Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

5η ενότητα, Ειρήνη - Πόλεμος: "Όλοι οι πόλεμοι είναι ενάντια στα παιδιά."





Το παιδί με το ταμπούρλο


Μουσική : Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι : Νίκος Γκάτσος

Ζούσε κάποτε στον κόσμο τον αγιάτρευτο
ένα αγόρι ξεχασμένο κι απροστάτευτο
Είχε ένα μικρό ταμπούρλο και το βάραγε
Τι ψυχή βασανισμένη να 'ταν άραγε

Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
η γειτονιά του δεν το κράταγε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
τους δρόμους πήρε και περπάταγε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
καπνός τριγύρω δε φαινότανε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
μα κάπου πόλεμος γινότανε

Τι τα θέλει τα βιβλία και τα γράμματα
σ' όλους έρχονται μια μέρα τα γεράματα
Τι τα θέλει τα παλάτια, τα μαλάματα
Η ζωή κυλάει με δάκρυα και κλάματα

Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
κανένας τόπος δεν τον χώραγε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
στις ερημιές μακριά προχώραγε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
ούτ' ένα φύλλο δεν κουνιότανε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
μα κάπου πόλεμος γινότανε

Νύχτα μέρα περπατούσε ασταμάτητα
σε λαγκάδια φουντωμένα, δάση απάτητα
Μα στου ποταμού την άκρη που αργοκύλαγε
το τσακάλι του πολέμου παραφύλαγε

Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
με τ' άγριο νύχι του σημάδεψε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
και μια ζωούλα ακόμα κλάδεψε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
τ' αγόρι λες ονειρευότανε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
μα γύρω πόλεμος γινότανε

Κι όταν στις κορφές απάνω μέρα χάραξε
στη μικρή καρδιά του μέσα κάτι σπάραξε
Έτσι πέρασε στη χώρα του αμίλητου
και τ' αγρίμια του άλλου κόσμου γίναν φίλοι του

Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
της γης ο κόρφος δεν τον χώρεσε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
στον ουρανό βαθιά προχώρησε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
ταμπούρλο πια δεν ακουγότανε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
μα πάντα πόλεμος γινότανε

Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ
ταμπούρλο πια δεν ακουγότανε
Ταμ-ταμ, ταμ-ταμ

μα πάντα πόλεμος γινότανε


Kabul Afghanistan, 1996


Πρώτα στη λίστα των θυμάτων ενός πολέμου τα παιδιά. 

Παιδιά που τους δίνουν όπλα μεγαλύτερα από το μπόι τους και τα στέλνουν να κλαδέψουν τη ζωή άλλου ανθρώπου και να πεθάνουν και τα ίδια. Παιδιά που τα ποτίζουν μίσος για τον πλησίον. Αλλά το παιδί σκέφτεται την ειρήνη, την ονειρεύεται, τη ζωγραφίζει, την τραγουδά.

Τα παιδιά-θύματα να μην τα μετράμε με νούμερα, φτάνει και μόνο ένα παιδί να χαθεί έτσι, τότε ο κόσμος μας ο δήθεν πολιτισμένος, ο δήθεν χριστιανικός, έχει χρεωκοπήσει. Αυτό που πεθαίνει είναι η ψυχή του παιδιού.


Αντώνης Σαμαράκης


Άνοιξη 1945, μάρτυρας του συντελεσμένου κακού.
Γερμανάκι περπατάει δίπλα σ' εκατοντάδες πτώματα κρατούμενων από το στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλσεν.
Η εξοικείωση με το "τέρας"....η  απώλεια της αθωότητας......... το χειρότερο!!!!!!!
....

«Σώστε τα παιδιά στη Συρία»: Το βίντεο που προσπαθεί να αφυπνίσει τον κόσμο




Ένα βίντεο-κοινωνικό μήνυμα του βρετανικού τμήματος της οργάνωσης "Σώστε τα Παιδιά", που μεταφέρει τον πόλεμο της Συρίας στο Λονδίνο παρακολουθώντας πώς μεταβάλλεται η ζωή ενός μικρού κοριτσιού με την έναρξη των συγκρούσεων, έχει προκαλέσει αίσθηση στο Διαδίκτυο και μέσα σε τρεις ημέρες το είδαν 12 εκατομμύρια άνθρωποι.

Η ταινία, διάρκειας 1 λεπτού και 30 δευτερολέπτων, έχει ως στόχο "να δώσει στο κοινό να κατανοήσει καλύτερα τη συριακή κρίση και να φανταστεί τι αισθάνεται κανείς όταν ξεσπά εμφύλιος πόλεμος στην πατρίδα του, όταν του κλέβουν τη ζωή, την υγεία, την ασφάλεια", εξήγησε μια εκπρόσωπος της μη κυβερνητικής οργάνωσης.

Το βίντεο αναρτήθηκε στο YouTube την Τετάρτη, (5/3/2014). Αφηγείται, μέσα από πλάνα που εναλλάσσονται πολύ γρήγορα, τη ζωή μιας 9χρονης Βρετανίδας που παίζει με τα λούτρινα κουκλάκια της, βγαίνει βόλτα στην πλατεία και περνά ξένοιαστες στιγμές με την οικογένειά της, μέχρι που ξεσπά ο πόλεμος. Ακούγονται πυρά, το ηλεκτρικό κόβεται, το παιδί βρίσκεται τρομαγμένο στο δρόμο, βρώμικο σε ένα πάρκο να τρώει ένα φρούτο, κυκλοφορεί με μια μάσκα αερίων ενώ γύρω ηχούν σειρήνες ασθενοφόρων.


Το βίντεο τελειώνει όπως άρχισε: η μικρή γιορτάζει τα γενέθλιά της αλλά αντί για τη λαχταριστή τούρτα με τα εννιά κεράκια η μητέρα της τής τείνει ένα μπισκότο με ένα κερί και της ψιθυρίζει "κάνε μια ευχή, αγάπη μου".

"Επειδή δεν συμβαίνει εδώ, δεν σημαίνει ότι δεν συμβαίνει" καταλήγει το μήνυμα της οργάνωσης που έχει ως στόχο να συγκεντρώσει χρήματα για τα παιδιά της Συρίας.

Από τα μέσα Μαρτίου, όταν ξέσπασε η εξέγερση εναντίον του καθεστώτος του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ, εκτιμάται ότι έχουν σκοτωθεί στη Συρία τουλάχιστον 140.000 άνθρωποι ενώ εκατομμύρια άλλοι έχουν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς.



«Έι, Μπασάρ, πότε θα σταματήσεις την αιματοχυσία;
Κλαίω για τη μητέρα μου που είναι νεκρή».


Αυτά τα λόγια αποτύπωσε πάνω σε μια λευκή κόλλα χαρτί ένα 5χρονο παιδί από τη Συρία, απευθυνόμενο στον Πρόεδρο της χώρας του. Χώρεσε μέσα εκεί όλο τον πόνο, τη δυστυχία, τη βαναυσότητα που ζει καθημερινά δίνοντας χρώμα, σχήμα, έκφραση, πρόσωπο στον εφιάλτη. Σα να κοιτάζει κατάματα το κακό για να το ξορκίσει.
«Δεν υπάρχουν καλοί στρατιώτες της μιας παράταξης και κακοί στρατιώτες μιας άλλης. Κακός είναι ο πόλεμος, ο φανατισμός και τα εγκλήματα που οι δυο παρατάξεις πράττουν. Δυστυχώς οι μεγάλοι εμπλέκουν τα παιδιά. Τα παιδιά παίρνουν πολιτική θέση. Το τραύμα μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Έκτοτε δεν μπορείς να ξέρεις πότε και αν θα τελειώσει ο πόλεμος». Αυτά είναι τα λόγια της Κωνσταντίνας Μπουγονικολού, που εργάστηκε ως ψυχολόγος σε πρόγραμμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, στην περιοχή Κιλίς της Τουρκίας, στα σύνορα με τη Συρία, παρέχοντας ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε αμάχους που προσπαθούν να γλιτώσουν από τις συγκρούσεις. 

 Ένα 11χρονο παιδί απεικονίζει τον εφιάλτη που τον ξυπνά κάθε βράδυ.

