρία έχει το εξής κοινό με την πράξη της δημιουργίας: και οι δύο αποτελούν ένα επίπεδο συνειδητότητας εντελώς διαφορετικό από την «ομαλή» διαδικασία της γνώσης.

Η μυστικιστική εμπειρία δεν είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την υγιή συνειδητότητα. Απλώς βρίσκεται στο ένα άκρο του φάσματος της θεώρησης της πραγματικότητας.


Όλοι οι ερευνητές υποστηρίζουν πως πυρήνας του μυστικισμού είναι η πίστη ότι η αγάπη αποτελεί την καρδιά του σύμπαντος. Δεν μπορούν να διατυπώσουν με σαφήνεια τη διαφορά μεταξύ μιας σχιζοφρενικής κρίσης και μιας μυστικιστικής εμπειρίας. Διευκρινίζουν όμως ότι, αντίθετα από το μυστικιστή, ο σχιζοφρενής ή ο αυτιστικός δεν μπορούν να ελέγξουν «την έξοδο ή την επιστροφή τους» στην ομαλή συνειδητότητα.

Μαρία και Ελένη Θ. Παξινού (Επίμετρο στην ελληνική έκδοση), εκδόσεις Ψυχογιός



Children and Established Artists Draw Their Autism


Η αποκατάσταση μιας αλήθειας για τα άτομα με Asperger

Φωτεινή Τσαλίκογλου, συγγραφέας και καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. 


To σύνδρομο asperger αναφέρεται σε άτομα με υψηλής λειτουργικότητας αυτισμό. Ατομα που μέσα από ιδιαίτερες δεξιότητες αλλά και δυσκολίες επικοινωνίας και προσαρμογής παλεύουν μαζί με τις οικογένειες τους να αντισταθούν στα δεινά της πάθησης τους. Ο στιγματισμός είναι ο βέβαιος τρόπος υπονόμευσης κάθε τέτοιας προσπάθειας. 

 Πυρήνας της παθολογίας των ατόμων με  asperger δεν είναι η αδιαφορία τους αλλά το γεγονός πως παρόλο που επιθυμούν την συναναστροφή δεν  ξέρουν πώς να την πετύχουν…

«Κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν ότι δεν έχουμε συναισθήματα» λέει χαρακτηριστικά η Μεσσίνα Πέρλα στην εξαιρετικά κατατοπιστική συνέντευξη που έδωσε στον Σταυρο Θεοδωράκη (βλέπε τα Νεα 22-11-08). «Φανταστείτε τον αυτισμό σαν μία ομπρέλα. Από κάτω έχει δυσκολίες αλλά και ικανότητες» προσθέτει.

«Είναι οι αυθεντικοί στοχαστές και μια καθοδηγητική δύναμη του πολιτισμού μας» υποστηρίζει η Diane Kennedy, συγγραφέας και υποστηρικτής του συνδρόμου Asperger. Η Δρ. Temple Grandin, ακαδημαϊκός και πετυχημένη μηχανικός, ατομο με αυτισμό που η ζωή της έγινε κινηματογραφική ταινία («Ζωή σαν τριαντάφυλλο) πιστεύει ότι η δυσλειτουργία της αποτελεί πλεονέκτημα.

Στο εξαιρετικό βιβλίο «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» του Μαρκ Χάντον, σκιαγραφείται η αξιοθαύμαστη ιστορία του αυτιστικού Κρίστοφερ. Μια πληθώρα αντίστοιχων μελετών και μαρτυριών μας κάνουν να σκεφτούμε ξανά και ξανά πόσο ο χαρακτηρισμός είναι το κελί της ταυτότητας.

Ο Hans Asperger, ο Γερμανός γιατρός που ανακάλυψε το σύνδρομο υποστήριζε ότι για την επιτυχία στην επιστήμη ή την τέχνη, μια μικρή ποσότητα αυτισμού είναι απαραίτητη. Πίστευε ότι η απομάκρυνση από τον καθημερινό κόσμο και από τα απλά πρακτικά ζητήματα είναι ο τρόπος για να επανεξετάσεις ένα θέμα με πρωτοτυπία σαν να δημιουργείς από την αρχή παρθένους τρόπους με όλες τις επιδεξιότητες να διοχετεύονται σε μια ειδικότητα.

Ο Jacob Barnett που στα δύο του χρόνια διαγνώστηκε με σύνδρομο Asperger, σήμερα, σε ηλικία 14 ετών, διαθέτει δείκτη ευφυΐας υψηλότερο του Αϊνστάιν και είναι ένας από τους πλέον άξιους ερευνητές στον τομέα της κβαντικής φυσικής. Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι επίσης το βιβλίο των Michael Fitzgerald και Brendan O'Brien «Genius Genes: How Asperger Talents Changed the World». Είναι μια τεκμηριωμένη μελέτη για τις εκπληκτικές δυνατότητες του αυτισμού. Συγγραφείς όπως ο Norm Ledgin ισχυρίζονται ότι προσωπικότητες που σημαδεψαν την ιστορία όπως π.χ μεταξύ άλλων ο Τζέφερσον, η Μαρία Κιουρί, ο Μότζαρτ, ο Αϊνστάιν, έπασχαν από σύνδρομο Asperger. Yπάρχουν και αυτοί που πιστεύουν ότι ο Σαιξπηρ, ο Γαλιλαίος, ο Δαρβίνος και ο Αριστοτέλης έπασχαν επίσης από το ίδιο σύνδρομο.


Είναι βέβαια λάθος να ταυτίζουμε την ιδιοφυία με κάθε πάσχοντα από Asperger. Οι εξαιρετικά υψηλές δεξιότητες μπορεί να αφορούν ένα στα πέντε μόνο άτομα, όμως οι θετικές όψεις του συνδρόμου είναι αναγνωρίσιμες στους περισσότερους. Eτσι τα άτομα αυτά έχουν πολύ πλούσιο λεξιλόγιο, κατανοούν πολλαπλά επίπεδα σημασίας λέξεων, είναι συνήθως απαλλαγμένοι από σεξιστικά ή ρατσιστικά αισθήματα, διακατέχονται από αγάπη και όχι από μίσος για τον αλλον, δεν επηρεάζονται εύκολα από τον άλλον και δεν θέλουν να τον χειραγωγήσουν. Εχουν μια προσήλωση στην αλήθεια, μια αδυναμία σχεδόν εγγενή να λένε ψέματα και να έχουν μυστικά από τους άλλους. Εχουν θεωρηθεί ιδανικοί και άξιοι εμπιστοσύνης φίλοι.


Photo: Ambitious about Autism/Flickr
Photo: Ambitious about Autism/Flickr


«Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα Μεσάνυχτα;» δια χειρός Τάκη Τζαμαργιά

Πρόκειται για τη θεατροποιημένη εκδοχή του best seller του Mark Haddon «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα». Η θεατρική του απόδοση δια χειρός Simon Stephens  το 2012 απέσπασε επτά από τα οκτώ συνολικά θεατρικά βραβεία Lawrence Olivier για την ίδια χρονιά.
Το έργο ανεβαίνει κι εδώ, από αρχές Δεκεμβρίου 2013, στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα» σε μετάφραση Μαργαρίτας Δαλαμάγκα- Καλογήρου και σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, με τον Μάνο Καρατζογιάννη στον ρόλο του Κρίστοφερ και την Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους σε εκείνον της Σιόμπαν. Ο Χρήστος Ευθυμίου αναλαμβάνει τον ρόλο του πατέρα, η Πηνελόπη Μαρκοπούλου της μητέρας,  η Θεοδώρα Μαστρομήνα εμφανίζεται ως κυρία Αλεξάντερ και ο Γιάννης Γιαννούλης ως Ρότζερ.



