Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Μη λες "ποτέ" στο Μάη, στα μάγια του και στα τραγούδια του....

Γιάννης Τσαρούχης

Μάης μήνας, μ’  εκείνα που σου καίνε την ψυχή....


Μάης μήνας στην Αθήνα, μ’  εκείνα που σου καίνε την ψυχή….. Μάης μήνας μπαίνει κι η Αθήνα να πεθαίνει μες στο γκρι.. Πόση παρηγοριά άραγε να σου χαρίσει ένα μπλουζ κι ένα slow legato κι  ένα μαύρο ποτήρι κρασί στο χέρι; 

Ο Μάης  των τραγουδιών, ενός Μάη που  αργεί, γιατί έχει μεγάλη στράτα να κάνει αλλά η δροσιά του μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο και παρηγορεί όσους κίνησαν γι αλλού κι αλλού τους πήγε η ζωή....

Ο Μάης των τραγουδιών, από Άλφα καθαρό , χωρίς Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει, άλλοτε γελαστός, άλλοτε κακός και ψεύτης κι άλλοτε να λέει αλήθειες που ξεμυτάνε από καημού χωματερή, σαν πρόσωπο χωρίς ψιμύθια.

Ο Μάης με τα κακά μαντάτα να κλέβει το γέλιο, πρωί Πρωτομαγιάς με τον ήλιο απόμερα,
ή πάλι να  φέρνει περιστέρια στις γειτονιές, να ζεσταίνει τα όνειρα στις παγωνιές, να κρύβει τα μαχαίρια, να ξεκλειδώνει τα μάτια τα σκοτεινά και τα χείλη τα πικραμένα … 

Ο Μάης των τραγουδιών, που έχει μυστικά και ξέρει από μάγια, χορεύει στα μάτια του αγοριού-αηδονιού, ο Μάης που για χάρη του ο άνεμος κουβαλάει τη γύρη και της λεύκας το χνούδι

Ο Μάης των τραγουδιών, με στεφάνια πλεγμένα μ’ αγκάθια, να περισσεύει η περηφάνια  στις κουρασμένες νεκρές ψυχές ή ντυμένος στα μαύρα να κλαίει την Ελένη που χάθηκε στις 18 του μηνός.

Ο Μάης των τραγουδιών, που στ’ αρώματά του λυγίζεις κι ας άντεξες στου αέρα την οργή, ο Μάης ο πιο όμορφος καιρός για δυο...

Ο Μάης των τραγουδιών, με την αγάπη να γίνεται πουλί στο τέλος του και  να πετάει  κι  οι Πρωτομαγιές  να πηγαίνουν χαράμι στις αδειανές καρδιές. 


M. Prendergast, Πρωτομαγιά. 1900-1903. Iδιωτική Συλλογή.

Μ΄ ένα μπλουζ 

Μουσική, στίχοι: Βασίλης Δημητρίου
Από την τηλεοπτική σειρά "Πρόβα νυφικού"
Ρίτα Αντωνοπούλου

Μάη μήνα στην Αθήνα
να συμβαίνουνε εκείνα, 
που σου καίνε την ψυχή, 
Μάη μήνα στην Αθήνα, 
κι η Αθήνα, κι η Αθήνα
να πεθαίνει μες στο γκρι.

Μ’ ένα μπλουζ θα τη βγάλω κι απόψε, 
θα τη βγάλω κι απόψε χωρίς συντροφιά, 
μ’ ένα μπλουζ μες στη μαύρη Αθήνα, 
μ’ ένα μπλουζ από `κείνα που λένε πολλά, 
μ’ ένα μπλουζ κι ένα slow legato, 
και στο χέρι μου θα `χω ένα μαύρο ποτήρι κρασί, 
μ’ ένα μπλουζ κι ένα slow legato, 
το φεγγάρι φευγάτο, 
το φεγγάρι φευγάτο κι η καρδιά μοναχή. 


Ήταν του Μάη το πρόσωπο


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος (από το ποίημα Αμοργός)
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη

Ήταν του Μάη το πρόσωπο
του φεγγαριού η ασπράδα
ένα φιλί της θάλασσας
της αφροστολισμένης

Κι αν θα διψάσεις για νερό
θα στύψουμε ένα σύννεφο 
κι αν θα πεινάσεις για ψωμί 
θα σφάξουμε ένα αηδόνι





Ο γελαστός ο Μάης

Στίχοι: Βαρβάρα Τσιμπούλη
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Γιάννης Πουλόπουλος (δίσκος 45 στροφών, 1971)

Μην είδες σαν ερχόσουνα
τον γελαστό το Μάη
και σε κλαράκι πασχαλιάς
πουλί να κελαηδάει

Πάει καιρός που καρτερώ
κι όλο ρωτάει η καρδιά μου
γιατί αργεί η άνοιξη
να ρθει στην ερημιά μου

Μην λησμονήσεις σαν θα δεις
στον δρόμο τον Απρίλη
πες του λιγάκι ουρανό
να κόψει να μου στείλει.



Κίνησε ο Μάης για να΄ρθει


Στίχοι: Φώντας Λάδης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Γιώργος Ζωγράφος (Γράμματα από την Γερμανία, 1975)


Κίνησ’ ο Μάης για να ρθει 
κι έχει μεγάλη στράτα, 
τι να του πάρω πρώτα μου, 
τον ήλιο ή τα μαντάτα!

Πρόφτασέ τον μάνα μου, μη φύγει μ’ άδεια χέρια, 
φόρτωσέ τον με φιλιά και με καλά χαμπέρια.

Ήρθεν ο Μάης κι από δω, 
Μάης κακός και ψεύτης, 
μας είπε για το φονικό, 
του γέλιου μας ο κλέφτης.

Τέτοιο Μάη, μάνα μου, άλλο να μη μου στείλεις, 
να λέει, πως στην Ελλάδα μας σκοτώθηκε ο Απρίλης.




Μάη μ’, Μάη μ’

Στίχοι-Μουσική: Πάνος Τζαβέλλας
Ερμηνεύει η Χ. Αλεξίου (με χορωδία)

Κι αν ήρθε νύχτα παγερή
Θα ξημερώσει χαραυγή
Μη σας τρομάζει η παγωνιά
Λαλάτε τη τη Λευτεριά

Μάη, Μάη, χρυσομάη, τι μας άργησες, 
Μάημ’, και δε φάνηκες;
Να μας φέρεις τα λουλούδια και την άνοιξη
Σήκω λούσου κι άλλαξε

Τα νιάτα θέλουνε χαρά
Την καταχτούν τη Λευτεριά
Μ’ αγώνες, δάκρυα κι αίματα
Κι όχι με λόγια ή ψέματα

Την πείρα κλέψτε απ’ τη ζωή
Κι απ’ τους θεούς την αστραπή
Και κάψτε τ’ άδικο στη γη
Να γίνουμ’ όλοι αδερφοί.