Τα παιδιά στη Συρία ζωγραφίζουν όσα τους έχουν κλέψει τον ύπνο, τα όνειρα, το χαμόγελο, την ανεμελιά. Τανκ, αίμα, θάνατο, δάκρυα, θλίψη. Μιλούν μέσα από τις εικόνες τους με αφοπλιστική ειλικρίνεια για μια σκληρή αλήθεια που μοιάζει με ψέμα αδυνατώντας να απαντήσει σε ένα μεγάλο γιατί. Γιατί ζουν σε μια χώρα φάντασμα που έχει στοιχειώσει την ίδια τους τη ζωή;
Δεν χρειάζεται να είσαι κοντά για να μυρίσεις, να ακούσεις, να νιώσεις, να καταλάβεις. Αρκεί μία μόνο εικόνα. Χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς επεξηγήσεις. Πηγή μιας εκκωφαντικής σιωπής, πιο διαπεραστικής και από τις σειρήνες του πολέμου. Πάνω σε μια λευκή κόλλα χαρτί καταθέτουν όσα έχουν εισβάλλει ισοπεδωτικά στη ζωή τους μαζί με ένα πότε και ένα γιατί.
Πότε θα σταματήσει όλο αυτό και γιατί η ζωή τους δεν είναι όπως πριν. Γιατί εκεί τα παιδιά δεν έχουν πλέον σπίτι, δεν πηγαίνουν σχολείο, ούτε παίζουν στους δρόμους και τις αυλές. Δεν χαμογελούν, ούτε ονειρεύονται. Δεν ακούν τραγούδια ούτε διαβάζουν παραμύθια. Αυτά είναι στοιχεία μιας χαμένης παιδικής αθωότητας που έχει κλέψει η απότομη και βίαιη ενηλικίωση, η σκληρή γνωριμία με την πιο σκοτεινή πλευρά της ζωής. Αυτή για την οποία οι γονείς τους δεν πρόλαβαν να τους μιλήσουν.
Τους πρόλαβε η ίδια η ζωή που τώρα έχει μεταμορφωθεί σε έναν επίμονο και βασανιστικό εφιάλτη που κλέβει το φως βυθίζοντας τη ζωή τους σε ένα βαθύ σκοτάδι και ανοίγοντας βαθιά τραύματα στο σώμα τους και την ψυχή. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η νέα μεγάλη πρόκληση, στο πώς θα μαλακώσουν και πώς θα κλείσουν κάποιες πληγές για να συνεχίσουν αυτά τα παιδιά να πορεύονται στη ζωή με πιο υγιή εφόδια αποβάλλοντας τις τοξίνες της διχόνοιας, της σύγκρουσης και του μίσους.

Ένα 11χρονο παιδί απεικονίζει όσα είδε και από τότε έχει εφιάλτες


«Ένα παιδί από τη Γάζα», του Khaled Fayyad


Ζαλίζομαι και μου είναι δύσκολο να περπατήσω. Είμαι γεμάτος πληγές και πονάω σε ολόκληρο το σώμα μου... Τη στιγμή που οι βόμβες έπεσαν στην παιδική χαρά, μπόρεσα μόνο να ακούσω τις κραυγές των φίλων μου. Τώρα βλέπω τα σώματα τους στο έδαφος ακριβώς μπροστά στα μάτια μου. Ξεσκισμένα και άψυχα σώματα. Τους φωνάζω αλλά δεν απαντούν... Τους αγγίζω αλλά δεν κινούνται... Τους ταρακουνώ αλλά δε σαλεύουν... Φοβάμαι! Τρέχω στους δρόμους ψάχνοντας την αδελφή μου. Τη βρίσκω ανάμεσα στα χαλάσματα. Το όμορφο πρόσωπό της με τρομοκρατεί. Είναι χαραγμένο, ματωμένο και θαμμένο σχεδόν στη σκόνη. Πού είναι το χέρι της; Εκείνο που κρατούσε το δικό μου; Γιατί τα μάτια της με κοιτάνε παγωμένα αλλά τα βλέφαρά της μένουν ακίνητα; Γιατί δε φωνάζει το όνομά μου; Γιατί δε μου μιλάει; Γιατί δε χαμογελά; Γιατί δεν αναπνέει;;;

Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Το μόνο που θέλω είναι να πάω σπίτι. Στο σπίτι! Στη μαμά μου! Που είσαι μαμά; Γιατί δεν είσαι εδώ μαζί μου; Πονάω! Τα χέρια μου, τα πόδια μου... Το πρόσωπό μου είναι γεμάτο αίματα. Τα ρούχα μου σκισμένα και βρώμικα. Κρυώνω... Δεν ξέρω τι να κάνω. Είμαι ολομόναχος. Φοβισμένος και πεινασμένος. Δεν μπορώ να παίζω πια. Το σχολείο μου χάθηκε. Η παιδική χαρά είναι ένα μάτσο ερείπια. Δεν υπάρχει πια η αδελφή μου να με φροντίσει αν πέσω. Οι φίλοι μου έχουν κι αυτοί χαθεί. ΔΕ ΘΕΛΩ να παίξω τώρα πια.

Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Είμαι απλά ένα μικρό αγοράκι. Απλά ένα παιδί. Τρέχω προς το σπίτι. Πολλοί άνθρωποι βρίσκονται εκεί αλλά όλοι τους με κοιτούν με δάκρυα στα μάτια. Γιατί δε γελάνε; Νόμιζα ότι το σπίτι μου βρισκόταν ακριβώς εδώ... Που πήγε...; Μήπως έπαθε ό, τι και το σχολείο μου; Χάθηκε! Το κρεβάτι μου καταστράφηκε και τώρα πια δεν έχω ούτε ένα μαξιλάρι. Δεν έχω κουβέρτα. Δεν μπορώ να βρω το μοναδικό παιχνίδι που είχα... Τα χρωματιστά μολύβια δεν είναι εδώ. Δεν μπορώ να ζωγραφίσω πια!

Πονάω. Κρυώνω και πεινάω. Πονάνε τα πόδια και τα χέρια μου. Το πρόσωπό μου είναι πληγιασμένο. Που είσαι μαμά; Οι άνθρωποι εδώ μου λένε ότι χάθηκε. Οι βόμβες, λένε, την πήραν μακριά μου. Ήρθαν, μου είπαν, από τον ουρανό. Εγώ νόμιζα πως μόνο ο Θεός ζει εκεί... Αυτός τις έστειλε για να κλέψουν τη μαμά μου; Γιατί; Νόμιζα πως ο Θεός αγαπάει και μένα. Γιατί να μου την πάρει; Ποιος θα με κρατήσει τώρα αγκαλιά; Ποιος θα ξεπλύνει το πρόσωπό μου; Ποιος θα με ταΐσει; Ποιος θα με αγαπάει; Μαμά!!! Μαμά!!! Που είσαι; Σε φωνάζω κλαίγοντας! Φοβάμαι! Σε χρειάζομαι! Σε θέλω! Πονάω!









Την ακούω μα δεν μπορώ να την βρω. Μπορεί να την έκλεψαν οι βόμβες αλλά η φωνή της είναι ακόμη εδώ... Μακάρι να με έπαιρναν κι εμένα. Θέλω να είμαι μαζί της. Είναι η μοναδική μαμά που έχω. Με αγαπάει και την αγαπάω. 

Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Είμαι ένα μικρό αγόρι. Χωρίς σχολείο και βιβλία. Χωρίς παιδική χαρά. Τα βλέφαρα της αδελφής μου έμειναν ασάλευτα γιατί κάποιος της έκλεψε το βλέμμα. Είμαι απλά ένα παιδί από τη Γάζα... Το σπίτι μου χάθηκε όπως και η μαμά μου. Οι άνθρωποι γύρω μου, με κοιτάνε και κλαίνε. Κοιτάζω τον ουρανό, κλαίγοντας. Ρωτάω το Θεό: ΓΙΑΤΙ; Δώσε μου πίσω τη μαμά μου! Κανείς δε μου απαντάει. Είμαι ολομόναχος. Πονάω και κρυώνω. Πεινάω! Είμαι απλά ένα παιδί από τη Γάζα... Θέλω πίσω τη μαμά μου και εκείνο το μοναδικό παιχνίδι...




Σοκαριστικές αναπαραστάσεις χαμένης αθωότητας 


Ενα κράμα φρίκης και παιδικής αθωότητας αποτελεί η σοκαριστική συλλογή «War Toys» του φωτογράφου Μπράιαν Μακ Κάρτι. Ταξιδεύοντας στη Γάζα και το Ισραήλ ζήτησε από τα παιδιά να ζωγραφίσουν τη φρίκη του πολέμου και στη συνέχεια αναπαριστά τις ζωγραφιές τους χρησιμοποιώντας παιχνίδια.

Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά σοκαριστικό και δείχνει πόσο τραυματική εμπειρία είναι η ζωή στην εμπόλεμη ζώνη για μία ευαίσθητη παιδική ψυχή.

Χρησιμοποιώντας τα αγαπημένα παιχνίδια του κάθε παιδιού, ο Μακ Κάρτι στήνει τις πολεμικές σκηνές όπως ακριβώς τις ζωγράφισαν τα παιδιά και φωτογραφίζει το αποτέλεσμα δίνοντας το δικό του ηχηρό μήνυμα ενάντια στην φρίκη του πολέμου.




Δείτε τις  υπόλοιπες ζωγραφιές- αναπαραστάσεις εδώ


Παιδιά στρατιώτες..... θύματα και θύτες..

Τριακόσιες χιλιάδες παιδιά στρατιώτες σε όλο τον κόσμο!!!! Κάθε χρόνο ο αριθμός αυξάνεται καθώς όλο και περισσότερα παιδιά στρατολογούνται και χρησιμοποιούνται σε πολέμους που λαμβάνουν χώρα στη Σιέρα Λεόνε, τη Λιβερία, το Κονγκό, το Σουδάν, τη Σρι Λάνκα, το Αφγανιστάν και τη Βιρμανία.