Ο Κρίστοφερ: Ένα νεαρό αγόρι - μαθηματική ευφυία. Πάσχει από μια μορφή αυτισμού. Ζει με τον πατέρα του σε απόλυτη απομόνωση συντροφιά με τον υπολογιστή του, τα μαθηματικά και την αστρονομία. Βγαίνει μονάχα για να πάει με το σχολικό λεωφορείο στο ειδικό σχολείο όπου φοιτά μαζί με παιδιά βαριάς νοητικής υστέρησης. 
Ο Εντ: Πατέρας του Κρίστοφερ. Άνθρωπος με περιορισμένες γνώσεις που εξ ανάγκης υποκαθιστά και την απούσα μητέρα. 
Η Τζούντυ: Μητέρα του Κρίστοφερ. Το μεγάλο αίνιγμα. Η τυχαία λύση.
Η Σιόμπαν: Δασκάλα του Κρίστοφερ και alter ego του. Αυτή που είναι το στόμα και η έκφραση της βούλησής του. Μέχρι πού.

 Η Περιπέτεια: 

Κάποιο βράδυ, ο Κρίστοφερ βρίσκει το σκύλο μιας γειτόνισσάς του νεκρό με μια τσουγκράνα καρφωμένη στα πλευρά του. Τότε, με απόλυτη όσο και απροσδόκητη υπευθυνότητα, σοβαρότητα, αποφασιστικότητα και μεθοδικότητα και παρά την αντίθετη εντολή του πατέρα του, ο Κρίστοφερ ξεκινά μια έρευνα για να ανακαλύψει «Ποιος Σκότωσε το Σκύλο τα Μεσάνυχτα». Στην ουσία, αυτό που αναζητά και που, εν τέλει, βρίσκει είναι η κρυμμένη αλήθεια όλων.





Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Έρωτας στα χιόνια..... θα μπορούσε να τελειώσει κι αλλιώς.....



Και ω του θαύματος εκατηφόριζεν εις το στενόν σοκάκιν την νύκτα αυτήν ο τρελός του χωρίου, ο Αντώνης, άδοντας και χορεύοντας κάτω από το πυκνόν χιόνι. Εξάφνου εσκούντηξεν κάτι σκληρόν όπου είχε σκεπάσει το χιόνι. Εσταμάτησε να ιδεί τι ακριβώς είναι. Εκλονίσθη με αυτό που αντίκρισε. Έπαψε να άδει και τάχιστα ακούμβησε τις παλάμες του στο παγωμένον πρόσωπον του μπαρμπα Γιαννιού.

Ήτο παγωμένος. Ο μπαρμπα Γιαννιός άνοιξεν ολίγον τους οφθαλμούς του. Ο τρελός εφώναζεν βοήθεια μέσα στο σκοτάδι.Το απέναντι παράθυρον έτριξεν και εφάνη η σκιά της πολυλογούς γειτόνισσας.

-Τι τρέχει , τι συμβαίνει;
-Κατέβα κάτω.... ο Μπαρμπά Γιαννιός πεθαίνει, αποκρίθηκεν ο τρελός.

Χωρίς να αργοπορεί ουδέ μιαν στιγμήν η πολυλογού εκατέβη τας σκάλας της οικίας της, βγαίνει στο μικρόν σοκάκι και εβοήθησε τον Τρελαντώνη να μεταφέρουν τον μπαρμπά Γιαννιό εντός της οικίας της.

Εξάπλωσαν τον Μπαρμπά Γιαννιό μαζί  με την πατατούκαν του επί της κλίνης. Η πολυλογού έτρεξε να φέρει σπίρτον. Έβρεξεν τα μελανά χείλη του μπαρμπα Γιαννιού. Εφάνη να συνέρχεται. 

Ο μπάρμπα Γιαννιός ήνοιξε τους οφθαλμούς του διάπλατα. Κοιτάζει τριγύρω του και θωρεί εμπροστά του την πολυλογού. Της απλώνει το χέρι και της ψελίζει:

-Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα,  και κλείνει τους οφθαλμούς του, διά παντός αυτή την φορά.-




Σταματία Σαλάππα
Τάξη Γ3
3ο Γυμνάσιο Βύρωνα
Σχολ. έτος 2013-14

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Πηνελόπη Δέλτα, Πρώτες Ενθυμήσεις


Οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία έχουν ειδική σημασία στο πλαίσιο του αυτοβιογραφικού εγχειρήματος. Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Παν. Μουλλά, αυτοβιογραφούμαι σημαίνει «υπακούω στο παιδί που ζει μέσα μου και που δε λέει να μεγαλώσει» («Από το ημερολόγιο της αυτοβιογραφίας: Θέμα και παραλλαγές», Εντευκτήριο τχ. 28-29,1994, σ. 99). 

Το σύντομο απόσπασμα από τις Πρώτες Ενθυμήσεις της Πηνελόπης Δέλτα περιγράφει αναδρομικά την εικόνα της πατρικής μορφής, όπως αυτή χαράχτηκε στη συνείδηση και τη μνήμη της μικρής κόρης. Η εικόνα του πατέρα περικλείει δύο αντιθετικές όψεις: από τη μια μεριά το φόβο και την τυραννική παρουσία του αυταρχικού και απρόσιτου άντρα, που διατάζει και επιβάλλεται στους γύρω του, και από την άλλη το θαυμασμό, τη γοητεία και την υπερηφάνεια που προκαλεί η ομορφιά, η ευγένεια και η ακεραιότητά του. Το ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι πως η αυτοβιογραφική αφήγηση δεν επιλέγει τελικά μία από τις δύο όψεις ως επικρατέστερη. Αντιθέτως, οι δύο αντίρροπες οπτικές αναπτύσσονται παράλληλα, για να συνθέσουν την εικόνα μιας μυθικής μορφής, που λατρεύεται σαν θεότητα και υποχρεώνει την αφηγήτρια να παραδεχτεί πως έμεινε «η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου».

 Όπως συμβαίνει συχνά, ο αυτοβιογραφικός μονόλογος της Δέλτα φανερώνει περισσότερα για το δικό της τραυματισμένο ψυχισμό παρά για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των προσώπων για τα οποία γίνεται λόγος. (από το βιβλίο του καθηγητή)

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ



  •  Να σχολιάσετε την αντίδραση του πατέρα στο απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα «Τρελαντώνης» που ακολουθεί. Συμφωνεί ή έρχεται σε αντίθεση με τον χαρακτήρα του, έτσι όπως τον παρουσιάζει η αφηγήτρια στο απόσπασμα από τις «Πρώτες  Ενθυμήσεις»;  


Ο Αντώνης και τα αδέρφια του, η Αλεξάνδρα, η Πουλουδιά, ο Αλέξανδρος, έχουν έρθει από την Αίγυπτο, όπου ζουν με τους γονείς τους, για να περάσουν το καλοκαίρι με τους θείους τους στον Πειραιά. Τα παιδιά περνούν διάφορες περιπέτειες που κυρίως προκαλούντα από τις αταξίες και το ανήσυχο πνεύμα του Αντώνη. Στο παρακάτω απόσπασμα οι γονείς των παιδιών καταφθάνουν στον Πειραιά και βρίσκουν τον Αντώνη πληγωμένο στο μέτωπο από έναν καυγά με άλλα παιδιά στο δρόμο.

