Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Anna Snitkina, Ο φύλακας άγγελος του Ντοστογιέφσκι

"Οι γυναίκες είναι ικανές απ’ το μηδέν να κάμουν το παν." 
Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι…

Ο Ντοστογιέφσκι συναντά για πρώτη φορά την Άννα Σνίτκινα: σκηνή από τη σοβιετική ταινία "Εικοσιέξι μέρες από τη ζωή του Ντοστογιέφσκι" (1981), σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Ζάρκι 
  

 "Είσαι η ελπίδα μου, η ευτυχία μου και η ευλογία μου."

Τον Οκτώβριο του 1866 ο Ντοστογιέφκσι βρίσκεται στην Πετρούπολη, Με πολύ νωπές ακόμα τις δάφνες από το «Έγκλημα και τιμωρία», που τον έχει καθιερώσει ως μεγάλο μυθιστοριογράφο χωρίς να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα, δεμένος μ' ένα δρακόντειο συμβόλαιο με τον εκδότη Στελόφσκι, οφείλει να ολοκληρώσει ως την 1η Νοεμβρίου το νέο του έργο. Πρόκειται για τον «Παίκτη» - απότοκο της νοσηρής προσκόλλησης του Ντοστογιέφσκι στα ευρωπαϊκά καζίνο.

 Ένας φίλος τού βρίσκει μια ικανή νεαρή στενογράφο, και θαυμάστρια του, την Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, στην οποία αρχίζει να υπαγορεύει το έργο. Σε είκοσι έξι μέρες έχει τελειώσει. Σαράντα μέρες μετά γράφει στην Άννα: "Όλο μου το μέλλον εξαρτάται από σένα, είσαι η ελπίδα μου, η ευτυχία μου και η ευλογία μου."  
Τέσσερις μήνες μετά, στις 15 Φεβρουαρίου 1867, την παντρεύεται. Εκείνος είναι 45 χρόνων, εκείνη 20.


Η Άννα Γκριγκόριεβνα είναι μια κοπέλα ήσυχη, στέρεη, πρακτική - σουηδικής καταγωγής από τη μεριά της μητέρας της. Στα καθημερινά - οικονομικά ζητήματα, πολύ πιο ώριμη από τον αθεράπευτα αφελή Ντοστογιέφσκι. Με το γάμο της γίνεται το σταθερό σημείο ενός κυκεώνα προβλημάτων, καθώς τα χρέη κυνηγούν τον Ντοστογιέφσκι σε βαθμό εφιαλτικό. Το πάθος του για το παιχνίδι κατατρώγει ό,τι χρήματα του αφήνουν οι πολλαπλές οικογενειακές υποχρεώσεις: συντηρεί τη χήρα του αδελφού του Μιχαήλ και τα τέσσερα παιδιά τους, καθώς και την πρώην ερωμένη του, τους δύο νεώτερους αδελφούς του Άντρέι και Νικολάι (έναν αδιόρθωτο μπεκρή), και κυρίως τον ανεπρόκοπο γιο της πρώτης γυναίκας του, τον Παύλο. 

Συγγενείς και πιστωτές, τον περιτριγυρίζουν σαν τα κοράκια. Η Άννα Γκριγκόριεβνα σώζει την κατάσταση αποφασίζοντας να φύγουν στο εξωτερικό. Για να βρει τα χρήματα, βάζει ενέχυρο όλα της τα κοσμήματα και τα έπιπλα τους. Στα μέσα του Απριλίου 1867 αναχωρούν για τη Γερμανία. Ο ευρωπαϊκός περίπλους τους θα διαρκέσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Ο Ντοστογιέφσκι παίζει στη ρουλέτα και χάνει συνεχώς τα χρήματα που του δίνει με φειδώ η Άννα. Η πείνα χτυπάει πολλές φορές την πόρτα του ζεύγους. Όταν δεν έχουν τίποτε για να βάλουν ενέχυρο, ζητιανεύουν από εκδότες και φίλους. Κι ωστόσο είναι χρόνια δημιουργικά για τον συγγραφέα: ο «Ηλίθιος» και το μεγαλύτερο μέρος των «Δαιμονισμένων» γράφτηκαν την εποχή αυτή στο εξωτερικό.

Αλλά ο Ντοστογιέφσκι δεν αντέχει στην Ευρώπη. «Χρειάζομαι τη Ρωσία για τη δουλειά μου, για τη ζωή μου. Είμαι σαν το ψάρι έξω απ' το νερό» -γράφει στον φίλο του Μάικοφ. Αντίθετα, ανακαλύπτει την αξία της γυναίκας του: «Η Άννα Γκριγκόριεβνα αποδείχθηκε πιο βαθιά και πιο δυνατή απ' ό,τι περίμενα, και σε πολλές περιπτώσεις ήταν ο φύλακας-άγγελός μου». 

