Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Ο "Τίποτα" δεν είναι τιποτένιος, ίσως είναι ένα χνάρι από την πνοή του Θεού στον άνθρωπο....

Beggar at Ajmer Shariff by Satyam Desai, via Flickr
Beggar at Ajmer Shariff by Satyam Desai

Στα παραμύθια δεν υπάρχει επηρμένος ήρωας. Ο ήρωας του παραμυθιού ούτε κρίνει ούτε συγκρίνει ούτε κατακρίνει - μονάχα ακολουθεί με γενναιότητα και γενναιοδωρία τη ροή της Ζωής. 

Είναι ο «Τίποτα»  - κάποιος αληθινά ελεύθερος, χωρίς κανένα φόβο και καμιά περηφάνεια, πολύ μακριά από την ανασφάλεια του επηρμένου, απόλυτα ασφαλής, αφού ποτέ δε νιώθει ούτε ανώτερος ούτε κατώτερος από τον διπλανό του.

Ο «Τίποτα» αναδύεται από μέσα μας κάποιες στιγμές επίγνωσης ότι πράγματα για τα οποία παλέψαμε με νύχια και με δόντια ή τα χτίσαμε λιθαράκι λιθαράκι είχαν μικρότερη αξία από όση νομίζαμε -ή καμιά αξία. 

Ο «Τίποτα» που βρίσκεται στον αντίποδα του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;» δεν είναι επιφανειακά μετριόφρων, δεν είναι καν μετριόφρων, δεν έχει καμιά απαίτηση αναγνώρισης ή υποστήριξης ή συνδρομής οποιασδήποτε μορφής. Στη μικρή μας πολιτεία που είναι γεμάτη πρόσωπα που στριμώχνονται για να πάρουν τον λόγο κάθε φορά που ανοίγουμε το στόμα για να πούμε «εγώ νομίζω ότι», είναι ο μόνος που έχει την ικανότητα να διακρίνει το θαυμαστό παντού, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. Είναι ένας σοφός χωρίς καμιά γνώση. Έχει μονάχα επίγνωση του πόσο μικροί είμαστε - μικροί κι ασήμαντοι, ένα τίποτα μέσα στην απεραντοσύνη του κόσμου. Είναι ο μόνος που αξίζει να παίρνει τον λόγο κάθε φορά που είμαστε έτοιμοι να κρίνουμε.

Εκείνος μέσα μας που μας λέει πως είμαστε ένα τίποτα, δεν είναι τιποτένιος. Κατοικεί στον κέντρο της ύπαρξής μας - έναν χώρο έξω από τη φασαρία του κόσμου, γεμάτο τρυφερό φως. Ίσως είναι ένα χνάρι στον άνθρωπο από την πνοή του Θεού.


Beggars in Samarkand - Vasily Vereshchagin
Beggars in Samarkand - Vasily Vereshchagin

Ο ΤΙΠΟΤΑ  

Ένα παραμύθι για ξενόφοβους, εξουσιαστές και άλλους τρομαγμένους.....

Ήταν μια φορά ένας ζητιάνος που, αναζητώντας ένα μέρος για να κοιμηθεί, είχε λουφάξει σε μια κόχη, έξω από τα τείχη μιας πολιτείας της Ανατολής. Με το που χάραξε η μέρα κι οι σκιές άρχισαν να χάνονται, τον είδε ένας φρουρός, ήρθε από πάνω του και τον τάραξε στις κλωτσιές.

-Σήκω, βρομιάρη, τσακίσου από δω, πάρε δρόμο γιατί όπου να ’ναι θα περάσει ο πολυχρονεμένος μας χαλίφης.

Ο ζητιάνος σηκώθηκε, όρθωσε το κορμί του και με μεγάλη ηρεμία, κοιτώντας κατάματα τον φρουρό, του είπε:

-Με ποιο δικαίωμα με προσβάλλεις; Με γνωρίζεις; Είσαι σίγουρος πως αξίζω βία και περιφρόνηση; Είσαι σίγουρος πως εσύ αξίζεις περισσότερο από μένα; Σεβάσου αυτόν που δεν γνωρίζεις!