Μάης

Στίχοι:  Μιχάλης Φακίνος
Μουσική: Γιάννης Μέτσικας
Χάρις Αλεξίου (Από δίσκο 45 στροφών,1972)


Ζεστάθηκαν τα όνειρα,
μέσα στα δυο σου χέρια. 
Κοιμήθηκαν οι πόνοι μου, 
κρυφτήκαν τα μαχαίρια, 
κι ο Μάης περιστέρια, 
φέρνει στις γειτονιές.

Κουράστηκε η άνοιξη, 
πάνω στα δυο σου μάτια
βασίλεψε το Σάββατο, 
με μια ματιά μονάχα.

Το Μάη φίλο να `χα, 
πλάι στις παγωνιές.

Απόψε σε θυμήθηκα 
κι έστειλα μια γοργόνα 
ζερβά κρατάει άλμπουρο, 
στο άλλο αρραβώνα. 
Του Μάη χελιδόνα, 
θα `ρθει και θα στο πει.





Κι είναι ο Μάης

Στίχοι: Γιώργος Καλαμαριώτης
Μουσική: Αργύρης Κουνάδης
Λήδα (Από το δίσκο Το ταξίδι, 1975)


Χτυπούν την πόρτα στο στενό, αηδόνι πληγωμένο
ψάχνουν μα δε σε βρίσκουνε, στον κόρφο μου κρυμμένο

Κι είναι ο Μάης που γελά, στα μάτια σου χορεύει
κι είναι η ώρα του φονιά, γυρνά και σε γυρεύει

Κεντήσαν σίδερο καυτό, κορμάκι μες το γαίμα
στάλα τη στάλα κι άνθισαν γαρούφαλα στο ρέμα

Κι είναι ο Μάης που γελά, στα μάτια σου χορεύει
κι είναι η ώρα του φονιά, γυρνά και σε γυρεύει

Φωτιά στάζουν τα μάτια του, σαν νύχτες του Δεκέμβρη
και στο κατώφλι κάθεται, λυσσομανά να σ’ εύρη

Κι είναι ο Μάης που γελά, στα μάτια σου χορεύει
κι είναι η ώρα του φονιά, γυρνά και σε γυρεύει

Τα βάσανα του λιναριού με πάνε και με φέρνουν 
που σ’ έκρυψα αγόρι μου και την ψυχή μου παίρνουν 

Κι είναι ο Μάης που γελά, στα μάτια σου χορεύει 
κι είναι η ώρα του φονιά, άσ’ τον να σε γυρεύει




Ο Μάης έχει μυστικά

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική, εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός (Καλαντάρι, 2006)

 Ο Μάης έχει μυστικά κι ένα κλειδί κρυμμένο
που ανοίγει μάτια σκοτεινά και χείλη πικραμένο
έχει και άνεμο τρελό που κουβαλάει τη γύρη
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγεις στο πανηγύρι
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγεις στο πανηγύρι...

Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι
από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι
δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει...

Ο Μάης είναι μια φωτιά, μια φλόγα μαγεμένη
έχει τη μέρα αγκαλιά, τη νύχτα ερωμένη
έχει και ήλιο κυνηγό που ξέρει από σημάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι..



Ας μην είχες τόσα λάθη


Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Κώστας Σμοκοβίτης (Από το δίσκο Καλημέρα Ήλιε, 1973)

Σε ποιο πρωί Πρωτομαγιάς, 
γέμισ’ ο δρόμος όνειρα, 
δεν ήταν ώρα της δουλειάς, 
βρήκα τον ήλιο απόμερα.

Ας μην είχες τόσα λάθη, 
μες τα μάτια απ’ τα παλιά, 
θα `σουνα τώρα κοντά μου, 
στη χρυσή Πρωτομαγιά.

Σε ποια στιγμή της Άνοιξης, 
μπήκε πρωί ο Μάης, 
ήρθες κι εσύ σαν τη σκιά
το γέλιο να μου πάρεις.



Άνοιξε το παράθυρο

Στίχοι: Ερρίκος Θαλασσινός
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
Αντώνης Καλογιάννης

Τα λόγια ήτανε καλά
καλά και τιμημένα
μαλαματένιος ο σταυρός
χωρίς καδένα

Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει

Οι βέρες ήτανε χρυσές
χρυσές κι οι αλυσίδες
που δέσανε τα νιάτα μας
πως δεν τις είδες

Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει




Πρωτομαγιά

Στίχοι: Γιάννης Τσατσόπουλος
Μουσική: Γιώργος Καζαντζής
Λιζέττα Καλημέρη
 Του έρωτα και τ' ουρανού, 2004

Αχ πουλάκια μην το πείτε
έρμαιο είναι η ψυχή
κι η τύψη προσποιείται
στην πέτρα ανθίζει το κλαρί
να ξεμυτάει η αλήθεια
από καημού χωματερή
σαν πρόσωπο χωρίς ψιμύθια.

Τα ήπια με τ`αγόρια
που στραγγίξαν του τρελού την παρηγόρια
του Μάη πρώτη μέρα
κι άρπαξέ με πάλι αέρα να φιλιώνω στο χαμό
να πίνω με τ`αγόρια που στεφάνι φόρεσαν
την κατηγόρια
ανάθεμα την ώρα
που με παίρνεις κατηφόρα και μισώ τον λυτρωμό.

Αχ χαμομορφιές μην κλαίτε
άγουρη τρώγεται η ζωή
κι ο ουρανός ξεχνιέται
δίνει το μέλλον δανεικά
μα ποιος τα ξεχρεώνει
αν δεν ξοδεύεις φονικά
σε βλέπει ο καιρός για πιόνι.




Πρωτομαγιά στη Σαντορίνη

Μουσική: Στέλιος Φωτιάδης
Ελίνα Παπανικολάου και χορωδία
Δίσκος: Λοταρία (1979)

Πρωτομαγιά στη Σαντορίνη
χρόνια μετά της νιότης τον καιρό
κοίτα μπροστά σου είναι καθαρό το όνειρο
μέσα στα μάτια σου να σβήνει.