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, καταφέρνει ν' απολυτρωθεί και από το πάθος του. Η τελευταία του καταστροφή ήταν στο καζίνο του Βισμπάντεν. Από εκεί γράφει σας 28 Απριλίου 1871 στην Άννα: «Τώρα πέρασαν όλα, τελείωσαν όλα. Πιστεύεις, Άννα, ότι τα χέρια μου είναι τώρα πια ελεύθερα;» Πραγματικά, δεν θα ξαναπλησιάσει πια ρουλέτα. Το ζεύγος επιστρέφει στη Ρωσία τον Ιούλιο του 1871 για μια καινούρια αρχή. Απ' το σημείο αυτό ξεκινούν οι «Αναμνήσεις» της Άννας Γκριγκόριεβνα.

Η  Άννα με τα παιδιά τους: Fyodor Fyodorovich and Lyubov Fyodorovna.

Στην Πετρούπολη, όπου εγκαθίστανται κι όπου γεννιέται ο γιος τους Φέντια, η σταθερή και πρακτική Άννα αναλαμβάνει τα ηνία. Δεν είναι εύκολα χρόνια. Συγγενείς και πιστωτές εξακολουθούν να τους κυνηγούν. Τα χρέη και η παιδική αγαθότητα του Ντοστογιέφσκι σε θέματα οικονομικής διαχείρισης εξακολουθούν να «δηλητηριάζουν τη ζωή τους» - σχεδόν ως το θάνατο του Ντοστογιέφσκι, στις 28 Ιανουαρίου 1881. Αλλά, τουλάχιστον, η Άννα καταφέρνει να τους κρατά σε κάποια απόσταση, επιτρέποντας στον άνδρα της να δουλεύει σχετικά απερίσπαστος. Γίνεται μάλιστα και εκδότης των έργων του (ξεκινώντας τον Ιανουάριο του 1873 με τους «Δαιμονισμένους») με επιτυχία. 

Η ίδια η Άννα Γκριγκόριεβνα συνοψίζει τον ρόλο της με πολλή απλότητα: «Είχε ανάγκη από ηρεμία για τη δουλειά του και την υγεία του, από τις οποίες εξαρτιόταν η επιβίωση μας». Η επίδραση της στη ζωή του Ντοστογιέφσκι στάθηκε ανεκτίμητη. Κουβάλησε κι αυτή με τον δικό της τρόπο το σταυρό της δημιουργίας του, αντιπαλεύοντας τις μύριες όσες υλικές δυσκολίες. Οι «Αναμνήσεις» της εικονογραφούν με απλές λέξεις, αισθήματα και σκέψεις, ένα Γολγοθά. Τον Γολγοθά του «δεν μπορούσαμε να...»: είναι ένα είδος ρεφρέν της αφήγησης της, που συνοψίζει την έλλειψη και της πιο στοιχειώδους υλικής άνεσης που κατέτρυχε το ζεύγος Ντοστογιέφσκι σχεδόν ως το θάνατο (παρά μερικά χρόνια) του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς.



Είχε άραγε η Άννα Γκριγκόριεβνα απόλυτη συνείδηση του μεγέθους με το οποίο συμβίωνε; Μιλάει νια το «ταλέντο» του άνδρα της, όχι για τη μεγαλοφυΐα του και οι αναμνήσεις της συνιστούν μια λιτανεία παραπόνων για τις πρακτικές δυσκολίες που είχε ν' αντιπαλέψει καθημερινά, χωρίς αναφορές στην κυοφορία του ντοστογιεφσκικού έργου, την οποία θα πρέπει να βίωνε επίσης με τον τρόπο της.  Έγραψε τις παραπονιάρικες αναμνήσεις της προκειμένου να απαθανατίσει το ρόλο, τη σημασία της στο πλευρό ενός Μεγάλου; Ή μήπως στόχος της ήταν να αποτυπώσει για την αιωνιότητα, που λέει ο λόγος, τον σταυρό που μια παρασιτική οικογένεια και μια ποταπή κοινωνία είχαν φορτώσει στον επιληπτικό, αγαθό και μισάνθρωπο Τιτάνα; 

Χωρίς την άγρυπνη Άννα Γκριγκόριεβνα στο πλευρό του, ο Ντοστογιέφσκι θα είχε πιθανότατα κατασπαραχθεί. 