Πετάχθηκε τότε η Κλειώ και είπε:
—Σα βρεθείς στη μέση, θεία μου, δεν μπορείς να μην πολεμήσεις και συ. Σας βεβαιώνω πως και ο Γιάννης το ίδιο θα έκανε.
—Δηλαδή το ίδιο έκανα! επιδιόρθωσε ο Γιάννης.
—Τι; Ανακατώθηκες στον πετροπόλεμο; Έριξες και συ πέτρες; ρώτησε σαστισμένη η θεία Μαριέτα.
—Και βέβαια έριξα, κι έφαγα μερικές, μα όχι στο κεφάλι. Ο Αντώνης ήταν πιο άτυχος και την έφαγε στο πρόσωπο.
Αγανακτισμένη γύρισε η θεία Μαριέτα στη θεία Αργίνη.
—Και το επιτρέπεις εσύ; ρώτησε.
Η θεία Αργίνη γέλασε.
—Όχι, είπε, δεν το επιτρέπω, και το ξέρει ο Γιάννης. Και δεν θα έπαιζε πετροπόλεμο χωρίς ανάγκη. Κάτι θα 'τυχε. Πες, Γιάννη, πώς έγινε; Και είπε ο Γιάννης:
—Ήταν κάτι χαμίνια, κοτζάμ αγόρια, που πιάστηκαν με μια τσούρμα14 μικρά, μαρίδα15 τόση δα, και τη βάλανε μπροστά. Τα μικρά διαφεντεύθηκαν16 τότε με πέτρες, έριξαν και οι μεγάλοι, και άναψε ο πετροπόλεμος. Μπήκε στη μάχη και ο Αντώνης, τον είδα από μακριά και έτρεξα και εγώ, κι έριξα κι εγώ πέτρες και τους σκόρπισα. Αυτό ήταν όλο!
—Τ' ακούς; Τ' ακούς, Μανόλη; αναφώνησε η θεία Μαριέττα.
—Τ' ακούω, είπε ήσυχα ο πατέρας.
Και, κοιτάζοντας τον Αντώνη από κάτω από τα πυκνά του φρύδια, ρώ¬τησε:
—Ένα πράμα ήθελα να ξέρω. Γιάννη, σαν είδες τον Αντώνη να ρίχνει πέ¬τρες, σε ποιο στρατόπεδο πολεμούσε; Με τη μαρίδα ή με τα χαμίνια;
—Με τη μαρίδα, βέβαια! Μπήκε στη μάχη την ώρα που υποχωρούσαν οι μικροί και τις έτρωγαν!
—Φαντάσου τι μπορούσε να πάθει.. .έκανε η μαμά.
Μα τη διέκοψε ο πατέρας:
—Ε, καλά! Είπε ξεσουρώνοντας τα φρύδια του. Αν ήταν με τη μαρίδα, χαλάλι του, και ας πάθαινε. Αν μου έλεγαν όμως Αντώνη, πως πήγες με τους πιο δυνατούς, θα τελείωνε άσχημα η σημερινή μας συνάντηση. Μα μιας και πολέμησες με τους μικρούς, που τις έτρωγαν κιόλα από τους μεγάλους, όχι μόνο δε θα σε τιμωρήσω, μα θα σου πω πως έκανες καλά. Και τώρα, έλα να με φιλήσεις!
Ουφ! Τι ξαλάφρωμα για τ' αδέλφια του Αντώνη! Και για τον Αντώνη τι καμάρι τα λόγια του πατέρα!
Αποσπάσματα από τις Ενθυμήσεις"




Μητέρα και γυναίκα στη μεγαλοαστική κοινωνία του 19ου αιώνα


  • Πώς παρουσιάζεται η μητέρα στα αποσπάσματα από τις Ενθυμήσεις που ακολουθούν; Πώς περιγράφεται η σχέση της με τα παιδιά; Ποιες είναι οι αντιλήψεις και τα στερεότυπα που κυριαρχούσαν στην μεγαλοαστική κοινωνία του 19ου αιώνα σχετικά με τις γυναίκες; 


 Η μητέρα μας, υψηλή και κείνη, έμορφη, με ωραιότατο χρωματισμό, γαλανά μάτια, καστανά μαλλιά, κόκκινα χείλια, ωραίο στάσιμο, αυστηρή και κείνη, στέκονταν μακριά μας, σα θεότης, που τη λατρεύεις χωρίς να προσπαθείς να την πλησιάσεις. Χάδια από κείνην δεν είχαμε, ούτε ποτέ μας εγκαρδίωνε να της πούμε τον καημό μας. Το ίδιο και ο πατέρας. Ήταν δύο θεότητες, που τις λατρεύεις, τις φοβάσαι, μα προτιμάς να μένεις μακριά απ' αυτές.

Κάθε πρωί, την ώρα που έπαιρναν τον καφέ τους στην κρεβατοκάμαρα τους, πλυμένα, χτενισμένα, καθαρά πηγαίναμε μείς τα παιδιά να πούμε «καλημέρα» στους γονείς. Τούς φιλούσαμε επισήμως, πάντα με κάποιο φόβο στην καρδιά, μην ξεσπάσει καμιά κατσάδα, ιδίως αν είχαμε βαρεμένη τη συνείδηση με καμιάν αταξία, πού τη γνώριζε η Ευγενία, μα που δεν τη μαντάτευε ποτέ, μας φιλούσαν και κείνοι, μέναμε κοντά τους ένα δύο λεπτά, αν είχαν καμιά παραγγελία να μας κάνουν ή καμιά παρατήρηση, και φεύγαμε σιωπηλά, φρόνιμα, φροντίζοντας ν' αποφύγουμε όσο το δυνατόν να θυμούνται την παρουσία μας. Το βράδυ, πριν πάμε να κοιμηθούμε, πάλι πλυμένοι και χτενισμένοι, πηγαίναμε να πούμε «καληνύχτα», φιλούσαμε, μας φιλούσε η μητέρα (ο πατέρας επέστρεφε αργά στο σπίτι, αφού είχαμε πλαγιάσει), και αυτά ήταν τα δύο και μόνα φιλήματα της ημέρας.

Πότε αρχίσαμε να τρώμε στο τραπέζι με τούς γονείς, δεν ξέρω. Πάντως τρώγαμε μόνο το μεσημέρι. Το βράδυ τρώγαμε με τη νάρσα μας στο nursery. Θυμούμαι ένα μεσημεριανό πρόγευμα, πρέπει να ήμουν πολύ μικρή, όπου με σήκωσε από το τραπέζι ό πατέρας, με φώναξε κοντά του, και με το μεγάλο μαχαίρι που έκοβε το ροζμπίφ φοβέριζε πως θα μου κόψει το δάχτυλο. Είχα φάγει το νύχι μου, και το να τρώγει κανείς τα νύχια του ήταν, με το ψέμα, τα δύο πράματα πού αγρίευαν το περισσότερο τον πατέρα μας. Θυμούμαι το σηκωμένο μαχαίρι, τα σουρωμένα φρύδια τού πατέρα, τα μαύρα του μάτια που βγάζαν φωτιές, τις στριγκλιές μου, και θυμούμαι ακόμα το αίσθημα του πανικού, που μου έκοψε τη φωνή σα νόμισα πως πέφτει το μαχαίρι στο αιχμαλωτισμένο μου δάχτυλο στο χέρι του πατέρα μου. Πως «με συγχώρεσε» και γιατί, δε θυμούμαι πια. Θυμούμαι μόνο πως μου είπε να πάγω στη θέση μου και πως ήθελα να πάγω και δεν μπορούσα, τόσο έτρεμαν τα πόδια μου, και πως φοβούμουν που ήμουν κοντά του, και πάσχιζα να φύγω, και δεν μπορούσα. Και ύστερα θυμούμαι πως σκαρφάλωνα στην καρέκλα μου και μου είπαν να φάγω και δεν μπορούσα να καταπιώ, από τ' αναφιλητά που μου ανέβαιναν όλην την ώρα. Και τ' αδέλφια μου τα μεγάλα τρομαγμένα με κοίταζαν, κ' εγώ ντρεπόμουν φοβερά.