Τα ’χασε ο φρουρός. Αμέσως σκέφτηκε πως ο ζητιάνος ίσως ήταν κάποιος αξιωματούχος της φρουράς που κρύφτηκε στα τείχη μεταμφιεσμένος - πράγμα που συνηθιζότανε εκείνον τον καιρό - για να ελέγχει έτσι καλύτερα την ασφάλεια της πολιτείας και τον ρώτησε με δυσπιστία:

-Είσαι ο επικεφαλής της φρουράς;

Κι ο ζητιάνος απάντησε περήφανα, δείχνοντας τον ουρανό:

-Πιο πάνω. Σεβάσου, αν δεν γνωρίζεις.

Τότε, ο φρουρός:

-Είσαι… ο βεζίρης;

Κι ο ζητιάνος:

-Σεβάσου τον ξένο, φρουρέ! Πιο πάνω.

-Μα πιο πάνω από τον βεζίρη είναι ο χαλίφης. Μη μου πεις πως είσαι ο χαλίφης;

-Πιο πάνω. Σεβάσου!

-Μα πιο πάνω είναι ο σουλτάνος, είπε ο φρουρός κι έπεσε στα γόνατα.

-Πιο πάνω.

-Πιο πάνω είναι μονάχα ο Θεός, ψιθύρισε ο φρουρός κι έπεσε μπρούμυτα μπροστά στα σκονισμένα παπούτσια του ζητιάνου.

Κι αυτός: 
-Πιο πάνω…

Ο φρουρός σήκωσε το κεφάλι από το χώμα και κοίταξε ξαφνιασμένος τον άγνωστο:
-Μα πιο πάνω δεν υπάρχει τ ί π ο τ α!

Τότε ο ζητιάνος βόηθησε τον φρουρό να σηκωθεί, τον κράτησε απ’ τους ώμους και του είπε:
-Αυτό είναι ο ξένος: Τίποτα. Μπορεί ζητιάνος, μπορεί σουλτάνος. Μην καθρεφτίζεις τους φόβους σου σ’ αυτόν. Όσο δεν τον γνωρίζεις, να θυμάσαι πως είναι ο Τίποτα - και ο Τίποτα δεν είναι τιποτένιος.


(Ελεύθερη διασκευή Λ. Λαμπρέλλη, με βάση το παραμύθι «Rien» από τη συλλογή του Henri Gougaud «Le livre des chemins», εκδόσεις Albin Michel)


Peter Brueghel the Elder - The Beggars [1568]
Peter Brueghel the Elder - The Beggars (1568)

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Η θηλυκή αντίληψη του κόσμου ως πυξίδα συνύπαρξης με τον Άλλον



Το γυναικείο σύμπαν δεν είναι απλώς μία από τις δύο διαφορετικές πιθανότητες της ζωής, αλλά η προϋπόθεση της. Αρσενικό και θηλυκό είναι δύο άκρα διαφοροποιημένα, αλλά συνδεδεμένα μεταξύ τους, που οριοθετούν τη δυνατότητα να υπάρξουμε, ενώ το γεγονός ότι ο ένας αποτελεί βασικό στοιχείο για τον άλλο προσδίδει νόημα στη ζωή.

Παρότι σήμερα παρατηρείται κατάχρηση και βιασμός του όρου «σχέση», στην πραγματικότητα δεν επιτεύχθηκε βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση του νοήματός του. Άνδρας και γυναίκα συναντιούνται, αναπτύσσουν δεσμούς και σχέσεις, παντρεύονται κι αποκτούν παιδιά, συγκροτούν αυτό που ονομάζεται ζεύγος, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά μια δυάδα. Η διαφορά που κάνει αυτούς τους δύο όρους μη παράλληλους είναι αξιοσημείωτη, αφού για τη δυάδα δεν απαιτούνται αυθεντικά και πηγαία αισθήματα, έντονη συναισθηματική συμμετοχή και επιθυμία για δόσιμο χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος. Το ζεύγος είναι όλα τα παραπάνω και πολύ περισσότερα, είναι μοίρασμα ζωής, ιδεών και αξιών, επιθυμία για κοινή πορεία στον δρόμο της ζωής.

Η σχέση του άνδρα και της γυναίκας παρουσιάζει σοβαρά κενά και ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί ώστε να καλυφτούν είναι μακρύς και δύσβατος. Η συνάντηση και η αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα όχι τόσο από την προοπτική και την επιθυμία για τη δημιουργία μιας σχέσης, όσο από την κατάσταση υποταγής στην οποία προ πολλού έχει περιέλθει η γυναίκα. Υποταγή που προκλήθηκε από την κατάχρηση εξουσίας του αρσενικού απέναντι στο θηλυκό, κατάχρηση αιώνων, την οποία δεν κατάφερε ως τώρα να αποτινάξει η γυναίκα. 

