Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη του Κ. Βάρναλη: «Από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς».


Πώς γεννήθηκε στο κεφάλι μου η Αληθινή απολογία του Σωκράτη..

«
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη» είναι ένα μνημείο της σύγχρονης πεζογραφίας μας, όπου αποτυπώνεται η δημιουργική αφομοίωση του μαρξισμού και της επαναστατικής προοπτικής και ξεδιπλώνεται σε όλη της την έκταση η βαρναλική σάτιρα. Στο στόχαστρό του η κυρίαρχη ιδεολογία, όπως αυτή εκφράζεται στην πολιτική, στην κοινωνία, στη θρησκεία και στη φιλοσοφία. Μια ανελέητη σάτιρα – κριτική του αστικού καθεστώτος, των κούφιων αξιών, θεσμών και νόμων.

Στα Φιλολογικά του απομνημονεύματα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» ο Βάρναλης εξηγεί πώς «γεννήθηκε στο κεφάλι μου και με ποιο σκοπό γράφτηκε η «Αληθινή απολογία του Σωκράτη». Είμαστε στα 1924, καλοκαίρι, στο Παρίσι όταν ο Βάρναλης στα πλαίσια της συντροφιάς διαβάζει Πλάτωνα («Φαίδωνα»), Αριστοφάνη και Ραμπελαί. Όταν τον επόμενο χρόνο (1925) ξαναπήγε στο Παρίσι θέλησε να συνεχίσει με την «Απολογία του Σωκράτη».

«(…) σε μια βραδιά το χαρήκαμε όλο . Κι ύστερα; Ύστερα μου έγινε τρυπάνι στο κεφάλι. Έβαλα σε κίνηση όλον τον εσωτερικό μου κόσμο.
Τα ηχηρά γέλια και τα τσουχτερά φαρμάκια του Αριστοφάνη για την παλιά δημοκρατία, η ανοιχτόκαρδη σάτιρα του Ραμπελαί για τη γουρουνιά των καλογέρων, η ψηλή νότα της σωκρατικής σκέψης μπροστά στο άμαθο δικαστήριό του, οι κανονιές του παγκόσμιου πολέμου (…), ο κυνισμός των ιδεολόγων του πατριωτισμού (…), τα τύμπανα της προλεταριακής επανάστασης, που όλο και ζυγώνανε κοντύτερα (…)»

Το έργο ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε στα 1931. Ήρθε εκείνη τη στιγμή «σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια στην τοτεσινή «δημοκρατία» του ιδιωνύμου, του Καλπακιού και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων, που είχανε κατακουρελιάσει τις συνταγματικές ελευθερίες του πολίτη κι είχανε διαφθείρει ολάκερο το δημόσιο βίο της χώρας και προετοιμάσει τη διχτατορία της 4ης Αυγούστου. Η τυραννία αυτής της μαύρης εποχής κι αργότερα των δυο ξενικών κατοχών ίσαμε σήμερα, κάνουνε τη σάτιρα της "Απολογίας" τόσο επίκαιρη τώρα, όσο ήτανε και τον καιρό που γράφτηκε». Με τα λόγια αυτά προλογίζει ο ίδιος ο Βάρναλης την τρίτη έκδοση του έργου, το Μάρτη του 1946.




Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη είναι μια παρωδία, μια «αντιστροφή» του «αντίστοιχου» έργου του Πλάτωνα. Η ανατροπή του πρωτοτύπου υποδηλώνεται από τους, ηθελημένους βέβαια, αναχρονισμούς του νέου έργου: Από τον Πλάτωνα παραλαμβάνονται μεν τα απαραίτητα realia: ο Σωκράτης, οι κατήγοροί του, οι πεντακόσιοι δικαστές του και πολλά άλλα πρόσωπα• η διατήρηση των παραγράφων του πρωτοτύπου παραπέμπει στην εκδοτική του κειμένου στην κλασική φιλολογία και η τελική πρόταση του Επιλόγου είναι μια απλή μετάφραση της τελευταίας πρότασης της πλατωνικής Απολογίας. 

Πολύ εντονότερα είναι όμως τα «σύγχρονα» realia: Οι αρχαίοι τόποι και οι δήμοι της αρχαίας Αθήνας αναφέρονται με τα σημερινά, «εκβαρβαρισμένα», ονόματά τους• οι αρχαίοι ιερείς έχουν γίνει ελληνορθόδοξοι παπάδες και ο Περικλής μένει στο Κολωνάκι• επιπλέον, η αττική αβρότητα της γλώσσας του Πλάτωνα έχει δώσει τη θέση της στη χυμώδη, λαϊκή τραχύτητα της γλώσσας του «ανατροπέα» του. (Βελουδής Γιώργος)


Ο Σωκράτης 
(Αρχαία τοιχογραφία, Μουσείο Εφέσου, 1ος-5ος αιώνας.)


Ο πλατωνικός Σωκράτης

«
Ο πλατωνικός Σωκράτης, σκεφτόμουνα, να έχει πεποίθηση πως είναι αθώος. Μα και για τους δικαστές του, που τόνε θανατώσανε άδικα, έχει την ιδέα πως είναι κι αυτοί… αθώοι. Δε φταίνε οι νόμοι, δε φταίει η δικαιοσύνη. αυτωνών η αξία, το κύρος κι η δύναμη είναι παντού και πάντα η ίδια, είναι απόλυτη! Δε φταίνε κι οι άνθρωποι. Φταίει η "περασμένη" σκέψη τους. Γι’ αυτήν ο Σωκράτης έχει όλη τη φιλοσοφική του συγκατάβαση. "Ουδείς κακός". Αν ξέρανε οι δικαστές του κι οι συκοφάντες του πως τον αδικούνε, δε θα τον αδικούσανε. Γι’ αυτό απολογιέται με τόσην αξιοπρέπεια, με τόση γαλήνη. Όλο λοιπόν το ζήτημα γι’ αυτόν είναι όχι να σώσει τη ζωή του, μα να σώσει τις ιδέες του, την υπερβατική τους αλήθεια, το κύρος της εξουσίας των απάνου στον κόσμο και στο χρόνο.

Φαντάζεται πως έπεσε θύμα της άγνοιας των ανθρώπων. Λίγο ακόμα και θα έλεγε "πάτερ, άφες αυτοίς. ου γαρ οίδασι τι ποιούσι" (…)»
Κώστας Βάρναλης «Φιλολογικά Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Κέδρος», 1981


Γιάννης Ρίτσος, από την εικονογράφηση της Αληθινής Απολογίας του Σωκράτη, Κέδρος 


Ο βαρναλικός Σωκράτης 

Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη μεταβάλλεται σε μια persona της νέας κοσμοθεωρητικής γνώσης και ιστορικοκοινωνικής εμπειρίας του δημιουργού του, όπως εξηγούσε ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα (1935): «Γι' αυτό δεν παραποίησα τον "ιστορικό" Σωκράτη. Τη σκέψη του και τη δράση του τις άφησα, όπως θέλησε ο Ξενοφώντας και ο Πλάτωνας. Τον έκανα μοναχά ν' αλλάξει στα τελευταία του. Να ξυπνήσει απότομα από το τράνταγμα της θανατικής του καταδίκης και να ιδεί ξαφνικά τον κόσμο... ανάποδα. Όπως το έπαθε (κατά τα ιερά κείμενα) ο Σαύλος, όταν έγινε …Παύλος. Με τη διαφορά, πως ο Σαύλος "μετέπεσε" από τον παροξυσμό της μιανής μυστικοπάθειας στον παροξυσμό μια αλληνής. Ενώ ο Σωκράτης ο δικός μου "έπεσε"’ απλούστατα από τα σύννεφα του ηθικού του απολυταρχισμού κάτου στο …πεζοδρόμιο της πιο αμείλιχτης πραγματικότητας».

Ο Βάρναλης έκανε δηλαδή με το «Σωκράτη» του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα ό,τι είχε κάνει ο Marx με το Hegel: τον άφησε (δια)λεκτικά «άθιχτο» με μιαν «απλή» αντιστροφή: τον έβαλε να στέκεται με το κεφάλι πάνω και τα πόδια κάτω, με άλλα λόγια: από διαλεκτικό  ιδεαλιστή τον έκανε διαλεκτικό υλιστή. Ο Βάρναλης «καταστρέφει», αντιστρέφοντάς τον, το μύθο του Σωκράτη, αποκαθιστά το πραγματικό περιεχόμενο της φιλοσοφίας του και της φιλοσοφίας εν γένει. (Βελουδής Γιώργος)



ΤΟ ΠΩΣ ΓΕΝΗΚΑΝΕ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ

Όσο μιλούσαν οι κατήγορο
ι

Ο Σωκράτης
 σαστισμένος «μπροστά στο μεγάλο και φανταχτερό πλήθος», χαμογελάει ταπεινά και το μυαλό του δεν ταξιδεύει πια στη Χώρα των Ιδεών… «κοιτάζει ψηλά τον ανοιξιάτικο ουρανό» και «μ’ όλο το σούσουρο .. μ’ όλη τη βόχα, τα καταφέρνει ν’ ακούει τα χαρούμενα πουλιά, που τιτιβίζουν στα τριγυρινά πέφκα και να οσμίζεται τη μυρωδιά της ρετσίνας, του σκίνου και του θυμαριού, που αναδίνει η χέρσα γης»

Έξι σωστές ωρούλες δεν ακούει σχεδόν τίποτα, παρά «πιάνει κάπου κάπου τα’ αφτί του καμιά βρισιά των κατηγόρων….. καμιά βλαστήμια του πλήθους.... το μυαλό του «κωλώνει, καρφώνεται, πεισματώνει και δε θέλει να κάνει μισή πιθαμή πέρ’ από τη μύτη του»!! «Ολάκερος κόσμος! Απεραντοσύνη της ασκήμιας, ήγουν της αλήθειας! Αληθινά σοφός είναι εκείνος που καταφέρνει να δει τη μύτη του και να την καταλάβει.»



Ο Σωκράτης και οι άλλοι

Ο Σωκράτης απ’ τη μια μεριά, «Κουρελής, κακοσούσουμος, γρουσούζης, ανιπρόκοπος, σωστός κοπρίτης κι «ανδρών απάντων σοφώτατος!!.... κόντρα πηγαίνοντας με τις συνήθειες των αρχόντων και τα γούστα του λαού, «πες γιατί ήτανε στραβόξυλο, πες γιατί ήταν άνθρωπος ίσιος.» 

"Τι περιμένεις από ’ναν άνθρωπο σημαδιακό, στριμένονε και φαρμακόψυχο. Κοπροσκυλιάζοντας όλη την ημέρα στο παζάρι τα βαζε με τους άλλους, που κοιτάγανε τη δουλειά τους. Του φταίγαν εκείνοι για τη δικιά του την κατάντια ! "

Κι οι κατήγοροι από την άλλη…. «Ωραίοι, πλούσια ντυμένοι, σπουδαία προσώπατα! Πατριώτες με πατέντα! Κοτσαμπασήδες, ήλιοι της Δημοκρατίας!... «εραστές της πόλης». Ο Άνυτος, πλούσιος βυρσοδέψης και πρώην στρατηγός του αθηναϊκού στόλου, που κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και αθωώθηκε με τα λεφτά του. Ο Λύκων, ο ρήτορας, «δημοπίθηκος», που τον έκαναν στρατηγό, για να υπερασπιστεί τα φρούρια της πατρίδας κι αυτός τα παρέδωσε στον εχθρό. Ο Μέλητος, «άγνωστος ποιητής και διάσημος "τέτοιος"», που «δέχτηκε για λίγα κατοστάρικα να υπογράψει αυτός την κατηγορία».

«Μα κι αν δεν είτανε τόσο μεγάλα τα μπόγια των κατηγόρων και τόσο μικρούλι το δικό του, θα’ φτανε η σοφία κι η αλαθοσύνη  των δικαστών για να καταδικαστεί.» «Ο Νόμος χτες και σήμερα κι άβριο» 

Οι δικαστές, άντρες Αθηναίοι, αθάνατοι..... ο σοφός λαός, που δικάζει κοιμάμενος, που σκυλιάζει μ' αυτά που του σούρνει ο Σωκράτης, μα δεν το κουνάει ρούπι, γιατί φοβάται μη και χάσει τους τρεις οβολούς, το μιστό του....

Ο Σωκράτης ξεσκεπάζει το φαρισαϊσμό τους και, στα πρόσωπά τους, τη «δικαιοσύνη» της πατρίδας του: "Ένας κ' ένας. «Διός κριταί!» Μοναχά ψυχή και μυαλό. Χωρίς φαντασία και χωρίς μάταια ψιλολογήματα. Μια κι όξω η θανατική απόφαση!"


Giambettino Cignaroli – “Death of Socrates” – Museum of Fine Art, Budapest


Ο Σωκράτης ξέρει

Ο Σωκράτης, πρόσωπο τραγικό, κι ας καμώνεται για τ' αντίθετο, γνωρίζει, έχει το στίγμα της γνώσης. Ξέρει πως πληρώνει "θύμα  αυτός πολύ μεγάλο τα κακουργήματα της χτεσινής τυραννίας" 

"Σας χρειαζόταν ενα θύμα... Όχι για να μάθουνε τα παιδιά σας ν' αγαπάνε την αρετή, μα να φοβούνται τη δημοκρατίαΑφού το σκάσαν οι φταίχτες, πιάσατ' εμενα, τον αρνητή της οχλοκρατίας, την Αλογόμυγα, που σας έμπαινε στά ρουθούνια... "

Ξέρει πως τιμωρείται όχι "γιατί παρέβηκε το Νόμο, μα γιατί στάθηκε ανίκανος να πατήσει απάνου του και να περάσει !... "Αδικεί Σωκράτης ασθενής ων, άτε πένης... Τίμημα θάνατος !  Αφτό θα 'πρεπε να λεγ' η μήνυση."

François-Louis-Joseph Watteau – “Death of Socrates” – Musée des Beaux-Arts, Lille, France

Ο Σωκράτης προφητεύει

Ο Σωκράτης» του Βάρναλη προφητεύει, σχεδόν 2.400 χρόνια μετά το θάνατό του, την αγιοποίησή του (υπαινιγμός για την αναπαράστασή του, μαζί με άλλους αρχαίους φιλοσόφους, ως Αγίου σε ελληνορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια!) από τους «απογόνους» των δημίων του και την αντιστροφή της διδασκαλίας του από τον Πλάτωνα, που τη μετέτρεψε σε όργανο για τη συντήρηση του διεφθαρμένου καθεστώτος, που είχε πολεμήσει ο αληθινός Σωκράτης. (Βελουδής Γιώργος)

"Θα βρεθούν ύστερ' από χρόνια πολλοί και φίλοι κι αρνητάδες μου, και ντόπιοι και ξένοι, και συγκαιρινοί και μελλούμενοι, που θα κάνουνε ντόρο μεγάλο γύρα στο θάνατό μου. Θα με πούνε «των Ελλήνων το άριστον», «αηδόνα Μουσών», «τον δικαιότατον», «τον φρονιμώτατον»«κορώνα της Ελλάδος». Τα παιδιά σας θα μου χτίσουν εκκλησιά, το «Σωκρατείον», και θα μου κάνουνε θυσίες κάθε χρόνο, την άνοιξη... Θα με προσκυνάνε για θεό. Και για ποιο λόγο; Οι πρώτοι για να κολλήσουνε τ' ονομά τους δίπλα στο δικό μου και ν' ακούγονται μαζί μου. Κι οι δέφτεροι για να δείξουνε, πως αν εζούσα στα χρόνια τους, θα με καταλαβαίνανε και θα με τιμούσαν !... Μπόσικα πράματα. Και κείνοι και τούτοι θα παραφουσκώνουνε την αξία μου και θ' αδικούν εσάς. Θα λένε ψέματα και θα πιστέβουνε ψέματα...Εσείς κι ο Νόμος κάνατε το χρέος σας."

