Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ενότητα 9, Οι νόμοι επισκέπτονται το Σωκράτη στη φυλακή

Jacques-Louis David, The Death of Socrates
Metropolitan Museum of Art, New York

Ο πλατωνικός διάλογος "Κρίτων" 

Ο Κρίτων, έργο του Πλάτωνα, εντάσσεται στην τετραλογία (Ευθύφρων, Κρίτων, Απολογία, Φαίδων) των διαλόγων που αναφέρονται στη δίκη και εκτέλεση του Σωκράτη. Τα πρόσωπα του διαλόγου είναι δύο, Ο Σωκράτης και ο στενός και πλούσιος φίλος του, Κρίτων.


Η πρόταση απόδρασης

Ο Σωκράτης βρίσκεται στη φυλακή, μετά την καταδίκη του σε θάνατο, περιμένοντας την ώρα που θα πρέπει να πιεί το κώνειο. Ο φίλος του, Κρίτων, πηγαίνει να τον επισκεφθεί και του προτείνει ένα τρόπο για να αποδράσει.

Οι λόγοι για τους οποίους ο Σωκράτης θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Κρίτωνα, να δραπετεύσει είναι ότι αν εκτελεσθεί:
  • Ο Κρίτων θα χάσει έναν αναντικατάστατο φίλο.
  • Πολλοί θα θεωρήσουν ότι τσιγγουνεύτηκε τα χρήματα που απαιτούνταν γι' αυτό το σκοπό.
  • Ο Κρίτωνας δε θα πάθει τίποτε εξαιτίας της απόδρασης του Σωκράτη γιατί είναι σε θέση να υπερασπισθεί τον εαυτό του.
  • Οι εχθροί του Σωκράτη θα έχουν πετύχει το σκοπό τους.
  • Θα εγκαταλείψει τους γιους του και αυτοί θα έχουν την σκληρή μοίρα των ορφανών.
  • Δεν θα φανεί ανδρείος.
  • Ο Κρίτωνας και οι άλλοι φίλοι του θα φανούν άνανδροι.

File:Jacques-Philip-Joseph de Saint-Quentin - The Death of Socrates - WGA20664.jpg
The Death of Socrates by Jacques-Philip-Joseph de Saint-Quentin

Oι «Nόμοι» μιλούν στο Σωκράτη

«Σκέψου λοιπόν, Σωκράτη», θα έλεγαν ίσως οι νόμοι, «αν είναι αλήθεια αυτό που λέμε, ότι δηλαδή δεν είναι δίκαια αυτά που επιχειρείς τώρα εναντίον μας. Εμείς σε γεννήσαμε, σε αναθρέψαμε, σε εκπαιδεύσαμε και μεταδώσαμε σε σένα και σε όλους τους άλλους πολίτες όσα καλά πράγματα μπορούσαμε. Όμως κάναμε σαφές ότι  έχουμε δώσει την εξουσία σε όποιο Αθηναίο θέλει, αφού περάσει τη δοκιμασία και δει όσα γίνονται στην πόλη και εμάς τους νόμους, αν δεν του αρέσουμε, να πάρει τα πράγματά του και να πάει όπου θέλει […] Όποιος όμως από τους πολίτες παραμείνει, ενώ βλέπει με ποιο τρόπο διεξάγουμε τις δίκες και γενικά κυβερνάμε την πόλη, εμείς προϋποθέτουμε ότι έχει συμφωνήσει μαζί μας έμπρακτα να εκτελεί αυτά που διατάζουμε· και εμείς υποστηρίζουμε ότι όποιος δεν υπακούει αδικεί τριπλά: δείχνει ανυπακοή σε μας που τον γεννήσαμε και τον αναθρέψαμε και, ενώ συμφώνησε να μας υπακούει, ούτε αυτό κάνει ούτε μας πείθει ότι δεν κάνουμε κάτι σωστά…»

(Πλάτων, Κρίτων, 52c-e)


Ο Κρίτων, μπροστά στην επιμονή του Σωκράτη, δεν μπορεί να πεί τίποτε άλλο: «Αλλ΄ ω Σώκρατες, ουκ έχω λέγειν». Και ο Σωκράτης κλείνει τον διάλογο με την ακόλουθη απόκριση: «Άφησε κατά μέρος την πρόταση σου λοιπόν, ω Κρίτων, και ας ενεργήσουμε με τον τρόπο που είπα εγώ, γιατί αυτόν τον τρόπο μάς τον υποδεικνύει ο θεός».


Ο θάνατος του Σωκράτη, Ανώνυμος, Γερμανία 19ος αι.,
Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης


Κρατούμενος του εαυτού του.....

Το πρώτο σχήμα ρητής διδασκαλίας, στην ηθική, το έδωσε ο μοιραίος άνθρωπος που, μπρος στους Αθηναίους δικαστές, ισχυρίστηκε ότι ποτέ του δεν δίδαξε. Δεν δίδαξε τίποτε, δεν γνώριζε το παραμικρό, δεν άφησε γραφτά, χρειάστηκε όμως η πιο δυνατή φιλοσοφική γραφή για να διασώσει από τη λήθη και να αναπλάσει τη γνώση που κληροδότησε η διδαχή του. Και το μέγιστο μάθημα: το θάνατό του. Ο Σωκράτης παραδίνεται στον νόμο της πολιτείας που τον ανάθρεψε και δεν διστάζει στιγμή να υποταχτεί στην αδικία για χάρη της δικαιοσύνης, να δώσει ζωή στην πόλη προσφέροντάς της, σφάγιο, τον εαυτό του. Αυτοκτονία αλλόκοτη, ακόμη και στα μάτια των ίδιων των μαθητών του, που μοιάζει ληξιαρχική πράξη της ηθικής — δηλαδή της βίας. Μαιευτήρας σ' όλη του τη ζωή, επιμένει, και την ύστατη στιγμή, ξεγεννώντας τον ίδιο τον εαυτό του αυτή τη φορά, να φέρει στον κόσμο το απόλυτο κράτος δικαίου.

Το δεσμωτήριο όπου τον κρατούν μένει ανοιχτό. Στη Θεσσαλία ή άλλον ξένο τόπο μπορεί ελεύθερα να πάει, φτάνει να το θελήσει. Ο Κρίτων και ο Φαίδων, επειδή ακριβώς εμπιστεύονται τα μάτια τους, ένα δεσμωτήριο μονάχα γνωρίζουν και ένα φύλακα: τον άνθρωπο που, λίγα βήματα παραέξω, φρουρεί το νόμο. Αλλά, μολονότι τα χρήματα εύκολα μπορούν να ανοίξουν τους δρόμους της φυγής, εκείνο που ξεπερνά το νου των μαθητών και τους αποσβολώνει είναι ότι δεσμώτης, δεσμωτήριο και φύλακας είναι ο ίδιος άνθρωπος. Ο δάσκαλός τους είναι κρατούμενος του εαυτού του, και τη μόνη πράξη «ελευθερίας» που αναγνωρίζει είναι η απαντοχή του θανάτου. Άραγε θα μπορέσουν να τον πείσουν να δραπετεύσει από τον εαυτό του;

Καθώς, υπάκουος στην υπόδειξη του φύλακα, βηματίζει για να ποτιστεί βαθύτερα το σώμα του από το φαρμάκι, η γαλήνια απόφασή του είναι σημάδι πως υπάρχουν αρχές που ξεπερνούν τη ζωή και μαζί τον θάνατο: από τέλος τον κάνουν αρχή. Έζησε για να πεθάνει, και πεθαίνει για να ζήσει αληθινά — αυτή φαίνεται να είναι η μοίρα του Σωκράτη. Η απόλυτη υπακοή του στο νόμο είναι ανάλογη με την πίστη του ότι στο κατώφλι του θανάτου δεν έχει τίποτε να φοβηθεί. Αφού γιατρευτεί από την πληγή του σώματος, η ψυχή του, ακολουθώντας την «ειμαρμένην πορείαν», θα πάει για 'κει που την προορίζει η κοσμική αρμονία. Δεν ανήκει στους ανθρώπους, λοιπόν, η τελευταία λέξη, παρά στο Θεό, που, για να τον λατρέψει, έζησε μέσα σε χίλιες στερήσεις (αλλ’ εν πενία μυρία ειμί διά την του θεού λατρείαν).