Στα στρατόπεδα RUF στη Σιέρα Λεόνε, τα παιδιά με ανυπολόγιστα ψυχικά τραύματα κρατούνται αιχμάλωτα και "εκπαιδεύονται" συνήθως για περίπου δύο ή τρεις μήνες. Τα εκφοβίζουν και τους λένε πως θα θανατωθούν εάν δεν υπακούσουν στις εντολές ή αν προσπαθήσουν να ξεφύγουν. Πολλές φορές αναγκάζουν κάποια από αυτά να σκοτώσουν ή να ακρωτηριάσουν άλλα παιδιά που προσπάθησαν να φύγουν. 

Η εξέλιξη και η απόκτηση ελαφρύτερων όπλων - όπως το AK47 - σημαίνει ότι αγόρια ηλικίας ακόμη και οκτώ ετών, μπορούν να οπλιστούν. Τα μικρότερα αγόρια τοποθετούνται πιο κοντά στον εχθρό, τους λένε στον πόλεμο να είναι ατρόμητοι. Τα παιδιά συχνά έχουν λιγότερες απαιτήσεις από τους ενήλικες στρατιώτες. Κοστίζουν πιο λίγο, δεδομένου ότι τρώνε λιγότερο και είναι πιο εύκολο να τα χειριστούν.
Και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι η μη προβλεψιμότητα των μικρών παιδιών τους κάνει καλύτερους μαχητές.
Κάποια από αυτά στέλνονται υπό την επήρεια ναρκωτικών ώστε να έχουν περισσότερο θάρρος.

Το στρατιωτικό καθεστώς της Βιρμανίας χρησιμοποιεί επίσης παιδιά στις μάχες. Τα παιδιά δουλεύουν ως σκλάβοι, που μεταφέρουν προμήθειες του στρατού ή εργάζονται για την κατασκευή έργων της κυβέρνησης.

Η μαρτυρία του μικρού Myo Win.

«Ήμασταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και μας διέταξαν να προχωρήσουμε στο πεδίο της μάχης. Δεν ξέραμε τι είδους ναρκωτικά ή αλκοόλ μας είχε δοθεί, αλλά εμείς το πίναμε επειδή ήμασταν πολύ κουρασμένοι, πολύ διψασμένοι και πεινασμένοι. Είχαμε περπατήσει για δύο ολόκληρες ημέρες κάτω από πολύ καυτό ήλιο και καύσωνα. Ο λόφος (το πεδίο μάχης) δεν είχε σκιές, τα δέντρα είχαν καεί και βλήματα πυροβολικού είχαν εκραγεί παντού. Ήμασταν τόσο φοβισμένοι, και πολύ διψασμένοι, κάποιοι από εμάς κατέρρευσαν λόγω υπερβολικής κόπωσης. Άλλοι ξυλοκοπήθηκαν από πίσω (από τους αξιωματικούς) γιατί έπρεπε να περπατούν πιο γρήγορα. Ένα παιδί σκοτώθηκε ».

       Στις μάχες τα παιδιά συχνά συλλαμβάνονται και απειλούνται. Θα πολεμήσουν για όποιον τα ελέγχει προκειμένου να μείνουν ζωντανά. Σε συνεχή εμφύλιο πόλεμο υπάρχουν πολλά παιδιά που έχουν πολεμήσει πολλές φορές και για τις δύο πλευρές.





Παιδικές ασπίδες που θρυμματίζει η ανθρώπινη παράνοια


Σε κάποια γωνιά του κόσμου, ονόματι Σομαλία, παιδικά σώματα και ψυχές κομματιάζονται κυριολεκτικά και μεταφορικά, μέσα στην παράνοια του πολέμου και του ανθρώπου. Η χειρότερη έκφανση της ανθρώπινης φύσης είναι αυτή που στερεί από αγόρια και κορίτσια δέκα χρονών και άνω, το δικαίωμά τους στην παιδικότητα και εν τέλει κατακερματίζει το ίδιο τους το «είναι».

Όλες ανεξαιρέτως οι αντιμαχόμενες πλευρές στη Σομαλία έχουν αποτύχει παταγωδώς να προστατεύσουν τα παιδιά από τον εφιάλτη του πολέμου, μετατρέποντάς τα σε «παιδιά – στρατιώτες».


«Για τα παιδιά στη Σομαλία, δεν υπάρχει καμία ασφάλεια», δήλωσε η Zama Coursen-Neff, αναπληρωτής διευθυντής του τομέα δικαιωμάτων των παιδιών, στη Human Rights Watch. «Οι αντάρτες της Αλ-Σαμπάαμπ έχουν απαγάγει παιδιά από τα σπίτια τους και τα σχολεία τους, προκειμένου να τα αναγκάσουν να πολεμήσουν, να παντρευτούν, ή και να τα βιάσουν».

Όλα αυτά τα πορίσματα προκύπτουν από την έκθεση 104 σελίδων με τίτλο: «Εδώ δεν είναι μέρος για παιδιά: Στρατολόγηση παιδιών, αναγκαστικός γάμος και επιθέσεις σε σχολεία στη Σομαλία». ("No Place for Children: Child Recruitment, Forced Marriage, and Attacks on Schools in Somalia"). Πρόκειται για μία καταγραφή της πληθώρας των παραβιάσεων του διεθνούς πολεμικού δικαίου ενάντια στα παιδιά της χώρας, από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές, από το 2010 μέχρι και σήμερα. Η συγκεκριμένη έκθεση βασίζεται σε 164 συνεντεύξεις με παιδιά από τη Σομαλία, συμπεριλαμβανομένων και 21 που έχουν δραπετεύσει από τις δυνάμεις της Αλ-Σαμπάαμπ, καθώς και από γονείς και καθηγητές που έχουν βρει καταφύγιο στην Κένυα. 

Από τη στιγμή που οξύνθηκαν και πάλι οι συγκρούσεις εντός του 2010 και 2011, η Αλ-Σαμπάαμπ αναγκάζει παιδιά, ακόμη και 10 ετών, να μπουν στις τάξεις της. Μετά από εβδομάδες σκληρής και βασανιστικής εκπαίδευσης, τα παιδιά αυτά στέλνονται στην πρώτη γραμμή του μετώπου και λειτουργούν ως ανθρώπινες ασπίδες για τους ενήλικες αντάρτες. Ακόμη πιο εξοργιστική είναι η πρακτική, κατά την οποία τα παιδιά αυτά αναγκάζονται να γίνουν βομβιστές αυτοκτονίας(!) 

Ποιος μπορεί να κρατήσει την ψυχραιμία του, όταν ακούει ένα παιδί να δηλώνει: «Από τους εκατό συμμαθητές μου, μόνο εγώ κι ακόμη ένα παιδί καταφέραμε να δραπετεύσουμε. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν. Αποδεκατίστηκαν. Όλα τα παιδιά βρήκαν τον θάνατο και οι αντάρτες ξέφυγαν».







Ο Τζαμάλ είναι 15 χρόνων. Το όνομά του δεν το ξέρει κανένας στο Κόνο. Όλοι τον αποκαλούν «Δολοφόνο αντρών». Στα εννιά του χρόνια κατετάγη στην SBU (Small Boy United). Τη μεραρχία των μικρών αγοριών. Τον στρατολόγησε η μία από τις δύο αντίπαλες πλευρές στη Σιέρα Λεόνε.

Όταν ο Τζαμάλ μιλάει, τρομάζεις. Μιλά τόσο φυσικά γι’ αυτούς που σκότωσε και αυτούς που παραλίγο να τον σκοτώσουν. Ο Τζαμάλ δεν πρόλαβε να υπάρξει παιδί. Έγινε δολοφόνος. Αυτό ήταν το παιχνίδι του. Πατούσε τη σκανδάλη όπως οι συνομήλικοί του το κουμπί στο videogame. Μόνο που οι νεκροί ήταν πραγματικοί.

Δίπλα στον Τζαμάλ, μια γυναίκα με κομμένο χέρι, τον ακούει, ξέροντας πολύ καλά τι εννοεί. Ένα παιδί λίγο μεγαλύτερο από τον Τζαμάλ, της έκοψε το χέρι με την ματσέτα, το αφρικανικό δρεπάνι, στον εμφύλιο.









Από το οδοιπορικό στην πιο αιματοβαμμένη χώρα στον κόσμο, τη Σιέρα Λεόνε στην εκπομπή «Το κουτί της Πανδώρας», με τον Κώστα Βαξεβάνη. 



ΤΕΤΑΡΤΗ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΙΡΗΝΗΣ 


Όλοι οι πόλεμοι είναι ενάντια στα παιδιά.



Τα Ηνωμένα Έθνη όρισαν την 21η Σεπτεμβρίου ως ημέρα παγκόσμιας κατάπαυσης του πυρός και μη βίας, μια πρόσκληση σε όλα τα έθνη και τους ανθρώπους να την τιμήσουν με κατάπαυση των εχθροπραξιών.