Αυτό το φάγωμα των νυχιών στάθηκε αιτία να φάγω πολύ ξύλο. Ήμουν τόσο μικρή που δεν το θυμούμαι, όταν μ' έδειρε ο πατέρας μου με το καμτσί του του άλογου, και γέμισαν τα πόδια μου σπυριά. Μου το διηγήθηκε η μητέρα μου σα μεγάλωσα.

Τη μητέρα μου τη λάτρευα. Από τα πρώτα χρόνια, όσο μακριά πάει η ενθύμηση μου, την αγαπούσα με πάθος αρρωστιάρικο.
Υψηλή, ωραία, πάντα έμορφα αν και απλά ντυμένη, ευπρόσιτη σε όλους εκτός στα παιδιά της, η μητέρα μας έστεκε μακριά μας όσο και ο πατέρας. Τη φοβούμασταν περισσότερο, γιατί ήταν πιο κοντά, περισσότερο στο σπίτι, πιο έτοιμη να τιμωρήσει από τον πατέρα που έλειπε όλην την ημέρα. Ήταν και η μητέρα αυστηρή, αυθαίρετη, τυραννική, επιβλητική. Ο λόγος της ήταν νόμος. Υπηρεσία και παιδιά διευθύνουνταν με το ραβδί. Οι μπατσιές και το τράβηγμα του αυτιού ήταν τ' αμεσότερα μέσα να την υπακούομε με το πρώτο της νόημα.





Απ' όλους μας, ο Αντώνης έχει φάγει το περισσότερο ξύλο. Σκάνταλος, ορμητικός, ανυπότακτος, γεμάτος «ιδέες», ζωή και δράση, αδιάκοπα έπεφτε σε περιπέτειες που τελείωναν με μπάτσους και τράβηγμα των  αυτιών. Τότε κοκκίνιζε ως μέσα στα μαλλιά του, ντρέπουνταν, υπέφερε στο φιλότιμο του, στην υπερηφάνεια του που ήταν μεγάλη, μα ποτέ δεν έλεγε τίποτα, ούτε έκλαιγε ποτέ, ούτε καταδέχουνταν να ξεφύγει με ένα ψέμα ή να διαμαρτυρηθεί. Σήκωνε το κεφάλι υπερήφανα, έτρωγε το ξύλο και δεν απαντούσε.
Και εμείς τα κορίτσια είχαμε για κεινον "hero workship”( ηρωολατρεία). Κοντά του σκαντάλευα κ' εγώ κ' έτρωγα μπόλικο ξύλο. Η Αλεξάνδρα ήταν η λιγότερο τιμωρημένη γιατί ήταν πάντα φρόνιμη και δεν μπλέκονταν στις δικές μας αταξίες. Η φωνή της ήταν πάντα φωνή της σοφίας.(…)

Γιατί οι γυναίκες τότε δεν ήταν εκείνο πού είναι σήμερα. Ελευθερία δράσεως, θελήσεως, ακόμα και σκέψεως δεν είχαν. Οι γυναίκες τότε ήταν υποταγμένες στον άντρα. Θέληση δική τους δεν είχαν, ούτε γνώμη, ούτε σκέψη ανόμοια με τη σκέψη του αντρός. Και μια φορά παντρεμένη, έπαυε να υπάρχει ως άτομο. Κινούνταν, δρούσε, μιλούσε, φέρουνταν στον κόσμο όπως ήθελε ο αφέντης της. Αν ήταν κοσμικός, έπρεπε να είναι και κείνη κοσμική, είτε της άρεζε ο κόσμος είτε όχι. Αν την ήθελε στο σπίτι κλεισμένη ο άντρας της, έπρεπε να κλειστεί και ας τρελαίνουνταν τον κόσμο. Επισκέψεις επιτρέπουνταν. Μα αυτές τις ανταλλαγές επισκέψεων, μόνο γυναίκες τις έκαμναν. Άντρες δεν έβλεπε η γυναίκα παρά σε γεύματα (σπάνια τον καιρό εκείνον), σε χορούς (σπανιότερους ακόμα), στον περίπατο ή στους δρόμους.

Η υποκρισία ήταν επιβεβλημένη. Μια γυναίκα κοσμική λόγου χάρη που είχε άντρα μη κοσμικό, έπρεπε, όχι μόνο να μην πηγαίνει στον κόσμο, άλλα και να λέγει πως δεν της αρέσει. Και τανάπαλιν. «Αφού του αρέσει ο κόσμος, χρεωστεί να τον ακολουθεί και κείνη.»
Πού να ταξιδέψει γυναίκα μόνη, τότε! «Αφού τον αφήνει, καλά της κάνει και παίρνει φιληνάδα.» Όλη η κοινωνία την αποδοκίμαζε και την αναθεμάτιζε.

Ούτε να πολυφροντίζει το εξωτερικό της η γυναίκα δεν έπρεπε. Καμιά δεν ομολογούσε πως αγαπούσε το λούσο, τα όμορφα φορέματα, τα διαμαντικά. «Μου τα έδωσαν, και τα φορώ γιατί μου τα έδωσαν», έλεγε η μητέρα μου, όταν τύχαινε να φορέσει κανένα στολίδι.
— «Ναι! Φορέματα τώρα!» έλεγε πάλι ή μητέρα, αν της έλεγε καμιά φιληνάδα να ράψει τούτη ή εκείνη τη μόδα. «Όποια γυναίκα έχει άντρα και παιδιά, δεν έχει καιρό για μόδες.» Αυτά ήταν για τις ξεμυαλισμένες, τις «παρίες» της κοινωνίας. Είχε και τέτοιες, και τις έδειχναν με το δάχτυλο. Χαμένα ρούχα, σου έλεγαν. Τιποτένιες γυναίκες.