Στον Κρίτωνα,ο φιλόσοφος, εξηγεί την απόφασή του σαν αναζήτηση της σωστής ζωής (ου το ζην περί πλείστον ποιητέον, αλλά το ευ ζην) και της σωστής σκέψης (ω φίλε Κρίτων, η προθυμία σου πολλού αξία, ει μετά τίνος ορθότητος είη). Η πίστη στο απαράβατο των νόμων εμψυχώνεται από την άμεση πίστη στο Θεό (πράττωμεν ταύτη, επειδή ταύτη ο θεός υφηγείται). 

Ο θάνατος, άγνωστος στους ανθρώπους, μπορεί να αποδειχθεί ευεργέτης για δύο λόγους: είτε ο νεκρός βουλιάζει σ’ έναν αιώνιο ύπνο και χάνεται στο μηδέν οπότε, γλιτώνοντας από το βάσανο της ζωής έχει θαυμάσιο κέρδος, είτε ταξιδεύει σε άλλον τόπο, όπου ανταμώνει τούς προηγούμενους μετανάστες — κι ανάμεσά τους τον Όμηρο, τον Ορφέα, τον Ησίοδο κ.τ.λ.Η ειρωνεία του, στις τελευταίες αράδες της Απολογίας, αδιαφορεί για την πειθώ: «Είναι καιρός πια να πηγαίνουμε, εσείς παίρνοντας το δρόμο της ζωής κι εγώ το δρόμο του θανάτου. Όσο για το ποιοι πάνε σε καλύτερο μέρος, μόνο ο Θεός το ξέρει».


Ο θάνατος του Σωκράτη, Michel-François Dandré-Bardon, 1747,
Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης

Σύμφωνα με τη γλώσσα του συρμού, ο Κρίτωνας έχει δίκιο πέρα για πέρα. Κατηγορούν το δάσκαλό του για αθεΐα (νομίζοντα δαιμόνια καινά), αυτόν που έζησε πάντα θεοταγής (εμοί δε τούτο προστέτακται υπό του θεού) και πιστός στο «του θεού σημείον». Τον κατηγορούν για διαφθορά των νέων, αυτόν που αφιέρωσε τη ζωή του στην εκπαίδευση των συμπολιτών του. Στοιχεία όλα αυτά που συγκροτούν την εικόνα ενός ανθρώπου που έχει κακόβουλες προθέσεις απέναντι στην ίδια του την πόλη. Κι όμως, είναι από τους λίγους πολίτες που έζησαν ισόβια μέσα στην Αθήνα και πέρασαν τά σύνορά της μόνο και μόνο για να την υπερασπιστούν. Πρώτα στην Ποτίδαια, όπου έσωσε τον τραυματισμένο Αλκιβιάδη μαζί με τα όπλα του. Ύστερα στη Βοιωτία, όπου έσωσε από βέβαιο θάνατο τον Ξενοφώντα, κουβαλώντας τον στους ώμους του αιμόφυρτο. Τέλος στην Αμφίπολη.

Παντού και πάντα έκανε το πολιτικό του καθήκον στο ακέραιο: έθεσε τη μοίρα της πόλης πάνω από την προσωπική του τύχη. Υποστηρίζοντας, όμως — με τα όπλα στο πεδίο της μάχης, με τα λόγια στο πεδίο της πόλης —, απόλυτες ηθικο-πολιτικές αρχές, είναι σαν να ψάχνει για εχθρούς και δήμιους. Και, φυσικά, δεν θα αργήσει να τους βρει. Η σχετικότητα και η συναλλαγή θα τον μισήσουν μέχρι θανάτου. Επιστρατεύοντας το ψέμα και τη συκοφαντία, θα προσπαθήσουν να παραχαράξουν την ταυτότητά του. Στο δικαστήριο, αφού ακούσει κατάπληκτος τα όσα του αποδίδουν, ο Σωκράτης θα ομολογήσει ότι οι μομφές των αντιπάλων του τον έκαναν να ξεχάσει ποιος είναι • Το ίδιο και οι παρακινήσεις των φίλων του και μαθητών • οι κατήγοροι τον χαρακτηρίζουν επικίνδυνο, για να τον αφανίσουν οι φίλοι τον συμβουλεύουν να διατρέξει τον μικρό κίνδυνο μιας παρανομίας, για να σώσει τη ζωή του. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ο Σωκράτης δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του.

Η λογική των αισθημάτων, που δεν παραδέχεται αξία ανώτερη από την αυτοσυντήρηση, μιλάει με το στόμα του Κρίτωνα. Με κριτήριο την επιβίωση ξεχνά τις αξίες για χάρη της «ζωής» — και όχι, καθώς ο Σωκράτης, τη ζωή για χάρη των αξιών της πόλης. Τον πιέζει, λοιπόν, να ξεφύγει από τα νύχια του νόμου, όπως τα παιδιά ξεφεύγουν από την επιτήρηση του πατέρα. Ο καιρός και ο τόπος του έχουν στερήσει την ελευθερία του νου. [......]


Ο θάνατος του Σωκράτη, Cignaroli, Giambettino, 1706-1770

Με την προσωποποίηση των νόμων, το δικαστήριο που στήνει ο μελλοθάνατος στην ψυχή του α-ντιπροσωπεύει το πρότυπο της ηθικής στάσης. Μια υποθετική δίκη, που δικάζει την πρόθεση και όχι το άμεσο ακολούθημά της: την πράξη. Προτού δοθεί στην πράξη, αν ο παραβάτης έφερνε μπρος στα μάτια του, με σάρκα και οστά, τον Νόμο και (κατα)δίκαζε την πράξη του προτού τη διαπράξει, τότε αυτό το προτού —ο προθάλαμος της πράξης— θα γινόταν η δίοδος που θα τον γλίτωνε από τον εαυτό του. Υψώνοντας το κριτήριό του ως το επίπεδο της οικουμενικότητας, ο Σωκράτης γίνεται καθολικός άνθρωπος και η πράξη του πράξη καθολική• με τη ματιά του πάνω από τον στενό κύκλο του παρόντος, μιλά για την ουσία (της πόλης) με τρόπο αληθινά φιλοσοφικό. Πιστός στην ανώτερη αρχή: μηδέν ποιείν παρά τούς νόμους, μετατρέπει το δεσμωτήριο σε τόπο συμβολικό. Στο μέτρο που κυβερνιέται από τους νόμους, η πόλη είναι ένα δεσμωτήριο, όπου κάθε πολίτης είναι δεσμώτης και δεσμοφύλακας, κατήγορος και κατηγορούμενος. Φύλακας της πόλης και φυλακισμένος στην πόλη. Η υποχρέωση γεννά το δικαίωμα, και το δικαίωμα την υποχρέωση — στη ζωή και στον θάνατο. 


Στις τελευταίες στιγμές, όταν πια ο Κρίτων δεν έχει τι να πει (ουκ έχω λέγειv), καταλαβαίνει ξαφνιασμένος ότι, αντί για τη σωτηρία, εκείνο που γύρευε ήταν η καταστροφή. Ήθελε να κάνει το δάσκαλό του να προδώσει τον εαυτό του (σαυτόν προδούναι) και να τον αφήσει έκθετο στην καταλαλιά και στον πονηρό γέλωτα  των άλλων. Τι πιο γελοίο από ένα Σωκράτη που το σκάει από τη φυλακή και φτάνει στη Θεσσαλία κουκουλωμένος πέτσινα ρούχα ή άλλα μασκαρέματα, σαν κι εκείνα που ρίχνουν απάνω τους οι δούλοι; Από φόβο, από άγνοια, πάσχιζε να τον κάνει να χάσει τον εαυτό του (το σχήμα το σαυτού καταλλάξας). Τί πρέπει, λοιπόν, να διαλέξει ο Σωκράτης; Τα λίγα χρόνια άχαρης ζωής που του απομένουν; Όσο γι' αυτό, δεν επιτρέπει στον εαυτό του τη λατρεία της ζωής (φιλοψυχία), γιατί ξέρει ότι η φύση τον έχει, από γεννησιμιού, καταδικάσει σε θάνατο. Ξέρει, ακόμη, ότι, όσο κι αν αποδιώχνει κανείς τη σκέψη του θανάτου, δεν μπορεί να αγνοεί ότι είναι όπως η αρρώστια: ξεχνάς ότι μασάει το κορμί σου, αλλά αυτή δεν σε ξεχνάει. Πρέπει, λοιπόν, να καταργήσει τους νόμους (νόμους τούς μεγίστoυς παραβάς) για χάρη της όποιας ζωής, ή να την προσφέρει τίμημα της πολιτικής αρετής; Να πάει με το αγαθό η με το κακό;