Πόσο πονούν οι αναμνήσεις
όταν χαθούν οι πρώτες οι χαρές.
Τώρα δε θέλω τίποτα απ' το χτες
μες στην ψυχή μου πάλι να ξυπνήσεις.

Δρόμοι παλιοί που έχουν κλείσει
κι είν' οι στιγμές που ζήσαμε μαζί
και η αγάπη είναι μια πληγή
που πονεμένες μνήμες έχει αφήσει.

 



Πρωτομαγιά

Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Διονύσης Σαββόπουλος
Τραπεζάκια έξω (1983)


Όλες οι γραμμές μας στραβωθήκαν κι αποτύχαν
Ευτυχώς το νιώθω απόλυτα καθώς
Απ’ το πίσω κάθισμα κοιτώ τα ίδια μέρη
Τρυφερά με τα φανάρια μου σβηστά
Άδεια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία
Καθετί μισοχωμένο μες τη γη
Όπως το κωφάλαλο αδερφάκι τώρα λάμπει
Με το φως που βγάζει ο κόσμος ο μουγκός

Μέσα απ’ τη ζέστα του σφαγείου και με στεφάνια δροσερά
Θ’ ανταμωθούμε μια τρελή πρωτομαγιά
Και το πλυμένο σώμα πίσω απ’ τα λουλούδια θα ενωθεί
Σαν ζαλιστούμε απ’ των χορών μας το κρασί
Σε παραλίες σκουπιδοτόπων με κασετόφωνα κι εγώ
Μια πολιτεία σωριασμένη έχω σκοπό
Όλα είναι τόσο τρομαγμένα μα τ’ αγαπάω ο φτωχός
Δωσ’ μου τα λόγια επιτέλους να μην είμαι μοναχός

Δίπλα από το κύμα έχει τ’ άλογα λυμένα
Θα τον δεις ο ασπροντυμένος μπουζουκτσής
Κι όλο κατεβαίνουν καπνεργάτριες και προσκόποι
Με φακούς μέσα από κρότους και καπνούς
Τρέχουνε τα πεύκα το φεγγάρι ξεδιπλώνει
Διαρκώς με γάζες σκοτεινές το φως
Κι άγριες παρέες νεαρών με γυφτοπούλες
Προσπερνούν και μαγεμένο μ’ οδηγούν



Παράξενη Πρωτομαγιά

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Δήμητρα Γαλάνη & Μανώλης Μητσιάς 


Παράξενη πρωτομαγιά
μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ήρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.





Πρωτομαγιά

Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Λένα Πλάτωνος
Ημερολόγια (2008 )


Πρωτομαγιά
το αεράκι παίζει με τα λευκά κουρτινάκια
είμαι ευτυχισμένη
έχω βρει στο ράδιο εξαίσιο σταθμό
εκπέμπει τα τραγούδια που αγαπώ

Βέβαια εσύ λείπεις
όμως είμαι, είμαι ευτυχισμένη

Παίρνω τους φίλους μου
ευχόμαστε ο ένας στον άλλον

βέβαια εσύ λείπεις

Όμως φτιάχνω μαγιάτικο στεφάνι
από τους φίλους μου
και την απουσία σου

είμαι ευτυχισμένη
είμαι ευτυχισμένη
είμαι ευτυχισμένη






Κόκκινο τριαντάφυλλο



Στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Γιώργος Νταλάρας 
Κυκλοφόρησε το 1976 σε δίσκο 45 στροφών 
(στη μνήμη του Αλέκου Παναγούλη)


Κάθε πρωί ξεκινούσαμε να πάμε στη δουλειά, 
στο λεωφορείο γελούσαμε, είμαστε δυο παιδιά.

Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.

Κάποιο πρωί για τον πόλεμο κινήσαμε μαζί, 
όλοι μαζί τραγουδούσαμε, παλεύαμε μαζί.

Μέσα στο Μάη σκοτώθηκες, το αίμα σου μαβί, 
έβαψε μαύρο τον ουρανό, κόκκινο τον καιρό.

Μαζί σου όλα σκοτώθηκαν, όνειρα, ιδανικά, 
γίναμε όλοι φαντάσματα, ζούμε συμβατικά.

Τώρα οι σημαίες γενήκανε είδη εμπορικά, 
είναι τα όνειρα αγαθά καταναλωτικά.

Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.





Η Ελένη του Μάη

Στίχοι:   Κώστας Κινδύνης
Μουσική:   Γιάννης Γλέζος
Γιάννης Πουλόπουλος (1968)

Πού πήγες Ελένη
και εχάθης του Μάη
κι αδειάσαν τα μάτια από φως

Πού πήγες Ελένη
κι η γη δεν βαστάει
την πίκρα που έχει ο ουρανός

Λαμπάδες ανάβω, Ελένη, στα χέρια
καμπάνες της λύπης χτυπάνε τ’ αστέρια

Στο πελαγό κάνει μνημόσυνο η αύρα
κι ο Μάης σε κλαίει ντυμένος στα μαύρα

Πού πήγες Ελένη
και τ’ όνειρο πάει
και σβήνει του ονείρου ο καπνός

Πού πήγες Ελένη
και εχάθης του Μάη
στις 18 του μηνός





Θα `θελα να `σουνα εδώ


Στίχοι, μουσική, εκτέλεση:  Χρήστος Θηβαίος
(Είμαι αυτό που κυνηγάω, 2000)

Θέλω να σου στείλω μια λευκή κόλλα χαρτί
γιατί είσαι η μόνη που μπορεί τη σιωπή μου να διαβάζει
Ήσουν παράθυρο που άντεξε στου αέρα την οργή
μα λύγισες στ’ αρώματα του Μάη

Μια γεύση τρικυμίας στα χείλια σου να υφαίνεις
δυο χείλια που αργήσανε πολύ να ξεδιψάσουν
Κι εγώ καΐκι που ερωτεύτηκε μαζί σου να πνιγεί
απόψε ταξιδεύω στα νερά σου

Θα `θελα να `σουνα εδώ σαν προσευχή σαν φονικό
να σε δικάζω και να σε παρηγορώ
Θα `θελα να `σουν μυστικό στην ενοχή σου να κρυφτώ
να σου ξεφύγω και μπροστά μου να σε βρω

Ξεχείλισα απ’ όσα έχω μοιραστεί
κι ένιωσα λειψός μ’ όσα έχω κρατήσει
με ψάχνει ό,τι έχασα κι εγώ στριφογυρνώ
χαμένος μέσα σ’ ό,τι έχω κερδίσει

Θα `θελα να `σουνα εδώ...