Αλέξανδρος Βέλιος, Anna Snitkina, Η ζωή μου με τον Ντοστογιέφσκι, Ροές

Ο Ντοστογιέφσκι συναντά την Άννα Σνίτκινα. Από τη δραματική σειρά ρωσικής παραγωγής, με τίτλο «Κόλαση και παράδεισος: Φιοντόρ Ντοστογέφσκι» σε σκηνοθεσία Βλαντιμίρ Κοτινένκο


Μια κρίση ζήλιας με αίσιον τέλος......

Οι κρίσεις ζηλοτυπίας του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς με κατέθλιβαν και με βασάνιζαν πολύ. Η ζήλια του ήταν ακόμα πιο προσβλητική γιατί ήταν αβάσιμη, κι ωστόσο οι εκδηλώσεις της με έβαζαν μερικές φορές σε πολύ δυσάρεστη θέση. Θα διηγηθώ μια απ' αυτές τις περιπτώσεις.

 Είπα ήδη ότι ονειρευόμουν να κερδίζω χρήματα σαν στενογράφος και να συνδράμω έτσι την οικογένεια. Το 1872, έγινε λόγος να οργανωθεί ένα αγροτικό συνέδριο στη Νόβαγια Αλεξάνδρεια ή στη Λόμζα, κι ήθελαν για το συνέδριο μια στενογράφο. [....]

Η ιδέα του ταξιδιού μου δεν πολυάρεσε στον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, και γι' αυτό επινοούσε διάφορα προσχήματα με σκοπό να το αποτρέψει: πώς εγώ, μια νέα γυναίκα, θα πήγαινα μόνη σ' έναν άγνωστο και ξένο τόπο, πού θα έμενα εκεί, κ.λπ. Προκειμένου να εξαλείψουμε όλες τις αμφιβολίες του, ο αδελφός μου, τον οποίο βλέπαμε συχνά, μας κάλεσε μια μέρα να περάσουμε τη βραδιά σπίτι του, υποσχόμενος να καλέσει κι ένα φίλο του  που γνώριζε την Αλεξάνδρεια και θα πήγαινε επίσης στο συνέδριο.

Δεν είχα ξαναδεί εκείνον το φίλο του αδελφού μου, αλλά είχα ακούσει γι' αυτόν. Ήταν ένας νεαρός Καυκάσιος, πολύ καλό παιδί αλλά όχι πολύ έξυπνο, που οι φίλοι του τον αποκαλούσαν ο Άγριος Ασιάτης για την ορμητικότητα του και τη ζωντάνια των κινήσεων του. Έφερε βαρέως αυτό το παράνομα και, για ν' αποδείξει πως ήταν Ευρωπαίος, είχε βρει σε κάθε τέχνη τους «θεούς» του: στη μουσική, τον Βάγκνερ• στη ζωγραφική, τον Ρεπίν στη λογοτεχνία, τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς.Μαθαίνοντας ότι θα έκανε τη γνωριμία του Ντοστογιέφσκι και θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμος, ο νεαρός ήταν έμπλεος ενθουσιασμού.

Actors Anatoly Solonitsyn and Yevgenia Simonova
Anatoly Solonitsyn στο ρόλο του Fyodor Dostoevsky και η Yevgenia Simonova στο ρόλο της  Anna Snitkina.
από τη σοβιετική ταινία "Εικοσιέξι μέρες από τη ζωή του Ντοστογιέφσκι" (1981), σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Ζάρκι 

Έτσι, λοιπόν, την επομένη πήγαμε κι οι δύο στου αδελφού μου. Ο άνδρας μου, που δεν είχε πάθει καμιά κρίση για πολύ καιρό, ήταν πολύ ευδιάθετος. Κουβεντιάζαμε όμορφα κι ωραία όταν, ξαφνικά, εισέβαλε σαν άνεμος ένας νέος 23 χρονών, ψηλός, με σγουρά μαλλιά, εξαιρετικά σχιστά μάτια, χείλη πορφυρά, με δυο λόγια ο τύπος αυτού που αποκαλούσαμε την εποχή εκείνη «αηδιαστικά ωραίος». Μόλις μπήκε, διέκρινε τον «θεό» του και ταράχτηκε τόσο πολύ, που μετά βίας χαιρέτησε τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς και την οικοδέσποινα και συγκέντρωσε την προσοχή του αποκλειστικά σε μένα (προφανώς, επειδή με είδε σαν ένα γήινο ον που του έμοιαζε). Πήρε το χέρι μου, το φίλησε, και το ταρακούνησε δυνατά πολλές φορές, λέγοντας, με τη λαρυγγώδη φωνή του, πόσο ευτυχής ήταν που θα πήγαινα στο συνέδριο και πόσο διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να μου φανεί χρήσιμος. 