"Οι μελλούμενες πολιτείες θα ξέρουνε καλύτερα τη δουλειά τους. Άμπωνας, Θρανίο, Εφημερίδα και Κλομπ θα δουλέβουν αδερφικά να χωρίζουνε τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τ' αταίριαστα με την «αρμονία των τάξεων». Αφτηνής της αρμονίας στάθηκα πρώτος μαέστρος. Κι ας με σκοτώνετε γι' άθεο. Τα δικά μου τα μαθήματα θαν τα κάνουνε μεθάβριο θρησκεία τους οι Χριστιανοί. Θα με τιμήσουνε για προφήτη του Θεού τους και θα ζωγραφίζουνε τα μούτρα μου στις εκκλησιές τους με πλατύ χρυσοστέφανο γύρω στα τσουλούφια μου."

Βλέπω τις πολιτείες του μέλλοντος, ω άντρες Αθηναίοι ! Θεοποιούνε την πείνα, τον πόνο και τη βλακεία, χρυσώνουνε καΙ ταγίζουνε κουκουνάρι και καρύδια τους κομπογιαννίτες, που ξεγελάνε το λαό να καταφρονάει την ύλη και να προσμένει την ανταπόδοση στον... «κόσμο του πνεύματος !».


Ολόσωμες μορφές φιλοσόφων, ανάμεσα στους οποίους και ο Σωκράτης, σε τοιχογραφία που φιλοτέχνησε μεταξύ 1535 και 1541 ο Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης. (Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας) 


Πλήθος..... λιγότερ' η κρίση τους και πιότερ' η κάκητα...

Εκεί
που φαίνεται ότι παίζει ο Σωκράτης, παγιδεύει το ακροατήριό του σε οικοδόμημα-φυλακή. Εκεί που απλώνει το χέρι του να χαϊδέψει, δίνει σφαλιάρες.

"Αν με δικάζατ' ένας ένας χωριστά, ω άντρες Αθηναίοι, θά μ' αθωώνατε. Τόσο πολλοί, δεν μπορείτε... Όσο πιότεροι κολλάνε συναμεταξύ τους και κάνουνε πλήθος, τόσο λιγότερ' η κρίση τους και πιότερ' η κάκητα.... Πλήθος, Δημόσια Γνώμη, — τεράστιο Κοπρόσκυλο δεμένο στο παλούκι μέσα στον ήλιο. Όλο τον καιρό κοιμάται, ξύνει την ψώρα του και χυμάει λυσσασμένα, μόλις θελήσει κανείς ναν το βγάλει απ' τα συνήθεια του, να του λύσει την αλυσίδα. Έτσι και σεις, μόλις σας μηνύσανε πως χαλάω τη Θρησκεία, τα παιδιά και τη Λογική, πεταχτήκατε πάνου στις χιλιάδες τα ποδάρια σας κι αρχίσατε να χτυπάτε τις Συμπληγάδες τά σαγόνια σας, για να με λιώσετε κει μέσα... "

"….το πλήθος…. Οι σαχλές σκουληκαντέρες των χωραφιών, οι λαδωμένοι ποντικοί των λιμανιών, οι ξενηστικωμένοι σκύλοι του παζαριού, άμα χάσουνε την πίστη στο Θεό, ποιος θα τους συγκρατήσει ; Ας μορφωθούνε πρώτα !... Για σήμερις είναι πρόωρα πράματα !...



Η θρησκεία....θεμέλιο της πατρίδας και της ηθικής

"Για να με ξεκάνετ' εφκολότερα, μου κολλήσατε τη ρετσινιά : πως είμουν άθεος !... Μακάρι να είμουνα !... Την αθεΐα την έχετε για το πιο σίγουρο μέσο να ερεθίζετε το Σκύλο και να τον ξεσηκώνετε να διαφεντέβει με τα δόντια του τα υλικά σας διάφορα. Τους οχτρούς της εφτυχίας σας τους κάνετε πολύ σοφά προσωπικούς οχτρούς του Σκύλου. Για να ξεφορτωθείτε τον Αλκιβιάδη, που τον αγαπούσε και τόνε θάμαζε ο λαός για την ομορφιά του, για τα πλούτη του και τη μουρνταροσύνη του, τον κατηγορήσατε γι' άθεο. Και ο λαός, ο Σκύλος, ξέχασε τις αγάπες του και τον κυνήγησε στην άκρη του κόσμου. Γιατί τόνε μάθατε να περιμένει την εφτυχία του από τον ουρανό και να μην τήνε ζητάει από σας ! Άμα λοιπόν του πάρεις την ελπίδα του τίποτα, του παίρνεις το παν ! Και σε ξεσκίζει !"

"Η θρησκεία, που λες, είναι το θεμέλιο της πατρίδας και της ηθικής. Ο λαός χωρίς το φόβο του Θεού θα χυθεί ν' αρπάζει τους παράδες και τα χτήματα, τους «κόπους» των αλλωνών και να παλουκώσει τους φυλακάτορές του !... Δε συφέρνει, δε θέλετε να σας μιμηθεί : Ο λαός. Του πετάτε λοιπόν μπροστά στα πόδια του τ' άθλιο κουφάρι μου, για να μην ξεχνά, πως η αθεΐα είναι το μεγαλύτερο φταίξιμο.."



Το δαιμόνιο .....

Ο Σωκράτης απευθύνεται σε πεντακόσιους, αλλά είναι μόνος. Κηρύσσει αλλά ξέρει πως μιλάει σε αυτιά κουφών. Η συνομιλία του, τελικά δε γίνεται με το δικαστήριο, αλλά με το δαιμόνιό του. Αυτό μόνο βρίσκεται στο δικό του ύψος, κανείς άλλος.

"Έλεγα,
 πως υπήρχε μέσα μου κάποιο δαιμόνιο, που μ' οδηγούσε. Έπρεπε ναν το λέω, για να ξηγάνε κάπως οι απλοϊκοί, γιατί το δικό μου μυαλό ξεπερνούσε τα μυαλά των άλλωνών !... Δε θα πει πως μ' αφτό χαλούσα τη θρησκεία! Υπάρχουνε τόσοι μικροί θεοί (μερμήγκια !...), πού μήτε τους μετρήσαμε ποτές μήτε τα ονόματά τους ξέρουμε... Κι αν σε κάθε βρύση, σε κάθε δέντρο, σε κάθε τρύπα φωλιάζει και ένας μικρός θεός, γιατί να μη φωλιάζει και μέσα στο Σωκράτη, που ’ναι για θεούς αξιότερη μονιά κι από μια κοτρόνα κι από μια γούβα νερό κι από να κούτσουρο της σόμπας — κι από κάθε τρύπα ; Κι αν μέσα σε κάθε τρελό μπαίνει κάποιος θεός, που τόνε τρελαίνει, γιατί να μην μπει και μέσα στο σοφό Σωκράτη για να τόνε κάνει σοφότερο ; Κι αν όλες οι αρρώστιες κι αν το μεθύσι κι αν ο ύπνος και τ' όνειρο κι ο θάνατος κι αν ακόμα το φτάρνισμα κι ο βήχας είναι θεοί, γιατί να μην είναι κ' η Κοροϊδία;"


Luca Giordano -“Xanthippe pours Water into Socrates’ collar” – Molinari-Pradelli collection, Marano di Castenaso, Italy

Μα χαλούσα και την ηθική.....


"Μα χαλούσα και την ηθική ! Ξεμάβλιζα τα παιδιά ! Ποια παιδιά ; Ούλ' οι μαθητάδες μου τα 'χανε περασμένα, τα σαράντα... Και δεν είτανε «μαθητάδες», είτανε φίλοι μου... Αν τα παιδιά με παίρνανε το κατόπι, δε μπορούσα και ναν τα διώξω... Τα παιδιά θέλουν αστεία και γέλια... Φιλοσοφίες και τέτια δαν τα χωνέβουνε, κοροϊδέβουνε το δάσκαλο, βαριεστίζουνε και το σκάνε από το σκολειό !..."

"Θα μου πείτε : «Και τον Αλκιβιάδη ; Δεν τον είχες μαθητή τον Αλκιβιάδη ;» Και ποιος θα βαστούσε να μην τον είχε ! Ωραίο παιδί, πλούσιο, ζωερό, πρώτο τζάκι, λιγάκι παλαβό και πεισματάρικο κι αδάμαστο, μα τετραπέρατο — το ξυπνότερο παιδί της Αθήνας ! Α ! πολύ πιο δυνατός από μένα !... Γύμναζα κοντά του την ψυχή μου να νικά τα πάθη της... να μην ταράζεται μπροστά στον πλούτο, στην ομορφιά και στα νιάτα... Λοιπόν, εγώ είμουνα μαθητής του κι όχι αφτός δικός μου. "


Ζαν-Μπατίστ Ρενιώ: "Ο Σωκράτης αποσπά τον Αλκιβιάδη απο την αγκαλιά της αισθησιακής απόλαυσης" (1791, Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι). 


Δημοκρατία  ή μασκαρεμένη τυραννία


"Τι; Είμουνα επικίντυνος στη Δημοκρατία! Επικίντυνος εγώ, και σεις δημοκρατία !... Μα τους επικίντυνους, ω άντρες Αθηναίοι, δεν τους δικάζουνε. Τους προσκυνάνε ραγιάδικα ή τους δολοφονούνε μπαμπέσικα. Κι όσους μπορεί να γίνουν επικίντυνοι μια μέρα, γιατί τους εχτιμάει το πόπολο, προλαβαίνετε και τους εξοστρακίζετε."

"Όχι ! Δε φοβηθήκατε το Σωκράτη, μα θελήσατε να φοβίσετε τους άλλους με το θάνατό του. Η δημοκρατία σας δε στέκεται καλά στά πόδια της. Τά μακροτείχια της Αθήνας και του Περαία κοίτονται χάμου, ναν τα κλαις. Καράβια δεν έχετε. Συμμάχους να πλερώνουνε χαράτσι να τρώτε, δεν έχετε. Μεταξύ σας μ' όλους τους σκοτωμούς και τις εξορίες που κάνατε, κρύβονται πολλοί που νοσταλγούνε τον καλό καιρό της τυραννίας, γιατί χάνουνε τώρα τα όσα κερδίζανε τότες, όπως και σεις προσπαθείτε νά ξαναβγάλετε τώρα τά όσα χάσατε τότες. Όποιος είναι στά πράματα φοβάται την αλλαγή κι ο πεσμένος την αποθυμάει και την ετοιμάζει με κάθε τρόπο. Ο κοσμάκης στέκεται στη μέση και πλερώνει τα σπασμένα. το ίδιο δυστυχεί και με τα παράνομα και με τα νόμιμα καθεστώτα και με την τυραννία και με τη λεφτεριά. Για να μην καταλαβαίνει και να μην αντιστέκεται, του λέτε ψέματα και τόνε φοβερίζετε. Είναι λαοί, που ζούνε στα δάση, δεν έχουνε νόμους, τρώνε τις ψείρες τους, όμως αγαπάνε τη λεφτεριά τους. Βάρβαροι λαοί ! Εμείς ζούμε στην ωραιότερη πολιτεία του κόσμου, έχουμε τους σοφότερους νόμους, δεν τρώμε τις ψείρες μας κι αγαπάμε τους κατεργαρέους που μας τρώνε. Η δημοκρατία σας είναι, καθώς βλέπετε, μασκαρεμένη τυραννία."



Ένα παραμύθι.......Δυνατότεροι παντού και πάντοτες οι κλέφτες.
....

«Παραμύθια»
 ;... Αι….λοιπόν θα σας πω κ΄ ένα παραμύθι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κ' έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτήνανε αρκετά, αποφασίσανε να ταχτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε το λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε : «Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρουμε τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λέφτεροι ! - (ψηλά τα χέρια !). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μαθαίνουμε τις... αλήθειες ! Θα σας δώσουμε πλούσια φαντασία κ' αισθαντική καρδιά∙ θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζεται ! Ο κυρίαρχος λαός θα σαστε σεις! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε, θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας -μ' ένα λόγο για τη λεφτεριά σας. Σεις θα δουλέβετε, κατα¬πώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι οπότε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ' εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, -στον εαφτό μας !
»Κ' εσείς κ' εμείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλέβετε και να μην τρώτε κ' εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ' εμείς κ' εσείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ' εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλεφτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαφτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ' άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν' αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρνουνε σκλάβους κ' εσάς και τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ' εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε σεις και να ζούμε μεις. Κι' επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συφέρο σας και να φυλάξετε τον εαφτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράμα μοναχά σας απαγορέβουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ' εμάς».

Έτσι λοιπόν ο λαός δούλεβε λέφτερα και λέφτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ' οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ' ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ' ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι -και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί !). Κ΄ η εφτυχία τους, είτανε δύναμη της πατρίδας κ' η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».

Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ' επιμύθιο !

Που νάν το βρω !... Μοναχά σας λέω: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισίας παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών».

Γιάννης Ρίτσος, από την εικονογράφηση της Αληθινής Απολογίας του Σωκράτη, Κέδρος


Κρίνω θα πει κοροϊδέβω.....

«Μα
 δε βρίζω και δεν παινώ τίποτα! Μήτε λυπάμαι που πεθαίνω των αδίκων άδικα, μήτε θα  ντρεπόμουν, αν πέθαινα δίκια. Δε με νοιάζει, που ξεμπερδέβω σήμερα με την μπαμπεσιά των νόμων, όπως δε θα μ' ένοιαζε να σας άδειαζα τη γωνιά μετά λίγους μήνες ή χρόνια με το θέλημα της Φύσης. Σας χρωστάω και χάρη... Φέβγοντας με παράτα και σάλπιγγες από το ’να Τίποτα για τ' άλλο το πιο Τίποτα κάνω γούστο να κοροϊδέβω και σας και τον εαφτό μου. Τι τα θέλετε ! Κρίνω θα πει κοροϊδέβω.»