Από το 1990 μέχρι και το 2003 ο κόσμος γνώρισε 59 μεγάλες συρράξεις. Τα θύματά τους είναι σε συντριπτικό ποσοστό άμαχοι, γυναίκες και παιδιά που ζουν τα παιδικά τους χρόνια σε κοινότητες και οικογένειες που έχουν καταστραφεί από τις συνέπειες των συρράξεων αυτών. Από το 1990 μέχρι σήμερα έχουν σκοτωθεί σε συρράξεις 3.600.000 άνθρωποι και το λυπηρό είναι πως σχεδόν τα μισά θύματα (1.600.000) ήσαν παιδιά.

Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά συμμετέχουν σε ένοπλες συρράξεις ως στρατιώτες, εξαναγκάζονται στην προσφυγιά ή τον εκτοπισμό από τις εστίες τους, υποφέρουν κακοποιήσεις, βιασμούς και εκμετάλλευση, μένουν ορφανά ή ανάπηρα από νάρκες και εκρηκτικά.

Αν και στην πραγματικότητα μια ημέρα ειρήνης δεν θα μπορούσε να επουλώσει τα βαθειά τραύματα του πολέμου και των συρράξεων στα κορμιά και την ψυχή εκατομμυρίων παιδιών στον κόσμο, η UNICEF καλωσορίζει την ευκαιρία που προσφέρει η ημέρα αυτή για την επιτάχυνση κάθε δράσης προς την κατεύθυνση ενός πιο ειρηνικού κόσμου.

Η UNICEF δημιούργησε και προωθεί διεθνώς μια αντιπολεμική ατζέντα 10 σημείων την οποία θα πρέπει να σέβεται η διεθνής κοινότητα ώστε να προωθείται η ειρήνη και να προστατεύονται τα παιδιά από τον πόλεμο και τις συνέπειές του:




Πρόληψη: Αντιμετώπιση των λανθανουσών αιτιών βίας - η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να ασχοληθεί συστηματικότερα με το πρόβλημα της μεταφοράς όπλων και να επιβάλει οριστική απαγόρευση στις αποστολές οπλισμού σε ζώνες συγκρούσεων, θα πρέπει να εντοπιστούν οι ρίζες των κοινωνικοοικονομικών αιτιών του πολέμου και να προωθήσουν εκείνη την κοινωνική δομή που προστατεύει τα παιδιά.


Κορίτσια & Γυναίκες: Εκπαίδευση και νομοθεσία ώστε να εξασφαλιστεί η ασφάλειά τους από σεξουαλική κακοποίηση και βιασμό σε περίοδο πολέμου.


Παιδιά Στρατιώτες: Αποκατάσταση και επανένταξη των παιδιών στρατιωτών και προώθηση του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Δικαιωμάτων του Παιδιού για την πρόληψη της χρησιμοποίησης παιδιών ως στρατιώτες (απαγορεύει την στράτευση κάτω των 18 ετών, η Ελλάδα το επικύρωσε στις 7 Σεπτεμβρίου του 2000).


Νάρκες: Η UNICEF έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση και υποστηρίζει τη Συνθήκη της Οτάβα για την πλήρη απαγόρευση των ναρκών κατά προσωπικού (Η Ελλάδα την επικύρωσε στις 25 Σεπτεμβρίου του 2003).


Εγκλήματα Πολέμου: Άμεση καταγγελία μόλις αποκαλύπτονται και να υποστηρίζονται ηθικά και οικονομικά τα διεθνή δικαστήρια για τα εγκλήματα πολέμου.


Τα παιδιά ως ζώνες ειρήνης: Εντατικοποίηση των προσπαθειών για καθιέρωση ζωνών που θα επιτρέπουν τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας και τον εμβολιασμό των παιδιών σε καιρό πολέμου.


Κυρώσεις: Να λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον των παιδιών πριν την επιβολή οποιωνδήποτε οικονομικών κυρώσεων.


Βοήθεια: Η βοήθεια σε περιπτώσεις μακροχρόνιων συγκρούσεων να κατευθύνεται στην επαναδημιουργία ισχυρών κοινωνικών δομών.


Αποκατάσταση: Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν τα προγράμματα αποκατάστασης και ψυχολογικής στήριξης των παιδιών στρατιωτών.


Εκπαίδευση για την Ειρήνη: Προώθηση της Εκπαίδευσης για την Ειρήνη ώστε να αποτραπούν οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι βίας και συγκρούσεων μέσω της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.








ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


«Τα παιδιά, ο πιο ευάλωτος πληθυσμός, δικαιούνται περισσότερο απ’ τον καθένα την ειρήνη. Ωστόσο είναι τα πρώτα και εκ προοιμίου αθώα θύματα κάθε πολέμου που ξεσπά.» Με αφορμή τα παραπάνω κείμενα να παρουσιάσετε τις σκέψεις σας σ’ ενα κείμενο 2-3 παραγράφων τουλάχιστον, συμμετέχοντας μ΄αυτόν τον τρόπο στο αφιέρωμα που διοργανώνει το σχολείο σας στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας ημέρας Ειρήνης.





Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

….. τους δειλούς στους άγριους ρίχνουν βράχους. Ευριπίδη, Ελένη

αν οι θεοί σοφοί λογιούνται, τότε 
τον ψυχωμένον άντρα που αφανίσαν
οι εχθροί του, σε αψηλό τον θάβουν τάφο,

μα τους δειλούς στους άγριους ρίχνουν βράχους.


                              Ευριπίδη Ελένη (στ. 936-939)


Η ομαδική ταφή  ήταν  ιδιαίτερη τιμή, εξύμνηση της ανδρείας που επέδειξαν στη μάχη τα θύματα του πολέμου , προβολή τους ως ακολούθων του προτύπου και της περιρρέουσας φιλοσοφίας του καλού καγαθού, αλλά και προβολή της ευμάρειας και της ομόνοιας της πόλης-κράτους μέσα από τις τελετουργίες που συνόδευαν την ταφή. 

Είναι θεμιτό ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας ότι οι οικονομικά ευκατάστατοι στρατηγοί ή πολιτικοί που σκοτώνονταν στο πεδίο της μάχης τιμούνταν και ενταφιάζονταν σε ιδιωτικά μνημεία, τα οποία ανάλογα με την εποχή μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα πολυτελή.



Τύμβος Μαραθώνα

Ήρωες και απόκληροι

Από τα όσα γνωρίζουμε από τις φιλολογικές πηγές, τρεις ήταν οι νόμιμοι τρόποι θανάτωσης των καταδίκων στην Αθήνα: η πόση κώνειου, η ρίψη στο βάραθρον και ο αποτυμπανισμός, ενώ ισάριθμοι ήταν και οι τρόποι μεταχείρισης των σορών τους μετά θάνατον: 

είτε οι νεκροί επιστρέφονταν στους συγγενείς ώστε οι καταδικασμένοι να τύχουν της πρέπουσας ταφής, είτε ρίχνονταν στο βάραθρο όταν στην καταδίκη τους περιλαμβανόταν η στέρηση ταφικών τιμών, είτε τέλος τους επιτρεπόταν κανονική ταφή αλλά όχι στην Αττική, πρακτική που εφαρμόστηκε σε περιπτώσεις ιερόσυλων ή προδοτών της πατρίδας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ καταδικάστηκε σε θάνατο με πόση κώνειου, το σώμα του επιστράφηκε στους οικείους του ώστε η ταφή του να συνοδευθεί από τη σχετική τελετουργία.

Φαίνεται ότι στους πρώιμους χρόνους οι καταδικασμένοι ρίπτονταν στο βάραθρο ζωντανοί, αλλά αργότερα οι καταδίκες σε θάνατο εκτελούνταν εντός των φυλακών και μετά τα πτώματα μεταφέρονταν στο βάραθρο, μέχρι που τελικά επιτράπηκε η ταφή τους εκτός των ορίων της επικράτειας της Αττικής με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες που οι σοροί επιστρέφονταν στους συγγενείς. Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, η χρήση του βαράθρου ανεστάλη για λόγους υγιεινής. Από τα όσα μας είναι γνωστά, το αθηναϊκό βάραθρον βρισκόταν στη δυτική πλευρά του Λόφου των Νυμφών. Μας παραδίδεται επίσης ως γεγονός ότι το βάραθρον γέμισε μετά τη ρίψη σε αυτό ενός καταδικασμένου από τη Φρυγία.