Βγήκε ο καλός με την καλή

Στίχοι: Βασίλης Ρώτας
Μουσική, τραγούδι: Αργύρης Μπακιρτζής
(Μ' αγαπάς, 1988)


Βγήκε ο καλός με την καλή
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό
στην καταπράσινη εξοχή
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυο
που όλο το λεν’, μα να το λεν’, το λένε τα πουλιά
τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά

Και στα γρασίδια τα πυκνά
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό
ξάπλωσε ο νιος κι η κοπελιά
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυο
που όλο το λεν’, μα να το λεν’, το λένε τα πουλιά
τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά

Πιάσε ευθύς σκοπό γλυκύ
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό
πως είναι λάθος η ζωή
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυο
που όλο το λεν’, το λεν’, το λεν’, το λένε τα πουλιά
τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά

Γι’ αυτό μη χάνετε καιρό
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό
η αγάπη αξίζει στον ανθό
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυο
που όλο το λεν’, μα να το λεν’, το λένε τα πουλιά
τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά






Πάνε οι Πρωτομαγιές

Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Ρένα Κουμιώτη (1970)

Το Μάη, το Μάη μου χε τάξει
να τον καρτερώ
κι άνοιξη πατάει
μπείτε αγόρια στο χορό.

Το γράμμα στη σκάλα
λέει βρήκε κόντρα τον καιρό
κύματα μεγάλα
βγείτε αγόρια απ΄το χορό.

Κι έρχονται και πάνε
οι Πρωτομαγιές.
Παναγιά, χαράμι πάνε
σ΄αδειανές καρδιές.

Το Μάη, το Μάη τρέχα, 
τρέχα γάργαρο νερό
πες αν μ΄αγαπάει
μπείτε αγόρια στο χορό.

Ποιο κύμα τον δέρνει
ποια φουρτούνα ποιο αρμυρό νερό
ποια άλλη μου τον παίρνει
βγείτε αγόρια απ΄το χορό.




Στο τέλος του Μάη

Αλκίνοος Ιωαννίδης ( Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος, 1997)

 Έλα πρωί μου
ξύπνα καλή μου
μέσα στη μέρα που σκάει
Μύρισε ο δυόσμος
άνοιξε ο κόσμος
κι ένα αεράκι φυσάει

Κι όταν μεθύσεις
να μου χαρίσεις
ένα τραγούδι που σπάει τα χείλη σου
και ξεψυχάει

Έλα μαζί μου
όλη η ζωή μου
απ’ όνειρο σ’ όνειρο πάει
Πήρα τη μέρα
στη φόρεσα βέρα
στο δάχτυλο να σε πονάει

Κι αν μ’ αγαπήσεις
μη με κρατήσεις
γιατί στο τέλος του Μάη
θα γίνω πουλί που πετάει




Ανήσυχες μέρες



Στίχοι, μουσική: Σωκράτης Μάλαμας

Σωκράτης Μάλαμας και Μελίνα Κανά

Ο φύλακας κι ο βασιλιάς ( δίσκος 2000 ) 



Ανήσυχες μέρες ταραγμένη νύχτα
βεγγαλικά στην παραλία κι αδιέξοδα
ζεστός καιρός τέλος του Μάη
κι ένα αεράκι να φυσάει.
Αστεία η λύπη να περνάει
κι όμως να σε νικάει.

Κόκκινα χείλη της φωτιάς
θυμάσαι εκείνη π’ αγαπάς
το πρόσωπό της σαν νερό
μεσ’ στο μυαλό σου το θολό.

Έχει αέρα απόψε, έχει αέρα
κι ακούω μια φωνή σαν τη δική σου
ανασαίνει η πόλη τη μορφή σου
γυρνάει μεσ’ στο μυαλό μου η θύμησή σου.

Πού ’ ναι τα μάτια σου να δουν
αυτό το δειλινό
πού `ναι τα χέρια σου
ν’ αγγίξουνε τον ουρανό.




Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

«Τι αξίζει μια κλειδωμένη θύρα, που όλοι οι διαβάτες κατέχουν ένα αντικλείδι;» Κωστής Παπαγιώργης, Μυστικά της συμπάθειας

Otto Dix , "Δύο παιδιά", 1921

Όσο κι αν βυθιστούμε στον εαυτό μας, στην αυταπάτη ότι διαθέτουμε ένα μονήρες καταφύγιο, όπου κανένας δρόμος δεν φτάνει, καμιά ξένη φωνή δεν ακούγεται, ο άλλος – η αγορά ολόκληρη – μας ακολουθεί, μόνο και μόνο επειδή βγαίνει από τα ίδια μας τα σπλάχνα. Πανδαιμόνιο από ψεύδη και αλήθειες, η συνείδηση, είναι συνάμα και ένα σύμπλεγμα μορφών κυβιστικής τεχνοτροπίας. Όλο και κάποιο μάτι ανατέλλει στο τραπέζι μας, όλο και κάποια κομμένη μύτη πέφτει μέσα στην αδρανή παλάμη μας.

 «Στην ηθική ζωή», γράφει ο Μπαλζάκ, «όπως και στη σωματική, υπάρχει εισπνοή και εκπνοή. Η ψυχή έχει ανάγκη να ρουφήξει τα αισθήματα μιας άλλης ψυχής, να τα αφομοιώσει και να τα ξαναβγάλει έξω πιο πλούσια. Χωρίς αυτό το ωραίο ανθρώπινο φαινόμενο, η καρδιά δεν έχει ίχνος ζωής• της λείπει ο αέρας, υποφέρει και μαραίνεται» 
(Ευγενία Γκραντέ, Θεμέλιο, σ.197)

Ο άνθρωπος εισπνέει και εκπνέει τον άλλο, συγκροτείται από την παρουσία του, δηλητηριάζεται από αυτήν, φτάνει ως την τρέλα ή τον φόνο, την αγάπη ή την απογοήτευση, αλλά δεν μπορεί να νοηθεί ζωή μιας ψυχής που δεν ζει μέσα στο θέατρο της κοινωνικότητας και της συστηματικής ψυχικής συνενοχής. Το «εγώ» συγκροτείται σαν άθυρμα του «εσύ», σαν θύμα των άλλων. Μόνο αν δεχθούμε ότι η παρουσία του άλλου συγκροτεί το «εγώ», το υφαίνει λέξη τη λέξη, νεύμα το νεύμα, βλέμμα το βλέμμα, μπορούμε να έχουμε μια πειστική πρόληψη για τα τεκταινόμενα στην ψυχή.