"Αφού κατάλαβα, πως οι τριγυρινοί μου δεν είναι ψυχές και πνέματα, μα κωλάντερα, κ' η ζωή δεν έχει κανένα σκοπό, παρά το θάνατο, δεν κυνηγούσα την εφτυχία μήτε κοπίαζα να γίνω καλύτερος — είμουνα! Αφηνόμουνα σιγά και μαλακά στις αδυναμίες μου — στη δύναμη μου I Ακαμάτης, κοροϊδέβοντας και σας στο φανερό και τον εαφτό μου στα κρυφά, προσπαθούσα να ξεχνώ το σήμερα, το χτες και το άβριο — δηλαδή τό θάνατο. "

"Σας έγδερνα λοιπόν κάθε μέρα με τη σοφία μου — με την κοροϊδία ! Δε σας καλυτέρεβα σε τίποτα, μοναχά σας αγρίεβα και καταλάβαινα πως τελεφταία θα με φάτε... Έτσι κορόιδεβα και τη σοφία μου : «τίποτα δεν ξέρω», ήγουν «αφτά, που ξέρω, δεν αξίζουνε τίποτα I» Έτσι δεν έχανα και τον καιρό μου ναν τα γράφω. Αν τα ’γραφα, θα μου καίγατε τα βιβλία μου στην πλατέα, καθώς κάψατε και του μεγάλου Πρωταγόρα. Απελπισμένος απ' όλα παραδόθηκα να με σκοτώσετε μεταχαράς. Δε μεταχειρίστηκα, για να σωθώ, μήτε την πολιτική δύναμη μήτε τα χρήματα των φίλων μου μήτε ψεφτιές μήτε κι αλήθειες. Κι αν μου αφήνατε την πόρτα της φυλακής ανοιχτή, δε θα ’ φεβγα. Για να ζήσω κι άλλο; 

Έχοντας τόσο δυνατό σκαρί και τόσα κέφια, πώς δε σκορπούσα χαρά και καλοσύνη, μα σταλοβολούσα παντού φαρμάκι και χολή; Γιατί χα μεγάλο μυαλό — και σας έβλεπα πέρα πέρα σα να ’σαστε γυαλένιοι. Κ' επειδής ήξερα, πως δε θα σας διόρθωνα μοναχός μου, κορόιδεβα. Ά! δεν είναι τόσο έφκολο πράμα η κοροϊδία. Είναι μαζί παιχνίδι και τέχνη. Πρέπει να χεις πολλή φαντασία και κρίση και πείρα της ζωής. Και να μπορείς ολ' αφτά ναν τα παίζεις ανάλαφρα και φωτερά, δίχως προσπάθεια. Η κοροϊδία δεν είναι η αρχή, μα το τέλος της φιλοσοφίας. Χρειάζεται νά χεις περάσει πρώτα από το δράμα της συλλογής και της απελπισίας για να φτάσεις στο γέλιο, — στο πικρόγελο. Κι αν μπορέσεις νά φτάσεις! "


Reyer Jacobsz van Blommendael – “Xantippe Dousing Socrates” – Musée des Beaux-Arts de Strasbourg, Germany


...γλεντάω και φραίνομαι να σας δαγκώνω

"Το καλοκαίρι! Χρυσή εποχή των φτωχών... Μοναχά τό καλοκαίρι ζούσα πλέρια το κορμί μου και τη σκέψη μου. Όλο μου το είναι βοούσε και φουρφούλιζε χαρούμενα σα λέφκα στον όχτο, γεμάτη αστράματα και πουλιά και τζιτζίκια. Και στη ρίζα κουλουριασμέν' η ψυχή μου με το κεφάλι ψηλά καρφωτό, πυρωνότανε στον ήλιο και κατέβαζε πλήθιο το φαρμάκι στα κανάλια των δοντιών της ! Και αλί σε κείνονε, που δάγκωνε!... Πήγατε λοιπόν να με καταδικάσετε στη δόξα του καλοκαιριού, το Μάη με τα λουλούδια !... Την ώρα, που χω το πιότερο φαρμάκι !... Αν είτανε χειμώνας, δε θα ’βγαζα λέξη. Μα τώρα γλεντάω και φραίνομαι να σας δαγκώνω."


Από την Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014 και με παράταση ως τις 25 του μηνός, ανέβηκε στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη δραματοποιημένη η “Αληθινή απολογία του Σωκράτη” του Κώστα Βάρναλη, σε σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι και με τον Σταμάτη Κραουνάκη στον ρόλο του Σωκράτη.


Των σοφιστάδων σοφιστής.... 

"Μ' ακούγατε να λέω συχνά χαμογελώντας, πως δεν «ξέρω τίποτα». Δεν ξέρω τίποτα!... Αφτό δεν το καταλαβαίνετε... Το λοιπόν είμαι σωστός Οξαποδώ !... Ένας τέτιος όλα μπορεί ναν τά κάνει...! ΄Εβαζα και τους άλλους να λένε το ίδιο και να πιστέβουνε πραγματικά, πως ό,τι ξέρουν είναι ψέματα !... Και να ψάχνουνε να βρίσκουνε την αλήθεια. Μα σεις, ω άντρες Αθηναίοι, πρώτα ανησυχήσατε κ' ύστερις αγριέψατε... Ως πού θα πήγαινε τούτ' η δουλειά; Ξέρετε, πως όσο λιγότερο σκέφτεται, τόσο πιο μυαλωμένος ο πολίτης κι όσο λιγότερο μιλά, τόσο πιο λέφτερος. Av άξαφνα και στα καλά καθούμενα με το ψάξε ψάξε ο Γνάθων έβρισκε πως είναι σωστότερο να τρώει παρά να νηστέβει; Κι αν δεν του φτάνε τούτ' η τρέλα, μα κι άρχιζε να το ξεφωνίζει; Προτού λοιπόν ξεσπάσ' η φουρτούνα, θελήσατε να σταματήσετε τους κακούς ανέμους. Μα τους κακούς ανέμους (τους... καλούς !), τους είχανε φέρ' οι σοφιστάδες.

Εγώ τότες σαν ελεεινή Δημόσια Γνώμη, τους γάβγιζα και τους δάγκωνα τις άντζες (=γάμπες)...Για να με ξεκάνετε, μου κολλήσατε τη ρετσινιά, πως είμουν εγώ των σοφιστάδων σοφιστής ... Μακάρι να είμουνα !... 

Οι σοφιστάδες μοσκοπλερώνονται... Πέντε μνες... πενηνταδιόμιση χιλιάδες σημερινές δραχμές ! Θα πει, πως η σοφία τους άξιζε τόσο. Από την τιμή καταλαβαίνεις την αξία της πραμάτειας. Εγώ τη φτωχή μου τη γνώση τήνε χάριζα τζάμπα και κανένας δεν τήνε δεχότανε. Θα πει πως δεν άξιζε τίποτα…… Μα για να μπορώ να ρεζιλέβω την παντογνωσία των κοτζάμου σοφιστάδων, δε θα πει πως είχα δίκιο, μα πως είμουνα πιο πονηρός και πιο καπάτσος από δάφτους. Μπορούσα να κάνω τ' άσπρο μάβρο. Σημάδι των καιρών... 

Είμουνα λοιπόν κ' εγώ ένας από τους σοφιστάδες ! Μακάρι ! Το χω βάρος στην ψυχή μου, που κοροϊδέβοντας τη θεατρική τους ρητορεία, χτύπησα μαζί και τις μεγάλες τους αλήθειες."



Luca Penni – “Socrates and Xanthippe” – Royal Castle in Warsaw, Poland

Το σώμα στη λάσπη κ' η ψυχή πάντοτες λείπει...

"Μ' όσο κέφι μου περισσέβει, θα κοροϊδέψω τώρα και τη φιλοσοφία μου. Και πρώτα πρώτα δεν είμαι φιλόσοφος. Δεν έχω φκιάσει κανένα δικό μου «σύστημα», λαμπερό ναό της Σκέψης με κολόνες, με πολυελαίους, μ' Άγιο Βήμα κι άδυτα των αδύτων. Είχα βρει μοναχά μια δική μου «μέθοδο» σκέψης. Τ' Αφάλι τής Γης, τ' αχνιστό και σκανταλιάρικο, μου ’δωσε πιστοποιητικό σοφού κι όχι φιλοσόφου. 

Ο θείος Καπνός των Δελφών, που με ρεκλαμάρισε σε όλον τον κόσμο για σοφότατο, δεν αστειεβότανε. Ήθελε να με στραβώσει. Να με κάνει να πιστέψω, πως είχα βρει την Αλήθεια, για να μην την αναζητώ και την πετύχω καμιά μέρα, — φοβότανε το μεγάλο μυαλό μου. Δε συφέρνει και στους αθάνατους Αφέντες να μαθαίνουνε την αλήθεια τα ζωντανά της γής. Και σαν είδε, πως άρχισα να τήνε μυρίζομαι, δεν έχασε καιρό. Έπεσε πηχτός και μάβρος μέσα στο μυαλό σας και σας φλόμωσε για να με σκοτώσετε... Αν όμως ο Λοξίας το’πε στα σοβαρά, πως είμαι σοφότατος, εννοούσε, βέβαια, πως ανάμεσα στους ανθρώπους είμουν ό,τι κι αφτός ανάμεσα στους θεούς : ο πρώτος κοροϊδεφτής. 

Όταν ακόμα παιδί μυξιάρικο χάζεβα στην αγορά κι άκουα τους μεγάλους, παραξενεβόμουνα, που για κάθε ζήτημα μαλλιοτραβιόντανε σαράντα γνώμες κι όλες φαινόντανε σωστές. Οι σοφιστάδες υποστηρίζανε καθαρά, πως είναι και σωστές. Στην αρχή με τ' άγουρο μυαλό μου κι αργότερα με το γινωμένο προσπαθούσα να βρίσκω πάντοτε μια μοναδική γνώμη, που να ’ναι σε κάθε περίσταση και για όλους υποχρεωτική, δηλαδή παντοτινή κι ανάλλαγη, πάνου από καιρούς και τόπους κι ανθρώπους, — απόλυτη. Θα πρεπε νά χει κάτι το θεϊκό μέσα της, να’ναι «ιδέα». Και για ναν τήνε βρούμε, δε θα πρεπε καθόλου να ψάχνουμε στον όξω κόσμο, που ’ναι διαβατικός και ψέφτικος, μα μέσα στην ψυχή μας, που’ναι κι άυλη κι αθάνατη. Στα βάθια της ψυχής κοίτονται θαμμένες οι Ιδέες - αλήθειες κάτου από σκουριά πολλή, που τήνε σωριάζουνε μέσα της οι αίστησες - αποθυμιές κ' οι αποθυμιές - συφέρα. Για να την ξεσύρουμε λοιπόν στο φως της ημέρας, θα ’τανε δύσκολο πράμα. Χρειαζότανε μαστοριά μαμής. Και γίνηκα με τα χρόνια μαμή της πολιτείας. 

Ζουλώντας και μαλάζοντας τις ψυχές, για να φανερώσουνε τα θεϊκά τους στοιχεία, τις έκανα και ξερνούσανε τη σκουριά τους : Θεός, Αγαθό, Δικαιοσύνη, Πατρίδα κι 'Ομορφιά κι όλα τα ρέστα που δεν είναι μήτε πρώτες αρχές μήτε κ' έσχατοι σκοποί μήτε χαρίσματα των θεών μήτε κατορθώματα του νου, μα πλάσματα καιρικά, με νόημα τρεχούμενο κι άπιαστο, μέσα ταπεινά, που με δάφτα κάθε κυρίαρχη φάρα στραβώνει τους υποταχτικούς της και πνίγει την ψυχή τους. 

Η ψυχή, που βρίσκεται στο απόλυτο ψήλος, πιασμένη σε χορό με τις αιώνιες ουσίες, τρέμει να την αγγίξουν οι νόμοι της φύσης και των ανθρώπων: ασκήμια, σχετικότητα και φθορά ! Το σώμα στέκει καρφωμένο στη λάσπη κ' η ψυχή πάντοτες λείπει... Δεν πονάει, δεν παθαίνει, δεν αδικιέται. Δεν αντιστέκεται, γιατί ναι λέφτερη. Με το κεντρί της φιλοσοφίας μου χτυπώντας τους απλοϊκούς στη ραχοκοκαλιά τους παραλυούσα κ' έτσι ασφάλιζα το χαροκόπι των έξυπνων."


José Aparicio, Ο Σωκράτης διδάσκει ένα νέο


Η παμπάλαιη συνείδηση του κοπαδιού 

"ΔΕΝ ΕΙΤΑΝΕ γέννα της Κόλασης, που ταμπουρώθηκε μέσα στην ψυχή μου, για να σας βάνει τρικλοποδιές και να σας γρουσουζέβει, το δαιμόνιό μου ! Είτανε κάτι χειρότερο ! Δεν είτανε καινούριο, καθώς το γνωρίσανε τάχατες οι κατήγοροι. Είταν η παμπάλαιη συνείδηση του Κοπαδιού, η προπατορική σκλαβιά, που ’δενε την ψυχή μου με τις δικές σας, για ναν τις κρατάει ολόρτες, ακατάλυτο κάστρο της πολιτείας των ανόμων. Δεν είταν άγγελος οδηγός, που με φώτιζε, είτανε φύλακας άγγελος της δημόσιας Ψεφτιάς, που με τύφλωνε. Είτανε «το του κρείττονος συμφέρον» γινόμενο μέσα μου φωνή και θέλημα των θεών και του Λόγου. Είταν η καταχτόνια και μυστική φοβέρα «Μή !» και «Πίσω !». Είτανε το δαιμόνιο το δικό σας, ω άντρες Αθηναίοι — πολύ χειρότερο, γιατί ’τανε και δυνατότερο. 

Γι΄ αφτά που δίδαξα, θα πρεπε να με κάνετε χρυσόνε και να με προσκυνάτε. Γι΄ αφτά που θα ΄κανα, αν εζούσα, θα ΄πρεπε με το δίκιο σας όχι να με σκοτώσετε μοναχά, μα να με κοπανίσετε ζωντανό μέσα στο γουδί, όπως ο τύραννος ο Νέαρχος θα κοπανίσει το Ζήνωνα τον Ελεάτη, για να μάθει να διδάσκει την αρετή όσο θέλει, μα να μη μιλάει για την παλιανθρωπιά των αρχόντων. Θα ΄πρεπε να μου κόψετε τη γλώσσα, καθώς ο βασιλιάς Αντίπατρος θα κόψει τη γλώσσα του Υπερείδη του ρήτορα, για να μάθει, πως μπορεί να προδίνει την πατρίδα του, μα δεν κάνει να βρίζει και τον ξένο μισθοδότη... Θα ΄μουνα πραγματικά επικίντυνος στη δημόσια τάξη, στο «συμφέρον του κρείττονος». Και να ρίχνατε το κουφάρι μου μακριά στον Κορινθιακό ή σε κανένα φαράγγι του Κιθαιρώνα -«μη ταφήναι εν γη αττική!» Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία και προδοσία από το να λες την αλήθεια !... 


Ο Θάνατος του Σωκράτη Jacques-Louis David 

Λέφτεροι πολίτες

Μερόνυχτα βασανιζόμουνα. Έπρεπε να διορθώσω το κακό! Και να τι θα 'κανα, αν δεν προλαβαίνατε να με σκοτώσετε: 

"Θα πήγαινα, που λέτε, στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας, στα βρωμοχώρια της Αττικής από τις Κάβο Κολόνες ίσαμε τα Κούντουρα κι από την Κούλουρη ίσαμε το Καπαντρίτι. Θα κατέβαινα στα σκοτεινά χαμόσπιτα, γεμάτα κοριούς και χτίκιασμα, θα ΄μπαινα στα μικρομάγαζα της φτωχολογιάς, στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, γιομάτα λέρα και βόχα. Και θα ΄λεγα: 

«Λέφτεροι πολίτες! Αφτός ο τόπος, κι αν ακόμα βρισκότανε στη Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο γήλιος ανάμεσ΄ από μάβρα σύνεφα και πάνου σ΄ άλιωτα χιόνια, πάλε θα ΄τανε ο καλύτερος απ' όλους, γιατί το θέλ' η καρδιά σας. Είναι η πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ' αφτήνε: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, θεοί κ΄ εξουσία, σκέψη και θέληση -όλα ξένα! ... Και όταν βυθίζετε το μάτι σας πέρα στο γαλάζιο πέλαγος, οπού πάνε κ΄ έρχονται καΐκια και φρεγάδες κουβαλώντας από το στόμα του Νείλου κι απ΄ τον Κιμμέριο Βόσπορο κι απ΄ τις Ηράκλειες στήλες σιτάρι, χάλκωμα, μετάξι και γυναίκες, περηφανέβεστε, πως είναι δικά σας, γιατί ΄ναι «εθνικά!» Και κανένας δε συλλογάται, πως όλα τ' αγαθά μαζέβονται σε λίγα χέρια. Ατζέμηδες, Μοραίτες, Θηβαίοι και Κορθιανοί σας σκοτώνουνε μια φορά οι ξένοι με τα χέρια τ΄ αδερφικά σας σφίγγουνε το καρύδι του λαρυγγιού σ΄ όλη σας τη ζωή και σας δολοφονούνε κάθε μέρα. Όχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαφτός σας κ΄ η ψυχή σας είναι δικά τους». 