Το σημερινό αστεροσκοπείο, ο λόφος των Νυμφών


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποκάλυψη ταφής 17 ή 18 ατόμων στο Φάληρο Αττικής που εκτελέστηκαν «δι’ αποτυμπανισμού» τον 5ο αι. π.Χ., ενώ ετάφησαν σε νεκροταφείο του 7ου αι. π.Χ. που είχε πάψει να χρησιμοποιείται. Η διαδικασία σε γενικές γραμμές φαίνεται να ήταν η ακόλουθη: ο καταδικασμένος προσηλωνόταν σε πλατιές ξύλινες σανίδες που αποκαλούνταν «τύμπανα» και οι σανίδες στερεώνονταν κάθετα στο έδαφος. Εν συνεχεία, ο εκάστοτε τιμωρούμενος προσδενόταν με πέντε συνολικά σιδερένιους, ανοιχτούς στο κατώτερο τμήμα κλοιούς (σε σχήμα Ω, σε σχήμα διπλού άγκιστρου ή σε σχήμα κρίκου αλυσίδας), έναν στο λαιμό και από έναν στους καρπούς και στα σφυρά των ποδιών και παρέμενε κρεμασμένος κατ’ αυτό τον τρόπο ώσπου να ξεψυχήσει, χωρίς φυσικά να του παρέχεται νερό ή φαγητό. Το συγκεκριμένο βασανιστήριο πιθανόν κρατούσε πάνω από δέκα μέρες, κατά τις οποίες οι καταδικασμένοι ουσιαστικά υπέφεραν από την πίεση του ίδιου τους του σώματος ενάντια στα σιδερένια δεσμά. Αυτή η πρακτική περιγράφεται στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, όταν αναφέρεται η τιμωρία του Μνησιλόχου. 

Φαίνεται ότι οι αποκαλούμενοι «σιδηρόδετοι» του Φαλήρου είχαν θανατωθεί σε εμφανές μέρος για παραδειγματισμό, στην αρχή του δρόμου που οδηγούσε στην Αθήνα από το Φάληρο, το τότε επίνειο της Αθήνας, ενώ η άποψη ότι ο ενταφιασμός των «αποτυμπανισμένων» νεκρών αντί της ρίψης των σορών τους στο βάραθρο αποτελεί ένδειξη επιείκειας είναι μάλλον ατεκμηρίωτη. Βρέθηκαν εντός περιβόλου πλάτους 4,80 μ. και μήκους 2,50 μ., ο ένας δίπλα στον άλλο. Σε μία περίπτωση λείπει το μεγαλύτερο τμήμα των ποδιών, η κεφαλή είναι ακρωτηριασμένη και το δεξί χέρι ιδιαίτερα τραυματισμένο, σαν να προσπαθούσε ο νεκρός να απαλλαγεί από τα δεσμά του, ενώ είναι έκδηλο από τη θέση των σκελετών ότι ήταν όλοι τους προσδεδεμένοι στο ίδιο τύμπανον.



Οι «σιδηρόδετοι» του Φαλήρου. 

Οι παλαιότεροι ερευνητές δίστασαν να αποδεχτούν το γεγονός ότι ο απαξιωτικός θάνατος των καταδίκων του Φαλήρου αποτέλεσε δημόσιο θέαμα, γιατί αυτό αντιτίθετο με την αισθητική αλλά και την ηθική της δημοκρατικής Αθήνας, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται η σύγχρονη έρευνα, και απέρριψαν ομόφωνα ως έθιμα απόλυτα βαρβαρικά τα ενδεχόμενα κάποιοι από τους αποκαλούμενους «σιδηρόδετους» να ενταφιάστηκαν ζωντανοί ή να αφέθηκαν προς βορά των αρπακτικών πουλιών (αν και έτσι θα μπορούσε να εξηγηθεί ο ακρωτηριασμός κάποιων σκελετών), ενώ θεώρησαν ότι όσοι δεν είχαν ήδη καταλήξει από τα βασανιστήρια φονεύθηκαν με βέλη, όπως υποδηλώνει μία αιχμή στο θώρακα ενός από τους σκελετούς.

Σχετικά με την ταυτότητά τους προτάθηκαν πολλές ερμηνείες, με πιο ενδιαφέρουσες τις ταυτίσεις του πολυανδρίου του Φαλήρου με πειρατές, εξεγερμένους δούλους στα μεταλλεία του Λαυρίου, Αργείους, θύματα των τριάκοντα τυράννων, αιχμάλωτους κάποιου πολέμου, οπαδούς του Κύλωνα, θύματα του Ιππία, Πέρσες ναυαγούς, Αιγηνήτες, Μυτιληναίους, ή ανθρώπους που επιτέλεσαν ύβρη προς τους θεούς ή τις ιερές τελετουργίες. Ο Πελεκίδης μάλιστα, εξετάζοντας το αποτρόπαιο του θανάτου και τις σύγχρονές του ιστορικές μαρτυρίες, τους ταυτίζει με τους Ερμοκοπίδες, ερμηνεία που φαίνεται πολύ ελκυστική και εν πολλοίς τεκμηριωμένη. Όποια και να είναι η αφορμή, πρόκειται για εξαιρετικού ενδιαφέροντος εύρημα, μέσα από το οποίο αποτυπώνεται μία μάλλον σκοτεινή στιγμή στην ιστορία της δημοκρατικής Αθήνας.



Η ομαδική ταφή του Κεραμεικού. 

Ο Πλούταρχος μας διηγείται πως ο Περικλής, αφού κατέπνιξε την επανάσταση της Σάμου, το 439, «έφερε στην αγορά της Μιλήτου τους τριηράρχους και τους ναύτες των Σαμίων, τους έδεσε σε σανίδες, τους άφησε έτσι δέκα μέρες σε κακή κατάσταση και έπειτα έδωσε διαταγή να τους σκοτώσουν, σπάζοντας τα κεφάλια τους με ξύλα και να πετάξουν τα πτώματά τους ακήδευτα». Ο Αριστοφάνης μας δείχνει το Μνησίλοχο στερεωμένο επάνω στη σανίδα. Τον στερεώνει ένας Σκύθης τοξότης και τον αφήνουν έτσι, όπως την Ανδρομέδα επάνω στο βράχο της. Αλλού μιλάει για ένα ξύλινο όργανο με πέντε τρύπες, το οποίο ήταν προορισμένο για τον Κλέωνα• αυτές οι πέντε τρύπες είναι φανερό πώς αντιστοιχούσαν στους κρίκους που έσφιγγαν το λαιμό και τα τέσσερα μέλη. Ο L. Gernet γράφει :

Από μαρτυρίες αρχαιολογικές και φιλολογικές έχουμε λοιπόν μια εικόνα πολύ σαφή. . . αυτής της τρομερής τιμωρίας. Ο καταδικασμένος στερεωνόταν γυμνός σε μια σανίδα μπηγμένη στη γη, απαγορευόταν να τον πλησιάσει κανείς για να τον βοηθήσει και να τον ανακουφίσει. Καταλαβαίνουμε τι θάνατος τον περιμένει. Το μαρτύριο αυτό μοιάζει με τη σταύρωση• μόνο που στη σταύρωση τα χέρια και τα πόδια είναι καρφωμένα και το αίμα που χύνεται φέρνει γρηγορότερα το θάνατο. Το πιο βασανιστικό είναι ο κρίκος που πιέζει το κάτω σαγόνι• το βάρος του σώματος κάνει τόσο μεγάλο το μαρτύριο που δύσκολο είναι να το υπολογίσεις.
Φαντάζεται κανείς την αγωνία του καταδικασμένου, που κρατούσε αρκετές μέρες. Το ότι έναν τέτοιο τρόπο εκτέλεσης επέβαλλαν οι Αθηναίοι — αυτό πρέπει να μας κάμει ν' αλλάξουμε λίγο τις ιδέες μας για το ποινικό τους δίκαιο. Την ποινή αυτή την επέβαλλαν όλη την κλασική περίοδο. . . βρίσκουμε τα ίχνη της μέχρι το τέλος του τετάρτου αιώνα".


post-30-39782-POINH02_s.jpg


Ο τόπος που θανάτωναν τους καταδικασμένους, ήταν έξω από την πόλη, κοντά στα Μακρά τείχη της βόρειας πλευράς ανάμεσα στην Αθήνα και στον Πειραιά. Μια μέρα., μας λέει ο Πλάτων, «ο Λεόντιος, γυρνώντας στην Αθήνα από τον Πειραιά και περνώντας κοντά απ' έξω από το βόρειο τείχος, διέκρινε πτώματα στον τόπο των εκτελέσεων». Αυτός ο τόπος είναι διαφορετικός από το γκρεμό που λεγόταν β ά ρ α θ ρ ο ν, παλιό λατομείο, στα δυτικά της Ακρόπολης, όπου έριχναν από ψηλά, από πολύ παλιά χρόνια, ορισμένες κατηγορίες καταδικασμένων  σε θάνατο.

Γκρέμιζαν δε στο βάραθρον μόνο αυτούς που ήταν καταδικασμένοι για ιερόσυλες πράξεις και για πολιτικά αδικήματα. Ο λιθοβολισμός, που λίγες μαρτυρίες έχουμε γι' αυτόν, φαίνεται πως προοριζόταν κι' αυτός μόνο για τους ασεβείς και τους προδότες, αλλ' εμφανίζεται σα μια εκτέλεση που επέβαλλε στα γρήγορα ο λαός σε στιγμή μεγάλης αγανάκτησης• έτσι το 479 ο βουλευτής Λυκίδης, που πρότεινε να δεχτούν τις προτάσεις του Μαρδονίου, λιθοβολήθηκε από τους συνάρχοντές του και τους άλλους πολίτες που βρίσκονταν εκεί". 