Εντούτοις είχε και κομψές, και όμορφες, και καλοντυμένες, και πουδραρισμένες, και στολισμένες. Μα η ετοιμασία, η φροντίδα, το στόλισμα γίνουνταν κρυφά στην κρεβατοκάμαρα, με κλειδωμένες τις πόρτες. Όποια κοίταζε καθρέφτη, ήταν ξεμυαλισμένη. Γυναίκες και κορίτσια, σαν αντίκριζαν καθρέφτη έπρεπε να κάνουν πώς τον περιφρονούν, πώς δεν κοιτάζονται, πώς αδιαφορούν. Έξω από την κρεβατοκάμαρα, όπου γίνουνταν το στόλισμα, η γυναίκα υποτίθουνταν πως δεν ενδιαφέρεται στην εμφάνιση της.
Μα επειδή και τότε η γυναίκα ήταν γυναίκα, οι κρυφές ματιές, τα κρυφά συγυρίσματα μαλλιών ή φορέματος, το κρυφό τσίμπημα μάγουλων για να κοκκινίσουν, το κρυφό σιάξιμο καπέλου ή κολάρου, έπαιρναν κ' έδιναν.
Και, μοιραία, έκριναν και δίκαζαν και καταδίκαζαν, τα παιδιά. Ό πατέρας μας σαν έμπαινε στο σπίτι και κρέμαγε το καπέλο στην κρεμάστρα, έριχνε μια βιαστική ματιά στον καθρέφτη, έσιαζε με τη βούρτσα και το χτένι που ήταν στο ραφάκι της κρεμάστρας τα πυκνά του μαλλιά, διόρθωνε τη γραβάτα του αν είχε στραβώσει, βούρτσιζε το ρούχο του βιαστικά και πήγαινε στην τραπεζαρία με το βιαστικό του πάντα: «Σερβίρετε γρήγορα.»

Μα ο πατέρας ήταν ο αφέντης, δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ότι έκαμνε, το έκαμνε ανοιχτά.
Όταν όμως τύχαινε να δω τη μητέρα να κρυφοκοιτάξει τον καθρέφτη, να κρυφοσηκώσει κανένα μαλλάκι κάτω από το τρίχινο διχτάκι που φορούσαν τότε στο μέτωπο, να διορθώσει κρυφά το νταντελάκι του λαιμού της ή να τεντώσει τη ζαρωμένη της φούστα, ντρεπόμουν. Και δεν ήξερα γιατί ντρεπόμουν. Μας είχαν μάθει και μας, πως ήταν κακό να κοιτάζεις στον καθρέφτη. Μα αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ή μαμά; Και αν δεν ήταν κακό, γιατί το έκανε κρυφά;
Ο πατέρας κοίταζε στον καθρέφτη και διορθώνουνταν. Μα εκείνος το έκαμνε χωρίς να κρυφθεί. Εκείνος είχε πάντα κάποια καλή αιτία να το κάνει. Ενώ η μαμά το έκανε κρυφά, άρα ήταν κακό, άρα δεν έπρεπε να γίνεται.
Θυμούμαι ακόμα τη δυσφορία, την ψυχική ανησυχία που μ' έπιανε και με βασάνιζε κάθε φορά που τύχαινε να πιάσω επ΄ αυτοφώρω τη μητέρα σε καμιά της τέτοια κρυφή κίνηση. Και πόσο ντρέπουμουν που την είχα δει, προπάντων που, αν το  αντιλαμβάνουνταν η μητέρα, θύμωνε και ξεσπούσε σε κανένα μάλωμα:
— «Τι θες εδώ; Τι μπαίνεις κρυφά στην κάμαρα; Πήγαινε γρήγορα στο σπουδαστήριο, μη σε δείρω!»
Και έφευγα δρομέως! Τι ήθελα να το δω! Τι ήθελα στην τραπεζαρία! Τι ήθελα να μπω «κρυφά» στην κάμαρα! Πάντα «κρυφά» περπατούσαμε, μην κάνομε κρότο, μη μας ακούσουν, έξω από τις ώρες που δικαιωματικώς μπαίναμε στην τραπεζαρία ή στην κρεβα-τοκάμαρα των γονέων.
Και μαζευόμουν τρομαγμένη, και αν με ρωτούσαν τ' αδέλφια μου: «Τι έπαθες πάλι; Τι έκανες και σε μάλωσαν;» δεν έλεγα, από ντροπή, από κάποιο αίσθημα μειώσεως που δεν ήξερα να το εξηγήσω μα που πονούσε βαθιά, γιατί άγγιζε τη μητέρα, τη «θεότητα», τη λατρεμένη, που έκαμνε πράματα πού δεν έπρεπε να κάνει, που τα είχα δει, ενώ δεν έπρεπε να τα είχα δει.
Πληγές παιδικές, αυτές, που δε γιατρεύονται ποτέ.
(….)
Ήταν αυταρχική, δεσποτική, η μητέρα. Ήταν κάποτε κα σκληρή. Μα υπέκυπτε πάντα στον πατέρα, την ώρα που της επιβάλουνταν εκείνος. Κατά βάθος, και με τον καιρό, «με τρόπο», τον έφερνε πάντα στα νερά της, τον έκαμνε εκείνο που ήθελε. Και μείς τα παιδιά το νιώθαμε, χωρίς να ξέρομε ούτε το πώς ούτε το γιατί, μα ξέραμε πως αρχή και δύναμη στο σπίτι ήταν η μητέρα. Κ' επειδή υπέκυπτε κατά το φανερό στη θέληση του πατέρα, στο σπίτι μέσα και στα παιδιά της ανταπέδιδε τα ίσα, ήταν δεσποτική, επιβλητική, τυραννική, συχνά σκληρή και πάντα ανελεύθερη.

(….)Ήταν αγέρωχη, τυραννική, αμείλικτη συχνά η μητέρα. Όλοι οι Χωρέμηδες ήταν σκληροί και στεγνοί. Και η μητέρα ήταν Χωρέμαινα ως την ψυχή. Όταν νόμιζε πως ένα πράμα ήταν σωστό ή χρήσιμο, τραβούσε το δρόμο της, ίσια κατά το σκοπό της, αδιαφορώντας αν τσαλαπατούσε καρδιές, αγνοώντας πως ρήμαζε ζωές.



Ζωρζ Σαρή, Τα χέγια






  • Στο απόσπασμα από "Τα Χέγια" της Ζωρζ Σαρή, η ηρωίδα, η Μάτα, περιγράφει τη σχέση με τον πατέρα της. Να την συγκρίνετε με τη σχέση της Πηνελόπης Δέλτα με τον δικό της πατέρα, έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται μέσα από "τον τραυματισμένο ψυχικό κόσμο" της ευάλωτης ως παιδί και γυναίκας, αφηγήτριας.


Η Μάτα είναι μαθήτρια στο Λύκειο. Ζει με την οικογένειά της στη Λαμία. Αισθάνεται ότι της κρύβουν διάφορα μυστικά σχετικά με το οικογενειακό παρελθόν και την εξαφάνιση της μητέρας της. Η σχέση με τον πατέρα της διαταράσσεται όταν έρχονται στο φως κάποια στοιχεία για το παρελθόν αλλά ξεπερνά τα προβλήματα και στερεώνεται εξαρχής σε νέες βάσεις, της αλήθειας και της ειλικρίνειας. Τα χέγια είναι μια αποκριάτικη γιορτή που γίνεται στον τόπο καταγωγής τους, ένα χωριό της Φθιώτιδας, την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς.