Κωστή Παπαγιώργη, Σωκράτης, Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, εκδόσεις Καστανιώτη
[σελ. 11-18, επιλογή αποσπασμάτων]


Ο θάνατος του Σωκράτη, PEYRON, Jean-François-Pierre,1787

Ο Νόμος εγκόσμιος βιαστής ή αναγκαίος ρυθμιστής των ανθρωπίνων; 

Η σκηνή του δεσμωτηρίου υπάρχει περιθώριο να ξαναπαιχτεί - τι θεμελιώνει την — αρνητική ή θετική — στάση του πολίτη μπρος στον νόμο; Ο Σωκράτης αποκρίνεται διπλά: με τη διδασκαλία του και με την ίδια του τη στάση. Ειρωνικός και ανήξερος όταν μιλά στους μαθητές και τους δικαστές του, δείχνεται αποφασιστικός και βέβαιος αντίκρυ στον θάνατο. Πάντως, στη διασπορά τους τα σωκρατικά επιχειρήματα, με επικρατέστερο τη σκηνή του δεσμωτηρίου, διασταυρώνονται σ ένα κοινό σημείο: την αντιμετώπιση και τη συνακόλουθη αφαίρεση της σοφιστικής.
Κραδαίνοντας τον εμπειρισμό της, η σοφιστική δεν αναγνωρίζει καμιά απολυτότητα στο περιεχόμενο των αξιών και παίρνει εμφατικά το μέρος αυτού που σήμερα θα ονομάζαμε σχετικισμό. Οι αξίες δεν θεμελιώνονται σε μια υπερβατική τάξη, αλλά είναι κοινωνικές συμφωνίες, εφήμερα συμβόλαια που μπορεί, επειδή είναι τέκνα του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου, εύκολα να ανατραπούν. Σε αντίθεση με τους νόμους, μονάχα η φύση είναι ακλόνητη. 

Ζωή θηρίου το πρώτο στάδιο του ανθρώπου, θ’ αλλάξει με την τυραννική επιβολή των νόμων που κρατούν την τάξη με την απειλή της τιμωρίας και θα συμπληρωθεί με την «εφεύρεση» των θεών, οι οποίοι, σαν υπερυψωμένα πρόσωπα του νόμου, προκαλούν τον φόβο. Όχι μόνο για τα φανερά, αλλά και για τα κρυφά. Δίνοντας στον νόμο το χαρακτήρα μιας τυραννικής όσο και αναγκαίας μηχανής που πειθαναγκάζει τα άτομα, και στο λόγο το ρόλο του θηριοδαμαστή που, με το μαστίγιο της ορθής κρίσης, ημερεύει τα πάθη, η ειρηνική συνύπαρξη έρχεται σαν ακολούθημα της βίας. Η συνθήκη του πολίτη είναι πέρα για πέρα αντιφατική: συνυπάρχει, στο μέτρο που αρνείται και μάχεται ένα μέρος του εαυτού του, δηλαδή τα πάθη του. Αναγκάζεται να δεχτεί —θέσει— μια τάξη που, ανίσως δεν καταπνίγει την ίδια του τη φύση, τουλάχιστον τη φιμώνει στο όνομα της κοινότητας. Για να ζήσει αβίαστα, πρέπει να δεχτεί τη βία του νόμου — που τον προστατεύει απειλώντας τον και τον απειλεί προστατεύοντάς τον.

Μια πολιτεία που νομοθετείται από τη φύση: είναι δυνατό; Το δίκαιο του ισχυρότερου μπορεί άραγε να στήσει μια κοινωνία ανθρώπων; 

Ο Σωκράτης απομακρύνεται από τους σοφιστές όχι εξαιτίας των νόμων —συνθήκη sine qua non της συλλογικής ζωής— αλλά εξαιτίας της ερμηνείας τους. Μέτρο όλων των πραγμάτων ο άνθρωπος για τον σοφιστή, καταντά υποχείριο της θείας τάξης μέσα στο κράτος δικαίου που προτείνει Σωκράτης (πάντων χρημάτων μέτρον Θεός). Αναχαιτίζοντας το δίκαιο της πυγμής, η σωκρατική βία ακολουθεί άλλο δρόμο: ο λόγος, η γνώση, οι ιδέες θεμελιώνουν τον νόμο και όχι λιγότερο «βιαστικά» από τους σοφιστές, επιβάλλουν μια απόλυτη δυϊκότητα που, με την πλήρη της μορφή, θα αναδειχθεί μέσα στη θεωρία των ιδεών. 

Η μέχρις αυτοκτονίας προσήλωση του Σωκράτη  στην αρετή και την αλήθεια είναι είτε η αιώνια μαρτυρία της απαρέγκλιτης τάξης του κόσμου, είτε η καταγωγική θεσμοποίηση της βίας. Αυτής που ο νόμος — θεϊκός ή ανθρώπινος— ασκεί πάνω στη ζωή, κάνοντας τα αδύνατα δυνατά για να συγκρατήσει μέσα στην τάξη, την αρμονία και την ενότητα το κοινωνικό σύμπαν, που σπαράζεται από την αταξία, τη δυσαρμονία και τη διαφορά.


Κωστή Παπαγιώργη, Σωκράτης, Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, εκδόσεις Καστανιώτη

[σελ. 28-33, επιλογή αποσπασμάτων]



Ο Σωκράτης σε σελτζουκικό χειρόγραφο του 13ου αι. μ.Χ.,
 Topkapi Palace Library,Istanbul, Τουρκία




Πληροφορίες, επιπλέον υλικό, λεξιλογικές επισημάνσεις, πλήρη συντακτική ανάλυση, γραμματική - ασκήσεις και παράλληλα κείμενα θα βρείτε στην ιστοσελίδα ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ


Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; τέλεια φθαρτός.. δυνάμει αιώνιος......

Πριν από λίγα χρόνια, στους δρόμους των Εξαρχείων, είδα γραμμένο με σπρέι ένα γκράφιτι: Αν υπάρχει Θεός, τη βάψαμε... Δεν έλεγε ακριβώς τη βάψαμε, ήταν μια άλλη, πιο ωμή λέξη, όμως με το ίδιο νόημα. 

Cimitero Monumentale di Milano


Νομίζω πως έτσι λίγο-πολύ σκεφτόμαστε οι περισσότεροι. Πιστεύουμε σε Θεό και αγίους για την περίπτωση που υπάρχουν, όχι με τη βεβαιότητα πως υπάρχουν. Πιστεύουμε, άλλωστε επιλεκτικά. Από τις διδασκαλίες και τις πράξεις του Χριστού, επιλέγουμε εκείνα που κρίνουμε ως πιο «λογικά», ως πιθανότερα, και αυτά δεχόμαστε. Αν το συλλογιστούμε έντιμα, θα διαπιστώσουμε πως ακόμη και οι πιο κοντινοί στην Εκκλησία σκαλώνουμε κάπως στην έκβαση της Αναστάσεως. Ταυτιζόμαστε και συγκινούμαστε μέχρι δακρύων με τα περισσότερα του βίου Του και κυρίως με τη Σταύρωση Του —η Μεγάλη Πέμπτη και η Μεγάλη Παρασκευή είναι οι πιο δημοφιλείς μέρες—, όμως την Ανάσταση την παρακάμπτουμε ψυχολογικά με περίεργους ελιγμούς. Έχουμε μετατρέψει την εκτυφλωτική μαρτυρία της σε εθιμοτυπικό πανηγύρι, ευκαιρία γλεντιού και ευωχίας. Λες και η προηγούμενη νηστεία σκοπό είχε να ερεθίσει κι άλλο την υλική απόλαυση• το μεγάλο φαγοπότι του Πάσχα. Και όχι μόνο για λόγους ηδονιστικούς, σωματικούς και απερίσκεπτους, αυτό θα ήταν μια εύκολη υποψία, αλλά και από μιας άλλης κατηγορίας εκλογή.