Robert Flaceliere, Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (σελ. 294-295), εκδόσεις Παπαδήμα 



Το πολυάνδριο του Φαληρικού Δέλτα

Το θάνατο, πάντως, ως τιμωρία αντιμετώπιζαν επίσης και αυτοί που υπερασπίζονταν τον προδότη, αφού θεωρείτο ότι διέπρατταν και αυτοί αδίκημα.

Έτσι, για το έγκλημα της προδοσίας η θανάτωση επιβαλλόταν με τους κάτωθι τρόπους :

Κατακρήμνιση σε βάραθρο ή σε όρυγμα. Αυτή ήταν η αρχαιότερη μέθοδος θανάτωσης, για την οποία όμως δυστυχώς δεν έχουμε πολλές διαθέσιμες πληροφορίες. Ο κατάδικος ριπτόταν ζωντανός σε βάραθρο, το οποίο ονομαζόταν επίσης και «όρυγμα» ή «χάσμα φρεατώδες» και βρισκόταν κοντά στην κατοικία του δήμιου. Αρκετοί μελετητές, πάντως, έχουν υποστηρίξει ότι το βάραθρο ή όρυγμα δεν ήταν τόπος εκτέλεσης θανατοποινιτών, αλλά απλά ένας τόπος όπου ρίπτονταν άταφα τα πτώματα των ήδη εκτελεσθέντων με άλλον τρόπο. Πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι μία από τις ονομασίες του δήμιου ήταν και «ο επί του ορύγματος» (Λυκούργος «Κατά Λεωκράτους» 121).

Αποτυμπανισμός. Αυτή η βαρύτατη ποινή εκτός από τους προδότες επιφυλασσόταν και για τους τυμβωρύχους, βαλαντιοτόμους, ανδραποδιστές. Ο Λυσίας μας αναφέρει την περίπτωση ενός προδότη που αποτυμπανίσθηκε, επειδή σε καιρό πολέμου έστελνε στους εχθρούς φωτεινά σήματα, ενώ ο Δημοσθένης αναφέρει τον αποτυμπανισμό ως ποινή επιβαλλόμενη στους προδότες της πόλης. Η δεύτερη αυτή μέθοδος εκτέλεσης ήταν ιδιαίτερα άγρια και βασανιστική, ενώ είναι ενδιαφέρον ότι έχουν διατυπωθεί αρκετές απόψεις για τον τρόπο επιβολής της. Οι σχετικές μνείες είναι πολλές, αλλά, δυστυχώς, ελλιπείς και συχνά αντιφατικές.


Το νεκροταφείο των κακοποιών
Γενική άποψη του νεκροταφείου στο Δέλτα Φαλήρου



Δύο είναι οι βασικές υποθέσεις που μπορούν να διατυπωθούν : η εκτέλεση πραγματοποιείτο με πλήγματα τυμπάνου, δηλαδή με ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου με την χρήση ροπάλου. Ο κατάδικος προσδενόταν στο «τύμπανον» και αφηνόταν εκεί σε έναν αργό και αγωνιώδη θάνατο. Ο αρχαιολόγος Αντώνιος Κεραμόπουλος, μετά από ανασκαφές του το 1923 στο Παλαιό Φάληρο, ανακάλυψε έναν ομαδικό τάφο με σκελετούς ανθρώπων θανατωμένων με αποτυμπανισμό. Πολλοί ερευνητές και μελετητές του αρχαίου ποινικού δικαίου υιοθέτησαν τις απόψεις του Κεραμόπουλου, άλλοι όμως τις απέρριψαν ή άσκησαν κριτικό έλεγχο. Ειδικότερα, οι Έντεκα «επιμεληταί των κακούργων» (ήταν κληρωτοί Άρχοντες, αρμόδιοι για την εκτέλεση των ποινών) παρέδιδαν τον μελλοθάνατο, περνώντας τον από την «Χαρώνειο» θύρα, στον δήμιο. Ο δήμιος με τους βοηθούς του στην συνέχεια, αφού βασάνιζαν με ποικίλους τρόπους τον κατάδικο, τον γύμνωναν και τον ξάπλωναν ύπτιο επάνω σε μια χονδρή σανίδα πλάτους μισού τουλάχιστον μέτρου. Στην συνέχεια χρησιμοποιούσαν πέντε σιδεροκάρφια-χαλκάδες και τα στερέωναν καρφώνοντάς τα γύρω από τον λαιμό, τους καρπούς των χεριών και τα σφυρά του μελλοθάνατου, για να εξασφαλίσουν την σταθερή πρόσδεση και την ακινητοποίηση των μελών του σώματος. Ύστερα ανασήκωναν την σανίδα και την έμπηγαν στην γη κατακόρυφα, οπότε ο κατάδικος κρεμόταν και το βάρος που έπιπτε στα πέντε σημεία του δημιουργούσε αφόρητο πόνο κάτω από το σαγόνι, στις ωλένες και τις κνήμες που πληγώνονταν. Πολλές φορές, ενώ υπέμενε το παραπάνω μαρτύριο ο κατάδικος, συνάμα λιθοβολείτο.


Υποφέροντας από την δίψα και την πείνα, με την κυκλοφορία του αίματος σταδιακά να σταματά, τα πόδια και τα χέρια να γαγγραινιάζουν, τελικά ο αποτυμπανισμένος πέθαινε από την σύνθλιψη των μελών του, τον νευρικό παροξυσμό, την αγωνία και τον ψυχικό κάματο, μετά από ένα βασανιστήριο που διαρκούσε πολλές ημέρες. Υπήρχαν, μάλιστα, και φρουροί που εμπόδιζαν την τυχόν εκδήλωση οίκτου από παρευρισκόμενους, όταν ο αποτυμπανισμένος εκλιπαρούσε να συντομεύσουν το τέλος του με ένα θανάσιμο πλήγμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αποτυμπανισμός δεν ήταν μόνο εκτέλεση, αλλά κυρίως Δημόσια Θανάτωση, επίδειξη του μαρτυρίου μπροστά στο κοινό για παραδειγματισμό. Κατά τον Πλάτωνα, μάλιστα, ο αποτυμπανισμός πραγματοποιείτο σε περίοπτη θέση, σε σταυροδρόμια ή τρίστρατα (βλ. Πλάτωνος «Νόμοι» : 873β.5 - 6).



Άρθρο της Μαρίας Αλβανού (Δικηγόρος - Ιστορικός του Δικαίου, ΜΔ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου ΑΠΘ, συνεργάτις στο Transcrime - Universita degli studi di Trento & Sacro Cuore di Milano) στο περιοδικό «CORPUS» τ. 61 (Ιούν. 2004) σελ. 26 - 31.





Από τους γραμμένους με αίμα νόμους του Δράκοντα (7ος αιώνας) ως τα χρόνια του Περικλή η δικαιοσύνη και το δίκαιο σημείωσαν μεγάλη πρόοδο: κατάργηση των ομαδικών ποινών και αναγνώριση της προσωπικής ευθύνης. Παύει να τιμωρείται ολόκληρη η οικογένεια μαζί με τον ένοχο και το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» δεν εφαρμόζεται πια παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. 

Ωστόσο, όσο κι αν έκανε προσπάθειες η Αθήνα, δεν έφτασε στον τομέα της δικαιοσύνης σ’ εκείνη την ακμή, σε κείνο το βαθμό τελειότητας που έφτασε στις τέχνες στα γράμματα, στη φιλοσοφία.


Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Έρωτας δι' αλληλογραφίας, Γ. Σεφέρης, Γράμματα στη Μαρώ





«Τι θα μπορούσε να εκφράσει μια επιστολή που δεν θα το εξέφραζε χίλιες φορές καλύτερα μια λέξη, ένα βλέμμα ή ακόμη και η σιωπή;» αναρωτιέται μία από τις ηρωίδες των «Επικίνδυνων σχέσεων» (1782) του επιστολογραφικού μυθιστορήματος του Γάλλου Σοντερλό ντε Λακλό.

Για αιώνες και αιώνες η αλληλογραφία στάθηκε ένας τρόπος επαφής έξοχος. Στα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ, του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι… οι ήρωες ολημερίς κι ολονυχτίς αλληλογραφούν! Είναι γεγονός, άλλωστε, ο γραπτός λόγος εισχωρεί αλλιώς στο νόημα, είναι φανέρωση και κλειδί. 

Η ερωτική αλληλογραφία είναι πολλά παραπάνω! Τότε που οι εραστές δεν είχαν το περιθώριο να επικοινωνούν ελεύθερα, να συναντιούνται, να συγκατοικούν, να αλληλοαναγνωρίζονται, τα γράμματα ήταν μια ατέρμονη αναμονή συνάντησης, μια δυναμική απουσία της οποίας το μέγεθος ξεπερνάει σχεδόν πάντοτε την παρουσία. «Η επιθυμία έχει μια ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία.», λέει ο Ελύτης. 