Ύστερα θα πήγαινα στα νταμάρια της Πεντέλης, στις μίνες του Δασκαλειού και του Λάβριου, στους ταρσανάδες του Περαία, στις φάμπρικες, που φκιάνουνε σκουτάρια και λουρίκια του πολέμου -στους δούλους! Θα κατέβαινα στ΄ αμπάρια των καραβιών, όπου χιλιάδες σκεβρωμένοι κουπηλάτες (άσπρα μαλλιά, μέτωπα καμένα με το πυρωμένο σίδερο) βροντάνε ρυθμικά τους χαλκάδες τους και ξεφωνίζουν από τα χτυπήματα του βούρδουλα, σαν τύχει και λιγοθυμίσουν από την κούραση, θα πήγαινα στα μεγάλα τσιφλίκια, σαν του Αλκιβιάδη στον Κουβαρά, όπου ζεμένοι με τα καματερά οργώνουνε τα κατσάβραχα και τα πουρνάρια, θα πήγαινα στην Ακρόπολη, στη Ραμνούντα, στα Κούντουρα, στις Κάβο Κολόνες, όπου σηκώνουνε με τα χέρια τους στον αψηλό ουρανό τους μαρμαρένιους κολοσσούς του πνέματός σας, τους Παρθενώνες. Και θαν τους έλεγα: 

«Θρακιώτες, Ασιάτες, Αφρικανοί και Σκύθες και Ρωμιοί! Οικέτες, θεράποντες, επιστάτες, παιδαγωγοί, τσογλάνια. Μαντινούτες του γυναικωνίτη κι άγιες πόρνες των θεών και των ανθρώπων. Σκλάβοι δημόσιοι και σκλάβ΄ ιδιωτικοί. Η ξετσίπωτη φιλοσοφία δασκαλέβει, πως είσαστε γεννημένο σκλάβοι. Μα μήτε οι θεοί μήτε κ' η φύση διατάξανε το σπέρμα του πατέρα σας να σας γεννήσει τέτιους. Η τύχη σάς έκανε κι η συνήθεια σάς αποτέλειωσε. Είσαστε σκλάβοι εσείς, για να μαστ' εμείς οι λέφτεροι. Σηκώστε το κεφάλι και κοιτάχτε τον ανοιξιάτικο ουρανό. Έχετε ξεχάσει το βάθος και το χρώμα του. Στην πατρίδα σας όμοια γελάνε τ΄ ακρογιάλια κι αστροβολάνε κάμποι και γήλιος. Κάποτες είσαστε και σεις λέφτεροι κι άδικοι, για να γίνετ΄ εδώ σκλάβοι κι αδικημένοι -σεις, οι προγονοί σας, αδιάφορο! Είσαστε το μεγάλο ψυχομέτρι. Νιώστε τη δύναμη σας κ΄ ενωθείτε με τους αδικημένους λέφτερους. Να σηκώσετε μοναχά τα σφυριά, τα δρεπάνια, τα πελέκια, τα κρικέλια σας και θα γίνει κουρνιαχτός ολάκερ΄ η δημοκρατία των «αρίστων». Να τους πάρετε τ΄ αγαθά και να τους βάνετε να δουλέβουνε, για να τρώνε». 
-«Και να καθόμαστ΄ εμείς», θ΄ απαντούσανε μερικοί μαθημένοι να σέρνονται σα ραγιάδες στην κοιλιά μπροστά στους δυνατούς και να ξεκοιλιάζουνε τους αδύνατους. 
-«Όχι», θα φώναζα εγώ. «Θα δουλέβουνε κ΄ αφτοί και σεις. Κοινή δουλειά, κοινά τ΄ αγαθά κι η λεφτεριά...» 
-«Αμ τότες ας λείπει τέτια λεφτεριά. Δε μας κάνει...» 
-«Μην πειράζεστε! Σαν έρτει κείν' η ώρα, θα μπείτε σε δρόμο να γίνετε άνθρωποι» να λυτρώσετε, θέλοντας και μη, το σώμα σας, την ψυχή σας και το πνέμα σας». 
-«Ποιοι, μωρέ, θα μας βάλουνε σε δρόμο;» πάλε θα ξεφωνούσανε. 
-«Οι Σκύθες!». 

Jean-Francois-Pierre Peyron – “Death of Socrates” – Statens Museum for Kunst, Copenhagen

Μια βροντερή φωνή πετάχτηκε ξαφνικά, σα ρουκέτα: «Τέλειωσε το νερό!» Είταν ο κλητήρας. Οι δικαστάδες τινάχτηκαν άπανον μ΄ ορμή ξεφωνίζοντας και βλαστημώντας και τρέξαν όλοι πατείς με πατώ σε κατά την πόρτα. Δεν είτανε πυρκαϊά. Δεν είτανε σεισμός. Τρέχανε, στριμωγνόντανε, χτυπιόντουσαν αναμεταξύ τους ποιος θα πάει πρώτος στο ταμείο να πάρει το μιστό του! Ακόμα κ΄ οι κλητήρες ορμήσανε κατά την πόρτα για την ίδια δουλειά κι αφήσανε το Σωκράτη μοναχό του πάνου στο βήμα να πικρογελά. Και κείνος, με την παντοτινή του γαλήνη στην ψυχή και στο πρόσωπο, κατεβαίνοντας από το βήμα παρακάλεσε τον Πλάτωνα, που στεκότανε σαστισμένος εκεί κοντά, να τον οδηγήσει στη φυλακή: «Δεν ξέρω, καημένε, μήτε που βρίσκεται μήτε κι από ποιο δρόμο πάνε!» 

(Κ. Βάρναλης, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη, Κέδρος)


«Λεύτεροι πολίτες δικιά μας η πατρίδα, μα τίποτα δικό μας μέσα σ’ αυτήν, όλα ξένα»… 

Πόση αισιοδοξία χωράει άραγε....

"Όσο
 αιρετικό κι αν ακούγεται ο Σωκράτης του Βάρναλη δεν είναι καθόλου αισιόδοξος. Ακόμα κι όταν οι μάζες πειστούν πως μπορούν ν’ ανατρέψουν «το του κρείττονος συμφέρον», να «μη νογάνε και να κάνουνε ότι συμφέρνει στους Λύκους», ακόμα και τότε δεν θα είναι από μόνοι τους ικανοί να κατακτήσουν τα μέγιστα αγαθά της ισότητας και της ελευθερίας, αλλά «για να μπουν σε δρόμο» θα χρειαστούν τη βία και τον καταναγκασμό των Σκυθών. 

Ο Βάρναλης χρησιμοποιεί το Σωκράτη σαν όχημα. Δεν είναι όμως ούτε πιο έξυπνος ούτε πιο κοινωνικά ωφέλιμος. Απλώς έχει μεγαλύτερη ιστορική γνώση από το Σωκράτη.

Ο Βάρναλης διαλογίζεται
 με τον ήρωά του σαν ταλαντούχος συγγραφέας, δεν τον μετατρέπει σε πράκτορά του, σε ευτελή αχθοφόρο ιδεολογημάτων. Το παιχνίδι είναι τίμιο. Ο Σωκράτης-Βάρναλης έχει συγγραφική αδεία, το χρόνο να ανατρέψει τη φιλοσοφία του και να καταθέσει αυτά που θα’κανε αν ζούσε. Όλα τα στοιχεία του σωκρατικού μυαλού και ψυχισμού, επιτρέπουν μια τέτοια ιστορική φαντασία. Γι αυτό και η «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» δεν είναι αδιάφορη ομιλία μπροστά σε κομματική ομάδα. Γι αυτό και δεν ξέρω αν αυτή η ψεύτικη απολογία, δεν είναι πράγματι και η πιο αληθινή από όσες έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα." 


(Χρίστος Σιοπαχάς, σκηνοθέτης της παράστασης "Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη", Εθνικό Θέατρο,1987



Χρήστος Καλαβρούζος, Εθνικό Θέατρο 1987, "Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη"


Ο Σωκράτης τραγικός ήρωας

"Ο Σωκράτης της Απολογίας του Βάρναλη είναι κατά κάποιο τρόπο ένας τραγικός ήρωας, που ανακαλύπτει το πραγματικό νόημα της ζωής λίγο πριν θανατωθεί. Και το νόημα αυτό είναι, όχι η άρνηση της ζωής αλλά η παραδοχή της σαν της μόνης πραγματικότητας, όχι η απομάκρυνση από τη ζωή αλλά η σωστή τοποθέτηση μέσα σ’ αυτήν.

Και η τραγική αντίφαση που συνθλίβει αλλά και εξυψώνει το Βαρναλικό Σωκράτη, βρίσκεται στο ότι εκείνο που, ως ένα βαθμό, τον οδηγεί στο θάνατο είναι η ανακάλυψη του σωστού νοήματος της ζωής, που τον φέρνει σε μια ριζική σύγκρουση με το περιβάλλον του.

(Από ομιλία του Τίτου Πατρίκιου για τα πενηντάχρονα του έργου του, Ο πεζογράφος Κ. Βάρναλης, Κέδρος, 1957)

Από το πρόγραμμα της παράστασης, ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου )


Ο θάνατος του Σωκράτη, Jean-François-Pierre Peyron 


«Από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς». 
Φίλε Βάρναλη, 

24/3/32

[……] Η αρχαιογνωσία σου όσο κι αν είναι ανακατεμένη με τη σάτιρά σου ξεμυτίζει αξιόλογη. Διαβάζοντάς σε σημείωσα στο περιθώριο κάπου : Η αρχαιογνωσία μαζί με την κοροϊδία χορεύουν τον καρσιλαμά. 

Α! η κοροϊδία! της απευθύνεις καλέσματα συγκινητικά. Είναι η Μούσα σου. Ο υπαινιγμός κι ο αναχρονισμός. Συγχρονίζονται. Δυο θεράποντες του τεχνίτη υπάκουοι κάνουν ένα επαναστατικό δαιμόνιο. Κάνουν το Σωκράτη, από αρχαίο μοντέρνο, χωρίς μήτε του αρχαϊσμού να κακοφαίνεται μήτε ο μοντερνισμός να ζημιώνεται. Προστατεύει και τους δυο ο λυρισμός. Ο καημένος ο ποιητής, όπου ανακατευθή, ξέρει και συγυρίζει. Μας δίνεις μιαν αυτοψυχογραφία του φιλόσοφου διασκεδαστικώτατη. Και μας θυμίζεις, πως όσο κι αν ο Σωκράτης βουτήχτηκε στη διαλεχτική, όσο κι αν την έπολέμησε τη σοφιστική — σοφιστής κι αυτός, όσο κι αν είναι η συνείδηση του Πλάτωνα — είναι ο Σωκράτης εκείνος, που αγαλματοποιός στα νιάτα του, μας έδωκε τις Χάριτες. Μου φτάνουν. 

Η κοροϊδία. Η κοροϊδία σου. Παιγνίδι και τέχνη. Γιατί τέτοια είναι και η Τέχνη. Μαζί ιεροτελεστία και ξεσυνέρισμα. Με την ελευθερία της, απόλυτη, συνταιριάζει και τα δυο. Μήτε που μπορείς χωρίς ελευθερία να τη φανταστείς.

Είναι μια φράση σου : «Από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς». Τέτοιος είναι ο δρόμος σου και τα τριγυρίσματά σου. Δε σε ταράζουν τ' ακάθαρτα του δρόμου, γιατί λυτρώνεσαι στην κορφή της ροδακινιάς. Αλλά κακοσυνηθισμένος, από την κορφή ξαναγυρίζεις στη λάσπη.

Με τα γραμμένα σου μου φαίνεται, πως δυο κλίκες ζεσταίνεις, εκείνους, που θέλουνε να σ' αφορίσουν, κ' εκείνους, που θα ζητάνε να σε φιλήσουν. Είναι και μια τρίτη, που τα αισθάνεται και τα δυο διαβάζοντάς σε, όσο κι αν τέτοιο αίσθημα μπερδεύει.[……]

Κωστής Παλαμάς




Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Το αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα: η παιδική αθωότητα και η φιλία πέρα και πάνω από τους φράχτες......


“Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night. In their gray visions they obtain glimpses of eternity, and thrill, in waking, to find that they have been upon the verge of the great secret. In snatches, they learn something of the wisdom which is of good, and more of the mere knowledge which is of evil.”  ― Edgar Allan Poe~~art by Elvira Amrhein


«Η παιδική ηλικία μετριέται σε ήχους, οσμές και εικόνες, πριν φτάσει η σκοτεινή ώρα της λογικής.»
Τζον Μπέτζεμαν

Η παιδική φιλία,η αρχέτυπη ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη και επικοινωνία  καταρρίπτει πανηγυρικά τα "συρματοπλέγματα", τα κάθε λογής στερεότυπα, τη μισαλλοδοξία, τις παράλογες διακρίσεις, καταφύγιο του εγωισμού, της εξουσιομανίας, της αδυναμίας και της άγνοιας, όλα θλιβερά χαρακτηριστικά του κόσμου που συμβιβασμένα και μίζερα φτιάξαμε όπως όπως οι μεγάλοι.

Τα παιδιά, πλάσματα φωτεινά και πλήρη μέσα στην αθωότητά τους, ζουν σχεδόν μεταφυσικά και επιτρέπουν στον εαυτό τους ερωτήματα μεγαλειωδώς φιλοσοφικά σε αντίθεση με τον τακτοποιημένο, ενήλικο κόσμο, αυστηρά περιχαρακωμένο σε απάνθρωπες δογματικές αγκυλώσεις, βεβαιότητες αμετακίνητες, ιδεολογίες, μεγάλα λόγια και ηχηρά  "πρέπει".


Όταν το παιδί, ήταν παιδί

Περπατούσε με τα χέρια ανοιχτά 
Ήθελε το ρυάκι νάναι ποτάμι 
το ποτάμι χείμαρρος 
καί η λίμνη θάλασσα. 


Όταν το παιδί, ήταν παιδί
Δεν ήξερε ότι ήταν παιδί
Κι ότι όλα είναι ζωή
Κι η ζωή είναι μία.

Όταν το παιδί, ήταν παιδί
δεν είχε γνώμη για τίποτα
δεν είχε συνήθειες
και τσουλούφι στα μαλλιά.
Καθόταν οκλαδόν κι  έτρεχε
δεν έκανε γκριμάτσες στον φωτογράφο.