Κάτι μέσα μας δε χωράει το μέγιστο γεγονός ότι οι νεκροί ξυπνούν, λύνουν τα λαζάρια τους και βαδίζουν έξω από τον τάφο. Ότι δεν είμαστε κτίσματα με ημερομηνία λήξεως αλλά εν δυνάμει αιώνιοι. Ότι ο θάνατος δεν είναι εκείνο που προσαρμοστήκαμε να νομίζουμε αλλά νικιέται. Ότι είναι κάτι άλλο, σαν πέρασμα, σαν αρχή, σαν άθλος, σαν ζωή. Πως ακόμη κι απ' αυτή τη ζωή μπορεί να αρχίσει ο πραγματικός θάνατος ή η πραγματική ζωή. Πως είναι τρόπος. Τρομάζουμε να αλλάξουμε συνήθειες σκέψης και πράξεων, τρομάζουμε να μάθουμε αλλιώς την ψυχή και το σώμα μας, σαν άλλης δυνατότητας ουσίες. 


Blackbird’s nest in the folded hands of a statue in a graveyard in Berlin, Germany, 1932.

Κι έτσι, το ίδιο το βράδυ της Ανάστασης, αμέσως μετά το Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας [Τι φοβερή αναγγελία, αν τη δούμε ως πραγματική!] απωθούμε την πιθανότητα να είναι αυτό, εκτός από παλιός μύθος, αλήθεια που μας αφορά, και καθόμαστε στο εν αφθονία τραπέζι μας, σηκώνοντας τα ποτήρια, κι ανταλλάσσοντας την πιο μίζερη αμπελοφιλοσοφία των νοικοκυραίων: Φάγωμεν και πίωμεν αύριον γαρ αποθνήσκομεν! Γελώντας και καμαρώνοντας για το θάρρος μας να αντιμετωπίζουμε το θάνατο έτσι άνετα, έτσι λεβέντικα και κεφάτα...

Είναι αφάνταστο το τι μπορεί να περικόπτει ο άνθρωπος από μια πραγματικότητα, προκειμένου να προσαρμόσει την πραγματικότητα στη δική του περίπτωση. Στα σημεία όπου συνταιριάζονται αυτά τα δύο, «πραγματικότητα» και «εγώ», όλα βαίνουν καλούτσικα. Στα σημεία όπου δε συνταιριάζονται, θα επιλεγεί η ψευδαίσθηση του εγώ και θα κοπεί με τροχισμένο ψαλίδι η πραγματικότητα που ενοχλητικά περισσεύει. Ακόμη και η πραγματική Ανάσταση• ακόμη και η αληθινή βιογραφία των αγίων. Θα θεωρηθούν όλα τούτα καλύτερα ως μαγείες και όχι ως θαυμαστά, ως χαριτωμένα παραμύθια, και όχι ως τραχιά αποκάλυψη• το πολύ πολύ ως συμβολισμοί. Όπως λέμε, για παράδειγμα, πως η ανθισμένη αμυγδαλιά συμβολίζει την ανυπόμονη νιότη. Τη νίκη του χειμώνα, και άλλα ποιητικά δήθεν και διάφορα. Ναι, αλλά υπάρχει και η αμυγδαλιά, μπροστά σου.


The Archangel - Capt. Truffles


Ο άνθρωπος δεν αντέχει να χάνει τις συνήθειες του. Τόσο δεν αντέχει μια τέτοια αλλαγή, που προτιμά να συντηρεί μια συνήθεια εις βάρος του, παρά να αλλάξει [αυτό είναι το νόημα της λέξης μετάνοια] και να δεχθεί μια νέα αληθινή πρόταση ζωής, υπέρ του, η οποία όμως θα τον ξεβολέψει. Σαν τους τσιγγάνους της Ρουμανίας που, μετά το μεγάλο σεισμό, το κράτος τούς παραχώρη¬σε διαμερίσματα κι εκείνοι, για να κοιμηθούν, έστηναν τη σκηνή τους μέσα στο σαλόνι.

Ακούγεται τρελό, αλλά πάρα πολλοί πιστοί του χριστιανισμού διατηρούν δυσπιστία για την Ανάσταση, στο βάθος δεν την αφομοιώνουν. Το δραματικό, συγκινητικότατο έργο των Παθών τελειώνει στο νου τους με το σπαραχτικό ξεψύχισμα του Ιησού στο Σταυρό του Γολγοθά: «Τετέλεσται!» Όντως τετέλεσται. Δακρύζουν κιόλας, πραγματικά συμπάσχουν. Ως εκεί, μάλιστα, το καταλαβαίνουν... Όλα τ' άλλα δε χωρούν στην αντίληψη τους και στις εμπειρίες τους.

 Άσε που, αν αποδεχθούμε ασυζητητί και με γνήσια πίστη πως ένας νεκρός δεν τελειώνει οριστικά με το θάνατο, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε παντελώς τη στάση ζωή μας, τον τρόπο σκέψης μας, τις συμπεριφορές μας. Θα πρέπει να έρθει ο κόσμος τα πάνω κάτω. Δείχνει πολύ κοπιαστικό και ανατρεπτικό κάτι τέτοιο, καλύτερα να παραμείνουμε στην κλάψα μας πως «Όλα τελειώνουν εδώ», «Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα είναι», «Τι τα θες, εκεί, στο χώμα θα καταλήξουμε όλοι», «Ψέματα, ψέματα, όλα ψέματα, τίποτα δε μένει δυστυχώς», και όλα όσα κλισέ εκφράζουμε πονεμένα ο ένας στον άλλο στις κηδείες, αφού μάλιστα έχουμε ακούσει μες στο ναό την «εξήγηση» της εκπληκτικής νεκρώσιμης ακολουθίας.

Graveyard People by Mattia Mognetti (cemetery of Milan)

Είναι αφάνταστα ισχυρό πάθος η πνευματική αδράνεια. Όσοι ασχολούνται με ψυχοθεραπείες, παρατηρούν άφωνοι — στην αρχή τουλάχιστον της σταδιοδρομίας τους — το πόσο βαριέται ή και φοβάται ένας θεραπευόμενος να αλλάξει το παραμικρό στις συμπεριφορές του, ακόμη και όταν πείθεται πως τούτη η αλλαγή θα ωφελήσει και θα εξελίξει το πρόβλημα για το οποίο ήρθε να τους βρει. Κάτι μέσα του, που η επιστήμη το αποκαλεί «αντίσταση» και η Εκκλησία «δαιμόνιο», παλεύει σθεναρά με νύχια και με δόντια εναντίον της εξέλιξης. Είναι το πιο κουραστικό, ασφυκτικά κουραστικό εμπόδιο μιας ψυχοθεραπείας. Εκεί παίζονται οι δυσκολότερες μάχες ανάμεσα στον αναλυόμενο και τον αναλυτή, τότε είναι που αρκετοί εγκαταλείπουν απ' την αρχή την ψυχοθεραπεία τους.

 Απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι ίσως, διότι ήρθαν να συναντήσουν τον αναλυτή ως λυσάρι, ως μάγο, ως καφετζού, όχι ως οδηγό, ως υποστηρικτή, συχνά σιωπηλό, στις ανασκαφές τους για αλήθειες και καθαρότητα. Αυτά που τους προτείνει ο ψυχολόγος αργούν, είναι κουραστικά, σχολαστικά, έχουν δουλειά, το χειρότερο: τους αναθέτουν ευθύνες. Το ακόμη χειρότερο: τους βάζουν να αμφισβητήσουν το ίδιο τους το πρόσωπο για το οποίο αυτοί είναι τόσο σίγουροι. Μα για να γλιτώσουν από τις ευθύνες ήρθαν και ξάπλωσαν στο ντιβάνι του. Του λένε κατά κάποιο τρόπο και με άλλα λόγια: «Ανάλαβε με, σκέψου για μένα, γίνε γονιός μου γιατί θέλω να συνεχίσω να είμαι παιδί. Αν κι εσύ ζητάς να μεγαλώσω, σε αποχαιρετώ... Να μου λείπει!»