Lovers by Raymond Peynet

Γιατί το γυναικείο «ζήτημα» βάλλεται ακόμη και αμφισβητείται σε τέτοιο βαθμό; Γιατί οι γυναίκες χρειάστηκε να αγωνιστούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα τους; Γιατί το θηλυκό βαρύνεται με διαφορετική μοίρα - και σίγουρα πιο σκληρή - από ό,τι το αρσενικό στην κοινωνία; Και, κυρίως, γιατί η γυναίκα βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση έναντι του άντρα; 

Ο πατριαρχικός πολιτισμός, που επιβλήθηκε πολύ πρώιμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, συνέβαλε ώστε η μορφή του πατριάρχη να αποτελέσει τον πυρήνα της κοινωνικής ζωής, την κορυφή μιας πυραμίδας όπου οι γυναίκες κατείχαν τη χαμηλότερη βαθμίδα. Οι γυναίκες συνάντησαν τεράστια δυσκολία για να φτάσουν σε ένα επίπεδο αυτοεκτίμησης και να κατασκευάσουν τη δική τους αίσθηση ταυτότητας. Ο πατριαρχικός πολιτισμός παρήγαγε πλούσιο όγκο προκαταλήψεων και στερεότυπων. Η ισχυρότερη προκατάληψη, που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στην ανθρώπινη ιστορία, είναι ο εκτοπισμός της γυναίκας σε υποδεέστερη θέση, στο ρόλο ενός μη αυτόνομου και ανεξάρτητου όντος, ανίκανου να διαχειριστεί τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις και με τα δικά του ψυχικά αποθέματα.

Ο υποβιβασμός  του θηλυκού συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία των περισσότερων προβλημάτων που ταλανίζουν τις σχέσεις των δύο φύλων προκαλώντας έριδες και πάθη. δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν: 

ότι όλη η καταπιεσμένη ενέργεια (της γυναίκας) συσσωρεύεται και παίρνει τη μορφή μίσους προς τον εαυτό της, φθόνου προς τον κόσμο των ανδρών, ανταγωνισμού και μιμητισμού της αρσενικής συμπεριφοράς. (Whitmont, 1982, 261)

Αυτή η ψυχική παρόρμηση, όμως, προκαλεί έντονα πάθη και ανυπέρβλητες δυσκολίες στις γυναίκες, καθώς επιδίδονται στην εξαντλητική προσπάθεια της επιβεβαίωσης τους, του αυ-τοπροσδιορισμού τους ως άτομα διακριτά από τον άντρα, ως αυθύπαρκτες και όχι υποτελείς οντότητες. Οι γυναίκες ένιωσαν με μεγάλη ένταση την ανάγκη να αποκτήσουν γυναικεία συνείδηση, και μέχρι σήμερα πλανάται το ερώτημα κατά πόσο το έχουν καταφέρει.



Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μας περιβάλλει ένα σύνολο μύθων, θρύλων και ιστοριών που τοποθετούν τη γυναίκα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από τον άντρα, ωστόσο η σχέση αρσενικού και θηλυκού δεν επιδέχεται κανενός είδους ασυμμετρία. Όσο θα εξακολουθεί να κληροδοτείται στη γυναίκα ένα πεπρωμένο διαφορετικό από του άντρα, δεν θα είναι εφικτό να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα η σχέση των δύο φύλων και να γίνουν κατανοητές οι πραγματικές αιτίες που την υπονομεύουν.

Το γεγονός ότι η γυναίκα υφίσταται μέχρι σήμερα την κατάχρηση των ανδρών, δεν οφείλεται σε ανωτερότητα των τελευταίων, ούτε στη δύναμη ή στην εξουσία τους.Η υποταγή του θηλυκού δεν σημαίνει ότι το αρσενικό είναι καλύτερο ή ανώτερο αλλά, αντιθέτως, δείχνει την αδυναμία του άντρα, την αχίλλειο πτέρνα του που εκδηλώνεται με την πιεστική ανάγκη κατάκτησης της εξουσίας. 