Όταν το παιδί ήταν παιδί
ήταν η ώρα αυτών των ερωτήσεων.
Γιατί είμαι εγώ κι όχι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;
Πότε άρχισε ο χρόνος;
Που τελειώνει το διάστημα;
Δεν είναι η ζωή κάτω απ' τον ήλιο ένα όνειρο;
Αυτό που βλέπω, ακούω και μυρίζω
δεν είναι αντανάκλαση του κόσμου πριν τον κόσμο;
Υπάρχει το κακό και οι κακοί άνθρωποι;
Πώς εγώ που τώρα υπάρχω
δεν υπήρχα πριν υπάρξω;
Πώς κάποτε εγώ, που είμαι εγώ,
δε θα είμαι πια εγώ;

Wim Wenders,  Wings of Desire (1987)

Artist: Gium Tio Zarraluki
Artist: Gium Tio Zarraluki

Ο 8χρονος Μπρούνο, ο ήρωας στο βιβλίο "Το αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα", με τα τεράστια ορθάνοιχτα μάτια του, "ουράνιες τρύπες στο πρόσωπό του", απορεί, διερευνά, ρωτάει : 

  • Γιατί θα πρέπει να εγκαταλείψει το Βερολίνο, το σπίτι τους, το σχολείο, τους φίλους του; 
  • Έκανε κάποιο λάθος ο Πατέρας  στη δουλειά του και η τιμωρία ήταν να έρθουν σ' αυτό το απαίσιο μέρος; 
  • Γιατί απαγορεύεται να λέω αυτό που νιώθω; 
  • Τι βρίσκεται πίσω από το συρματόπλεγμα με τα κουβάρια από αγκαθωτό σύρμα; 
  • Αν πρόκειται για αγρόκτημα, γιατί δεν έχει ζώα, κότες και πάπιες;
  • Γιατί υπάρχουν τόσοι άνθρωποι από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος; Και τι κάνουν εκεί όλοι αυτοί;
  • Γιατί ο Πάβελ δεν δουλεύει σε κάποιο νοσοκομείο, αφού είναι γιατρός; Γιατί κάνει το σερβιτόρο;
  •  Γιατί όλοι οι άλλοι από κείνη την πλευρά του φράχτη φοράνε την ίδια ριγέ πιτζάμα και το υφασμάτινο σκουφάκι; 
  • Γιατί να βρίσκεται σ' αυτή την πλευρά του φράχτη και να μην έχει κανέναν να μιλήσει και να παίξει, ενώ ο Σμούελ από την άλλη μεριά "να έχει τόσους φίλους και να παίζει ώρες ολόκληρες κάθε μέρα";


the boy in the striped pajamas gif

Οι απαντήσεις που παίρνει ο Μπρούνο, κάθε άλλο παρά ικανοποιητικές είναι..... αφελείς, μασκαρεμένες, απλουστευτικές..... μακριά από την αλήθεια. 

Μιλώντας με τον πατέρα του ο Μπρούνο θα μάθει ότι «Αυτοί οι άνθρωποι, από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, δεν είναι καν άνθρωποι, δεν είναι αυτό που εμείς εννοούμε με τον όρο «άνθρωπος», είναι ο εχθρός, σατανικά επικίνδυνα παράσιτα. Μιλώντας με την Γκρέτελ θα μάθει ότι «Όλοι αυτοί απ’ την άλλη πλευρά του φράχτη είναι Εβραίοι» ενώ εμείς «Είμαστε το αντίθετο» και δεν συμπαθούμε τους Εβραίους, «επειδή είναι Εβραίοι». 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.......


Τζον Μπόιν, Το Αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα




Λίγο μετά την έκδοσή του το 2006, το βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα John Boyne, "The Boy in the Striped Pyjamas", κυκλοφορούσε σε 24 χώρες, ήταν υποψήφιο για το Ottakar’s Children’s Book Award της ίδιας χρονιάς ενώ αμέσως πουλήθηκαν και τα κινηματογραφικά δικαιώματα. 


Ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για την ιστορία ενός αγοριού πριν τον ύπνο, στο ασφαλές και ειρηνικό περιβάλλον του σπιτιού. Είναι μια ιστορία για το Ολοκαύτωμα, γραμμένη με τον πιο ευφάνταστο και πρωτότυπο τρόπο που θα μπορούσε να συλλάβει ένας συγγραφέας που απευθύνεται (και) σε παιδιά. Στην καρδιά του βιβλίου και της ταινίας, που κυκλοφόρησε το 2008 με τον τίτλο «Το αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα», βρίσκεται ο ρατσισμός, πάντα επίκαιρο και διαχρονικό θέμα, η δύναμη της αληθινής φιλίας, τα όρια της αθωότητας και το μεγαλείο της ανθρωπιάς. Είναι μια ιστορία για μυστικά και ψέματα, μια ιστορία εξαπάτησης, για ανθρώπους που δεν βλέπουν τις προκαταλήψεις που είναι μπροστά στα μάτια τους. Και το τίμημα θα είναι ακριβό και θα το καταβάλουν εξίσου αθώοι και φταίχτες....


Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα όμως είναι η γραφή και οπτική της αφήγησης. Οι πιο σκληρές αλήθειες υπονοούνται και διαγράφονται μέσα από την οπτική του εννιάχρονου ήρωα. Μια οπτική γνήσια παιδική, έως και αφελής. Ο μικρός διυλίζει τα πάντα μέσα από την προσωπική του ματιά και τις ανησυχίες ενός εννιάχρονου. Η αδερφή που κάνει την έξυπνη, η κουπαστή στο μεγάλο σπίτι που προσφέρεται για καταπληκτική τσουλήθρα, οι αντιπαθητικοί στρατιωτικοί που παρελαύνουν στο σπίτι, ο Πατέρας που λάμπει στην καλογυαλισμένη στολή του, η διάθεση για εξερεύνηση, ο νέος τόπος που είναι ένα άγνωστο «Ουσβιτς», μακριά από το Βερολίνο. Αλλά πού βρίσκεται ακριβώς; Στη Γερμανία; Οι ριγέ στολές των κρατουμένων είναι αξιοζήλευτες άνετες πιτζάμες. Από την άλλη ο ήρωας είναι ένας γνήσιος επαναστάτης, κι ας μην το ξέρει. 

 Είναι αυτή η αφηγηματική ματιά που δίνει την πρωτοτυπία σε αυτό το μυθιστόρημα. Δεν υπάρχει κανένα στερεότυπο, δεν αναφέρονται ποτέ οι λέξεις στρατόπεδο, εθνικοσοσιαλισμός, ούτε καν πόλεμος. Όλα υπονοούνται και αναδεικνύονται ακόμη πιο έντονα μέσα από την άγνοια και το ανυποψίαστο βλέμμα του Μπρούνο.



Η υπόθεση

Ο Μπρούνο, ένα αγόρι εννιά χρονών, είναι γιος ενός Ναζί. Ο Πατέρας του (με κεφαλαίο π) είναι ένας αυστηρός και προσηλωμένος στο καθήκον και τη φασιστική ιδεολογία διοικητής. Στο σπίτι του μικρού Μπρούνο μπαινοβγαίνει ο Φύρης (ο Φύρερ) και μια πολύ όμορφη γυναίκα, μια Εύα. Το πενταώροφο σπίτι της οικογένειας στο Βερολίνο στεγάζει την οικογενειακή ευτυχία. Πρωταγωνιστές ο Μπρούνο και η μεγαλύτερη αδερφή του η Γκρέτελ, («Μια Καταδικασμένη Περίπτωση», κατά τον Μπρούνο), η Μητέρα και ο Πατέρας που επιβάλλουν μια αυστηρή πειθαρχία, για το καλό όλων και της πατρίδας, η Μαρία, η υπηρέτρια, και το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό. 

"Αν είσαι στρατιώτης, αν η χώρα σου σε χρειάζεται κάπου, πας.
Όταν κάποιος είναι στρατιώτης στη ζωή δε μετράνε τόσο οι επιλογές, όσο το καθήκον"

Μια μέρα του 1943 η γαλήνη διαταράσσεται όταν ο Φύρης αναγκάζει τον εκλεκτό διοικητή του να μετακομίσει στο Άουσβιτς -  "Ουστ -Βιτς" το προφέρει ο Μπρούνο και μέχρι το τέλος επιμένει ότι σωστά το λέει!!!

«Ουστ-Βιτς;» ρώτησε ο Μπρούνο. «Τι πράγμα είναι αυτό το Ουστ-Βιτς;»
«Δεν είναι πράγμα, Μπρούνο», είπε αναστενάζοντας η Γκρέτελ. «Μέρος είναι».
«Τι μέρος είναι λοιπόν;» επέμεινε ο Μπρούνο.
«Έτσι λέγεται το σπίτι», του εξήγησε η Γκρέτελ. «Ουστ-Βιτς».
«Μα τι σημαίνει;» ρώτησε απελπισμένος. «Ουστ, τι ουστ;»
«Ουστ στους ανθρώπους που ζούσαν εδώ πριν από μας υποθέτω», είπε η Γκρέτελ. «Μάλλον έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους και κάποιος τους είπε "ουστ" και να πάρουμε κάποιον άλλον που θα την κάνει σωστά».



"Όταν πρωτοείδε το καινούριο τους σπίτι, ο Μπρούνο έμεινε με τα μάτια ορθάνοιχτα και το στόμα του να σχηματίζει ένα μεγάλο όμικρον. Τα χέρια του κρέμονταν παράλληλα με το σώμα του, όπως κάθε φορά που κάτι τον εξέπληττε."

Το σπίτι τους είναι δίπλα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Από το παράθυρο του δωματίου του ο Μπρούνο βλέπει το συρματόπλεγμα. Δεν ξέρει όμως περί τίνος πρόκειται.



Οι άνθρωποι της άλλης πλευράς

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» ρώτησε χαμηλόφωνα [η Γκρέτελ], σαν να μη ρωτούσε τον Μπρούνο, αλλά να περίμενε απάντηση από κάποιον άλλο. «Και τι κάνουν εδώ;»
Ο Μπρούνο σηκώθηκε, και για πρώτη φορά στάθηκαν εκεί μαζί, δίπλα δίπλα, και έβλεπαν τι συνέβαινε ούτε δεκαπέντε μέτρα από το νέο τους σπίτι.

Όπου κι αν έπεφτε το μάτι τους υπήρχαν άνθρωποι, ψηλοί, κοντοί, γέροι, νέοι, που πήγαιναν πέρα δώθε. Κάποιοι στέκονταν σε ομάδες, εντελώς ακίνητοι, με τα χέρια τεντωμένα κατά μήκος του κορμιού τους, και προσπαθούσαν να κρατήσουν όρθιο το κεφάλι τους καθώς ένας στρατιώτης περνούσε μπροστά τους, με το στόμα του να ανοιγοκλείνει γρήγορα σαν να τους φώναζε κάτι. Κάποιοι άλλοι προχωρούσαν στη σειρά, κι έσπρωχναν καροτσάκια απ' τη μια άκρη του καταυλισμού ως την άλλη. Εμφανίζονταν από ένα σημείο που δε φαινόταν και έσπρωχναν τα καροτσάκια τους μέχρι ένα σημείο πίσω από μια καλύβα, όπου εξαφανίζονταν πάλι. Μερικοί στέκονταν σε ομάδες κοντά στις καλύβες χωρίς να μιλάνε, με το κεφάλι σκυμμένο, σαν να έπαιζαν κάποιο παιχνίδι όπου προσπαθείς να περάσεις απαρατήρητος. Κάποιοι στηρίζονταν σε πατερίτσες και άλλοι είχαν επιδέσμους στο κεφάλι τους. Κάποιοι κουβαλούσαν φτυάρια και τους οδηγούσαν στρατιώτες σε ένα μέρος όπου δε φαίνονταν πια.

Ο Μπρούνο και η Γκρέτελ διέκριναν εκατοντάδες ανθρώπους, μα υπήρχαν τόσες καλύβες και ο καταυλισμός εκτεινόταν πολύ πιο μακριά από εκεί που έφτανε το βλέμμα τους, που έμοιαζε να υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι εκεί πέρα.

«Και όλοι αυτοί ζουν τόσο κοντά μας», είπε συνοφρυωμένη η Γκρέτελ. «Στο Βερολίνο, στον ήσυχο δρόμο μας, υπήρχαν μόνο έξι σπίτια. Κι εδώ έχει τόσο πολλά. Γιατί ο Πατέρας ανέλαβε μια δουλειά σε ένα τόσο απαίσιο μέρος και με τόσο πολλούς γείτονες; Δεν μπορώ να το καταλάβω».
«Κοίτα εκεί», είπε ο Μπρούνο, και η Γκρέτελ κοίταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε το δάχτυλο του Μπρούνο και είδε, πέρα μακριά, μια ομάδα παιδιών να προχωράνε στριμωχτά και να τους φωνάζουν μια ομάδα στρατιώτες. Όσο πιο πολύ τους φώναζαν οι στρατιώτες, τόσο περισσότερο συσπειρώνονταν τα παιδιά, μα έπειτα ένας από τους στρατιώτες όρμησε καταπάνω τους και τα παιδιά χωρίστηκαν και φάνηκε να κάνουν αυτό που τους ζητούσε, δηλαδή να μπουν στη σειρά. Όταν το έκαναν αυτό, οι στρατιώτες άρχισαν να γελάνε και να τα χειροκροτούν.



«Πρέπει να είναι κάτι σαν πρόβα», υπέθεσε η Γκρέτελ, αγνοώντας το γεγονός πως μερικά απ' τα παιδιά, ακόμα κι απ' τα μεγαλύτερα, ακόμα και τα συνομήλικα της, έμοιαζαν να κλαίνε.
«Σ' το 'πα πως έχει παιδιά», είπε ο Μπρούνο.
«Όχι όμως παιδιά απ' αυτά με τα οποία θα ήθελα εγώ να παίξω», είπε αποφασιστικά η Γκρέτελ. «Αυτά είναι μες στη βρόμα. Η Χίλντα και η Ίζαμπελ και η Λουίζ κάνουν μπάνιο κάθε πρωί, το ίδιο κι εγώ. Αυτά τα παιδιά είναι σαν να μην έχουν κάνει μπάνιο ποτέ στη ζωή τους».
«Φαίνεται πολύ βρόμικο αυτό το μέρος», είπε ο Μπρούνο. «Μήπως όμως δεν έχουν μπάνιο;»
«Μην είσαι ανόητος», είπε η Γκρέτελ, παρότι της είχαν πει πάμπολλες φορές να μην αποκαλεί τον αδελφό της ανόητο. «Τι είδους άνθρωποι δεν έχουν μπάνιο;»
«Ξέρω κι εγώ;» είπε ο Μπρούνο. «Ανθρωποι που δεν έχουν ζεστό νερό, ίσως;»

Η Γκρέτελ κοίταξε λίγο ακόμα κι έπειτα αναρρίγησε και κοίταξε προς την άλλη πλευρά. «Θα πάω στο δωμάτιο μου να τακτοποιήσω τις κούκλες μου», είπε. «Η θέα από κει είναι σαφώς καλύτερη».
Με αυτή την παρατήρηση έφυγε, διέσχισε το διάδρομο, πήγε στο δωμάτιο της κι έκλεισε την πόρτα πίσω της, μα δεν άρχισε αμέσως να τακτοποιεί τις κούκλες της. Κάθισε στο κρεβάτι και απ' το νου της πέρασαν ένα σωρό πράγματα.