Ο κόσμος δε ζητάει, όπως ισχυρίζεται, την αλήθεια, ζητάει να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες του.

Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 270-275

Poussieres d'étoiles / Ludovic Florent


Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ένας ληστής περνάει τη γέφυρα: η φλόγα της απόλυτης αγάπης....


Eugene Thirion, The portrait depicts Joan of Arc’s awe upon receiving a vision from the Archangel Michael, detail, 1876
Eugene Thirion, The portrait depicts Joan of Arc’s awe upon receiving
a vision from the Archangel Michael, detail, 1876

Αληθινά πιστοί του Θεού είναι μόνο παθιασμένα πλάσματα, φλογερά, ανικανοποίητα από τα ορατά, ικανά να παίξουν τη ζωή τους κορόνα - γράμματα, προκειμένου να πειστούν πως η ζωή αξίζει. 

Αλλιώς, ζωούλα ασφαλισμένη, μίζερη, λίγη, δεν τη χρειάζονται. Μόνο πλάσματα ερωτικότατα, ασυμβίβαστα, τρελά, θαρραλέα, φορούν σαντάλια του αγίου και παίρνουν το δρόμο της άμμου και της πέτρας. 

Μια ψυχή νερόβραστη, ένας νους πλαδαρός δεν έχει ανάγκη Θεό για να βολεύεται. Ο Θεός ξεβολεύει. Ο Χριστός τα βάζει άγρια με τις εξουσίες, με τους νοικοκυραίους, με τους εφησυχασμένους που διαρκώς συναλλάσσονται νομίσματα Κήνσου και συμβιβάζονται για μια θανάσιμη νάρκη. 

Η δική Του ειρήνη, του Ειρήνη υμίν, προϋποθέτει άγριες μάχες, μαχαίρι, φωτιά και ξεκαθάρισμα. Ήρθε όχι ως γλυκανάλατη εικόνα καλοχτενισμένου ξανθού καλόπαιδου, αλλά ως Εκείνος που θα στρέψει το γιο ενάντια στον πατέρα, την κόρη κατά της μάνας, που θα ρίξει στη φωτιά το κλίμα που δε φέρει καρπό, που ζητά να σηκώσει το σταυρό του όποιος τον ακολουθεί, να μοιράσει τα υπάρχοντά του, όλα μα όλα, ο πλούσιος νέος που θέλει να γίνει τέλειος, να εγκαταλείψει το καΐκι του και το σπιτικό του ο Πέτρος, να Τον αγαπούν απόλυτα, πάνω από τον καθένα αγαπημένο τους όσοι λένε πως Τον αγαπούν, να Τον πιστεύουν δίχως να Τον βλέπουν, να Τον πιστεύουν χωρίς θαύματα. Τα θαύματα δεν τα έκανε για να εντυπωσιάσει και να πείσει, τα έκανε από συμπόνια για τον συγκεκριμένο πάσχοντα μπροστά του, και πικραμένος με όσους τα περίμεναν ως απόδειξη. 

Angel holding my baby


«Εγώ σας βαπτίζω με νερό [...] Αυτός όμως που έρχεται ύστερα από μένα, θα σας βαπτίσει με [...] φωτιά», προειδοποιούσε κραυγάζοντας απ' την καυτή του έρημο ο άλλος φλογερός, ο Ιωάννης.

Στο αριστουργηματικό έργο του Αδελφοί Καραμάζοφ, ο Ντοστογιέφσκι βάζει μια εκπληκτική, δύσκολη σκηνή: Ο άγιος στάρετς Ζωσιμάς, λίγες μέρες πριν από το θάνατο του, δέχεται στο κελάκι του προσκυνητές του μοναστηριού και μαζί μ' αυτούς την τρομερή οικογένεια Καραμάζοφ. Προχωρά, λοιπόν, ανάμεσα απ' όλους που βρίσκονται εκεί μέσα να λάβουν την ευλογία του και πάει και προσκυνάει τον Ντιμίτρι Καραμάζοφ, τον πιο παθιασμένο, τον πιο ακρατή, τον πιο φιλήδονο, τον πιο «αμαρτωλό» Καραμάζοφ, εκείνον που αργότερα, με ένα γουδόχερο και τρέμοντας από μίσος, θα πλησιάσει στο όριο να σκοτώσει τον ίδιο τον πατέρα τους.

Ξαφνικά, ο στάρετς σηκώθηκε, πλησίασε τον Ντιμήτρη και γονάτισε μπροστά του. Γονατιστός υποκλίθηκε βαθιά.

Συγχωρέστε!... Συγχωρέστε όλοι! πρόφερε καθώς υποκλινόταν σ' όλους τους επισκέπτες του.

Jupiter in Pisces. You have a soft spot of the underdog. Volunteer work is rewarding.


Όχι, δεν είναι απροϋπόθετη η ειρήνη του Ειρήνη υμίν. Δεν είναι εύκολη περιπέτεια μια τέτοια γαλήνη. Δεν απευθύνεται σε χλιαρές, ζαρωμένες καρδιές. Γι' αυτό προτιμούσε να κάνει παρέα με πόρνες, με επαναστάτες, με αμφισβητίες, με ληστές. Στη φλόγα της, έστω, αμαρτωλής ψυχής τους υπολόγιζε όταν μιλούσε για τα υπέρλογα που ο κόσμος θεωρεί παράλογα, για τα υπερφυσικά που ο κόσμος θεωρεί αφύσικα. 

Ποιος μπορεί να αντέξει το λόγο: 

«Εγώ όμως σας λέω: Ν' αγαπάτε τους εχθρούς σας, να δίνετε ευχές σ' αυτούς που σας δίνουν κατάρες, να ευεργετείτε αυτούς που σας μισούν και να προσεύχεστε γι' αυτούς που σας κακομεταχειρίζονται και σας καταδιώκουν. [...] αν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, γύρισε του και το άλλο. Κι αν κάποιος [...] σου πάρει το πουκάμισο, άφησε του και το πανωφόρι».

Είναι έτοιμη ψυχοπνευματικά η ανθρωπότητα των διαρκών πολέμων και των χρηματιστηρίων να κατανοήσει μια τέτοια πρόταση ζωής; Αποκλείεται! Μόνο κάποιοι που αποφάσισαν ανυπόκριτα την άσκηση του αληθινού, μόνο οι παράνομοι και οι κατατρεγμένοι του κοσμικού νόμου, οι τσακισμένοι από οδύνη, αποτυχία, απογοήτευση, μόνο οι εγκαταλειμμένοι, οι εξόριστοι, οι θυμωμένοι, οι περιθωριακοί του «καθωσπρέπει», της συνενοχής στη μοιρασιά του κέρδους και της δόξας του κόσμου μπορούν.




Μόνο μια φλογερή, ασυμβίβαστη, απελπισμένη καρδιά μπορεί να μπει ειλικρινά στη σκληρή περιπέτεια της απόλυτης αγάπης. 

Κι έτσι, με ένα συμπονετικό ληστή για σύντροφο, ο Ωραίος κάλλει, την πρώτη βραδιά της Σταύρωσης Του, θα επιστρέψει στον ουρανό. 

Κι έτσι, πρώτος ένας ληστής περνάει τη γέφυρα του κόσμου, του χρόνου και του τρόπου που μεταμορφώνει αυτό που λέμε ζωή σε θάνατο και αυτό που λέμε θάνατο σε ζωή.

Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 276-279




Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Κασσιανή, "ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας"


Santa Kassia, Elena Kisterova 

Ποιήτρια, όχι πόρνη....

Μέσα στο περιβάλλον της εικονομαχικής έριδας πού σηματοδότησε τον 8ο και τον 9ο αιώνα στο Βυζάντιο έζησε η ποιήτρια Κασσιανή.

Μορφή αινιγματική, καθώς τα βιογραφικά στοιχεία που σώζονται για το πρόσωπό της είναι ελάχιστα και αντιφατικά.

Η σύγχυση μεταξύ της Κασσιανής και της πόρνης του Ευαγγελίου, τελείως αβάσιμη βέβαια, οφείλεται στην ταύτιση της ποιήτριας με τον υπέροχο ύμνο που έγραψε για την «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» και ο οποίος ψάλλεται κατά τον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης (δηλαδή το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης).