Το αρσενικό άγεται και φέρεται από τις ανάγκες του που, κατά ειρωνεία της τύχης, είναι επίκτητες, επιβεβλημένες από το σύνολο και την παράλογη κλίμακα προτεραιοτήτων του. Όσο ο άνδρας θεωρεί βασικό στοιχείο για την επιβίωση του την επιβολή του στους άλλους, την καθυπόταξη και την ηγεμόνευση τους, δεν μπορεί να ανοιχτεί στη διάσταση της σχέσης. Δεν μπορεί να συλλάβει το νόημα και την εσωτερική της αξία και πιστεύει πως παραμένει προνόμιο του θηλυκού. Αλλά μ' αυτήν τη στάση το αρσενικό στέρησε από τον εαυτό του το εκπληκτικότερο θαύμα της ζωής: τη σχέση.

Winston Chmielinski

 Όσο το θηλυκό και το αρσενικό δεν τοποθετούνται πάνω σε δύο από τα πολλά σημεία της ίδιας ευθείας γραμμής και επιδιώκουν να επιβληθούν ο ένας στον άλλον, δεν μπορούμε να μιλούμε για «ζεύγος» και για αληθινή σχέση. Η σχέση είναι μια αναμέτρηση ίσου προς ίσον, όπου πρυτανεύουν η αγάπη, η σεξουαλικότητα, η εμπιστοσύνη, η φιλία αλλά κυρίως ο αμοιβαίος σεβασμός. Ένας τυραννικός και εξουσιαστικός άνδρας που υποτιμά το θηλυκό, χάνει μέσα από τα χέρια του τη σπουδαία ευκαιρία να συνάψει μια αυθεντική σχέση με τη γυναίκα. Διότι ο συγκεκριμένος άνδρας στην ουσία τρέμει μήπως χάσει τη μοναδική μορφή υπεροχής που αντιλαμβάνεται ίσως κάποιο είδος έμφυτου «τίτλου ευγενείας», δηλαδή όχι κερδισμένο με την αξία του.

Ένα από τα σημεία όπου πρωταγωνιστεί το θηλυκό είναι ακριβώς η σχέση, η σχέση για δύο η οποία βασίζεται σε αληθινά συναισθήματα και σε αυθόρμητες ψυχικές παρορμήσεις. Το θηλυκό βασιλεύει στην επικράτεια της ψυχής, είναι σοφός και επιδέξιος σύμβουλος, μάστορας των συναισθημάτων και των συγκινήσεων. Με άλλα λόγια, καλλιεργεί αξίες και στοιχεία με τα οποία δεν είναι εξοικειωμένο το αρσενικό ή απλώς τα περιφρονεί. Στην πραγματικότητα, η εκπληκτικότερη αλλαγή στην εποχή μας, σε ό,τι αφορά το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, δεν είναι τόσο - όπως πιστεύεται - η «γυναικεία χειραφέτηση», η νίκη στον αγώνα «για ισότητα», η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όσο η συνειδητοποίηση. 

Τι είναι όμως αυτό που συνειδητοποιούμε; Ποιας πραγματικότητας γινόμαστε κοινωνοί; Όλοι, άνδρες και γυναίκες, είμαστε δέκτες των αποτελεσμάτων ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος φαινομένου που ορισμένοι ειδικοί είχαν ήδη προβλέψει και είχαν ονομάσει «θηλυκοποίηση του κόσμου». Πρόκειται για κοινωνικό φαινόμενο που συνίσταται στην ανακάλυψη και στη συνειδητοποίηση της «θηλυκής αντίληψης του κόσμου», λειτουργεί ως μια νέα προσέγγιση της ζωής που επαναπροσδιορίζει τις παραδοσιακές ανδρικές αξίες, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η πατριαρχική κοινωνία.

Σιγά-σιγά αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος καινούργιες «θηλυκές» αξίες που βάζουν σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη για δύναμη, επιβολή και κυριαρχία, και αναδεικνύουν τη διάσταση της σχέσης με κυρίαρχο δεδομένο την αγάπη και το συναίσθημα, και κεντρικό στόχο τη συν - ύπαρξη με τον άλλον.



Γνωρίζοντας κανείς το γυναικείο σύμπαν, ανοίγεται προς τη σημαντικότερη δυνατότητα που προσφέρει η ζωή: τη διαπροσωπική σχέση. Αυτή είναι η ανεξάντλητη πηγή της ψυχικής μας στήριξης, ο μόνος τρόπος να ζήσουμε χωρίς να μας καταβροχθίσει η ίδια η ζωή. 