Κι απ' το νου του αδελφού της πέρασε μια τελευταία σκέψη καθώς κοίταζε τους εκατοντάδες ανθρώπους εκεί πέρα που έκαναν τις δουλειές τους. Το γεγονός πως όλοι τους - τα μικρά αγόρια, τα μεγάλα αγόρια, οι πατεράδες, οι παππούδες, οι θείοι, οι άνθρωποι που ζουν σε κάθε δρόμο και μοιάζουν να μην έχουν κανένα συγγενή - φορούσαν τα ίδια ρούχα: γκρι ριγέ πιτζάμες και στο κεφάλι τους ένα γκρι ριγέ σκουφάκι.

«Τι παράξενο», μουρμούρισε ο Μπρούνο, κι έπειτα απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο. 





Η συνάντηση με το αγόρι που φορούσε ριγέ πιτζάμα

Στην απέραντη μοναξιά αυτού του τόπου ο Μπρούνο βρίσκει διέξοδο στις εξερευνήσεις έξω από το νέο σπίτι του οι οποίες τον οδηγούν σε ένα σημείο του στρατοπέδου όπου η επιτήρηση είναι χαλαρή. Εκεί συναντά έναν κρατούμενο, ένα Εβραιόπουλο, τον Σμούελ, που έχει γεννηθεί, κατά σύμπτωση, την ίδια ακριβώς μέρα με τον Μπρούνο. «Είναι σα δίδυμοι» παρατηρεί ο μικρός.Το μόνο που του φαίνεται παράξενο είναι τ' όνομά του. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, απλά γιατί δεν το έχει ξανακούσει στο δικό του περιβάλλον. Προσπερνώντας το παράξενο όνομα, ο Μπρούνο γίνεται φίλος με τον Σμούελ.

Και επειδή "δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράγματα που εξημερώνει”, που πάει να πει αυτά με τα οποία "δημιουργεί δεσμούς", ξεχασμένη συνήθεια, όπως διαπιστώνει με πίκρα η αλεπού στον "Μικρό Πρίγκηπα" του Σαιντ-Εξυπερί, τα δυο αγόρια αναπτύσσουν μέσα από μια καθημερινή τελετουργική επαφή, μια φιλία δυνατή αλλά αναγκαστικά κρυφή με το το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα πάντα ανάμεσά τους.  Και μιλάνε ήσυχα, με σεβασμό και ευγένεια για όλα όσα, αν και διαφορετικά, δεν τους χωρίζουν και καταφέρνουν να συμφωνήσουν διαφωνώντας!!! Διδακτικότατο μάθημα για τους μεγάλους!! 



«Από πού ήρθες;» ρώτησε ο Σμούελ μισοκλείνοντας τα μάτια του και κοιτάζοντας προσεχτικά τον Μπρούνο.

«Από το Βερολίνο»

«Πού είναι αυτό;»
Ο Μπρούνο άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, αλλά ανακάλυψε πως δεν ήταν και απόλυτα σίγουρος.
«Στη Γερμανία βέβαια», είπε. «Εσύ δεν ήρθες από τη Γερμανία;»
«Όχι, είμαι από την Πολωνία»,  είπε ο Σμούελ. 
«Πολωνία», είπε ο Μπρούνο σκεφτικός ζυγίζοντας τη λέξη. «Δεν είναι τόσο ωραία όσο η Γερμανία, ε;»
Ο Σμούελ συνοφρυώθηκε.
«Και γιατί δεν είναι;» ρώτησε.

«Να, γιατί η Γερμανία είναι η σπουδαιότερη απ' όλες τις χώρες», απάντησε ο Μπρούνο, που θυμήθηκε κάτι που είχε ακούσει τον Πατέρα να συζητάει με τον Παππού πολλές φορές. «Είμαστε ανώτεροι».

Ο Σμούελ τον κοίταξε, αλλά δε μίλησε κι ο Μπρούνο ένιωσε πως ήθελε να αλλάξει θέμα, γιατί με το που είπε τα λόγια αυτά, του φάνηκαν κάπως παράξενα και δεν ήθελε να θεωρήσει ο Σμούελ πως ήταν αγενής. [….]

«Ο δικός μου τόπος είναι πολύ πιο όμορφος από το Βερολίνο», είπε ο Σμούελ, που δεν είχε πάει ποτέ στο Βερολίνο. «Είναι όλοι φιλικοί και είμαστε πολύ μεγάλη οικογένεια, και το φαγητό είναι πολύ καλύτερο».
«Εντάξει, τότε πρέπει να συμφωνήσουμε διαφωνώντας», είπε ο Μπρούνο, που δεν ήθελε να τσακωθεί με τον καινούριο του φίλο.
«Εντάξει», είπε ο Σμούελ.

Καθώς γύρισε κι έφυγε, ο Μπρούνο παρατήρησε ξανά πόσο κοντούλης και κοκαλιάρης ήταν ο καινούριος του φίλος. Δεν είπε τίποτα όμως, γιατί ήξερε πόσο δυσάρεστο είναι να σε κρίνουν για κάτι τόσο χαζό όσο το ύψος σου και δεν ήθελε με τίποτα να φανεί αγενής απέναντι στον Σμούελ.






Περιβραχιόνια για να ξεχωρίζει ποιος είναι ποιος

«Και κάποια μέρα τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν». «Γύρισα από το σχολείο κι η μητέρα μου μας έφτιαχνε περιβραχιόνια από ένα ειδικό ύφασμα και ζωγράφιζε
στο καθένα από ένα αστέρι. Τέτοιο».


Με το δάχτυλο του σχεδίασε στο χώμα μπροστά του.

«Και κάθε φορά που ήταν να βγούμε έξω, μας έλεγε να φοράμε αυτό το περιβραχιόνιο».

«Κι ο μπαμπάς μου φοράει τέτοιο», είπε ο Μπρούνο. «Πάνω απ' τη στολή του. Είναι πολύ ωραίο. Είναι κατακόκκινο με ένα ασπρόμαυρο σχέδιο πάνω».

Με το δάχτυλο του σχεδίασε στο χώμα ένα άλλο σχέδιο, απ' τη δική του πλευρά του φράχτη.


«Είναι διαφορετικά όμως, ε;» είπε ο Σμούελ. «Εμένα κανείς δε μου έδωσε περιβραχιόνιο», είπε ο Μπρούνο.
«Εγώ πάλι δε ζήτησα να μου δώσουν», είπε ο Σμούελ.
«Τέλος πάντων», είπε ο Μπρούνο. «Θα μ' άρεσε να είχα κι εγώ. Δεν ξέρω όμως ποιο μ' αρέσει περισσότερο. Το δικό σου ή του Πατέρα μου».


Οι διαφορετικοί στο γκέτο

«Για μερικούς μήνες φορούσαμε περιβραχιόνια», είπε. «Κι έπειτα τα πράγματα άλλαξαν πάλι. Γύρισα μια μέρα κι η Μαμά μου είπε πως δεν μπορούσαμε πια να μένουμε στο
σπίτι μας...»
[......] μετακομίσαμε σ' ένα άλλο σημείο της Κρακοβίας, όπου οι στρατιώτες είχαν χτίσει έναν ψηλό τοίχο, κι η μητέρα μου, κι ο πατέρας μου, κι ο αδελφός μου κι εγώ μέναμε όλοι σε ένα δωμάτιο».
«Όλοι σας;» ρώτησε ο Μπρούνο. «Σ' ένα δωμάτιο;»
«Κι όχι μόνο εμείς», είπε ο Σμούελ. «Υπήρχε και μια άλλη οικογένεια εκεί, κι η μητέρα κι ο πατέρας όλο τσακώνονταν, κι ένας από τους γιους τους ήταν μεγαλύτερος από μένα και συ-νεχώς με χτυπούσε, ακόμα κι αν δεν είχα κάνει κάτι κακό».
«Δεν μπορεί να μένατε όλοι μαζί σ' ένα δωμάτιο», είπε ο Μπρούνο κουνώντας το κεφάλι του. «Είναι παράλογο».
«Όλοι μας», είπε ο Σμούελ κουνώντας το κεφάλι. «Έντεκα συνολικά».
Ο Μπρούνο άνοιξε το στόμα του για να τον αμφισβητήσει πάλι - δεν μπορούσε να πιστέψει πως έντεκα άνθρωποι ζούσαν μαζί στο ίδιο δωμάτιο - μα άλλαξε γνώμη.

«Μείναμε εκεί μερικούς μήνες», συνέχισε ο Σμούελ, «όλοι μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Υπήρχε ένα μικρό παράθυρο, αλλά δεν ήθελα να κοιτάζω έξω, γιατί θα έβλεπα τον τοίχο και τον μισούσα τον τοίχο, γιατί το αληθινό μας σπίτι ήταν απ'την άλλη μεριά. Και αυτό το μέρος της πόλης ήταν το κακό μέρος της, γιατί είχε συνεχώς θόρυβο και ήταν αδύνατον να κοιμηθείς. Και μισούσα τον Λούκα, το αγόρι που συνεχώς με χτυπούσε, κι ας μην είχα κάνει κάτι κακό».

«Κι έπειτα μια μέρα ήρθαν οι στρατιώτες με τεράστια φορτηγά», είπε ο Σμούελ .«Και είπαν σε όλους μας να φύγουμε από τα σπίτια. Πολλοί δεν ήθελαν και κρύβονταν όπου μπορούσαν, αλλά νομίζω πως τελικά τους έπιασαν όλους. Και τα φορτηγά μάς πήγαν σ' ένα τρένο και το τρένο...»
Δίστασε για μια στιγμή και δάγκωσε το χείλος του. Ο Μπρούνο ένιωσε πως ο Σμούελ θα έβαζε τα κλάματα και δεν καταλάβαινε γιατί.
«Το τρένο ήταν φρικτό», είπε ο Σμούελ. «Ήμασταν πάρα πολλοί στα βαγόνια. Και δεν μπορούσαμε ούτε να αναπνεύσουμε. Και μύριζε απαίσια». [....]

«Δεν μπορούσαμε να βγούμε από το βαγόνι μας».

 «Δεν υπήρχαν πόρτες»,  «Αν υπήρχαν, θα είχαμε κατέβει όλοι».

«Όταν επιτέλους σταμάτησε το τρένο, βρισκόμασταν σ' ένα πολύ κρύο μέρος και χρειάστηκε να περπατήσουμε ως εδώ».

«Και τη Μαμά την πήραν μακριά μας, και τον Μπαμπά και τον Γιόζεφ τους έβαλαν στις καλύβες εκεί πέρα, κι από τότε είμαστε εδώ».



Τι σημαίνει μια στολή

Ανήμερα τα Χριστούγεννα ο Πατέρας είχε φορέσει την ολοκαίνουρια στολή του, αυτή την κολαριστή που φορούσε πια κάθε μέρα, και όλη η οικογένεια χειροκρότησε όταν είχε εμφανιστεί φορώντας την. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Σε σχέση με τους υπόλοιπους στρατιώτες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι τους, ο Πατέρας ξεχώριζε και έμοιαζαν όλοι να τον σέβονται ακόμα περισσότερο τώρα που τη φορούσε. Η Μητέρα είχε πάει κοντά του και τον είχε φιλήσει στο μάγουλο και είχε χαϊδέψει με το χέρι της τη στολή, σχολιάζοντας πόσο καλό τής φαινόταν το ύφασμά της. Ο Μπρούνο είχε εντυπωσιαστεί από τα πολλά παράσημα στη στολή και του είχε επιτραπεί να φορέσει για λίγο το πηλήκιο, αρκεί να ήταν τα χέρια του πεντακάθαρα όταν θα το έπιανε.

Ο Παππούς είχε νιώσει μεγάλη περηφάνια για το γιο του όταν τον είδε με την καινούρια του στολή και μόνο η Γιαγιά έμοιαζε να μην έχει εντυπωσιαστεί καθόλου. Αφού είχαν φάει και αφού εκείνη και η Γκρέτελ και ο Μπρούνο είχαν παίξει το σκετς τους, η Γιαγιά είχε καθίσει θλιμμένη σε μια πολυθρόνα και κοίταζε τον Πατέρα, κουνώντας το κεφάλι της σαν να ήταν πάρα πολύ απογοητευμένη.

«Αναρωτιέμαι - αυτό ήταν το λάθος μου με σένα, Ραλφ;» είχε πει. «Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά τα σκετς που σε έβαζα να παίζεις μικρός σε οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Να μασκαρεύεσαι σαν μαριονέτα».

«Ελάτε, Μητέρα», είχε πει ο Πατέρας συγκαταβατικά. «Ξέρετε πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή».
«Στέκεσαι εκεί με τη στολή σου», είχε συνεχίσει εκείνη, «λες και σε κάνει σπουδαίο. Χωρίς καλά καλά να σε νοιάζει τι σημαίνει αυτή η στολή. Τι αντιπροσωπεύει».
«Νάταλι, τα έχουμε συζητήσει αυτά», είχε πει ο Παππούς, παρότι όλοι ήξεραν πως όταν η Γιαγιά είχε κάτι να πει, πάντα έβρισκε τον τρόπο να το πει, όσο κι αν θα δυσαρεστούσε τους άλλους.
«Εσύ το συζήτησες, Ματίας», είχε πει η Γιαγιά. «Στο ντουβάρι μιλούσες. Ως συνήθως».
«Μητέρα, έχουμε γιορτή», είχε πει αναστενάζοντας ο Πατέρας. «Και είναι Χριστούγεννα. Ας μην τα καταστρέψουμε».

«Θυμάμαι όταν είχε αρχίσει ο Μεγάλος Πόλεμος», είχε πει περήφανα ο Παππούς, κοιτάζοντας τη φωτιά και κουνώντας το κεφάλι του. «Θυμάμαι που ήρθες στο σπίτι και μας είπες πως είχες καταταγεί κι εγώ ήμουν σίγουρος πως θα πάθαινες κακό».
«Και έπαθε κακό, Ματίας», είχε επιμείνει η Γιαγιά. «Κοίταξέ τον και θα καταλάβεις».
«Δες τώρα», είχε συνεχίσει ο Παππούς αγνοώντας την. «Με κάνει τόσο περήφανο που σε βλέπω να έχεις αναλάβει μια τόσο υψηλή θέση. Να βοηθάς την πατρίδα σου να ανακτήσει τη χαμένη της τιμή μετά από τόσες αδικίες που της έγιναν. Όλες αυτές τις ποινές που της επιβλήθηκαν...»
«Ακούς τι λες;» είχε φωνάξει η Γιαγιά. «Ποιος απ' τους δυο σας είναι πιο ανόητος αναρωτιέμαι!»



«Μα, Νάταλι», είχε πει η Μητέρα, προσπαθώντας να ηρεμήσει κάπως τα πνεύματα, «δε βρίσκετε τον Ραλφ πανέμορφο με τη νέα του στολή;»
«Πανέμορφο;» είχε ρωτήσει η Γιαγιά, γέρνοντας μπροστά και κοιτάζοντας τη νύφη της σαν αυτή να είχε χάσει τα λογικά της. «Πανέμορφο είπες; Ανόητο κορίτσι! Αυτό θεωρείς εσύ σημαντικό; Να είναι κάποιος πανέμορφος;» […..]
 «Αυτό είναι ούτως ή άλλως το μόνο που σας ενδιαφέρει εσάς τους στρατιωτικούς», είχε πει η Γιαγιά, αγνοώντας το θέμα των παιδιών. «Να είστε πανέμορφοι με τις στολές σας. Να μασκαρεύεστε και να κάνετε τα απαίσια, τα αισχρά πράγματα που κάνετε. Με κάνει να ντρέπομαι. Κατηγορώ όμως τον εαυτό μου, Ραλφ, κι όχι εσένα».