Οι δυσκολίες, οι αποστάσεις, οι απαγορεύσεις, η παρανομία, οι ατυχίες στην προσέγγιση των δυο ερωτευμένων θρέφουν συναισθήματα μυθικά, απροσδόκητες δυνάμεις. Φλογισμένη άγνοια και επιθυμία, αλληλοαναγνώρισης ή ίσως τυφλής επένδυσης στον θεοποιημένο άγνωστο που είναι ο άλλος.

Οι ερωτικές επιστολές πλέκουν το φάσμα του απόντος και παντοτινά ερχόμενου νυμφίου, του «ανατέλλοντος» κάθε φορά και γι αυτό συναρπαστικού έρωτα, της απερίσκεπτα υπέροχης ελπίδας για τη συνταρακτική συνάντηση με το θαύμα, που τώρα επιτέλους συμβαίνει! Ένα θαύμα που μόνο στο μυστικό κρύβεται και ευδοκιμεί, υπόθεση αποκλειστική δυο πλασμάτων που ψηλαφούν ολομόναχοι στη σκιά τα πιο τρομερά, μύχια συναισθήματα, τις πιο διστακτικές, υπόγειες αισθήσεις, μακριά από τα βέβηλα βλέμματα των τρίτων. Στα μάτια του αμύητου «το μεγαλειώδες κινδυνεύει να φανεί γελοίο, το σπάνιο αφόρητα κοινότοπο, το αθώο πρόστυχο, το συγκινητικό σαχλό» 

Λαθραναγνώστες, λοιπόν, τέτοιων στιγμών!!! Σιωπηλά, διακριτικά, με σεβασμό στο πιο αβυσσαλέο από τα αισθήματα – αιτήματα της ανθρώπινης ψυχής: «το ιερό πάντα», το «διά του έρωτος» άλμα της ψυχής πάνω από το θάνατο! 

Υ.Γ: Λοξές ματιές, συρραφές, απενοχοποιημένες, δημιουργικές – ελπίζω – λογοκλοπές, επιρροές, κυματισμοί και ταυτίσεις…. Ευχαριστώ για μια ακόμα φορά τη Μάρω Βαμβουνάκη και το βλέμμα της στα πράγματα. 





Γ. Σεφέρης, "Γράμματα στη Μαρώ" 

Το βιβλίο είναι σε δύο τόμους. O 1ος τόμος  καλύπτει τα έτη ’36-’41. 

To 1936 o Γ. Σεφέρης είναι 36 ετών εργάζεται στην Α΄διεύθυνση πολιτικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών και διαμένει με τον πατέρα του τον καθηγητή Στυλιανό Σεφεριάδη, στην οδό Κυδαθηναίων 9. 



Για τη γνωριμία και τον έρωτά της με το Γ. Σεφέρη μιλάει η ίδια η Μαρώ στον Α. Φωστιέρη και το Θ. Νιάρχο 



Το Σεφέρη τον συνάντησα πρώτη φορά στο σπίτι των Τσάτσων με τους οποίους ήμασταν φίλοι. Εκείνη την εποχή ο Κανελλόπουλος, ο Τσάτσος, ο Σικελιανός και ο Μυριβήλης ήταν μια παρέα και ήμουν και γω μέσα σ' αυτή την παρέα. Ανέκαθεν είχα μανία με τους λογοτέχνες, μ'ενδιέφεραν πολύ. Παλιότερα στη Θεσσαλονίκη ήμουν στον κύκλο του Μανόλη Τριανταφυλλίδη και άλλων καθηγητών του πανεπιστημίου. Στη Θεσσαλονίκη έζησα τρία χρόνια, από το '30 ως το '33, γιατί ο πρώτος μου άντρας [ο Αντρέας Λόντος] επιστατούσε στην κατασκευή του δρόμου Θεσσαλονίκης - Καβάλας. Τη δουλειά αυτή τη βρήκε μετά την παραίτησή του από το Βασιλικό Ναυτικό. Υπηρετούσε στο Ναυτικό όταν τους έβαλαν να ψηφίσουν με το ζόρι να γυρίσει ο βασιλιάς. Εκείνος δεν δέχτηκε να το κάνει και παραιτήθηκε. Τότε λοιπόν είχα συνδεθεί με όλο το πανεπιστήμιο και κάθε τόσο μαζεύονταν στο σπίτι μου και στο σπίτι της κυρίας Μαυροκορδάτου όλοι οι καθηγητές. Παίζαμε σαν παιδιά, κάναμε εκδρομές — ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Κρητικός της Μαθηματικής, ο Δελμούζος, ο Ζολώτας ἠταν φίλοι μου. Ο άντρας μου δεν έβλεπε με καλό μάτι τα ενδιαφέροντά μου αυτά. Έπαιρνε τα βιβλία που διάβαζα και τα έσκιζε, είχε ένα μίσος μπορώ να πω για τα βιβλία. Αυτή ήταν ίσως η αιτία που δεν τα πήγαμε καλά.


— Όταν τον πρωτοσυναντήσατε, είχατε ήδη διαβάσει την ποίησή του; Και πώς η γνωριμία εκείνη εξελίχτηκε σε δεσμό αισθηματικό και αρκετά αργότερα σε γάμο;

Είχα διαβάσει Σεφέρη χωρίς να τον ξέρω ακόμη καλά-καλά και μ' ενδιέφερε φοβερά η ποίησή του. Όπως όλους, με είχε τραβήξει πολύ ο «Ερωτικός Λόγος». Τώρα είναι αυτό που μ’ αρέσει λιγότερο απ’ όλα, αν και είναι πολύ καλό ποίημα. Όταν λοιπόν γνωριστήκαμε στους Τσάτσους του είπα: «Να έρθετε στην Αίγινα το καλοκαίρι, γιατί είναι Αττική και νησί μαζί, πράγματα που σας αρέσουν και τα δυο». Πράγματι ήρθε εκεί το καλοκαίρι του '36 κι έτσι άρχισε ο δεσμός μας. Εγώ πήγαινα στην Αίγινα τότε τα καλοκαίρια, είχα βρει ένα σπιτάκι που το νοίκιαζα κάθε χρόνο για τις διακοπές. Πηγαίναμε εκεί μαζί με τον άντρα μου, αν και κείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει να ωριμάζει μια σκέψη χωρισμού κι ερχόταν στο νησί μόνο τα σαββατοκύριακα. Αλλά και όταν χώρισα, για ένα μεγάλο διάστημα δε μπορούσα να παντρευτώ τον Σεφέρη, γιατί ο πρώτος μου άντρας είχε βάλει όρο ότι σ' αυτή την περίπτωση δε θα μ' άφηνε να ξαναδώ τα παιδιά μου. Η κατάσταση αυτή κράτησε ως τον πόλεμο, οπότε ο Σεφέρης έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει γιατί οι Γερμανοί τον είχαν στη μπούκα του κανονιού. Έτσι λοιπόν αναγκαστήκαμε να παντρευτούμε στα γρήγορα, γιατί διαφορετικά το Υπουργείο δεν θα δεχόταν να πάω κι εγώ μαζί του. Έτσι κι αλλιώς δε μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Είχα ξετιναχτεί τελείως οικονομικά και δε μπορούσα να συντηρήσω ούτε τα παιδιά μου. Τότε μου είπε η Πηνελόπη Δέλτα να φύγω και να κρατήσει εκείνη τα παιδιά στο σπίτι της. Μόλις φύγαμε, μετά από πέντε η δέκα μέρες η Δέλτα αυτοκτόνησε και τα παιδιά τα πήρε στην αρχή η κυρία Μαυροκορδάτου και αργότερα η αδελφή του άντρα μου, η οποία τα νοιάστηκε πάρα πολύ.


Μαρώ Σεφέρη, απόσπασμα από συνομιλία της με τον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο (Λέξη, αφιέρωμα, Μάρτης-Απρίλης 1986)






Τίποτε δεν αγριεύει τη φλόγα του έρωτα λένε περισσότερο από τη δυσφορία του οικογενειακού περιβάλλοντος, των ερωτευμένων. Έτσι ούτε οι νουθεσίες του Στυλιανού Σεφεριάδη ούτε οι οργίλες συστάσεις και οι λοιδορίες του Αντρέα Λόντου που βέβαια κάποτε πληροφορήθηκε τα καθέκαστα είχαν κατασταλτικά αποτελέσματα. Ακόμη και η αιφνίδια και ανεξήγητη μετάθεση του ποιητή στο Προξενείο της Κορυτσάς (φθινόπωρο του ’36) αντί να αποκοιμίσει όπως ήλπισαν πολλοί, αναρρίπισε βίαια το καλοκαιρινό αίσθημα.

Δεν λείπουν φυσικά και οι παλινωδίες. Η σχέση χειμάζεται σκληρά τον 8ο του ’37 όταν ο ποιητής ταξιδεύει από την Κορυτσά στην Αθήνα για να συζητήσει με τον Α. Λόντο και να αναλάβει τις ευθύνες του. Το δίλημμα που ο σύζυγος έθεσε στην Μαρώ ήταν: “τον ποιητή ή τα παιδιά” – Είναι ο δρόμος του καθήκοντος πάντοτε τραχύς και ανάντης. Όνειρα θολερά, σκοτοδίνες αλλόκοτες, αδιαθεσίες ριγηλές βασανίζουν για μήνες τη γυναίκα που σήκωσε το βάρος της ευθύνης του χωρισμού. Ο ποιητής φεύγει για ολιγοήμερες διακοπές στο Πήλιο, ξαναγυρίζει στην Κορυτσά, σκίζει τα γράμματα που είχε λάβει ως τότε και βυθίζεται στη σιωπή. Μάταιος κόπος: Στο στήθος μέσα η πληγή ανοίγει πάλι.