Όταν πρωτοπήγε σχολείο, τα παιδιά γύρω της μιλούσαν για τη μάνα τους. Η μάνα κυρίαρχη στις παιδιάστικες κουβέντες: «η μάνα μού αγόρασε ποδιά...», «η μάνα μ' έδειρε...», «η μάνα μου είπε...». Σώπαινε. Ένιωθε ένοχη, λες κι έφταιγε εκείνη που μάνα δεν υπήρχε στο σπίτι. Έξω από την καγκελόπορτα του σχολείου οι μανάδες περίμεναν τα παιδιά τους. Όλες τους νέες, όμορφες. Η θεία Καλλιόπη στεκόταν παράμερα. Πάντα μαυροντυμένη, ψηλή κι αδύνατη. Μέσα από τους φακούς της κοιτούσε με ύφος επιτιμητικό τις αγκαλιές και τα φιλιά. Την τραβούσε από το χέρι. Να γυρίσουν γρήγορα στο σπίτι, λες και φοβόταν μην κολλήσει η ανιψιά της καμιά αρρώστια. Μια μέρα ένα αγοράκι τη ρώτησε: «Γιαγιά σου είναι αυτή που σε περιμένει το μεσημέρι;» και η Μάτα του απάντησε: «Όχι, μάνα μου». Δεν ήθελε να ξεχωρίζει από τ' άλλα παιδιά.

Ήταν όμως φορές που ερχόταν ο πατέρας. Στεκόταν πλάι στο χορό των γυναικών. Παλικάρι. Όμορφος, τόσο όμορφος! Τότε ένιωθε πως είναι η καλύτερη, η πιο δυνατή, η πιο πλούσια. Ο πατέρας της άξιζε όλες τις μανάδες του κόσμου. Του άρπαζε το χέρι και σκόρπιζε μα δυνατή φωνή τα «Άντε γεια» στα μαθητάκια. Περπατούσε καμαρωτή στο πλάι του κι ώσπου να φτάσουν στο σπίτι η γλώσσα της ροδάνι. Όλα του τα 'λεγε. Για τη δασκάλα, που μάλωσε τον Τάσο, για τον τσακωμό της με τη Μαρία, για τον Οδυσσέα, που γύρισε στην Ιθάκη... «Τον ήξερες, εσύ μπαμπά, τον Οδυσσέα;». Εκείνος γελούσε• την άκουγε και γελούσε.
Γελούσε με τις κουβέντες της και τα καμώματά της. Την κάθιζε στα γόνατά του και της έλεγε παραμύθια. Ξεφύλλιζαν βιβλία με πολύχρωμες ζωγραφιές. Παίζανε κρυφτό, κυνηγητό, τις κουμπάρες. Τη «διάβαζε». Αργότερα εκείνη του διάβαζε τις εκθέσεις της. Ποιήματα. Έκαναν περιπάτους. Πήγαιναν εκδρομές. Καθισμένοι μπροστά στην τηλεόραση έβλεπαν μαζί παλιές ελληνικές ταινίες, μαυρόασπρες, θολές. Της έλεγε: «Έτσι ήταν τότε η Αθήνα. Είχε τραμ. Να και μια λατέρνα. Οι ανηφοριές της Πλάκας. Εγώ δεν τα πρόλαβα. Μετά τον πόλεμο όλα άλλαξαν. Χτίστηκαν πολυκατοικίες, μεγαθήρια.». Ίσως να νοσταλγούσε την παλιά Αθήνα που ποτέ του δεν γνώρισε. Οι άλλες του κουβέντες ήταν όλες καθημερινές • σύντομες: «τι θα φάμε», «τι να σου ψωνίσω», «θα βρέξει.», «πρέπει να παραγγείλω πετρέλαιο.», «μπας κι είσαι άρρωστη; —ακουμπούσε τα χείλη του πάνω στο μέτωπό της— είσαι ζεστή. Γρήγορα στο κρεβάτι! Θα φωνάξω το γιατρό. Καλλιόπη, φτιάξε μια ζεστή σούπα για το παιδί», «πρέπει να τρως, είσαι πάνω στην ανάπτυξη», «το βράδυ θα πάμε σινεμά», «το Πάσχα θα πάμε στο Δαδί...». Μιλούσε, αράδιαζε κουβέντες, τις φώναζε, σα να μην ήθελε ν' ακούσει η Μάτα τη σιωπή του.





  • Μελετήστε το άρθρο που ακολουθεί και προσπαθήστε να εξηγήσετε με τα "κλειδιά" της ψυχολογίας τον εγκλωβισμό της Πηνελόπης Δέλτα σε μια σχέση ισόβιας συναισθηματικής εξάρτησης εξαιτίας της τυραννικής επίδρασης που άσκησε πάνω της ο πατέρας της.


Μπαμπάς και κόρη: Μια σχέση μοναδική


Τους πρώτους μήνες της ζωής του, το παιδί έχει μια πολύ δυνατή, σχεδόν αποκλειστική σχέση με τη μητέρα του. Ωστόσο, στη συνέχεια της ανάπτυξής του, κυρίως στο στάδιο της πρώιμης παιδικής ηλικίας 3-6 ετών, η επίδραση του πατέρα στην αγωγή του παιδιού γίνεται πιο άμεση. Το παιδί συνειδητοποιεί την ύπαρξη του πατέρα και στρέφεται προς αυτόν. Καθώς ο ρόλος του γίνεται πιο αισθητός, το νήπιο καταλαβαίνει ότι -παράλληλα με τη μητέρα του- και αυτό το πρόσωπο/πατέρας παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Κατά αυτό τον τρόπο και επιθυμώντας να διευρύνει τον κόσμο του, στρέφεται στην πατρική φιγούρα. Στην ηλικία αυτή, ο μπαμπάς αντιπροσωπεύει το σύνδεσμο με τον έξω κόσμο και αντανακλά τη δύναμη και την εξουσία.

Η πατρική φιγούρα για το κορίτσι αποτελεί ένα σεξουαλικό πρότυπο που θα συντελέσει στο να διαφοροποιηθεί  σεξουαλικά, μέσω της ανεύρεσης του φύλου. Έχει βρεθεί ότι η φυσική ή ακόμα και η ψυχολογική απουσία του πατέρα μπορεί να οδηγήσουν το κορίτσι στην απουσία αυτοπεποίθησης και εμπιστοσύνης στο άλλο φύλο. Συνεπώς, αντιλαμβανόμαστε ότι η ποιότητα της σχέσης του κοριτσιού με τον πατέρα καθορίζει και την ποιότητα της σχέσης που θα έχει στο μέλλον με το αντίθετο φύλο γενικά. Δίπλα του νιώθει για πρώτη φορά δυνατή, κι αν ανήκει στις τυχερές εκείνες κόρες που έχουν την απρόσκοπτη προσοχή του, θα αρχίσει να διαμορφώνει και τις πρώτες «καλές» εντυπώσεις για το άλλο φύλο. Από την ηλικία αυτή, αρχίζει να διαμορφώνει άποψη για το τι σημαίνει «άντρας», τι να περιμένει και τι να ζητήσει απ' αυτόν.  Αν υπάρχει καλή σχέση σεβασμού με τον μπαμπά της, στο μέλλον θα απορρίψει οποιονδήποτε άντρα καταλάβει πως δεν τη σέβεται. 

Ο πρώτος άντρας στη ζωή της

Αναμφίβολα, δημιουργείται ένας στενός δεσμός με τον πατέρα, ο οποίος προσφέρει στο κορίτσι μια πρόσθετη ασφαλή βάση για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξή του. Αξίζει να αναφερθεί ότι την περίοδο αυτή εμφανίζεται το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας, το αντίστοιχο του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, που αφορά τα κορίτσια όμως και τη σχέση που διαμορφώνουν με τον πατέρα τους, ο οποίος είναι για εκείνα ο «πρώτος έρωτας», ο άνθρωπος που θα τους δείξει όλα αυτά που η μαμά δεν μπορεί, θα τις αγκαλιάσει δυνατά, θα τις συμβουλέψει και θα τις παρηγορήσει όταν χρειαστεί. Σύμφωνα με το σύμπλεγμα αυτό, λοιπόν, το κορίτσι προσκολλάται στον πατέρα και εκδηλώνει αποστροφή προς τη μητέρα, την οποία φθονεί, με την έννοια ότι της «κλέβει» τον μπαμπά/έρωτά της. 