Ο ενθουσιασμός του με διασκέδαζε και τον ερμήνευα ως αποτέλεσμα της ντροπαλότητας και της σύγχυσης του. Αλλά ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς το 'βλεπε αλλιώς. Εκείνος που, αν και σπάνια, φιλούσε το χέρι των κυριών χωρίς ν' αποδίδει σ' αυτό καμιά σημασία, δυσφο­ρούσε πάντα αν κάποιος εκδήλωνε την ίδια μορ­φή ευγένειας προς εμένα, εκνευριζόταν φοβε­ρά. Ο αδελφός μου, παρατηρώντας την αλλαγή στη στάση του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς (οι διαθέσεις του μεταβάλλονταν πολύ απότομα), έσπευσε να φέρει την κουβέντα στο συνέδριο. Αλλά ο νεαρός ήταν ταραγμένος κι απαντούσε μόνιμα στις ερω­τήσεις απευθυνόμενος αποκλειστικά σ' εμένα.

 Όταν τον ρώτησα αν ήταν δύσκολο να πάει κα­νείς ως την Αλεξάνδρεια, αν το ταξίδι απαιτούσε πολλές αλλαγές τρένου, αποκρίθηκε πως δεν χρειαζόταν ν' ανησυχώ, θα με συνόδευε πολύ ευ­χαρίστως ο ίδιος και, αν ήθελα, θα μπορούσε να μπει στο ίδιο βαγόνι μ' εμένα. Αρνήθηκα την πρό­ταση του λέγοντας ότι θα μπορούσα να φθάσω και μόνη. Έπειτα ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς τον ρώ­τησε αν υπήρχε εκεί κανένα ξενοδοχείο όπου μπορούσε να μείνει μια νέα γυναίκα, κι ο νεαρός, που εξακολουθούσε να μην τολμά να κοιτάξει τον «θεό» του, αναφώνησε, απευθυνόμενος σε μένα: 

«Έλεγα να μείνω σ' ένα φίλο, αλλά αν η Άννα Γκριγκόριεβνα το επιθυμεί, θα εγκατασταθώ στο ίδιο ξενοδοχείο μ' εκείνην».

«Ακούς, Αννέτα; Ο νεαρός συμφωνεί να μείνετε μαζί. Μαζί! Καταπληκτικό!», βροντοφώναξε ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, χτυπώντας μ' όλη του τη δύναμη τη γροθιά στο τραπέζι. Τα κύπελλα του τσαγιού κύλησαν στο πάτωμα κι έγιναν κομμάτια. Η οικοδέσποινα έτρεξε να πιάσει τη λάμπα που ταλαντευόταν απ' το χτύπημα, και ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς σηκώθηκε μ' ένα πήδημα, έτρεξε στον προθάλαμο, έριξε το πανωφόρι του στους ώμους κι εξαφανίστηκε. Έτρεξα πίσω του φωνάζοντας: «Φέντια, πού πας; Φέντια, σταμάτα!» 

Anna Dostoyevskaya το 1880

Αλλά είχε ήδη φύγει. Ντύθηκα βιαστικά, αυτό όμως πήρε κάποιο χρόνο, κι όταν βρέθηκα στο δρόμο διέκρινα από μακριά έναν άνθρωπο που έτρεχε στην αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου του σπιτιού μας. Βάλθηκα επίσης να τρέχω και, καθώς οι γάμπες μου ήσαν πιο νεανικές, μέσα σε πέντε λεπτά έφθασα τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς που, φοβερά λαχανιασμένος, έτρεχε ήδη λιγότερο γρήγορα. Πολλες φορές τον είχα φωνάξει, ικετεύοντάς τον να σταματήσει, αλλά δεν με άκουγε. Επιτέλους, τον! πρόλαβα, στάθηκα μπροστά του πιάνοντας με τα! δυο μου χέρια τις άκρες του πανωφοριού που είχε ρίξει στους ώμους του, κι έβαλα τις φωνές:

«Τρελάθηκες; Πού πας; Δεν είναι αυτός ο δρόμος μας. Σταμάτα - βάλε το πανωφόρι σου• θα κρυολογήσεις...» 