 Το φθινόπωρο του  ίδιου χρόνου τα πράγματα έχουν άρδην μεταβληθεί. Το πείσμα και η αδιαλλαξία του Αντρέα Λόντου έχουν μαλακώσει. Άλλες είναι άλλωστε οι φροντίδες που τώρα τον απασχολούν. Έτσι η γυναίκα που έφυγε το άλλο καλοκαίρι μπορεί, ελεύθερη από ουσιαστικές και τυπικές δεσμεύσεις να περιμένει απροειδοποίητα τον ποιητή σε μια γωνιά του σιδηροδρομικού σταθμού.

Στα χρόνια που ακολουθούν, δίσεκτα για τον τόπο, η σχέση ταλανίζεται από δοκιμασίες ιδιωτικές και δημόσιες. Όμως το κέντρο του βάρους της έχει ήδη μετατοπισθεί από το αμμώδες υπόστρωμα των φευγαλέων εξάρσεων στην πέτρα της υπομονής, της αγάπης, της συντροφικότητας. Τον Απρίλιο του 1941 ο δεσμός επισημοποιείται σχεδόν αναγκαστικώς λίγο προτού αναχωρήσει το ζεύγος για την Αίγυπτο. “Κουμπάρος μας” έλεγε χαριτολογώντας ο ποιητής “στάθηκε ο … Χίτλερ”.




Ο Γιώργος Σεφέρης σε νεαρή ηλικία.
Το πρώτο βιβλίο επάνω στο γραφείο του έχει τίτλο «Ο μύθος του Δον Ζουάν»

Για την ώρα, δε μπορώ να σε ξαναδώ, γιατί δεν θα μπορέσω να σε ξαναφήσω. Αγάπη μου, αν σου ζητώ κάτι αυτή τη στιγμή είναι να με βοηθήσεις. Άφησε με να σε φιλήσω.

Παμ! παραπάμ! Αγάπη, σήμερα το πρωί σηκώθηκα με ένα απέραντο κέφι. Το κακό έκανε τον κύκλο του. Έφυγε. Σηκώθηκα φορτωμένος όνειρα σαν ένα μεγάλο δέντρο με καινούργια φύλλα. Κάτω από το douche ξεχάστηκα. Ξύπνησα μόνο όταν άρχισε να κρυώνει το νερό.

Ό,τι θέλεις, όπως θέλεις κι όσο θέλεις. Αλλά θα σε εκδικηθώ όταν γυρίσω (μαζεύω τις εκδικήσεις μου). Για την ώρα ανεξικακία! Τι με ρωτάς τι σκοπούς έχω; Σ’ αγαπώ (μου επιτρέπεις;) και τίποτα δε μπορεί να σταματήσει αυτή την αγάπη εκτός από σένα, και πάλι είναι ζήτημα. Το μόνο κακό που μπορείς να μου κάνεις είναι να σταματήσεις να μου γράφεις. 

Η χαρά είναι δύσκολη υπόθεση. Ίσως γι αυτό να ’χει αξία. Βέβαια ό,τι χάνουμε σε διάρκεια το έχουμε σε ένταση. Κι επειδή ξέρω τι θα πει ταραχή πολύ περισσότερο από πολλούς έξαλλους κατοίκους της Αττικής, γι αυτό δε ζήτησα τίποτα περισσότερο στη ζωή μου παρά την ισορροπία. Στο σπίτι θα σου στέλνω γράμμα κάθε βδομάδα, αλλά θα πρέπει να με βοηθάς κι εσύ. Σε κάτι θα πρέπει να απαντώ.

Δεν απελπίζεται η ζωή όσο υπάρχει, κι ας απελπίζεται ο άνθρωπος. Συλλογιζόμουν εσένα, ζωή μου. Λογαριάζω το κόστος της ευτυχίας κι έπειτα: «Ας γίνει ό,τι γίνει» έτσι τελειώνω πάντα άμα έρθω σε αναπαράσταση μαζί σου.

Δε θα γράφεις, όταν δεν έχεις κέφι χρυσό μου κορίτσι, ούτε όταν δεν έχεις τίποτα να πεις. Δε θα ήταν καλό να βάλουμε στη ζωή μας καταναγκαστικά έργα, όσο μικρά και να ’ναι.

Κι αν είναι η νύχτα τούτη μια νύχτα μοίρας, ας είναι ευλογημένη ώσπου να ’ρθει η αυγή. Σ’ αγαπώ. Δηλαδή θέλω, αυτό που είμαστε μαζί, να είναι ένα δικό μας πλάσμα - δικό μας κι ανεξάρτητο από μας, όχι μία κατάσταση - Μου είναι ακατανόητα όλα αυτά. Όταν είμαι τόσο κοντά σου, να μένει αποχωρισμένο το κομμάτι εκείνο της ζωής που είναι το ευκολότερο να μην είναι αποχωρισμένο. Η υλική παρουσία. 

Πόσο καιρό θα ζούμε ακόμη με τη φαντασία; Πηγαίνω να πιστέψω πως το χειρότερο ελάττωμα μου είναι η υπομονή.

Χωρίς εσένα έχω πάντα μία λόγχη στο πλευρό.




Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ'  έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη...
                                                    
Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω  την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’  αγαπούσες λιγότερο.

Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις  να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω - γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι  το δικό μου - δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας  άγνωστος δρόμος μπροστά μου. Έχω το συναίσθημα ότι βλέπω καθαρότερα εκεί που ήμουνα τυφλός. Κι αυτά τα πράγματα δεν τα σβήνει κανείς με μια μονοκοντυλιά. Σ αγαπώ και τούτο έχει νόημα.

Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά  μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα  από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη  σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς  να το πω, που με ατιμάζει.

Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’  αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και  ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή  μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν  τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι  οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ' αυτόν τον πόνο,  είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ  πια να περάσω.

Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε  συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα. Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι  για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις  λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό, να  σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο...

Όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο  του, πρέπει να βρει τρόπο να μην ξυπνά ποτέ  του…

Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από  μακριά να σ’ αγαπώ...



Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…

Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..

Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη - θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.

Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;

Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου.

Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς.

Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά  αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα  πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ’ αυτόν  τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν  επιτέλους, έξω απ’ όλα - κάποτε, όταν αυτά που  λέμε
τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση  και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα.




Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω «δύο λόγια αγάπης». Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου. Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δε λες καλά ότι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κιόλας να γράφεις και να σκίζεις. Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μην μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: «Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο;» Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου. Δώσε μου ότι έχεις κι ότι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δε γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ΄ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω. Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς, να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει.

Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό.

Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.




Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..

Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή - ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου - είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα..

Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακρυά. Βρέχει, την αγαπώ τούτη τη βροχή γιατί σαν ξεκίνησες έβρεχε και δε σταμάτησε από τότε. Φρικτά πολύ! Τίποτε άλλο δεν ξέρω να γράψω ούτε να σκεφτώ. Πότε άραγε θα έχω το πρώτο σου γράμμα; Το περιμένω σαν κάτι καινούργιο. Προσπαθώ να ξεκουράζομαι όπως μου ζήτησες πριν φύγεις. Ξεκούραση για μένα είναι να κάθομαι στο σπιτάκι μας στη Μουσούρου και να σε περιμένω, ν’ ακούσω το κλειδί στην εξώπορτα να μπαίνεις. Ή να σε βρίσκω μέσα να ξαπλώνω να μου διαβάζεις. Θυμάσαι μια μέρα που με πήρε ο ύπνος ενώ μου διάβαζες; Σαν άνοιξα τα μάτια με είχες σκεπάσει και με κοίταζες. Θυμάμαι την έκφραση σου γεμάτη αγάπη, είπες: «Ασχημοκόριτσο»!

Ευτυχώς που τελειώνεις με τις λέξεις "σε περιμένω"’. Δεν τις πέταξες έτσι στα κουτουρού. Ή αν ήταν στα κουτουρού, ξέραν τα χεράκια σου κάτι περισσότερο απ’ το μυαλάκι σου. Έτσι είναι αγόρι μου, το ξέρεις, σαν τις γραφικές παραστάσεις πάνω στα κρεβάτια των αρρώστων. Δεν μπορεί να’ ναι όλο ευθεία. Να ’σαι καλά και όπως να ’σαι ... αγάπη!




Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ'  αρέσουν.

Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι , αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί , αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν , χρυσή μου;

Αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ'  εμένα.

Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ αφήνει να σ αγαπώ όπως θέλω , δε μ αφήνει να ξέρω καν πώς σ'  αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;