Ο άλλος άνθρωπος δεν είναι συγκεκριμένα εκείνος που μοιραία κάποτε σου βάζει τα γυαλιά, όπως στις περιπτώσεις που κάποιος βρίσκει τον δάσκαλό του ή τον διάβολό του. Στη ζωή του «εγώ» οι άλλοι προηγούνται. Έχουν δίκιο, δηλαδή, όσοι ισχυρίζονται ότι στη φτωχή γιορτή της ζωής του, ο καθένας μας φτάνει λιγάκι καθυστερημένος. Όντως, όταν θηλάζουμε —το γάλα, το νόημα, τη γλώσσα, την ξένη παρουσία — κάποιοι άλλοι είναι οι παλαιοί και εμείς οι νιόφερτοι, οι νεωστί, οι άρτι. Όσο κι αν το αυγό διδάσκει κάποτε την κότα και ενίοτε καίει το κοτέτσι ολόκληρο, το αυγό είναι υστερόχρονο. Η αρχή έχει γίνει ερήμην του και με ξένα έξοδα.



 Edvard Munch, Χωρισμός

Ο άλλος άνθρωπος είναι ιδρυτής του εσωτερικού μας κόσμου, θεμελιωτής του «εγώ» μας χωρίς τελετή. Εξ υπαρχής εμφανίζεται σαν απόλυτη συνθήκη. Αδιάφορο αν κάποτε η συνείδηση απογαλακτίζεται και, έστω για την τιμή των όπλων, σηκώνει μπαϊράκι και δηλώνει, επιτέλους, αυτόνομη, η αλήθεια είναι πως την πονάνε πάντα τα ξένα χέρια που την έπλασαν. Κάθε ψυχισμός «παίρνει πόνο» και σε κάθε αλλαγή καιρού — όπως συμβαίνει με τις εποχές της ψυχής— νιώθει τα παρωχημένα άλγη να επιστρέφουν. Η λάμα στο σπασμένο πόδι ξέρουμε ότι χαζομασκαρεύεται σε μετεωρολογικό δελτίο. 

Το ξύλο έχει τα δικά του νερά, και η συνείδηση έχει τα νερά της διυποκειμενικότητας και τα μυστικά της ρεύματα. Δικέφαλη, τρικέφαλη, πολυπρόσωπη, κάθε ψυχή πάσχει από την αδυναμία της — εγγενή και απαραμείωτη— να απολαύσει την πολυθρύλητη αυτάρκεια, την ήρεμη ταύτιση με το «εγώ» και το παρόν της. Ο άλλος δεν αναχωρεί ποτέ από το «εγώ»,  η τυραννία της παρουσίας του είναι η πρώτη ύλη κάθε προσωπικότητας.


Κωστή Παπαγιώργη, Μυστικά της συμπάθειας, εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 36-43 (επιλογή)

Ζωντανή νεκρή φύση (Living still life), Salvador Dali, 1956


Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

"Στην απίθανη περίπτωση που θα είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να την περάσουμε μαζί", Andre Gorz, Γράμμα στη Ντ.



Οι «άνθρωποι που ζουν για πάντα μαζί» αποτελούν εξαίρεση, κάτι σαν διαστροφή, σίγουρα πάντως ένα είδος που κινδυνεύει να εκλείψει. Κι όταν συναντάς εκπροσώπους αυτού του είδους, ζητάς να μάθεις το μυστικό τους.

Ναι, δύο άνθρωποι μπορούν να ζήσουν για πάντα μαζί. Αλλά αυτό προϋποθέτει ταύτιση, αυταπάρνηση, απομάκρυνση από τον υπόλοιπο κόσμο. «Ο Αντρέ αγάπησε μονάχα έναν άνθρωπο, χωρίς να το συνειδητοποιεί πάντα, και ο άνθρωπος αυτός ήταν η Ντορίν, η γυναίκα του, τόσο εύθραυστη και τόσο γλυκιά ταυτόχρονα, τόσο ποιητικά περιποιητική και τόσο υπέροχα διαισθητική», έγραψε ο Ζαν Ντανιέλ στο Νουβέλ Ομπζερβατέρ, το περιοδικό που ίδρυσε μαζί με τον Γκορζ τον Νοέμβριο του 1964. 

Το Γράμμα στη Ντ. είναι μια δημόσια επανόρθωση, μια ερωτική εξομολόγηση και μια προαναγγελία θανάτου.

Ο Αντρέ Γκορζ , το πιο κοφτερό, κατά τον Σαρτρ, μυαλό της Ευρώπης, νιώθει την ανάγκη ν’ απολογηθεί για το ότι δεν αναφέρθηκε ποτέ στον «εξαίσιο έρωτα» που βίωνε την εποχή που τη γνώρισε και που άνθισε η μοναδική τους σχέση, αντίθετα συνειδητοποιεί εκ των υστέρων ότι υποτίμησε το ρόλο της αλλά και την προσωπικότητά της, αναφερόμενος σ’ αυτήν στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο  «Le Traître» («Ο προδότης»), σαν σ’ ένα αξιολύπητο πλάσμα που «χωρίς εμένα θα ήταν χαμένο». Καθώς όμως μεγαλώνει και ωριμάζει, κι εξαφανίζεται ο κλασικός αρσενικός εγωισμός, νιώθει την ανάγκη να ανασυνθέσει την ιστορία του έρωτά τους για να κατανοήσει όλο το νόημά της. 

"Αυτή μας έκανε να γίνουμε αυτοί που είμαστε, ο ένας με τον άλλον και ο ένας για τον άλλο. Σου γράφω για να καταλάβω τι έζησα, τι ζήσαμε μαζί."



Ο έρωτάς μας άρχισε μαγικά, σχεδόν κεραυνοβόλα.....

Το φθινόπωρο του 1947, ο Χορστ γνώρισε την Ντορίν. Εκείνος ήταν ένας «Εβραίος από την Αυστρία. Χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον» κι εκείνη μια νεαρή κοπέλα από την Αγγλία που είχε έλθει στην Ελβετία για να ασχοληθεί με το θέατρο. 

Κυριαρχούσες, απερίγραπτα witty (πνευματώδης), ωραία σαν όνειρο. Όταν διασταυρώθηκαν οι ματιές μας, σκέφτηκα: «Δεν έχω καμιά πιθανότητα μαζί της.» Αργότερα έμαθα πως ο οικοδεσπότης μας σε είχε προειδοποιήσει για μένα: «He is an Austrian Jew. Totally devoid of interest.» 