Οι φωνές και η έκδηλη ταραχή μου εντυπωσίασαν τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς• στάθηκε, φόρεσε με τη βοήθεια μου το πανωφόρι του, και του το κούμπωσα. Κατόπιν, παίρνοντας τον απ' το μπράτσο, τον παρέσυρα προς την αντίθετη μεριά. Αφέθηκε, αλλά διατηρώντας ένα ύφος δυσαρέσκειας. Ήμουν έξω φρενών και συνέχισα να φωνάζω:

«Πάλι ζηλεύεις λοιπόν, έτσι; Νομίζεις ότι ερωτεύτηκα τον Άγριο Ασιάτη κι αυτός εμένα και θέλουμε να το σκάσουμε μαζί, έτσι; Δεν ντρέπεσαι;» Και περιέλουσα με μομφές τον φτωχό μου σύζυγο, και του έδειχνα πόσο με πρόσβαλλε με τη ζήλια του. Ήμασταν παντρεμένοι εδώ και έξι χρόνια, ήξερε πόσο πολύ τον αγαπούσα, τι σήμαινε για μένα η οικογενειακή μας ευτυχία, κι όμως ήταν ικανός να ζηλέψει τον πρώτο τυχόντα, εκθέτοντας με σε γελοίες καταστάσεις, κλπ.

Evgenija Simonova στο ρόλο της Anna Snitkina
"Εικοσιέξι μέρες από τη ζωή του Ντοστογιέφσκι" 

Κάθε φορά που συνέβαινε μια ιστορία τέτοιου είδους, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, ακούγοντας τις μομφές μου και προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, μου υποσχόταν να μην ξαναζηλέψει. Εγώ δεν ήθελα ν' ακούσω τίποτα. Τον επιτιμούσα όπως ξέρει να το κάνει μια εξοργισμένη γυναίκα. Αλλά δεν μπορούσα να μείνω για πολύ θυμωμένη με τον αγαπημένο μου σύζυγο. Αφού παραφερόμουν λέγοντας πολλές ανοησίες, γρήγορα ηρεμούσα, κι αισθανόμουν λύπη για εκείνον, αφού μάλιστα ήξερα πως όταν τον έπιανε η ζήλια δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.

 Έτσι έγινε κι αυτή τη φορά. Ξαναέφερα στο νου μου ζωντανά, απ' την κωμική τους πλευρά, τη συζήτηση και τον ενθουσιασμό του νεαρού, την οργή του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, τη φυγή του, κι έβαλα τα γέλια. Βλέποντας την αλλαγή της διάθεσης μου, ο άνδρας μου βάλθηκε ν' αστειεύεται με τον εαυτό του και με ρώτησε πόσα πράγματα είχε σπάσει αυτό το βράδυ στου αδελφού μου, κι αν μεταξύ των άλλων δεν είχε σπάσει και τα μούτρα του ενθουσιώδους θαυμαστή μου.

Καθ' οδόν, συμφιλιωθήκαμε και καθώς ήταν μια ωραία βραδιά, γυρίσαμε στο σπίτι με τα πό-δια. Πριν φτάσουμε, αγοράσαμε λουκούμια και καπνιστή πέστροφα . Ο δρόμος ήταν μακρύς και, με τα ψώνια μας, μας πήρε σχεδόν μιάμιση ώρα. Μπροστά στο σπίτι μας, βρήκαμε τον αδελφό μου. Μετά τη φυγή μας, ο καημένος μου ο Ιβάν είχε φανταστεί ένας Θεός ξέρει τι και είχε τρέξει σπίτι μας. Μια ώρα πριν από την άφιξη μας, είχε βάλει με το νου του το χειρότερο, κι έμεινε έκπληκτος όταν είδε και τους δυο μας να καταφθάνουμε τόσο καλοδιάθετοι. Του σερβίραμε τσάι και του προσφέραμε πέστροφα. Γελάσαμε πολύ. Ρώτησα τον αδελφό μου πώς δικαιολόγησε στο νεαρό την περίεργη εξαφάνιση μας. Μου αποκρίθηκε: «Όταν με ρώτησε τι συνέβη, του είπα: Ο διάβολος να σε πάρει αν δεν μπορείς να το καταλάβεις μόνος σου"».

Anna Snitkina, Η ζωή μου με τον Ντοστογιέφσκι, Ροές (σελ. 76-84)



Στις 28 Γενάρη του 1881, ώρα 8.36 το βράδυ, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι άφησε την τελευταία του πνοή στην Πετρούπολη.

Όπως γράφει στο “Ημερολόγιό” της η ‘Αννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκι, όταν διαβεβαίωνε τον Ντοστογιέφσκι ότι θα ζούσε ακόμη για πολλά χρόνια, εκείνος της απάντησε: "‘Οχι, το ξέρω, θα πεθάνω σήμερα! Άναψε μια λαμπάδα, Άννια, και δος μου το Ευαγγέλιο”.