Η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, που μπορεί να μας φέρει στο «σωστό δρόμο», στο δρόμο της αναμέτρησης και της βαθιάς σχέσης με τον Άλλον. Και την επιλογή του Άλλου οφείλουμε να την κάνουμε σε πρώτο πρόσωπο, αποδεικνύοντας στον εαυτό μας ότι είμαστε σε θέση να κατευθύνουμε τη μοίρα μας. Η αγάπη περιέχει κι αυτό: τη συνειδητή επιλογή που υπαγορεύεται από τα συναισθήματα μας, την ελεύθερη επιλογή που εκπηγάζει από τη βαθιά επιθυμία να μοιραστούμε τη ζωή μας με αυτόν που πιστεύουμε ότι βρίσκεται στο ύψος των απαιτήσεων μας. 

 Η συνειδητοποίηση και η αυτογνωσία είναι κατακτήσεις που προϋποθέτουν άνοιγμα προς τους άλλους και προς την πραγματικότητα, και μας αναγκάζουν να αφήσουμε πίσω μας πολλά απ' αυτά που γνωρίζαμε. Στην αληθινή και ζωογόνο σχέση οδηγούμαστε μόνον αφού προηγουμένως έχουμε συνειδητοποιήσει ποιοι είμαστε και ποιες είναι οι βαθύτερες, εσωτερικές μας επιθυμίες και ανάγκες. 



Με τον εαυτό μας οφείλουμε να μην συμβιβαζόμαστε ποτέ, και για να το πετύχουμε αυτό απαιτείται πρώτα απ' όλα η συνειδητοποίησή μας, η έξοδος από το σκότος του ασυνειδήτου και η πορεία προς τους απεριόριστους ορίζοντες της εσωτερικής μας ελευθερίας. Για να απαλλαγεί η γυναίκα από την κατάσταση του υποδεέστερου όντος και για να κερδίσει την ελευθερία της, θα πρέπει πρωτίστως να αποτινάξει την αρνητική εικόνα και την ανυποληψία που διαμόρφωσαν οι προκαταλήψεις. Την επόμενη στιγμή θα ναι σε θέση να ξεκινήσει με το κεφάλι ψηλά για τη συνάντηση με τον Άλλον• γεμάτη δύναμη από την επίγνωση του εαυτού της. Στο έργο της μεταμόρφωσης και της αυτογνωσίας καλούμαστε να συμβάλουμε όλοι, άνδρες και γυναίκες.

Aldo Carotenuto, Η ψυχή της Γυναίκας
μετάφραση Κούλα Καφετζή, εκδόσεις Ίταμος

Ρενέ Μαγκρίτ, «Οι εραστές»

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Α. Παπαδιαμάντης, το αποκομμένο από τη ζωή των μικρών παιδί, γίνεται επιλαχών θεατής της ζωής των μεγάλων

Δημήτρης Μοράρος, Α. Παπαδιαμάντης

"Aλλά σημειωτέον ότι εγώ σας εζήτησα ενεστώς, και σεις μου προσφέρετε τρόπον τινά μέλλον. Τούτο είναι δεσμά». 

Αυτό γράφει, ανάμεσα στ' άλλα, σε επιστολή προς τον πατέρα του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης από τον Πειραιά, όπου γράφεται το 1869 προκειμένου να τελειώσει το Γυμνάσιο.Η μεταξύ τους αλληλογραφία δεν θα αποκλίνει ποτέ από τον τόνο της ανάκρισης, της απολογίας και της οικογενειακής αναξιοπάθειας." 

Δεσμά μέσα κι έξω, σε παρελθόν και μέλλον και το γυμνασιόπαιδο νιώθει οδυνηρά Όχι μόνο ότι αποφασίζουν ερήμην του, αλλά, κυρίως, ότι πρέπει να δικάζεται καθημερινά για μια κατάσταση που λες και έχει επινοηθεί για να δοκιμάσει την ανθρώπινη αντοχή του, σωματική και ψυχική. 

 Είναι δεκαοχτώ ετών, ήδη γεροντογυμνασιόπαις, άπραγος, φοβισμένος, κι επιπλέον έχει το οδυνηρό συναίσθημα ότι ψωμίζεται από το πενιχρό εισόδημα του πατέρα του. Κουκί κουκί μετράει τα λεφτά του και, αν έχει ένα σκόλοπα εν σαρκί αυτά τα χρόνια, πέρα από τη στέρηση, αυτός είναι η μόνιμη σκέψη του παροργισμένου πατέρα που, αντί να ενισχύεται οικονομικά από τον υιό - όπως συνέβαινε με τους νεαρούς ναυτίλους του νησιού -, τον ενίσχυε, χωρίς να βλέπει καμιά προκοπή.