 «Ντρέπομαι!» είχε φωνάξει πριν φύγει η γιαγιά «Που ο δικός μου γιος είναι...»
«Πατριώτης», είχε φωνάξει ο Πατέρας, που μάλλον δεν είχε μάθει -ποτέ τον κανόνα πως απαγορεύεται να διακόπτουμε τη μητέρα μας.

«Ναι, πατριώτης!» είχε φωνάξει εκείνη. «Κι όλοι αυτοί που μαζεύεις εδώ και τους τραπεζώνεις. Μου 'ρχεται αηδία. Κι όταν σε βλέπω μ' αυτή τη στολή, μου 'ρχεται να βγάλω τα μάτια μου!» είχε προσθέσει πριν φύγει σαν σίφουνας χτυπώντας την πόρτα πίσω της.

Οι διαφωνούντες όμως με τον ένα ή άλλο τρόπο σωπαίνουν ή τους κάνουν να σωπάσουν..... Η γιαγιά πεθαίνει ένα χρόνο μετά την αναχώρηση της οικογένειας για το Ουστ-Βιτς  χωρίς να έχει συναντηθεί με την οικογένεια. Ο Πατέρας, αν και λυπημένος που είχε τσακωθεί μαζί της και δεν τα είχαν βρει μέχρι που πέθανε, καμαρώνει στην κηδεία μέσα στην εντυπωσιακή στολή του "εκείνη την κολαριστή και καλοσιδερωμένη με τα πολλά παράσημα". Κι  είναι πολύ περήφανος γιατί ανάμεσα στους επικήδειους που εκφωνήθηκαν στην εκκλησία, υπήρχε και ένας που τον είχε στείλει ο "Φύρης". Μόνο η μητέρα θα σκεφτεί και θα πει πως "αν το ήξερε αυτό η Γιαγιά, θα έτριζαν τα κόκαλά της"



Απαγορεύεται.....

«Πάντως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω πως [ο Πατέρας] έχει κάνει ένα τρομερό λάθος», είπε ήρεμα ο Μπρούνο. 
«Ακόμα κι αν το πιστεύετε, δεν πρέπει να το λέτε δυνατά», είπε βιαστικά η Μαρία, πηγαίνοντας προς το μέρος του και μοιάζοντας να θέλει να τον λογικέψει. «Υποσχεθείτε μου πως δε θα το λέτε».
«Μα γιατί;» ρώτησε εκείνος συνοφρυωμένος. «Λέω αυτό που νιώθω. Μήπως απαγορεύεται;»
«Ναι», είπε εκείνη. «Απαγορεύεται».
«Απαγορεύεται να λέω αυτό που νιώθω;» επέμεινε ο Μπρούνο με δυσπιστία.
«Ναι», επέμεινε εκείνη και η φωνή της ήταν τώρα τσιριχτή. «Μην λέτε κουβέντα γι' αυτό, Μπρούνο. Δεν καταλαβαίνετε πόσα προβλήματα μπορεί να δημιουργήσετε; Σε όλους μας;»
Ο Μπρούνο την κοίταξε. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα της, μια τρομερή ανησυχία, που δεν την είχε ξαναδεί και τον αναστάτωσε.
«Καλά», μουρμούρισε.



Εκτός από τη γιαγιά, μια Γερμανίδα  με το θάρρος των "πιστεύω" της, που αποδοκιμάζει ανοιχτά τη "δουλειά" του γιου της και είναι έτοιμη να πει ότι "αυτό που συνέβαινε δεν έπρεπε να συμβαίνει" στους "διαφωνούντες" ανήκει και ο πατέρας του λοχαγού Κότλερ, καθηγητής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο. Έφυγε από τη Γερμανία το 1938 και κατέφυγε στην Ελβετία. 


Και ποιος ήταν ο λόγος, θέλω να μάθω», συνέχισε ο Πατέρας, «που έφυγε από τη Γερμανία τη στιγμή της μεγαλύτερης δόξας της και όταν τον χρειαζόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά, όταν ο καθένας μας έχει χρέος να παίξει το ρόλο του στην εθνική παλιγγενεσία; Ήταν φυματικός;» Ο υπολοχαγός Κότλερ κοίταξε τον Πατέρα μπερδεμένος. «Με συγχωρείτε;» ρώτησε.
«Μήπως πήγε στην Ελβετία για να πάρει τον αέρα του;» εξήγησε ο Πατέρας. «Ή είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο να φύγει από τη Γερμανία; Το χίλια εννιακόσια τριάντα οχτώ», πρόσθεσε λίγο μετά.
«Δυστυχώς δε γνωρίζω, κύριε διοικητά», είπε ο υπολοχαγός Κότλερ. «Θα πρέπει να ρωτήσετε τον ίδιο».
«Ναι, όμως θα είναι λίγο δύσκολο, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω, αφού εκείνος βρίσκεται τόσο μακριά. Μπορεί όμως να συμβαίνει αυτό. Να είναι άρρωστος».
Ο Πατέρας δίστασε λίγο πριν πάρει ξανά τα μαχαιροπίρουνα του και συνεχίσει να τρώει.

«Εκτός βέβαια αν είχε... διαφωνίες».
«Διαφωνίες, κύριε διοικητά;»
«Με την κυβερνητική πολιτική. Ακούγονται πότε πότε κάτι τέτοιες ιστορίες. Αυτοί οι άνθρωποι είναι παράξενοι, φαντάζομαι. Κάποιοι είναι διαταραγμένες προσωπικότητες. Άλλοι πάλι είναι προδότες. Ή δειλοί. Να υποθέσω πάντως πως θα έχεις ενημερώσει τους ανωτέρους σου για τις απόψεις του πατέρα σου, υπολοχαγέ Κότλερ;»

Ο νεαρός υπολοχαγός άνοιξε το στόμα του και ξεροκατάπιε, παρότι δεν είχε φάει τίποτα.


Φυσικά ο νεαρός υπολοχαγός Κότλερ, μετά το συμβάν, μετατίθεται αλλού.....

Αργότερα το ίδιο βράδυ, όταν ο Μπρούνο πήγε για ύπνο, ξανάφερε στο νου του όσα είχαν συμβεί στο τραπέζι. Θυμήθηκε πόσο καλός ήταν μαζί του ο Πάβελ τη μέρα του ατυχήματος με την κούνια, πώς είχε σταματήσει την αιμορραγία και πόσο απαλά του είχε βάλει το πράσινο φάρμακο. Και ενώ ο Μπρούνο ήξερε πως ο Πατέρας ήταν γενικά πολύ ευγενικός και καλός, του φαινόταν άδικο και λάθος που κανείς δεν είχε σταματήσει τον υπολοχαγό Κότλερ• και σκέφτηκε πως αν τα πράγματα γίνονταν έτσι στο Ουστ-Βιτς, τότε καλά θα έκανε να μη διαφωνεί με κανέναν και για τίποτα. Καλά θα έκανε να κρατάει το στόμα του κλειστό και να μην κάνει το παραμικρό. Γιατί μάλλον δε θα άρεσε σε μερικούς μερικούς.





Όσο για τη Μητέρα, ο κόσμος της ξεκινάει πολύ μικρός... μόνη της έγνοια η οικογένεια, η ασφάλειά της, η θέση της στην κοινωνία. Μάλλον επιλέγει να είναι ανυποψίαστη... δε θέλει να δει την αλήθεια, γιατί τότε θα ενοχοποιήσει τον άντρα της, τον εαυτό της... Θα περάσει ένας ολόκληρος χρόνος, για να αντιδράσει και να επιβάλλει τη θέλησή της... αλλά τότε θα είναι αργά... το κακό είναι ήδη προ των πυλών....

«Είναι φρικτό», έλεγε η Μητέρα. «Απλά φρικτό. Δεν το αντέχω άλλο».
«Δεν έχουμε επιλογή», έλεγε ο Πατέρας. «Αυτή είναι η δουλειά που μας ανατέθηκε και...»
«Όχι, αυτή είναι η δουλειά που σου ανατέθηκε», είπε η Μητέρα. «Σ' εσένα, όχι σ' εμάς. Εσύ μπορείς να μείνεις αν θέλεις».
«Και τι θα σκεφτεί ο κόσμος», ρώτησε ο Πατέρας, «αν αφήσω εσένα και τα παιδιά να επιστρέψετε στο Βερολίνο χωρίς εμένα; Θα αρχίσουν να αναρωτιούνται κατά πόσο έχω αφιερωθεί στη δουλειά μου εδώ».
«Στη δουλειά σου;» φώναξε η Μητέρα. «Δουλειά το λες εσύ αυτό;»



Φιλία και διλήμματα... Κάτι που δεν έπρεπε να κάνει

[….] ο Μπρούνο μπήκε στην κουζίνα, όπου τον περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του. Εκεί, καθισμένος στο τραπέζι, μακριά από το φράχτη, βρισκόταν ο Σμούελ. Ο Μπρούνο δεν πίστευε στα μάτια του.
«Σμούελ!» είπε. «Τι θες εσύ εδώ;»
[......]«Μου είπαν να γυαλίσω τα ποτήρια», είπε ο Σμούελ. «Είπαν πως χρειάζονται κάποιον με λεπτά δάχτυλα».

Ο Σμούελ έμοιαζε να μην τον ακούει• τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κοτόπουλο και στη γέμιση με τα οποία μπουκωνόταν κάθε τόσο ο Μπρούνο. Σύντομα ο Μπρούνο κατάλαβε τι κοίταζε κι ένιωσε πολύ άσχημα.
«Συγγνώμη, Σμούελ», είπε βιαστικά. «Έπρεπε να σου δώσω κι εσένα κοτόπουλο. Πεινάς;»
«Δε χρειάζεται να με ρωτάς»
«Περίμενε, θα σου κόψω κι εσένα», είπε ο Μπρούνο.[......]

«Σμούελ! Να, πάρε!» είπε ο Μπρούνο, έκανε ένα βήμα κι έβαλε το κοτόπουλο στο χέρι του φίλου του. «Φάτο. Εμείς έχουμε πολύ ακόμα για το τσάι μας - μη σε νοιάζει».





Το αγόρι κοίταξε το φαγητό που είχε στο χέρι του για μια στιγμή κι έπειτα κοίταξε τον Μπρούνο με τα μάτια ορθάνοιχτα, γεμάτα ευγνωμοσύνη, αλλά και τρόμο ταυτόχρονα. Κοίταξε για άλλη μια φορά προς την πόρτα κι έπειτα φάνηκε να παίρνει την απόφαση του, γιατί έχωσε και τις τρεις φέτες στο στόμα του με τη μία και τις κατάπιε μέσα σε δευτερόλεπτα.


«Μην το τρως τόσο γρήγορα», είπε ο Μπρούνο. «Θα βαρυστομαχιάσεις».
«Δε με νοιάζει», είπε ο Σμούελ με ένα αχνό χαμόγελο. «Σ' ευχαριστώ, Μπρούνο».

Ο Μπρούνο του χαμογέλασε και ετοιμαζόταν να του δώσει κι άλλο, όμως εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην κουζίνα ο υπολοχαγός Κότλερ και κοντοστάθηκε όταν είδε πως τα δυο αγόρια μιλούσαν. 
«Τι κάνεις;» φώναξε. «Δε σου είπα να γυαλίσεις τα ποτήρια;»
«Έφαγες;» ρώτησε με ήρεμη και σιγανή φωνή, σαν να μην μπορούσε ούτε ο ίδιος να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί.
Ο Σμούελ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.  «Κι όμως έφαγες», επέμεινε ο υπολοχαγός Κότλερ. «Έκλεψες κάτι απ' το ψυγείο;»
Ο Σμούελ άνοιξε το στόμα του κι αμέσως το ξανάκλεισε. Το ξανάνοιξε και προσπάθησε να βρει λέξεις, μα δεν έβρισκε. Κοίταξε τον Μπρούνο και τα μάτια του εκλιπαρούσαν για βοήθεια.



«Απάντησε μου!» φώναξε ο υπολοχαγός Κότλερ. «Έκλεψες κάτι απ' το ψυγείο;»
«Όχι, κύριε. Αυτός μου το έδωσε», είπε ο Σμούελ και τα δάκρυα είχαν πλημμυρίσει τα μάτια του, καθώς κοιτούσε τον Μπρούνο. «Είναι φίλος μου», πρόσθεσε.
«Τι είναι λέει;» είπε ο υπολοχαγός Κότλερ, κοιτάζοντας παραξενεμένος τον Μπρούνο. Δίστασε. «Τι εννοείς είναι φίλος σου;» ρώτησε. «Μπρούνο, το γνωρίζεις αυτό το αγόρι;»

Ο Μπρούνο έμεινε με το στόμα ανοιχτό και προσπαθούσε να θυμηθεί πώς χρησιμοποιεί κανείς το στόμα του για να αρ
θρώοει τη λέξη «ναι». Δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο τόσο τρομοκρατημένο όσο ο Σμούελ, και ήθελε να πει αυτό που χρειαζόταν για να βελτιώσει την κατάσταση, μα συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε• γιατί και ο ίδιος ένιωθε εξίσου τρομοκρατημένος.




«Το γνωρίζεις αυτό το αγόρι;» επανέλαβε ο Κότλερ ακόμα δυνατότερα. «Μιλάς με τους φυλακισμένους;»
«Να... ήταν εδώ όταν ήρθα», είπε ο Μπρούνο. «Έπλενε τα ποτήρια».
«Δε σε ρώτησα αυτό εγώ», είπε ο Κότλερ. «Τον έχεις ξαναδεί; Του έχεις μιλήσει; Γιατί λέει πως είναι φίλος σου;»

Ο Μπρούνο ευχήθηκε να μπορούσε να φύγει μακριά. Μισούσε τον υπολοχαγό Κότλερ, μα τώρα αυτός ερχόταν καταπάνω του και το μόνο που μπορούσε ο Μπρούνο να σκεφτεί ήταν τη μέρα που τον είχε δει να πυροβολεί το σκύλο και το βράδυ που είχε θυμώσει τόσο με τον Πάβελ, που...

«Πες μου, Μπρούνο!» ούρλιαξε ο Κότλερ και το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. «Δε θα σε ρωτήσω τρίτη φορά».
«Δεν έχουμε ξαναμιλήσει», είπε αμέσως ο Μπρούνο. «Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ. Δεν τον ξέρω».

Ο υπολοχαγός Κότλερ κατένευσε και φάνηκε ικανοποιημένος από την απάντηση. Αργά αργά στράφηκε ξανά προς τον Σμούελ, που είχε σταματήσει να κλαίει και κοίταζε το πάτωμα. Έμοιαζε να προσπαθεί να πείσει την ψυχή του να πάψει να ζει μέσα στο μικροσκοπικό κορμί του, αλλά να ξεγλιστρήσει, να πετάξει ως την πόρτα και να αναληφθεί στον ουρανό, να διασχίσει τα σύννεφα, ώσπου να φτάσει κάπου πολύ μακριά.

Steven DaLuz - Still


Η δύναμη να είσαι αδύναμος.... η δύναμη να συγχωρείς.....