Ο θάνατός του δεν σήμανε και το τέλος για την αγάπη της, αφού αφιερώθηκε στην δημοσίευση των έργων του και την επιμέλεια του μουσείου του συγγραφέα. Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, απαντώντας με ειρωνεία: "Ποιόν άλλο θα μπορούσα να παντρευτώ μετά τον Ντοστογιέφσκι; Ίσως τον Τολστόι;"




Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Δαμάζοντας τα κύματα, Lars von Trier: Ο Θεός μέσα της.........



"μέχρι που θα φτάναμε για ό, τι αγαπάμε σε αυτόν τον κόσμο;"

Η δεύτερη τριλογία του Λαρς φον Τρίερ, «Heart of Gold», αποτελείται από τις ταινίες «Δαμάζοντας τα κύματα» (1996), «Οι ηλίθιοι» (1998) και «Χορεύοντας στο σκοτάδι» (2000). Όλες του οι ταινίες επιλέχθηκαν στο Φεστιβάλ των Κανών. Έχει τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής για το «Δαμάζοντας τα Κύματα» και Χρυσό Φοίνικα για το «Χορεύοντας στο σκοτάδι»

Μια από τις ελάχιστες φορές που η πιο μνημονευόμενη ταινία ενός δημιουργού είναι πραγματικά το αριστούργημά του και όχι απλώς η πιο εύπεπτη και γνωστή.

Ένας αγώνας αντοχής στην πραγματική, ανιδιοτελή αγάπη και την αυτοθυσία με sui generis στοιχεία. Καθηλωτικά εξωτερικά πλάνα, κλειστοφοβικά εσωτερικά. Ο βιασμός της ανθρώπινης αγνότητας και του όποιου «πρέπει» στα κινηματογραφικά εγχειρίδια. Η πλήρης αντίθεση ανάμεσα στο ανήμπορο σώμα του νταγκλαρά Στέλαν Σκάρσγκορντ και του Ιώβ μεταμορφωμένου στη μικροκαμωμένη Έμιλι Γουάτσον δε γνωρίζει σεβασμό προς τα επίγεια, μόνο προς τα εσωτερικά και τα ουράνια. Τον άνθρωπο, δηλαδή, στη φυσική και γυμνή από οποιαδήποτε κοινωνική υποκρισία μορφή του και στην ίδια την ουσία της ιδεατής συμπαντικής φύσης. Εκείνη δίνεται σε εκείνον ολοκληρωτικά, προσφέροντας το κορμί της σε άλλους, για να καταπραΰνει τις αγωνίες του.  Ο Τρίερ με τη συγκεκριμένη ταινία μας φέρνει μπροστά στο πιο επίφοβο ερώτημα που μπορεί να μας γίνει: μέχρι που θα φτάναμε για ό, τι αγαπάμε σε αυτόν τον κόσμο;




Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.......

Τι είναι εν τέλει το Δαμάζοντας τα κύματα; Μια ταινία για τα θαύματα; Μια ταινία για τη δύναμη της πίστης; Μια ταινία για τον έρωτα; Μια ταινία για το απόλυτο; Μια ταινία για το σχετικό; 

Η Bess Mc Neill είναι κάτοικος μιας μικρής, κλειστής θρησκευόμενης κοινωνίας, στις αρχές της δεκαετίας του '70. Η Bess θεωρείται, από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός της, ιδιαίτερη περίπτωση. Υπερευαίσθητη, συγκλονίζεται από το θάνατο του αδελφού της και την κλείνουν, για κάποιο διάστημα, σε ψυχιατρείο. Το θάρρος να εκφράζει τη γνώμη της, αντιμετωπίζεται από την κοινωνία της ελαστικά και δεν της επιβάλλονται οι αυστηροί όροι που επιβάλλονται στους υπόλοιπους φοβισμένους κατοίκους. Μοναδική και μόνη, αφημένη στις δικές της ανάγκες και απαιτήσεις, ερωτεύεται τον Jan - ξένο, εργάτη στην πλατφόρμα πετρελαίου, ανοιχτά στη θάλασσα - και πείθει την καχύποπτη κοινότητα - πάντα ως ιδιαίτερη περίπτωση - να της επιτρέψει να τον παντρευτεί. Παρά τις αμφιβολίες και τις φοβίες ακόμη και των αγαπημένων της προσώπων, η Bess ευτυχεί. Ο Jan, φαίνεται, να είναι ο μόνος που έχει αντιληφθεί την τεράστια δύναμη και τη βουλιμία για ζωή της Bess. 