"Άλλως δε, εκτός της ψυχής μου, ήτις εψυχράνθη αρκετά, και απηύδησε να υποφέρη αηδίας, εκτός του στομάχου μου, όστις ως επί το πλείστον δεν καλοπερνά, εκτός της συνειδήσεώς μου, ήτις γογγύζει κατ' εμού, ως τρέχοντος εις την άβυσσον και συνεπιφέροντος και άλλους, εκτος της φαντασίας μου, ήτις εστενοχωρήθη πάρα πολύ και επεθύμει ελευθερώτερον αέρα, εκτός πάντων τούτων με κνίζει και το σώμα μου, το οποίον υπέφερεν εφέτος υπέρποτε. Η υγεία μου προ πολλού πάσχει μετρίως μεν, αλλά διαρκώς, και ουδέποτε σχεδόν παρεπονέθην διά τούτο εις ουδένα. Συνήθισα ήδη να καταπίνω πολλά πράγματα». 
(15 Ιανουαρίου 1870)


Σε επιστολή του της 18ης Απριλίου 1874 - εικοσιτετράχρονος πια, εν μέσω ανοίξεως - συνθέτει το υποβλητικό ποίημα με αποδέκτη τη μητέρα του: 

Μάνα μου,
εγώ είμαι τ' άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει..

Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί
απ' όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει..

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη..

Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη..

Η λυγμική στην παιδικότητά της ομολογία αδυναμίας  "Στην αγκαλιά σου τη γλυκεία, μαννούλα μου, ν' αράξω" κλόνιζε πιθανώς τα οικογενειακά σχέδια για το μέλλον του. Το όλο ζήτημα αφορούσε την εν γένει προσωπικότητα του Αλέξανδρου, πέρα από τις συγκεκριμένες δυσκολίες τής Αθήνας. 


Τi σαράκι είχε αυτό τo παιδί; Και γιατί έκανε την τρίχα τριχιά;

Πλαγίως αλλά και σαφώς, τις εξηγήσεις θα τις δώσει ο ίδιος στα διηγήματά του, όταν, μετά από χρόνια, θα αποφασίσει να μιλήσει για την παιδική του ηλικία. Στις μικρές κοινότητες της νησιωτικής επαρχίας, ο γιος του παπά, του δασκάλου, του λιμενάρχη ή του ειρηνοδίκη, παρότι συναγελάζονται ελεύθερα με τα παιδιά των ντόπιων και μετέχουν στα ίδια παιχνίδια, δεν έχουν τα κότσια να τους μοιάσουν και, πολύ περισσότερο, να τα ξεπεράσουν. 

Η αιτία ξεκινάει από την οικογένεια. Τα λαϊκά σπίτια έχουν τα παιδιά ξαμολημένα, ελεύθερα να σκληραγωγούνται και να αλητεύουν οι «καλές» οικογένειες, αντίθετα, ασκούν «άγρυπνον επίβλεψιν». Επιβάλλοντας φραγμούς, εθίζοντας το παιδί στην εσωτερίκευση του φόβου, οι αυστηρές οικογένειες καλλιεργούν ασυνειδήτως στους νεαρούς βλαστούς μια θηλυκή σχεδόν αδυναμία, που προσφέρεται σαν γλυκό ψωμί στα αγυιόπαιδα. Ο Αλέξανδρος υπήρξε κλασικό παράδειγμα και θύμα αυτής της παιδαγωγικής. Ως παπαδοπαίδι, γραπωμένο από το προνομιούχο ράσο του παπά, γινόταν ιδανικός στόχος των πληβείων ανηλίκων. 

«Τ' άλλα παιδιά, όσον σέβας και φόβον εδείκνυον επί παρουσία των πρεσβυτέρων μελών της οικογενείας μου, όλον το έξέσπων εις φθόνον και έπιβουλήν κατ' εμού» .


Η κοινωνική διαφορά, που ίσχυε «επί παρουσία των πρεσβυτέρων» και επέβαλλε υπακοή, μεταστρεφόταν βάναυσα σε επιθετικότητα εν απουσία των πρεσβυτέρων, με φυσικό αποτέλεσμα ένα αίσθημα ανεπάρκειας και αδυναμίας εκ μέρους του θύματος.
Αυτό το φτωχό δράμα, το παπαδοπαίδι το έζησε, καθώς φαίνεται, σε όλες του τις οδυνηρές αποχρώσεις. 