Όπως έχει επισημανθεί, πρόκειται για συνηθισμένη περίπτωση ταύτισης συγγραφέα και λογοτεχνικού θέματος,στην οποία όμως, ας συμπληρώσουμε, βοήθησε και η ζωντάνια με την οποία η ποιήτρια αποτύπωσε στο ποίημά της την ψυχική κατάσταση της αμαρτωλής γυναίκας. Πέραν αυτής της εκδοχής, που πηγάζει απο άγνοια, οι σοβαρές θεωρίες είναι δύο: 

Η μία θέλει την Κασσιανή να μετέχει σε καλλιστεία αγωνιζόμενη για το αυτοκρατορικο στέμμα, ενώ η άλλη τη θεωρεί γυναίκα της αριστοκρατίας της Κωνσταντινούπολης, που αρχικά έγινε μοναχή και στη συνέχεια ηγουμένη σε μονή της Πόλης.

Πράγματι, η Κασσιανή θα πρέπει να είχε μορφωθεί με τον τρόπο των Βυζαντινών γυναικών της αριστοκρατίας. Και μόνο το γεγονός ότι ποιήματά της επέζησαν στη διάρκεια των αιώνων αποδεικνύει τη ρητορική της δεινότητα και, ως εκ τούτου, την αριστοκρατική της καταγωγή, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν θα της είχε δοθεί ποτέ η δυνατότητα να αξιοποιήσει το ταλέντο της.


Η εκλογή του αυτοκράτορα Θεόφιλου 

Η παράδοση

Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. 

Σε αυτή, που τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830 ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: 

«Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά », αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα.


Living Beyond: August 2011

Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: 

«Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» «Και από μία γυναίκα τα καλά », αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. 

Ο Θεόφιλος, είτε γιατί θεώρησε την Κασσιανή πολύ έξυπνη και συνεπώς πολύ δυναμική γι' αυτόν, είτε γιατί προς στιγμή εθίγη ο ανδρικός εγωϊσμός του που μια γυναίκα στάθηκε αντάξια της δικής του μόρφωσης και τον αποστόμωσε μπροστά σε τόσο κόσμο, της είπε θυμωμένος 

"ὦ γύναι εἴθε νά ἐσίγας" (γυναίκα, μακάρι να σιωπούσες), 

της γύρισε την πλάτη αμέσως και πρόσφερε το χρυσό μήλο της εκλογής στη 15άχρονη Θεοδώρα από την Παφλαγονία, αρμενικής καταγωγής.

Πάντως το επεισόδιο αυτό αμφισβητείται από τους νεώτερους ιστορικούς. Τα κύρια επιχειρήματα είναι ότι οι διηγήσεις του επεισοδίου εμφανίζονται 100 περίπου χρόνια αφού έζησε ο Θεόφιλος,το διήγημα περιέχει μοτίβα από την περιοχή του μύθου και της μεταγενέστερης δημώδους παράδοσης η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά μέσα στους εικονολατρικούς κύκλους ως αντίδραση ενάντια στο μεροληπτικό εγκώμιο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος επισκέπτεται τη Μονή των Βλαχερνών, όπως συνήθιζε, 
για να ακούσει τα παράπονα του κόσμου. [Από χειρόγραφο] 


Το Τροπάριο της Κασσιανής

Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. 

Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. 

Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. 

Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν 

«ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». 

Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.





Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,

τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. 

Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, 
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. 

Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, 
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· 

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, 
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· 

καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, 
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις· 

ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, 
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. 

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, 
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; 

Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.


Maria Magdalena - Alfred Stevens, 1887 


Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη: 

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, 
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης. 

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε. 

Των αμαρτιών μου τα πλήθη
και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος

Η μεταφορά είναι από τον Φώτη Κόντογλου

Albert Edelfelt (1854– 1905), Christ and Mary Magdalen.

Σε ποιο πρόσωπο αναφέρεται ο ύμνος;

Στην ανάλυση του ύμνου έχει υποστηριχθεί ότι η πόρνη ταυτίζεται με τη Μαρία Μαγδαληνή, χωρίς ωστόσο η άποψη αυτή να τεκμηριώνεται. Στο ποίημα δεν μνημονεύεται κανένα όνομα γυναίκας και στα ευαγγέλια πουθενά δεν γράφεται ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν πόρνη. Τα επτά δαιμόνια από τα οποία την ελευθερώνει ο Ιησούς δεν παραπέμπουν ποσώς σε έκλυτο βίο.

Αν στραφούμε τώρα στις σκηνές όπου γυναίκες αλείφουν τον Ιησού με μύρο, βλέπουμε πως είναι η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, που πλένει τα πόδια του Κυρίου με μύρο στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο (12.3), ενώ στο κατά Ματθαίον η σκηνή διαδραματίζεται στο σπίτι του Σίμωνα, και η γυναίκα που έρχεται κρατώντας το αλαβάστρινο βάζο με το μύρο δεν αναφέρεται πουθενά πως είναι πόρνη.

Mary Magdalene by John Rogers Herbert (1859) 

Την πληροφορία για την αμαρτωλή γυναίκα την παίρνουμε από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο (7.36-50), που μας δίνει την ωραιότερη περιγραφή της σκηνής. Με εξαιρετικό λυρισμό, από τον οποίο εμπνέεται και η Κασσιανή, ο ευαγγελιστής περιγράφει τη σκηνή της μετάνοιας της πόρνης.

«Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω».


The Conversion of Mary Magdalene, Paolo Veronese (περίπου1548)

Το μόνο σημείο πού θα δικαιολογούσε την αναγωγή της πόρνης σε Μαγδαληνή είναι το ότι στις άλλες περιγραφές (κατά Ιωάννην 12.3, κατά Ματθαίον 26.6 και κατά Μάρκον 14.3) ο Ιησούς δράττεται της ευκαιρίας για να προφητεύσει και να αναγγείλει το θάνατό του, συνδέοντας το μύρο με το μύρο της ταφής του.

Στις σκηνές τόσο της Σταύρωσης όσο και της Ανάστασης είναι βέβαια η Μαρία Μαγδαληνή, που με τις άλλες γυναίκες παρίσταται στα γεγονότα και φέρνει μύρο για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Ιησού. Η μυροφόρος Μαγδαληνή δεν έχει σχέση ωστόσο με τη μετανοούσα πόρνη ή με τη Μαρία του Λαζάρου, που εκδήλωσε την αγάπη της στο πρόσωπό του αλείφοντας τα πόδια του με μύρο. 

Ο θρήνος της Μαρίας Μαγδαληνής πάνω από το νεκρό Ιησού, Arnold Bocklin 

Για τη σύγχυση σχετικά με την ταυτότητα της «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυνής», δηλαδή, μοιάζει να ευθύνεται αφενός η ασυμφωνία της αφήγησης της ιστορίας της πόρνης μεταξύ των ευαγγελίων και αφετέρου η θεολογική και πραγματολογική σχέση των σκηνών του μύρου.

Η σύνδεση της πόρνης με τη μυροφόρο Μαγδαληνή βασίζεται στους εισαγωγικούς στίχους του ποιήματος, όπου «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αισθανόμενη τη θεότητα του Κυρίου, αναλαμβάνει «τάξιν», δηλαδή υπηρεσία, μυροφόρου. Για το λόγο αυτό έχει υποστηριχθεί πως η Κασσιανή ταυτίζει την αμαρτωλή γυναίκα με τη μυροφόρο Μαγδαληνή.

Θα μπορούσαμε όμως να υποθέσουμε πως η Κασσιανή - που δεν ήταν δυνατόν να μη γνωρίζει σε βάθος τα ευαγγέλια - απλώς συνδέει τις περιγραφές των επεισοδίων που προαναφέραμε με τη σκηνή των μυροφόρων σε μια προσπάθεια μετάδοσης ενός θεολογικού μηνύματος που εξάλλου βλέπουμε να συνδυάζει και άλλα στοιχεία, όπως η συσχέτιση της αμαρτωλής με την Εύα.

Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί η ποιήτρια για την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης της αμαρτωλής γυναίκας παρουσιάζει συγγένειες με τις αντίστοιχες περιγραφές της Σταύρωσης στην ομιλητική και την υμνογραφία. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες που παραπέμπουν στην κτίση και στην εξουσία του Κυρίου πάνω της: οι νεφέλαι, το ύδωρ της θαλάσσης, αλλά και ο κλίνας τους ουρανούς, οι οποίες δίνουν έμφαση αφενός στη φιλανθρωπία του Κυρίου και αφετέρου στη μετάνοια της γυναίκας.

Ο κύριος των νεφελών και του ύδατος της θαλάσσης καλείται να δεχθεί τις πηγές των δακρύων της, ο παντοδύναμος Θεός που λύγισε τους ουρανούς με την άφραστη κένωσή του καλείται να σκύψει στο στεναγμό της καρδιάς της.

Jules Joseph Lefebvre (1836–1911) The Sorrows of Mary Magdalene 

Αντίστοιχη χρήση εικόνων υπηρετεί τη σειρά των αντιθέσεων που παρατηρούμε στους ύμνους του Πάθους, μόνο πού σ' αυτή την περίπτωση η δομή είναι αντιθετική: ο δημιουργός που σταυρώνεται από το δημιούργημα, ο αναμάρτητος που κατηγορείται από τους αμαρτωλούς κτλ.

Το σώμα του τροπαρίου, δηλαδή η κεντρική αφηγηματική του σκηνή, βασίζεται στον παραλληλισμο της αμαρτωλής με την Εύα: η γυναίκα φιλάει, πλένει με δάκρυα και σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια του Κυρίου, τα ίδια εκείνα πόδια που όταν άκουσε τον ήχο τους ένα δειλινό η Εύα στον Παράδεισο, κρύφτηκε από φόβο.
Οι τελευταίοι στίχοι καταδεικνύουν την αντίθεση ανάμεσα στο πλήθος των αμαρτιών της γυναίκας και το ανέγνωρο της κρίσης του Κυρίου. Η μόνη της ελπίδα είναι η δική της μετάνοια και το έλεός του.


Εισαγωγή της Νίκης Τσιρώνη από την έκδοση ΚΑΣΣΙΑΝΗ η υμνωδός
εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2002.(αποσπάσματα) 

Dionigi Bussola, Gesù muore sulla croce, (particolare di Maria Maddalena), 1663

Το τροπάριο της Κασσιανής και ο Κωστής Παλαμάς

Τα δραματικά λόγια του τροπαρίου της Κασσιανής δεν ήταν πάλι δυνατόν να μην μιλήσουν και στην περιπαθή και ευαίσθητη ψυχή του ποιητή Κ. Παλαμά, που με πολλούς τρόπους ύμνησε τον κόσμο του Βυζαντίου σε διάφορους τόνους λυρικής μέθης.

 Ζει και αυτός παρόμοιες καταστάσεις κάτω από το βάρος της δικής του αμαρτωλότητας, των τύψεων και της λαχτάρας για συγχώρεση. Τούτο το ποίημα της Κασσιανής, σαν ένα παθητικό κρυφομίλημα, εκφράζει και τη δική του κριματισμένη και αμαρτωλή ψυχή. Νιώθει και τη δική του ψυχική κατάσταση να ταυτίζεται με κείνες της Κασσιανής και της αμαρτωλής μοιχαλίδας. Πολύ συχνά, γεμάτος μυστικοπάθεια και συντριβή, αισθανόμενος την αμαρτία να τον βαραίνη βυθίζεται στη συντριβή που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του.

Εκείνη η συντριβή, θα πη ο ίδιος, «με βυθίζει σε μια εκστατική προσδοκία, με φτερώνει και μ’ εξαγνίζει, με κάνει να διαβλέπω το είναι μου σ’ έναν καθρέφτη μαγικό, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια». (Ποιητική)

Στην «Ποιητική» και στο «Λυρισμό του εγώ» ο ίδιος θα σημειώση:

«Ο ποιητής γνωρίζει, ζει με την αντίληψη και το πάθος, με το φόβο κάποιας ενθύμησης και με την απόγνωση κάποιας συμφοράς. Είναι κάτι σαν αμαρτία και σαν ξεπεσμός, σαν κατρακύλισμα, σαν εξορία, χαμός κάποιου παράδεισου που θα λογάριαζε πως της ήταν αρχικά της ζωής του γραμμένο να κατοικήσει, ένας εκτοπισμός απάνου σε μιαν άγονη πια κι αχάριστη γη. Τον τρώει το σαράκι. Η τύψις. Κάτι που δεν τον αφήνει να πατήσει ποτέ στέρεα. Μια φοβερή αδυναμία...»


Magdalena Sieger  Koder
Magdalena, Sieger Koder

Από το τροπάριο της Κασσιανής στέκεται ιδιαίτερα στους στίχους της: «Νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας». Αυτόν τον «οίστρο της ακολασίας» θέλει να πετάξη από μέσα του και να υψωθή προς τον «έμπυρο ουρανό».

Αισθανόμενος κι αυτός συχνά την ίδια νύχτα και τον ίδιο οίστρο ακολασίας, μα και τον ίδιο ζοφώδη και ασέληνο έρωτα της αμαρτίας μέσα του, θέλησε να εκφραστή με δικό του τρόπο. 

Ενδοσκοπείται ο ίδιος και καταθέτει μια συγκλονιστική μαρτυρία που αντικαθρεπτίζει την προσωπική, την «εκ βαθέων» δραματική εξομολόγηση και υπαρξιακή τοποθέτησή του. Συνθέτει η παραφράζει το κείμενο του τροπαρίου της Κασσιανής δίνοντάς του το χρώμα της δικής του εσωτερικής κατάστασης, της αυτοσυνειδησίας του, ολόκληρης της ψυχής του, απογυμνωμένης και ανυπόκριτης. 

Σε τούτους τους στίχους του δεν εκφράζει κάποιες σκέψεις η νοήματα που συμφωνούν πολύ η λίγο με τις αρχές της Ορθοδοξίας, αλλά αποτυπώνεται ολόκληρη η στάση ζωής του Χριστιανού. Αυτή τη στάση ζωής την ονόμασε ο ίδιος «Κασσιανισμό» από το όνομα της Κασσιανής, και αποτελεί ασφαλώς μια καθαρά μεταφυσική ενατένιση της ζωής και προσεγγίζει το αληθινό νόημα της Ορθοδοξίας. Παραθέτουμε τους στίχους του:

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας ... Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε ... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.


Magdalena   Mural Monestir Pedralbes s.XVIII
Magdalena Mural Monestir Pedralbes s.XVIII


Μα και στο ποίημά του «Νέοι Ανάπαιστοι και Ίαμβοι» των «Βωμών» πάλι ο νους του πηγαίνει στη βυζαντινή καλόγρια και ποιήτρια Κασσιανή και την υμνεί μέσω της αμαρτωλής γυναίκας του Ευαγγελίου:

«Με της Κασσίας καλόγριας
τα δάκρυα, τα τροπάρια
κλαίω, βρέχω, φιλώ τ’ άχραντα,
πόρνη, του θείου ποδάρια.
Ξεπλέκω ολόμαυρα ύστερα
μαλλιά, τα κρίματά μου,
για να σφουγγίσω τ’ άχραντα
ποδάρια του έρωτά μου»

Tintoretto, Magdalena penitente (Musei Capitolini, Roma, 1598-1602)





Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται: το τόπι, ένα "όχι", ένας φόνος....


Η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε σαν σήμερα, 13 Απριλίου 1926, στα Βίλλια, στο χωριό του πατέρα της και ήταν η μικρότερη, μαζί μ’ ένα δίδυμο αδελφό, μιας οικογένειας με εφτά παιδιά. 

Λίγους μήνες πριν πέσει η αυλαία, η Έλλη Λαμπέτη ξεκαθαρίζει τους «λογαριασμούς» της, ανιχνεύοντας τ’  αποτυπώματα των βημάτων της και ξετυλίγοντας το κουβάρι 57 χρόνων ζωής. Σε μια συγκλονιστική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, λιτή γήινη, ανθρώπινη , η Έλλη Λαμπέτη στέκεται στο προσκήνιο και παίζει τον τελευταίο και πιο ρεαλιστικό ρόλο της. Τις εκμυστηρεύσεις της καταγράφει η δημοσιογράφος Φρίντα Μπιούμπι. 