Παρ' όλα αυτά, ένα μικρό κορίτσι, όπως και κάθε παιδί, νιώθει έντονα την ανάγκη να βλέπει τους γονείς του ν' αγαπιούνται, καθώς η σχέση των γονιών είναι άμεσα συνδεδεμένη γνωστικά για εκείνο με το εάν αγαπήσει και εάν αγαπηθεί το ίδιο. Αντανακλά, λοιπόν, την ποιότητα της μετέπειτα συναισθηματικής/σεξουαλικής ζωής της. Θέλει να κάνει μέσα της σαφές πως ο μπαμπάς της είναι ερωτευμένος με μια και μοναδική γυναίκα: τη μητέρα της. Για αυτόν το λόγο, προσπαθεί να της μοιάσει και την καθιστά πρότυπό της, με στόχο πάντα την πλήρη αποδοχή από τον πατέρα. Κάπως έτσι λύνεται και το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας, με την ταύτιση του κοριτσιού με το γονέα του ίδιου φύλου, δηλαδή τη μητέρα (ταύτιση με το γυναικείο φύλο, εύρεση σεξουαλικής ταυτότητας). Αν μεγαλώσει με την εικόνα δύο ανθρώπων που αγαπιούνται, τότε το μόνο σίγουρο είναι πως θα θέλει ν' αναπαραγάγει στο μέλλον το θετικό αυτό μοντέλο. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι η δυσαρμονία στη σχέση των γονιών δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε δυσαρμονία στην ψυχοσύνθεση του παιδιού. 




ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ



Μια από τις πιο όμορφες ταινίες μικρού μήκους. Μια ιστορία αγάπης ανάμεσα σ' ένα κορίτσι και τον πατέρα της.  


Αυτή η μικρού μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων ήταν η νικήτρια των Όσκαρ του 2000 . Κέρδισε επίσης πάνω από 20 βραβεία και θεωρείται η πιο επιτυχημένη από την σειρά των έργων του σκηνοθέτη Michael Dudok De Wit.

Ένας πατέρας αποχαιρετά τη μικρή του κόρη και φεύγει. Καθώς τα ολλανδικά τοπία ζουν μέσα στις εποχές τους , παρατηρούμε το κορίτσι να ζει μέσα σ αυτά . Μεγαλώνει , γίνεται μια νεαρή γυναίκα , αποκτά μια οικογένεια και τα χρόνια περνούν , αλλά πάντα μέσα της υπάρχει μια βαθιά λαχτάρα για τον πατέρα της .

Η ιστορία μπορεί να θεωρηθεί σαν μια μεταφορά . Ο πατέρας που φεύγει σε μια βάρκα σημαίνει ότι πεθαίνει και οι εικόνες της κόρης που προσμένει να ρθει πίσω σημαίνουν ότι πάντα τον σκεφτόταν για  όλη τη ζωή της . Προς το τέλος , όταν η πλέον ηλικιωμένη κόρη αρχίζει να περπατά μέσα από την κατάφυτη , στερεμένη πια κοίτη,  υπονοεί  ότι πέθανε και ταξιδεύει στη μετά θάνατον ζωή για να δει τον πατέρα της για μια ακόμη φορά ....





ΛΕΟΝ ΤΟΛΣΤΟΙ, ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ



Στον αυτοβιογραφικό μονόλογο του Tolstoy που ακολουθεί, η παιδική ηλικία αντιμετωπίζεται ως "παράδεισος" γεμάτος "αθώα χαρά  και αστείρευτη επιθυμία για τρυφερότητα". Η απέραντη αγάπη για τη μητέρα και ο πόνος στο ενδεχόμενο του αποχωρισμού από εκείνη και συνεκδοχικά ο πόνος για κάθε δυστυχία στον κόσμο, όπως τον συλλαμβάνει ο παιδικός νους, περιγράφουν μια αγαπητική διάθεση, ολότελα χαμένη μάλλον στην ενήλικη πια ζωή. Εδώ, η παιδική ηλικία είναι περισσότερο ο τόπος της νοσταλγικής επιστροφής παρά η ερμηνεία των επιλογών και της στάσης του αυτοβιογραφούμενου στο παρόν.



ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Αχ, αυτές οι ευτυχισμένες μέρες της παιδικής ηλικίας που δε θα ξαναγυρίσουν πια! Πώς είναι δυνατό να μην αγαπήσει κανείς και να μη φυλάξει τρυφερά στη μνήμη του τέτοιες χαρούμενες εποχές; Αυτές οι μνήμες δροσίζουν και εξυψώνουν την ψυχή και είναι η πηγή της μεγαλύτερής μου απόλαυσης.
             Κάθεσαι στην ψηλή σου καρέκλα στο τραπέζι για τσάι και αρχίζεις να ανατρέχεις στα βάθη της καρδιάς σου. Είναι αργά κι εσύ έχεις τελειώσει από ώρα το γάλα σου με τη ζάχαρη. Νυστάζεις τόσο πολύ που δεν μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά, κι όμως δεν κουνιέσαι από τη θέση σου -μόνο κάθεσαι κι ακούς. Και πώς να μην ακούσεις; Η μαμά μιλάει σε κάποιον και ο ήχος της φωνής της είναι τόσο γλυκός, τόσο ζεστός. Ο ήχος και μόνο πηγαίνει κατευθείαν στην καρδιά μου! Με μάτια μισόκλειστα απ' τον ύπνο χαζεύω το πρόσωπό της, και ξαφνικά γίνεται πολύ μικρή, το πρόσωπό της δεν είναι μεγαλύτερο από ένα κουμπί. Αλλά μπορώ παρόλα αυτά να το δω ξεκάθαρα: τη βλέπω να με κοιτάζει και να γελά. Μ' αρέσει να τη βλέπω τόσο μικρούλα. Κλείνω τα μάτια περισσότερο και τώρα δεν είναι μεγαλύτερη από ένα μικρό αγόρι που καθρεφτίζεται στην κόρη το ματιού, αλλά κουνιέμαι και η μαγεία διαλύεται. Μισοκλείνω τα μάτια μου, αλλάζω θέση, προσπαθώ με κάθε τρόπο να επαναφέρω τη μαγεία, αλλά μάταια. 
             Κατεβαίνω από την καρέκλα μου και βολεύομαι σε μια πολυθρόνα, με τα πόδια μου διπλωμένα κάτω από το σώμα μου."Θα αποκοιμηθείς πάλι, μικρέ μου Νικολάι," μου λέει η μαμά. "Γιατί δεν πηγαίνεις επάνω;" "Δε θέλω να πάω στο κρεβάτι, μαμά," απαντώ. Θολά, γλυκά οράματα πλημμυρίζουν το μυαλό σου, όλος υγεία ο παιδικός ύπνος βαραίνει στα βλέφαρά σου και σε μια στιγμή κοιμάσαι βαθιά, μέχρι να έρθει κάποιος να σε σηκώσει. Μέσα στα όνειρά σου αισθάνεσαι ένα απαλό χέρι να σ' αγγίζει: το αναγνωρίζεις και μόνο από το άγγιγμα και, ενώ κοιμάσαι, το αρπάζεις από ένστικτο και το πιέζεις δυνατά στα χείλη σου.
             Οι άλλοι έχουν όλοι φύγει. Μόνο ένα κερί καίει στο σαλόνι. Η μαμά είπε ότι εκείνη θα με ξυπνούσε. Είναι αυτή που κάθισε στην πολυθρόνα που κοιμάμαι και χαϊδεύει τα μαλλιά μου με το υπέροχο απαλό της χέρι και ακούω τη γνωστή αγαπημένη φωνή να μου λέει στο αυτί:"Σήκω, αγάπη μου, είναι ώρα να πας στο κρεβάτι."
               Δεν υπάρχουν αδιάκριτοι θεατές για να την κάνουν να συγκρατηθεί και δε φοβάται να εκφράσει όλη της την τρυφερότητα και την αγάπη. Δεν κουνιέμαι, μόνο φιλώ και ξαναφιλώ το χέρι της."Σήκω τώρα, αγγελέ μου."