Ώσπου, κάποια στιγμή, ο Jan παθαίνει ένα ατύχημα και μένει παράλυτος. Δεν μπορεί πλέον να εργασθεί ούτε να φύγει μακριά από την Bess. Η Bess βασανίζεται από την ενοχή ότι η δική της επιθυμία, να τον έχει κοντά της και δικό της, προκάλεσε το ατύχημα. Ενοχή που πηγάζει από την πίστη ότι έχουμε την ικανότητα και τη δύναμη να επεμβαίνουμε στις τύχες της ζωής των άλλων. Το ίδιο πιστεύει κι ο Jan για τον εαυτό του και προσπαθεί, με τον τρόπο του, να καθορίσει τη ζωή της Bess. Την παροτρύνει να πάει με άλλους άνδρες, μιας κι αυτός είναι πλέον ανίκανος να της προσφέρει τη σεξουαλική πληρότητα που την έκανε ν' ανθίζει. Η Bess αντιδρά βίαια και δεν το δέχεται παρά μόνο όταν αυτό ορίζεται ως προσωπική επιθυμία, ικανοποίηση και μοναδικός σκοπός ύπαρξης του αγαπημένου της και όχι ως θυσία του για χάρη της. Η πίστη της Bess ότι μπορεί να επέμβει και να ανατρέψει την τύχη της ζωής του Jan ξαναβρίσκει έδαφος. Θυσιάζεται για να σώσει τον Jan. Και, ενώ πεθαίνει με την αμφιβολία αν όλη αυτή η μεταφυσική μάχη άξιζε πράγματι τον κόπο, το θαύμα γίνεται και ο Jan σώνεται. 




Ο νους που κινεί τους όγκους

Ο von Trier είναι εγκεφαλικός, λογικός, απόλυτος, πειραματίζεται συνέχεια και ψάχνει. Ό,τι αναγνωρίζει στη ζωή, ό,τι καταλαβαίνει γι' αυτήν, το καταθέτει. Είναι δυνατός, σαν τους μεγάλους δημιουργούς. Είναι μόνος, μοναδικός και ανυπεράσπιστος σαν τους μεγάλους δημιουργούς. Νιώθει κανείς το εύρος του, νιώθει την αγωνία του, πέρα από το θέμα με το οποίο αποφασίζει να υπάρξει και να εκφραστεί. Δεν έχει σημασία αν το πρόσχημα είναι μια σειρά φόνων μικρών κοριτσιών, ή η Γερμανία μετά τον πόλεμο, ή η Bess στη Σκοτία. Σημασία έχει η εμμονή του στην ύπνωση, στις έμμονες ιδέες, στο απόλυτο, στην ανατροπή του, που εν τέλει, καταλήγει στο σχετικό. Ζούμε απόλυτα, μέσα στη σχετικότητα. Κι αν δε ζούμε, χάνουμε το δικαίωμα της επιλογής και του λάθους. O von Trier κάνει λάθη, τα υποστηρίζει, τα αναιρεί, τα ξεπερνά και συνεχίζει. Αγωνιά, υποφέρει και το δείχνει. Βαφτίστηκε καθολικός πριν από μερικά χρόνια. Έως το 1991, όπου πεθαίνει η μητέρα του, θεωρεί τον εαυτό του Εβραίο. Η μητέρα του, λίγο πριν πεθάνει, του αποκαλύπτει ότι ο άνδρας της δεν ήταν ο πραγματικός του πατέρας. Άθεος, ψυχαναλυόμενος για χρόνια, καταφεύγει στον Καθολικισμό και βαφτίζεται. Ως άθεος, βαφτισμένος ενήλικας και σκεπτόμενος, επιλέγει, σύμφωνα με τις δυνατότητές του, τις αντοχές του και, κυρίως, μπορεί να κρίνει τις διαδικασίες και να μείνει στην ουσία.


Και η ουσία είναι ότι η Bess έχει δύναμη γιατί έχει το Θεό μέσα της. Όλοι οι άλλοι έχουν το φόβο του Θεού. Η Bess δεν μπορεί να' ναι αφελής. Η Bess έχει τα καλύτερα πλάνα, η Bess κοιτάζει το φακό, κοιτάζει το θεατή, είναι τολμηρή, δεν φοβάται κανέναν και τίποτα, ακούει μόνο τον εαυτό της και δρα κατά συνείδηση. Η Bess μπορεί και αγαπά πολύ, γιατί αγαπά στα μέτρα της. 