Δεν βιαζόμασταν. Έγδυσα το σώμα σου προσεκτικά. Ανακάλυψα - σε μια θαυμαστή σύμπτωση της πραγματικότητας με τη φαντασίωση - την Αφροδίτη της Μήλου με σάρκα και οστά. Η αλαβάστρινη λάμψη του λαιμού σου φώτιζε το πρόσωπο σου. Έμεινα ώρα να θαυμάζω, αμίλητος, αυτό το θαύμα σφριγηλότητας και απαλότητας. Κατάλαβα μαζί σου πως η ηδονή δεν είναι κάτι που το παίρνουμε ή το δίνουμε. Είναι τρόπος να δίνεσαι και να ζητάς το δόσιμο του άλλου. Δοθήκαμε ο ένας στον άλλο ολοκληρωτικά.

Προτού σε γνωρίσω, δεν είχα περάσει ποτέ πάνω από δύο ώρες με μια κοπέλα χωρίς να βαρεθώ και να της το δείξω. Αυτό που με μάγευε με σένα, ήταν ότι με οδηγούσες σ' έναν άλλο κόσμο. Οι αξίες που ήταν κυρίαρχες στην παιδική μου ηλικία δεν είχανε εκεί ισχύ. Ο κόσμος αυτός με γοήτευε. Μπαίνοντας μέσα του, μπορούσα να δραπετεύσω, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς να ανήκω πουθενά. Με σένα ήμουν αλλού, σ' έναν τόπο ξένο, ξένο σε μένα τον ίδιο. Μου πρόσφερες διέξοδο σε μια ανώτερη διάσταση ετερότητας - σ' εμένα που απέρριπτα πάντα κάθε ταυτότητα και πρόσθετα ταυτότητες την μια πάνω στη άλλη χωρίς καμιά να είναι δική μου. 



Τρωτή δύναμη, άτρωτη αδυναμία......

Τίποτα όμως απ' όλα αυτά δεν μπορεί να εξηγήσει τον αόρατο σύνδεσμο που νιώσαμε να μας ενώνει από την αρχή. Παρόλο που είχαμε βαθιές διαφορές, δεν έπαυα να αισθάνομαι ότι είχαμε κοινό κάτι θεμελιώδες, κάτι σαν πρωταρχικό τραύμα - πιο πάνω μιλούσα για «θεμελιώδη εμπειρία»: την εμπειρία της ανασφάλειας. Η δική σου δεν ήταν της ίδιας φύσης με τη δική μου. Δεν έχει σημασία: για σένα όπως και για μένα σήμαινε πως δεν είχαμε στον κόσμο μια εξασφαλισμένη θέση. 

Θα είχαμε μόνο αυτήν που θα δημιουργούσαμε μόνοι μας. Έπρεπε να αναλάβουμε την ευθύνη της αυτονομίας μας και θα ανακάλυπτα στη συνέχεια πως εσύ ήσουν καλύτερα προετοιμασμένη γι' αυτό από εμένα.

Δεν υπήρχε καμιά θέση για σένα μέσα στον κόσμο των ενηλίκων. Ήσουν καταδικασμένη 
να είσαι δυνατή γιατί ο κόσμος σου ήταν προσωρινός. Πάντα σε αισθανόμουν δυνατή και μαζί τρωτή στο βάθος. Αγαπούσα τη θαμμένη σου τρωτότητα, θαύμαζα την τρωτή σου δύναμη. Ήμασταν και οι δυο παιδιά της προσωρινότητας και της σύγκρουσης. Ήμασταν φτιαγμένοι για να αλληλοπροστατευόμαστε και από τη μια και από την άλλη. Είχαμε ανάγκη να δημιουργήσουμε μαζί, ο ένας μέσα από τον άλλο, τη θέση στον κόσμο που δεν μας είχε δοθεί από την αρχή. Αλλά, για να γίνει αυτό, έπρεπε ο έρωτας μας να είναι και ένα διά βίου συμβόλαιο.


Θα είμαστε αυτό που θα φτιάξουμε μαζί.....

Στους τρεις επόμενους μήνες σκεφτήκαμε την περίπτωση να παντρευτούμε. Είχα μερικές αντιρρήσεις αρχής, ιδεολογικές. Θεωρούσα τον γάμο θεσμό της αστικής τάξης• πίστευα ότι κωδικοποιεί νομικά και κοινωνικοποιεί μια σχέση η οποία, εφόσον είναι ερωτική, συνδέει δυο ανθρώπους σε ό,τι λιγότερο κοινωνικό έχουν. Η νομική σχέση έχει την τάση, ή μάλλον την αποστολή, να αυτονομείται από την εμπειρία και τα συναισθήματα των συντρόφων. Έλεγα ακόμη: «Τι απόδειξη έχουμε ότι σε δέκα ή σε είκοσι χρόνια το διά βίου συμβόλαιό μας θα αντιστοιχεί στις επιθυμίες αυτού που θα έχουμε γίνει;»


Η απάντηση σου ήταν αναπόφευκτη: «Αν ενώνεσαι με κάποιον για όλη σου τη ζωή, βλέπεις με τον άλλον τη ζωή από κοινού και αποφεύγεις να κάνεις κάτι που διασπά ή βλάπτει τη σχέση. Η δημιουργία του ζευγαριού είναι το κοινό σχέδιο των δύο, και χρειάζεται πάντα να το επικυρώνουν, να το προσαρμόζουν, να το επαναπροσανατολίζουν ανάλογα με τις καταστάσεις που μεταβάλλονται. Θα είμαστε αυτό που θα φτιάξουμε μαζί.»Ήταν σχεδόν Σαρτρ!


Το πιο λαμπερό πλάσμα στη Γη ήταν πρόθυμο να μοιραστεί τη ζωή του μαζί μου. Οι φίλοι με ζηλεύανε• όταν περπατούσαμε χέρι χέρι οι άντρες γύριζαν να σε κοιτάξουν. Γιατί διάλεξες αυτόν τον απένταρο Austrian Jew; 

Θεωρητικά, ήμουν σε θέση να αποδείξω - επικαλούμενος την Ηρώ και τον Λέανδρο, τον Τριστάνο και την Ιζόλδη, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα - ότι ο έρωτας είναι η αμοιβαία έλξη δύο ατόμων που βασίζεται σε ό,τι πιο άρρητο, πιο ιδιωτικό, πιο αποκλίνον από τους ρόλους και την εικόνα που τους επιβάλλει η κοινωνία, από τις πολιτισμικές τους καταβολές. 

Tristan and Isolde.