                Βάζει το άλλο της χέρι γύρω απ' το λαιμό μου και τα λεπτά της δάχτυλα διατρέχουν το σβέρκο μου και με γαργαλούν. Είναι ησυχία και μισοσκόταδο στο δωμάτιο. Αισθάνομαι να τρέμω λίγο από το γαργαλητό, αλλά και γιατί ξύπνησα από τον ύπνο. Η μαμά κάθεται κοντά μου, με αγγίζει. Νοιώθω τη μυρωδιά της και τη φωνή της. Μ' όλα αυτά τινάζομαι επάνω, την αγκαλιάζω απ' το λαιμό, χώνω το κεφάλι μου στο στήθος της και ψιθυρίζω ξεψυχισμένα: "Αχ αγαπημένη, αγαπημένη μου μαμά, σ' αγαπώ τόσο πολύ!" Χαμογελά μ' εκείνο το μελαγχολικό, μαγευτικό χαμόγελο, παίρνει το κεφάλι μου στα δυο της χέρια, με φιλάει στο μέτωπο και με κλείνει στην αγκαλιά της.
                   "Ώστε μ' αγαπάς πάρα πολύ;" Στέκεται σιωπηλή για μια στιγμή και μετά λέει: "Να θυμάσαι να μ' αγαπάς πάντα και να μη με ξεχάσεις. Όταν η μαμά δεν θα είναι πια εδώ, δε θα την ξεχάσεις; Δε θα την ξεχάσεις, μικρέ μου Νικολάι;" Με φιλάει ακόμη πιο τρυφερά."Όχι! Μη μιλάς έτσι, καλή μου μαμά, δική μου μαμά!" Φωνάζω και φιλώ τα γόνατά της ενώ δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου -δάκρυα αγάπης και έκστασης.
                         Μετά απ' αυτό πιθανόν πηγαίνω επάνω στο δωμάτιό μου και με τη μικρή μου καπιτονέ ρόμπα στέκομαι μπροστά στις εικόνες και, τι εξαίσιο συναίσθημα, καθώς λέω: "Ω Θεέ μου, ευλόγησε τον μπαμπά και τη μαμά." Επαναλαμβάνω τις προσευχές που για πρώτη φορά τα παιδικά μου χείλη πρόφεραν ψευδίζοντας με την καθοδήγηση της αγαπημένης μου μητέρας, και η αγάπη γι' αυτήν και η αγάπη για το Θεό κατά έναν περίεργο τρόπο ενώνονται σε ένα κοινό συναίσθημα.
                        Πάντα μετά την προσευχή κουκουλωνόμουν με τα στρώματα και η καρδιά μου αισθανόταν ανάλαφρη, αμέριμνη και χαρούμενη. Τα όνειρα διαδέχονταν το ένα το άλλο γρήγορα -αλλά τι όνειρα ήταν εκείνα; Ήταν ασύλληπτα και ακαθόριστα, αλλά γεμάτα από αγνή αγάπη και ελπίδα για χαρά. Μπορεί να σκεφτόμουν τον Karl Ivanych και τους δυστυχισμένους όμοιούς του (ήταν το μόνο δυστυχισμένο άτομο που γνώριζα) και τον λυπόμουν τόσο πολύ και τον συμπαθούσα τόσο πολύ ώστε δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου και έλεγα στον εαυτό μου: "Θεέ μου, χάρισέ του ευτυχία, άφησέ με να τον βοηθήσω και να ελαφρύνω τη θλίψη του: Είμαι έτοιμος να κάνω οποιαδήποτε θυσία για χάρη του." Ύστερα έκανα χώρο στη γωνία στο κάτω μαξιλάρι για το αγαπημένο μου παιχνίδι -ένα πορσελάνινο λαγό ή ένα σκυλάκι- και αναγάλλιαζα βλέποντάς το εκεί, τόσο βολικά και ζεστά. Ακολουθούσε μια ακόμη προσευχή στο Θεό για να δώσει χαρά και ευτυχία σε όλους και για τον καιρό να είναι καλός την άλλη μέρα για τη βόλτα μας, και γυρνούσα από την άλλη μεριά, σκέψεις και όνειρα γλιστρούσαν μαζί μέχρι που τελικά αποκοιμιόμουν απαλά και ήρεμα ενώ το πρόσωπό μου ήταν ακόμη βρεγμένο από τα δάκρυα.
                          Θα επιστρέψει ποτέ άραγε αυτή η ανέμελη φρεσκάδα, αυτή η δίψα για αγάπη, αυτή η δύναμη της αγάπης που έχει κανένας στην παιδική του ηλικία; Υπάρχει καλύτερη εποχή στη ζωή μας, απ' όταν οι δύο ωραιότερες αρετές -η αθώα χαρά και η απέραντη λαχτάρα για στοργή- είναι τα μοναδικά κίνητρα της ζωής μας;  Πού είναι αυτές οι θερμές προσευχές; Πού είναι το μεγαλύτερο απ' όλα τα δώρα -τα αγνά δάκρυα της συγκίνησης; Ένας φύλακας άγγελος πέταξε από τον παράδεισο με ένα χαμόγελο να σκουπίσει αυτά τα δάκρυα και να σκορπίσει τα όνειρα στην αμόλυντη φαντασία της παιδικής ηλικίας.  Άφησε στην καρδιά μου άραγε η ζωή τόσο βαριά ίχνη που αυτά τα δάκρυα και αυτή η έκσταση με έχουν εγκαταλείψει για πάντα; Άραγε μόνο η ανάμνησή τους απομένει;


Leo Tolstoy, Childhood, Boyhood, Youth - trans. Rosemary Edmonds Harmondsworth, Penguin, 1964, σσ. 52-54 [Μετάφραση για τον Η/Κ Μαρία Μουμτζή].


Νίκη Ελευθεριάδη, «Αύγουστος μεσημέρι»


ΑΣΚΗΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Γράψτε ένα δικό σας αυτοβιογραφικό κείμενο στο οποίο ανακαλείτε μνήμες από την πρόσφατη παιδική σας ηλικία. Χρησιμοποιήστε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, περιγραφή, διάλογο, εσωτερικό μονόλογο και σχόλια για να μιλήσετε για περιστατικά, πρόσωπα και βιώματα που έχει περισώσει η μνήμη σας.