Μικρός μέσα στην αυστηρή οικογένεια, ο γιος γινόταν ακόμα πιο «μικρός» μέσα στην ανήλεη σαδιστική συντροφιά - και μάλιστα η μικρότητά του δεν ήταν αόριστη αίσθηση, απλή υποψία του πάσχοντος, παρά εκπεφρασμένη επίθεση, που έπαιρνε το νόημα εκδίκησης: 
«Με εμίσουν διότι ήμην παπαδοπαίδι». 


Ο πίνακας είναι έργο του ζωγράφου-αγιογράφου Γιώργου Κόρδη

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το μίσος - και κανείς δεν ξέρει να μισεί όπως τα παιδιά - δεν έμενε στα μάτια ή στα λόγια, αλλά έπαιρνε έμπρακτη μορφή ποινής στα παιδικά άθλα. Πώς θα μπορούσε το καλομαθημένο παπαδοπαίδι να δείξει την ίδια δεινότητα στις βάρκες (που τις έπαιρναν «αναρώτα», στα καβούρια, στις αναρριχήσεις σε δέντρα ή στα θαλασσώματα; Η διαφορά ήταν συντριπτική.

Όταν το παιδί δεν μπορεί να αναγνωρίσει στο πρόσωπο των συμπαικτών μια αντανάκλαση του εαυτού του, πολύ πιθανόν η απωλεσθείσα ομοιότητα να μεταστραφεί σε τυραννικό αίσθημα κατωτερότητας. Αυτό ακριβώς διαβάζουμε στην πασίγνωστη σελίδα όπου η «ασυμπαθής και άστοργος συντροφιά» κυνηγά τα καβούρια. Οι άλλοι - αληθινά παιδιά - κυλιούνται στον κατήφορο, κυνηγάνε τα καβούρια μέσα στους λάκκους του νερού • το παπαδοπαίδι τρέχει πίσω τους, πειθήνιο και ανήμπορο. Σε κάθε προσπάθειά του, τα καρκινικά δήγματα συνοδεύονται από τη γενική χλεύη. 

«Καθώς μ' έδάγκαναν τα καβούρια, ούτω με ωνείδιζαν και τα παιδιά»
Τα δαιμόνια στο ρέμα

Ο Παπαδιαμάντης ήταν το περίγελο τής παρέας; Ο ίδιος τό ομολογεί: 

«Δύο ή τρία εξ αυτών, άνευ αιτίας, ήρχισαν να με "αναγορεύουν", όπως λέγουν εις την γλώσσάν τους, να με προσφωνούν δηλαδή με υβριστικά επίθετα. Εγώ ήρχισα να κλαίω». 
Τα δαιμόνια στο ρέμα


«Ήταν πανούργοι, παμπόνηροι», αποφαίνεται ο αφηγητής. Ήδη με αυτόν τον χαρακτηρισμό η αποπομπή από την ομάδα έχει οριστικοποιηθεί: από τη μια αυτοί - ικανοί, αετονύχηδες, σπίθες σωστές - και από την άλλη ο άπραγος διασυρόμενος και εμπαιζό-μενος. Ο πληθυντικός στο πασίγνωστο «Καρτερείτε κ' έμέ!» είναι κάτι παραπάνω από καίριος και διαφωτιστικός. Το παπαδοπαίδι καλεί την ομάδα, όχι κάποιον απ' αυτούς, απλούστατα γιατί δεν έχει κανένα φίλο και όλοι του φαίνονται ίδιοι. Γι' αυτό, άλλωστε, όταν θα ακούσει την καταδίκη του, δεν θα χρειαστεί να μας πει ποια χείλη την ξεστομίζουν: 

«Είσαι για τυφλοψώμια !» Ωνόμαζαν ούτω τα πρόσφορα, τους άρτους τους προσφερόμενους εις τους ναούς. [...] Εκείνοι ήσαν τέκνα ναυτικών, πορθμέων, ναυπηγών, γεωργών. Οι πατέρες εθαλασσοπνίγοντο ή ίδρωναν πολύ για να βγάλουν το ψωμί, και οι υιοί το είχον διά καύχημα. Και διά τούτο εμέ μ' επεριφρονούσαν»


Τα δαιμόνια στο ρέμα


Μέσα από αυτό το φτωχό παιδικό μελόδραμα, δεν μπορεί να λείπει ο κρυφός θαυμασμός του άλλου, όσο μειωτική κι αν αποδεικνύεται η κάθε σύγκριση. 

«Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το εν μπουδονάρι του ανασηκωμένον ακόμα έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια παπουδιασμένα, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος».

Ολόγυρα στη λίμνη

Σε αυτή την αυθεντική εικόνα του αγυιόπαιδου που είναι μες στα όλα και βγαίνει παλικάρι, τι θα είχε να αντιπαραθέσει το ήμερο παπαδοπαίδι; 

«Έτρεξες καί συ κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ' έως να φθάσης εις την όχθην της λίμνης, πατών επί τοϋυ ολισθηρού βάλτου, γλιστρών, ανάμεσα εις τες αρμυρήθρες και εις τες βουρλιές, ο Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη όλόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων ευωδών και μεθυστικών ανθέων [...]»
Ολόγυρα στη λίμνη


Τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» τοῦ Γιάννη
Ο πίνακας είναι έργο του ζωγράφου Κωνσταντίνου Κουτούμπα 


Η ήττα είναι πλήρης. Κι ούτε είναι απλό λογοτεχνικό εύρημα ο στίχος του Δάντη, που του έρχεται στον νου: La diritta via era smaritta (Και ούτως οδός μακρά βραχεία γίγνεται).

Έτσι γαλουχούνται οι λογοτέχνες, θα έλεγε κανείς, αναπαράγοντας εύθυμα τη γνωστή σκέψη: ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες δεν είχαν να παρουσιάσουν καλλιτέχνες, για τον απλούστατο λόγο ότι, σε αντίθεση προς τους Αθηναίους, ξεφορτώνονταν τα ανάπηρα παιδιά. Σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχοθεραπευτική, η εξήγηση την οποία δίνει ο ασθενής για τα τραύματά του δεν αποτελεί ερμηνεία, αλλά εγγράφεται στη σειρά των συμπτωμάτων πού αποκρύπτουν μάλλον παρά αποκαλύπτουν την ασθένεια. Άραγε ο Παπαδιαμάντης είχε μια μακρινή σχέση, έστω, με περιπτώσεις σαν τον «άνθρωπο με τούς λύκους»; Σαν τον «άνθρωπο με τα ποντίκια»;

Εξ απαλών ονύχων, ο Αλέξανδρος είναι γεγονός ότι αποτραβιέται από τα σκληρά ήθη της ομάδας και - όπως όλα τα αδύναμα παιδιά - προσκολλάται στην οικογένεια. Μέσα στο σπίτι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Η οικογένεια ήταν άσυλο και καταφυγή. Άλλωστε όλο το σπάνιο υλικό που θα μετουσιώσει αργότερα σε εκπληκτικές περιγραφές - εκδρομές, ξωκκλήσια, λειτουργίες, πανηγύρια, προσκυνήματα, ξεφαντώματα, συναπαντήματα - ουσιαστικά θησαυρίστηκε εκείνη τη δύσκολη εποχή, όταν ακολουθούσε τον πατέρα του σε αγρούς, μετόχια και απομακρυσμένα εκκλησάκια.

Αφού αδυνατούσε να μετάσχει στη ζωή των μικρών, άλλη λύση από το να γίνει επιλαχών θεατής της ζωής των μεγάλων δεν υπήρχε. Στα διηγήματα, αυτή η συναναστροφή με τον κόσμο των μεγάλων θα αφήσει ορατά ίχνη. Ο Παπαδιαμάντης, ακόμα και στα ώριμα χρόνια του, θα διατηρήσει μια παιδική εικόνα για τον κόσμο των μεγάλων. Δεν είναι ότι στρέφεται στα παιδικά του χρόνια για να αντλήσει το υλικό για τις ιστορίες του - είναι ότι η εικόνα συνοδεύεται από το παλαιό δέος. Οι γέροι στην αγορά και στάα καφενεία, τα μακρύστομα τσιμπούκια, τα φέσια, όπως και οι γραίες με την αλλόκοτη συμπεριφορά τους, όλοι και όλα κατοικούν στα μάτια ενός παιδιού. Η πρόωρη πνευματική του ωρίμανση, από αυτή τη σκοπιά, είναι το πλέον εύλογο γεγονός. Το αποκομμένο παιδί κλείνεται στον εαυτό του, ζωγραφίζει, διαβάζει, καταγίνεται στο γράψιμο και στην πικρή ονειροπόληση."

Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 82 - 91