Μαζί σου μπορούσα να βάλω την πραγματικότητά μου σε αργία.

Μπορούσαμε να θέσουμε σχεδόν τα πάντα από κοινού γιατί στο ξεκίνημα δεν είχαμε σχεδόν τίποτα. Αρκούσε να αποδεχτώ να ζήσω αυτό που ζούσα, να αγαπώ πάνω απ' όλα το βλέμμα, τη φωνή, τη μυρωδιά σου, τα κρινοδάχτυλά σου, τον τρόπο που κατοικούσες το σώμα σου και όλο το μέλλον ήταν για μας ανοιχτό.

Μόνο που να: μου είχες εξασφαλίσει τη δυνατότητα να δραπετεύσω από τον εαυτό μου και να εγκατασταθώ σ' ένα αλλού του οποίου ήσουν η αγγελιοφόρος. Μαζί σου μπορούσα να βάλω την πραγματικότητα μου σε αργία. Ήσουν το απαραίτητο συμπλήρωμα για την από-πραγματοποίηση του πραγματικού,που περιλάμβανε και μένα, την οποία επιχειρούσα εδώ και εφτά ή οχτώ χρόνια μέσα από τη δραστηριότητα της γραφής. 

Μου παρείχες τη δυνατότητα να βάλω σε παρένθεση τον απειλητικό κόσμο μέσα στον οποίο ήμουν ένας πρόσφυγας στην παρανομία, με μέλλον που δεν ξεπερνούσε ποτέ τους τρεις μήνες. Δεν είχα διάθεση να επιστρέψω στη γη. Εύρισκα καταφύγιο σε μια θαυμαστή εμπειρία και δεν ήθελα να την φτάσει το πραγματικό. 

Βαθιά μέσα μου αρνιόμουν αυτό που, στην ιδέα και την πραγματικότητα του γάμου, προϋποθέτει την επιστροφή στο πραγματικό. Όσο παλιά μπορώ να θυμηθώ, επιδίωκα πάντα να μην υπάρχω. Χρειάστηκε να δουλέψεις πολλά χρόνια για να με κάνεις να αποδεχτώ την ύπαρξή μου. Και είμαι σίγουρος πως η δουλειά αυτή δεν τελείωσε ποτέ.


Θα έπρεπε να είχα καταλάβει ότι στο μυαλό σου ο γάμος δεν είχε καμιά σχέση με νομιμοποίηση, με κοινωνικοποίηση της ένωσής μας. Θα σήμαινε απλώς ότι ήμασταν μαζί για τα καλά, ότι ήμουν έτοιμος να συνάψω μαζί σου αυτό το διά βίου συμβόλαιο με το οποίο υποσχόταν ο ένας στον άλλο πίστη, αφοσίωση και τρυφερότητα. 

Τήρησες πάντα αυτό το συμβόλαιο. Αλλά τότε δεν ήσουν σίγουρη ότι θα μπορούσα να το τηρήσω κι εγώ. 

Οι επιφυλάξεις μου, οι σιωπές μου έτρεφαν τις αμφιβολίες σου. Μέχρι μια καλοκαιρινή μέρα που μου είπες ήρεμα ότι δεν ήθελες πια να περιμένεις να αποφασίσω. Καταλάβαινες ότι δεν ήθελα να φτιάξω τη ζωή μου μαζί σου. Σ' αυτή την περίπτωση προτιμούσες να με αφήσεις προτού η αγάπη μας καταστραφεί με τους καβγάδες και τις προδοσίες. 



«Οι άντρες δεν ξέρουν να χωρίζουν», έλεγες. «Οι γυναίκες προτιμούν ο χωρισμός να είναι ξεκάθαρος.»Ήταν καλύτερα, πρότεινες, να χωρίσουμε για ένα μήνα για να έχω τον καιρό να αποφασίσω τι ήθελα.



Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι δεν χρειαζόμουν κανένα διάστημα για να σκεφτώ• ότι αν σε άφηνα να φύγεις θα το μετάνιωνα για πάντα. Ήσουν η πρώτη γυναίκα που μπόρεσα να αγαπήσω ψυχή τε και σώματι, με την οποία αισθανόμουν σε βαθιά αρμονία• κοντολογίς, ο πρώτος μου αληθινός έρωτας. Αν ήμουν ανίκανος να σε αγαπήσω ολοκληρωτικά, δεν θα μπορούσα να αγαπήσω ποτέ κανέναν. Βρήκα τις λέξεις που δεν είχα μπορέσει να προφέρω ποτέ• τις λέξεις για να σου πω ότι ήθελα να είμαστε μαζί για πάντα. 

Dorine και André Gorz (1947)
Ο ένας μέσα από τον άλλον

Είχα πολλές δυσκολίες με τον έρωτα, γιατί είναι αδύνατο να εξηγήσεις φιλοσοφικά γιατί αγαπούμε και θέλουμε να μας αγαπά το τάδε συγκεκριμένο πρόσωπο αποκλείοντας κάθε άλλο.

Εκείνη την εποχή δεν αναζήτησα την απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μέσα από την εμπειρία που βίωνα. Δεν είχα ανακαλύψει, όπως μόλις τώρα εδώ, ποιο ήταν το υπόβαθρο του έρωτά μας. Ούτε ότι το γεγονός πως με βασάνιζε, οδυνηρά και γλυκά μαζί, η σύμπτωση, πάντα υπεσχημένη και πάντα φευγαλέα, της επιθυμίας που έχουμε για τα σώματα μας - και όταν λέω σώμα δεν ξεχνώ πως «η ψυχή είναι το σώμα» κατά τον Μερλό - Ποντί αλλά και κατά τον Σαρτρ - παραπέμπει σε θεμελιώδεις εμπειρίες ριζωμένες στην παιδική ηλικία: στην πρώτη, την πρωταρχική, ανακάλυψη των συναισθημάτων που μπορούν να κάνουν να αντηχούν μέσα μου μια φωνή, μια μυρωδιά, το χρώμα μιας επιδερμίδας, ο τρόπος που κάποιος κινείται και υπάρχει, που θα αποτελούν για πάντα τον ιδανικό κανόνα. 

Αυτό είναι: το ερωτικό πάθος είναι ένας τρόπος να συντονιστείς με τον άλλο, ψυχή τε και σώματι, και μόνο με αυτόν. Βρισκόμαστε στο πριν και το μετά τη φιλοσοφία.


Ο βράχος πάνω στον οποίο μπορούσε να κτιστεί η σχέση μας......

Παντρευτήκαμε στην αρχή του φθινοπώρου του 1949. [.....] 