Όλα τα επόμενα απογεύματα ο Μπρούνο πήγαινε στο σημείο του φράχτη όπου συναντιούνταν, μα ο Σμούελ δεν ήταν εκεί. Όταν πέρασε μια βδομάδα, σκέφτηκε πως αυτό που είχε κάνει ήταν τόσο τρομερό, που δε θα του το συγχωρούσε ποτέ ο φίλος του. Όμως την έβδομη μέρα είδε με μεγάλη χαρά τον Σμούελ να τον περιμένει καθισμένος ως συνήθως σταυροπόδι στο έδαφος, κοιτάζοντας κάτω.

«Σμούελ», είπε.
Έτρεξε προς το μέρος του, κάθισε κάτω και ίσα που δεν έκλαιγε από ανακούφιση και τύψεις.
«Λυπάμαι τόσο πολύ, Σμούελ. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Συγχώρεσε με».
«Δεν πειράζει», είπε ο Σμούελ και σήκωσε το πρόσωπο προς το μέρος του.
Ήταν γεμάτο μελανιές και ο Μπρούνο μόρφασε, ξεχνώντας προς στιγμήν τη συγγνώμη του.
«Τι έπαθες;» ρώτησε, μα δεν περίμενε απάντηση. «Έπεσες με το ποδήλατο; Γιατί κι εγώ το είχα πάθει στο Βερολίνο πριν από κάνα δυο χρόνια. Είχα πέσει γιατί έτρεχα πολύ κι είχα γεμίσει μελανιές, κι έκαναν πολύ καιρό να φύγουν. Πονάει;»
«Δεν το νιώθω πια», είπε ο Σμούελ.


«Συγγνώμη γι' αυτό που έγινε την περασμένη βδομάδα», είπε ο Μπρούνο. «Τον μισώ τον υπολοχαγό Κότλερ. Νομίζει πως αυτός κάνει κουμάντο, αλλά δεν είναι έτσι».
Σταμάτησε για μια στιγμή, γιατί ένιωσε πως ξέφευγε απ' το θέμα. Ήθελε να το πει άλλη μια φορά και να το εννοεί.

«Λυπάμαι πολύ, Σμούελ», είπε καθαρά. «Δεν το πιστεύω πως δεν του είπα την αλήθεια. Δεν έχω ξαναπουλήσει φίλο μου. Σμούελ, ντρέπομαι γι' αυτό που έκανα».

Και όταν το είπε αυτό, ο Σμούελ χαμογέλασε και κατένευσε και ο Μπρούνο ένιωσε πως τον είχε συγχωρήσει. Κι έπειτα ο Σμούελ έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ. Ανασήκωσε το συρματόπλεγμα, όπως έκανε κάθε φορά που ο Μπρούνο του έφερνε φαγητό, αυτή τη φορά όμως πέρασε από κάτω το χέρι του και το κρατούσε εκεί, τεντωμένο. Ώσπου έκανε το ίδιο και ο Μπρούνο και τα δύο αγόρια έδωσαν τα χέρια και χαμογέλασαν το ένα στο άλλο. Ήταν η πρώτη φορά που αγγίζονταν.



Η τελευταία περιπέτεια

Η Μητέρα με τον Μπρούνο και την Γκρέτελ πρόκειται ν' αφήσουν το Ουστ-Βιτς και να επιστρέψουν στο Βερολίνο, με τη σύμφωνη γνώμη του Πατέρα.


«Αν είχα μια ριγέ πιτζάμα, θα μπορούσα να έρθω εκεί και να μη με πάρει κανείς χαμπάρι», είπε ο Μπρούνο.

Το πρόσωπο του Σμούελ φωτίστηκε κι έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο.

«Λες;» ρώτησε. «Θα το έκανες;»
«Και βέβαια», είπε ο Μπρούνο. «Θα είναι τέλεια περιπέτεια. Η τελευταία μας περιπέτεια. Θα κάνω επιτέλους και λίγη εξερεύνηση».
«Και θα με βοηθήσεις να ψάξω για τον Μπαμπά», είπε ο Σμούελ.
«Αμέ», είπε ο Μπρούνο. «Θα κάνουμε μια βόλτα μήπως βρούμε στοιχεία. Αυτό είναι πάντα χρήσιμο στην εξερεύνη¬ση. Το μόνο πρόβλημα είναι πού θα βρω ριγέ πιτζάμες».
Ο Σμούελ κούνησε το κεφάλι του.
«Αυτό είναι εύκολο», είπε. «Υπάρχει μια καλύβα όπου τις φυλάνε. Μπορώ να βρω μια πιτζάμα στο μέγεθος μου και να τη φέρω. Θα αλλάξεις και θα ψάξουμε για τον Μπαμπά».
«Τέλεια», είπε ο Μπρούνο, που είχε κατενθουσιαστεί. «Κανονίστηκε λοιπόν».
«Θα βρεθούμε αύριο την ίδια ώρα», είπε ο Σμούελ.



Ο Μπρούνο θα φορέσει τη ριγέ πιτζάμα και "με τη σωστή στολή θα μπει στο πετσί αυτού που παριστάνει",  θα γίνει ένας άλλος, "ένας άνθρωπος από την άλλη πλευρά του φράχτη", "ένας Εβραίος" 

Ο Σμούελ έσκυψε κι ανασήκωσε το συρματόπλεγμα, αυτό όμως έφτανε μόνο μέχρι ένα σημείο κι έτσι ο Μπρούνο αναγκάστηκε να συρθεί από κάτω. Η ριγέ πιτζάμα του γέμισε λάσπες. Γέλασε όταν κοιτάχτηκε. Δεν είχε ξαναβρομιστεί τόσο στη ζωή του κι ένιωθε υπέροχα.

Χαμογέλασε κι ο Σμούελ και τα δυο αγόρια στάθηκαν αμήχανα, καθώς δεν είχαν συνηθίσει να βρίσκονται στην ίδια πλευρά του φράχτη.
Ο Μπρούνο ήθελε πολύ να αγκαλιάσει τον Σμούελ, μόνο και μόνο για να του δείξει πόσο τον συμπαθούσε και πόσο είχε χαρεί που μιλούσαν τον τελευταίο χρόνο.
Ο Σμούελ ήθελε κι αυτός πολύ να αγκαλιάσει τον Μπρούνο, μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσει για την καλοσύνη του και τα φαγώσιμα που του είχε δώσει, μα και γιατί θα τον βοηθούσε να βρει τον Μπαμπά.
Όμως κανείς απ' τους δυο δεν αγκάλιασε τον άλλο• πήραν απλά το δρόμο απ' το φράχτη προς το στρατόπεδο, το δρόμο που επί ένα χρόνο σχεδόν κάθε μέρα έκανε ο Σμούελ, όταν κατάφερνε να διαφύγει απ' το βλέμμα των στρατιωτών, και να φτάσει στο σημείο αυτό του Ουστ-Βιτς που δεν έμοιαζε να φυλάσσεται συνέχεια, στο σημείο αυτό όπου είχε την τύχη να γνωρίσει ένα φίλο σαν τον Μπρούνο.

Δεν τους πήρε πολλή ώρα να φτάσουν στον προορισμό τους. 




Μια απίστευτη πραγματικότητα... τίποτα δεν ήταν όπως το είχε φανταστεί ο Μπρούνο....

Ο Μπρούνο έμεινε με τα μάτια ορθάνοιχτα απ' όσα έβλεπε. Είχε φανταστεί πως όλες οι καλύβες ήταν γεμάτες χαρούμενες οικογένειες, με ανθρώπους που το βραδάκι θα κάθονταν σε κουνιστές πολυθρόνες και θα έλεγαν ιστορίες για το πόσο καλύτερα ήταν τα πράγματα όταν ήταν μικροί και πως τότε σέβονταν τους μεγαλύτερους, όχι σαν τα σημερινά παιδιά. 

Είχε σκεφτεί πως τα αγόρια και τα κορίτσια που ζούσαν εδώ θα ήταν χωρισμένα σε ομάδες και θα έπαιζαν τένις, ποδόσφαιρο, θα πηδούσαν σκοινάκι ή θα έκαναν γραμμές στο χώμα για να παίξουν κουτσό.

Είχε φανταστεί πως κάπου στο κέντρο θα υπήρχε ένα κατάστημα, ίσως κι ένα μικρό ζαχαροπλαστείο, σαν αυτά που ήξερε απ' το Βερολίνο• είχε αναρωτηθεί αν υπήρχε και μαγαζί με φρούτα και λαχανικά.

Αποδείχτηκε όμως πως δεν υπήρχε τίποτε απ' όσα είχε φανταστεί.
Δεν υπήρχαν μεγάλοι καθισμένοι σε κουνιστές πολυθρόνες.
Και τα παιδιά δεν έπαιζαν διάφορα ομαδικά παιχνίδια.
Και δεν υπήρχε όχι μόνο μαγαζί με φρούτα και λαχανικά, αλλά ούτε και ζαχαροπλαστείο σαν αυτά του Βερολίνου.

Υπήρχαν μόνο πάρα πολλοί άνθρωποι που κάθονταν σε ομάδες και κοιτούσαν το έδαφος, και φαίνονταν πάρα πολύ θλιμμένοι• είχαν όλοι κάτι κοινό: ήταν τρομερά κοκαλιάρηδες και τα μάτια τους ήταν βουλιαγμένα βαθιά μέσα στις κόχες τους και όλων τα κεφάλια ήταν κουρεμένα γουλί, γι' αυτό κι ο Μπρούνο σκέφτηκε πως μάλλον είχαν όλοι κολλήσει ψείρες.

Σε μια γωνιά ο Μπρούνο είδε τρεις στρατιώτες που έμοιαζαν να κάνουν κουμάντο σε μια ομάδα είκοσι περίπου ανθρώπων. Τους φώναζαν και κάποιοι απ' αυτούς είχαν πέσει στα γόνατα κι είχαν μείνει εκεί, κρατώντας το κεφάλι τους με τα δυο τους χέρια.

Σε μια άλλη γωνιά είδε κι άλλους στρατιώτες να στέκονται τριγύρω και να γελάνε και να κοιτάζουν τις κάννες των όπλων τους, σημαδεύοντας διάφορους στόχους, χωρίς όμως να πυροβολούν.
Όπου κι αν κοίταζε, έβλεπε δυο ειδών ανθρώπους: είτε χαρούμενους στρατιώτες που γελούσαν και κοίταζαν τις κάννες των όπλων τους, είτε δυστυχισμένους ανθρώπους με ριγέ πιτζάμες που έκλαιγαν και κοίταζαν στο άπειρο με άδειο βλέμμα, σαν να κοιμούνταν με ανοιχτά μάτια.

«Μάλλον δε μου αρέσει εδώ», είπε ο Μπρούνο μετά από λίγο.
«Ούτε κι εμένα», είπε ο Σμούελ. 



Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα

Ο Σμούελ ήρθε πολύ κοντά του και τον κοίταξε έντρομος. «Λυπάμαι που δε βρήκαμε τον μπαμπά σου», είπε ο Μπρούνο.
«Δεν πειράζει», είπε ο Σμούελ.
«Και λυπάμαι που δεν καταφέραμε να παίξουμε, όταν όμως έρθεις στο Βερολίνο, θα το κάνουμε. Και θα σου γνωρίσω τους φίλους μου, τον... Οχ, πώς τους έλεγαν να δεις;» αναρωτήθηκε απογοητευμένος που δε θυμόταν τα ονόματα τους, γιατί ήταν οι τρεις κολλητοί του φίλοι για πάντα, μα να που είχαν διαγραφεί απ' τη μνήμη του.
Δεν μπορούσε να θυμηθεί κανενός το όνομα και δεν μπορούσε να φέρει στο νου του τα πρόσωπα τους.
«Τέλος πάντων», είπε κοιτάζοντας τον Σμούελ, «δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια οι κολλητοί μου φίλοι».

Κοίταξε κάτω κι έκανε κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα του: έπιασε το λεπτοκαμωμένο χέρι του Σμούελ και το έσφιξε γερά.


«Εσύ είσαι ο καλύτερος μου φίλος, Σμούελ», είπε. «Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα».

Ο Σμούελ μπορεί να άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει κάτι, μα ο Μπρούνο δεν το άκουσε ποτέ, γιατί εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα βαρύ αγκομαχητό απ' όλους αυτούς που είχαν στριμωχτεί στο δωμάτιο, καθώς η μπροστινή πόρτα έκλεισε ξαφνικά και αντήχησε απ' έξω ένας δυνατός μεταλλικός ήχος.

Ο Μπρούνο ανασήκωσε τα φρύδια του μην μπορώντας να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά, υπέθεσε όμως πως είχαν να κάνουν με το να μην μπει η βροχή και να μην κρυολογήσει ο κόσμος.

Κι έπειτα το δωμάτιο έμεινε κατασκότεινο και κατά κάποιο τρόπο, παρά την αναταραχή που προκλήθηκε, ο Μπρούνο ανακάλυψε πως εξακολουθούσε να κρατάει γερά το χέρι του Σμούελ στο δικό του και τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον πείσει να το αφήσει.



Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο  του Τζον Μπόιν, "Το Αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα" , εκδόσεις Κέδρος 





Επίλογος


Ο Μπρούνο και ο Σμούελ δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν….
δεν πρόλαβε να χαραχτεί ο φόβος – ίδιος με του κυνηγημένου θηρίου στα μάτια τους,
να εγκατασταθεί και να παγώσει ο θυμός στο πρόωρα και βιασμένα ενήλικο βλέμμα τους,
να ποτιστεί με μίσος η ψυχή τους,
να πάρουν όπλα στα χέρια τους, να τα πυροδοτήσουν, να σκοτώσουν και να σκοτωθούν, θύματα και θύτες μαζί στο αέναο γαϊτανάκι της βίας, των φρικαλεοτήτων, της εκμετάλλευσης, της κακοποίησης.

Ο Μπρούνο και ο Σμούελ, που «ροκάνισε νωρίς τη μοίρα τους ο θάνατος», έφυγαν αθώοι, ανυποψίαστοι ως το τέλος, με ορθάνοιχτα και απορημένα μάτια και χέρια να κρατιούνται σφιχτά..

Ο Μπρούνο και ο Σμούελ από το «αστρικό» τους κρεβατάκι θα γελάνε μελαγχολικά, όσο τα άλλα «μελλοθάνατα» παιδιά ετούτου του παράλογου κόσμου, εγκλωβισμένα στις συμπληγάδες των δικών μας επιλογών θα  παίρνουν το «κεκανονισμένο δρομολόγιο», "άτρωτοι συνεχιστές της ανθρώπινης παραφροσύνης", παράπλευρη απώλεια της σύγχρονης ιστορίας μας.

Κι αν είναι κάτι να μείνει απ' αυτή την ιστορία ας μείνει η παιδική αθωότητα  και η φιλία, ως διαθέσεις ψυχής που ακόμα και ως αναμονή, αεί ερχόμενες κι ας μη φτάσουν ποτέ - κρατούν όρθιο το παρόν και το μέλλον. "Ό,τι κι αν πάθαμε, ό,τι κι αν τραβήξαμε ως τώρα στη ζωή, με κάθε νέο παιδί, με κάθε νέα φιλία μπορούμε να ξαναχτίσουμε τον κόσμο μας και τον Κόσμο." (Μ. Βαμβουνάκη)