Ο γιατρός που την αγαπά, αγαπά επίσης στα μέτρα του, αλλά αγαπά λίγο, γιατί φοβάται. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός δεν μπορεί να τη σώσει από τον θάνατο, διότι νιώθει ότι υπάρχει κάτι ισχυρότερο από αυτόν, ενώ η Bess σώζει τον Jan, θεωρώντας ότι αυτή ορίζει το παιχνίδι της ζωής και κανείς άλλος. Η Bess δεν σκέφτεται, δεν κάνει παιχνίδια, ξέρει, είναι. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι στη ζωή. Όλοι μας τους έχουμε συναντήσει. Άφοβοι, ατρόμητοι, ένθεοι. Όλοι οι άλλοι είμαστε, στην καλύτερη περίπτωση, γιατροί ή Dodo και στη χειρότερη, μητέρα της Bess και γέροντες. 


Μόνο η Bess ακολουθεί αυτό ακριβώς που θέλει να κάνει με πίστη, αφοσίωση και πείσμα. Οι συνέπειες, όσο οδυνηρές και να είναι, δεν είναι παρά συνέπειες, δεν είναι ο στόχος, ο σκοπός. Κι ούτε καν είναι έτσι. Δεν υπάρχει σκοπός, τα πράγματα είναι έτσι κι όχι αλλιώς. Τα δικά της συναισθήματα είναι η ουσία του κόσμου, όχι η διάθεση του άλλου. Δεν τη νοιάζει αν ο Jan την εκμεταλλεύεται, όπως της λέει ο γιατρός της. Δεν την αφορά. Αυτή τον αγαπά. Ελεύθερη μέσα στο απόλυτο, δυνατή μέσα στην πίστη της, δεν πιέζει κανέναν ενώ την πιέζουν οι πάντες, μέσα στη σχετικότητα και το φόβο των συμπερασμάτων τους. Μόνο το συναίσθημα απελευθερώνει, η αγάπη και η επιθυμία δεν είναι πίεση, πίεση είναι μόνο η κριτική. Και όλοι την κρίνουν. Και όλοι κρίνουμε τους άλλους όταν φοβόμαστε και δεν είμαστε ικανοί ή διαθέσιμοι να τους αγαπήσουμε. 


Όλη την ώρα νιώθεις ότι ο von Trier είναι γυμνός σε απόλυτη έκθεση πάνω στο πανί. Θέλει μεγάλη δύναμη και αντοχή μια τέτοια πράξη. Μιλά για θέματα ταμπού σήμερα, όπως ο απόλυτος έρωτας, (ποιος τολμά σήμερα να διεκδικήσει τον απόλυτό του έρωτα, με συνέπεια και χωρίς πάθος, για έναν συνάνθρωπο;) η σχεδόν μεταφυσική δύναμή του, ή η μη εγκεφαλική προσέγγιση της ζωής, με τρόπο εντυπωσιακά σύγχρονο. Με γραφή που συνηθίζεται να χαρακτηρίζεται ψυχρή, με τολμηρότατη χρήση των νέων τεχνολογιών ...κι όποιος αντέξει.


Καθολική ανατροπή

Πέρα από την ιεροσυλία σε τεχνολογικό επίπεδο που προκαλεί, η ταινία τολμά και ανοίγεται στο συναίσθημα μ' έναν τελείως ανορθόδοξο τρόπο. Δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει, αν δεν τρομάξει, με το δημιούργημα και τον δημιουργό της. Θεωρήθηκε από μερίδα του κόσμου, νοσηρή. Γιατί άραγε; Το θέμα, είναι πρόσχημα και η κινηματογράφισή του δεν επιτρέπει συναισθηματικές ταυτίσεις και προβολές. Επιβάλλει την αποστασιοποίηση και σε υποχρεώνει σε καθαρά εγκεφαλικές διεργασίες για να παραχθεί την απόλαυση. Είναι σκληρή ταινία. Σαφώς. Αλλά είναι η ματιά της σκληρή και όχι το θέμα της.


Τι μπορεί να τρομάξει σ' αυτήν την ταινία; Αυτό που τρομάζει είναι το ξεγύμνωμα της ψυχής, που δεν έχει τίποτα το αφελές ή το εύκολο. Δεν είναι τόσο ο χαρακτήρας της Bess που μας φέρνει σε δύσκολη θέση, είναι μάλλον η σύλληψη του Lars von Trier. Είναι αυτό, το πέρα από το εγκεφαλικό, από τη γνώση, από την πληροφόρηση. Είναι το πνευματικό, ανεξάρτητα από τους κύκλους και τις πορείες που ακολουθεί ο καθένας μας για να το φτάσει. Η Bess ξέρει. Ο Lars ψάχνει. Θέτει ερωτήματα. Αλλά είναι κι αυτό επώδυνο. Σε σπρώχνει πέρα από τα όρια της γνώσης.