Στο απόσπασμα  που ακολουθεί ανασκαλεύει τις μνήμες των παιδικών της χρόνων: 

«Εκείνη τη χρονιά στη Θήβα έγινε κάτι άλλο που δε θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτή την ιστορία, πριν πεθάνω, πρέπει να τη γράψω μόνη μου, γιατί, παρότι ήταν ένα σχετικά απλό περιστατικό, πήρε με τα χρόνια, καθώς τη μελέτησα, άλλες διαστάσεις...

Είναι λοιπόν η χρονιά που ζω στη Θήβα, μια χρονιά που θεωρώ πως ωρίμασα, πως μεγάλωσα. Μεγάλωσα μόνη μου. Πόνεσα από νοσταλγία, σκέφτηκα πολύ, φιλοσόφησα. Έμαθα να διαβάζω τα Ευαγγέλια του παππού, εκείνος μου εξηγούσε τη σημασία τους, τα έμαθα απ' έξω...




Κι έρχονται τα Χριστούγεννα και φτάνει στη Θήβα ο θείος Λάμπρος, γιος του παππού, διευθυντής τότε στην Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα, για να κάνει Χριστούγεννα μαζί μας. Μου φέρνει κι ένα δώρο. Ένα τόπι... Πρέπει να σου πω ότι τα τόπια, τότε, στη Θήβα τουλάχιστον, ήταν η λόξα της εποχής, μια τρέλα- το παιχνίδι! Συνήθως τα φτιάχναμε μόνοι μας από καουτσούκ, αυτό που χρησιμοποιούσαν για τις σόλες παπουτσιών. Πηδούσαν πολύ, τόσο που αναγκαζόμαστε να τα δένουμε μ' ένα σπάγγο για να τα ελέγχουμε. Είχα μάθει να κάνω τα καταπληκτικότερα παιχνίδια, τα καταπληκτικότερα κόλπα με το τόπι μου...

Αλλά το τόπι που μου φέρνει ο θείος Λάμπρος είναι άλλο πράγμα. Αγοραστό! Ένα τόπι που μου φάνηκε σαν Ρέμπραντ, ένα έργο τέχνης - αυτή είναι η ανάμνηση που έχω από κείνο το τόπι. Τα χρώματα που είχε πάνω του! Δεν ήταν παιχνίδι αυτό, ήταν κάτι άλλο...


Και είναι Κυριακή ή ανήμερα τα Χριστούγεννα - κάτι τέτοιο. Γιορτή. Λιακάδα και κρύο πολύ. Παίζω με το τόπι μου στην αυλή της γιαγιάς μου. Έχουν φυτρώσει τα κρεμμυδάκια, τα μαρούλια... Ο εξωτερικός τοίχος - ένας από κείνους τους πολύ χοντρούς, τους πέτρινους - είναι σκεπασμένος με μια κίτρινη τριανταφυλλιά. Παίζω με το τόπι μου μέσα στη λιακάδα, πανευτυχής.

Σ' αυτή την εικόνα μπαίνει κι ένας νεαρός. Είναι ξάδελφος των αποπάνω, γιατί η γιαγιά μου, καθώς είχε ανάγκη από λεφτά, νοίκιαζε τον πάνω όροφο του σπιτιού σ' αυτόν που είχε το ηλεκτρικό του χωριού. Το ηλεκτρικό τότε ήταν ιδιωτικό. Μάλιστα έσβηνε, θυμάμαι, στις έντεκα κάθε βράδυ. Έκανε πρώτα ένα προειδοποιητικό σινιάλο, ύστερα από λίγο ένα δεύτερο, διπλό, και μετά έσβηνε οριστικά.

Ο νεαρός που σου λέω είχε έρθει απ' την Κοζάνη ή κάπου βόρεια, για να κάνει Χριστούγεννα στο σπίτι της ξαδέλφης του. Είναι ένα ωραίο παιδί, ψηλό... Δεν ξέρω αν ένιωθα γι' αυτόν κάτι σαν πόθο, μάλλον όχι, γιατί ήμουν πολύ μικρή... Τον θυμάμαι να κάθεται εκεί στον ήλιο, πλάι στην τριανταφυλλιά, ακουμπισμένος στον τοίχο... Και όπως παίζω, μου φεύγει το τόπι το χρωματιστό και κυλάει στα πόδια του. Τον βλέπω τι κάνει και τρομάζω: το πατάει με το τακούνι του! Μου λέει: 

«Πες μου: σε παρακαλώ πολύ, δώσ' μου το τόπι». 

Τον κοιτάω στα μάτια, λέω: «Δώσ' μου το τόπι» - δεν μπορούσα να του πω «σε παρακαλώ»• κάτι μέσα μου μ' έκανε να μην μπορώ να του το πω.

Εξακολούθησε να με κοιτάζει ειρωνικά, προκλητικά, στα μάτια: «Πες μου, σε παρακαλώ, αν δε μου πεις θα στο σπάσω»

Τον ακούω και τρελαίνομαι. Είναι σα ν' ακούω «θα σου σπάσω το κρανίο»

Τον κοιτάω κατάματα, επίμονα, αλλά δεν του λέω «σε παρακαλώ»

Λέω απλά: «Δωσ' μου το!»

Λέει: «Όχι, θα μου πεις: σε παρακαλώ». Και τον βλέπω να πατάει το τόπι μου δυνατά, αλλά πάλι λέω: «Δώσ' μου το τόπι»

«Θα πεις: σε παρακαλώ». «Όχι!». «Θα στο σπάσω!».




Δεν ήθελα να το πιστέψω ότι θα το έκανε. Ίσως κάποια στιγμή να το μετάνοιωσε κιόλας, αλλά φαίνεται ότι τον προκάλεσα εγώ με τη δική μου αντίσταση. Μια περίεργη, διεστραμμένη αντίσταση μου είχε δημιουργηθεί εκείνη την ώρα. Ανεξήγητη. Κοιταζόμαστε, επέμενα στο «όχι» μου, κι όμως ήθελα να κάνω κάτι για να μη μου σπάσει το τόπι. Αλλά μου ήταν αδύνατο να κάνω αυτό που μου επέβαλε.

Και καθώς πίεζε με το παπούτσι του, καθώς κοιταζόμαστε, ακούω το μπαμ! Και τότε γύρισα αμέσως την πλάτη μου κι έφυγα... Νεκρή απ' την απελπισία...

Ως εδώ, όλο αυτό θα ήταν ένα δραματικό περιστατικό. Αλλά η συνέχεια του μ' έκανε να το σκεφτώ πολύ σ' όλη μου τη ζωή. Το αγόρι αυτό μετά από λίγες μέρες έκανε φόνο. Μάθαμε πως σκότωσε μια δασκάλα, μόλις διορισμένη, δεκαεννέα είκοσι χρόνων. Την είχε ερωτευτεί κι αυτή δεν τον ήθελε. Και την σκότωσε με την καραμπίνα!





Ήταν φονιάς! Πιστεύω ότι εγώ εκείνο το πρωί του ξύπνησα με την αντίσταση μου τα εγκληματικά του ένστικτα. Άναψε κάτι μέσα του με την άρνηση μου. Κι όταν η άρνηση επαναλήφθηκε απ' την κοπέλα, τη σκότωσε αδίστακτα, όπως είχε σπάσει το τόπι μου.


Φρίντα Μπιούμπι, Η Τελευταία Παράσταση, εκδόσεις Εξάντας, σελ. 65-67


Η πρόβλεψη της βίας ανήκει στο χώρο της ουτοπίας. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν προβλέπεται. Σημαντικός είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν τυχαία συγκυριακά γεγονότα, που την καθιστούν απρόβλεπτη, μη εντάξιμη σε στενάχωρες κατηγοριοποιήσεις και εξισώσεις. Στο μέτρο που ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δράσει, δηλαδή ελεύθερος να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους δράσης, η συμπεριφορά του είναι απρόβλεπτη. Μέσα από την προσωπική του πράξη ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να διαψεύσει κάθε πρόβλεψη.


Φωτεινή Τσαλίκογλου , καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.


You are always responsible for your choices. October is Domestic Violence Awareness month. ❤️