Όταν, την άνοιξη του 1950, οι Πολίτες του Κόσμου με απολύσανε, είπες μόνο: «Θα τα βγάλουμε πέρα μια χαρά και χωρίς αυτούς.» Αντιμετώπισες σχεδόν χαρούμενα μια ολόκληρη χρονιά σκληρής δουλειάς. Ήσουν ο βράχος πάνω στον οποίο μπορούσε να κτιστεί η σχέση μας.

Ήσουν ο εαυτός σου σε οτιδήποτε έκανες. Η βιοπάλη σού έδινε φτερά. Εμένα με έριχνε στην κατάθλιψη.

Εκείνη την εποχή, άραγε ήταν πριν, ή μετά - πάντως ήταν καλοκαίρι- θαυμάζαμε τα ακροβατικά που έκαναν πετώντας τα χελιδόνια στην αυλή του κτιρίου και εσύ είπες: «Πόση ελευθερία για τόσο λίγη υπευθυνότητα!» Στο φαγητό, μου ανακοίνωσες: «Το ξέρεις ότι δεν μου έχεις πει ούτε λέξη εδώ και τρεις μέρες;» Αναρωτιέμαι μήπως μαζί μου αισθανόσουν περισσότερο μόνη παρά αν είχες ζήσει μόνη σου.


Write something every day.  365 Writing Prompts for Creative Writing Inspiration each day.  : )

«Γράφε, λοιπόν!»


Είχες ενωθεί, έλεγες, με κάποιον που δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς να γράφει και ήξερες πως όποιος θέλει να γίνει συγγραφέας χρειάζεται να μπορεί να απομονώνεται, να κρατάει σημειώσεις οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας. Πως η δουλειά του πάνω στη γλώσσα συνεχίζεται πολύ αφότου αφήσει το μολύβι, και μπορεί να τον κατακυριεύσει ξαφνικά, στη μέση ενός γεύματος ή μιας συζήτησης: «Θα ‘θελα να ήξερα τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου», έλεγες καμιά φορά, όταν βυθιζόμουν στις μακριές μου ονειροπόλες σιωπές. Όμως το ήξερες, αφού το είχες περάσει κι εσύ: μια πλημμύρα από λέξεις που ζητούν την πιο κρυστάλλινη διάταξή τους. Αποσπάσματα από φράσεις που διατυπώνονται ξανά και ξανά. Νεογέννητες ιδέες έτοιμες να εξατμιστούν αν μια λέξη κλειδί ή ένα σύμβολο δεν καταφέρει να τις στερεώσει στη μνήμη.

 Όταν αγαπάς έναν συγγραφέα, σημαίνει πως αγαπάς το ότι γράφει, έλεγες. «Γράφε, λοιπόν!». Θαρρείς κι ο δικός προορισμός ήταν να με ενθαρρύνεις στον δικό μου.


Προδοσία: δεν με αγαπούσα που σε αγαπούσα......

Le Traître : ήταν το βιβλίο που, κατά τα λεγόμενά του Γκορζ, τον άλλαξε και του έδωσε μια θέση στον κόσμο, αφού σ’ αυτό αναμετρήθηκε με τη μέχρι τότε ζωή και διαμόρφωση της σκέψης του: το Le Traître – σταθμό στη βιβλιογραφία του, που ο Γκορζ εξέδωσε το ’58 και είναι όπως παραδέχεται, αυτό που "έδωσε μια διάσταση πραγματικότητας σ’ αυτά που σκεφτόμουν, μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε τις προθέσεις μου" .

Είναι το βιβλίο στο οποίο η γραφή του και η ζωή του θ’ ανοίξουν τα χαρτιά τους και θα δοκιμάσουν τους τρόπους και τις αντοχές τους. Όμως, όπως και ο ίδιος θα διαπιστώσει κάπως καθυστερημένα και μόνο όταν το ξαναδιαβάσει από χρονική απόσταση, είναι και το βιβλίο όπου «στη γραφή θα προδώσει τον άνθρωπο». Κι αυτό γιατί, το κεφάλαιο που ανήκει στη Ντορίν και είναι αυτό που έχει τιτλοφορήσει Εσύ, αυτό που θα "έπρεπε να περιγράφει πώς ο έρωτάς μου για σένα, η μάλλον η ανακάλυψη μαζί σου του έρωτα, θα με οδηγούσε τελικά στο να θέλω να υπάρχω, και πως η δέσμευση μαζί σου θα γινόταν η αιτία για μία υπαρξιακή μεταβολή", όχι απλώς δεν το επιτυγχάνει, ούτε απλώς δεν τής το αποδίδει, αλλά όπως ο ίδιος θα παραδεχτεί, τής καταφέρνει προδοτικά και άνανδρα χτυπήματα. Έτσι τώρα λίγο πριν το τέλος, αντιπαραβάλλοντας με εργαστηριακή σχολαστικότητα, τα γεγονότα με τις γραμμένες τους αντανακλάσεις, εκτοξεύει στον συγγραφέα τού τότε απανωτά γιατί.

Γιατί οι λέξεις που βρήκε ήταν παραπλανητικές και γιατί η εικόνα προέκυψε έτσι παραμορφωμένη;

Γιατί ο συγγραφέας, προκειμένου να σταθεί στα πόδια του, επέλεξε να απαξιώσει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ενός έρωτα που αντέχει και γιατί, προκειμένου να υπάρξει ο συγγραφέας, η Ντορίν έπρεπε να ταπεινωθεί;

Γιατί "μιλούσα για σένα απολογητικά όπως για μια αδυναμία";

Και τέλος γιατί "δεν με αγαπούσα που σε αγαπούσα";

Μ’ άλλα λόγια, πώς η κατάφαση στον έρωτα έχασε τα λόγια της στη γραφή και άρχισε να τραυλίζει, κι εντέλει πώς, η κατάφαση στο προσωπικό και το ουσιώδες ("εσύ είσαι το ουσιώδες"), θα χρειαστεί να ξεσκεπάσει και ν’ αποκηρύξει τη συγγραφική ματαιοπονία, στη σκληρότερη από τις απαντήσεις που θα επιχειρήσει ο συγγραφέας της επιστολής, μια ζωή μετά:

Το να είμαι για πρώτη φορά ερωτευμένος με πάθος και ο έρωτας αυτός να μου ανταποδίδεται ήταν φαίνεται κάτι πολύ συνηθισμένο, πολύ προσωπικό, πολύ κοινό: δεν αποτελούσε πρώτη ύλη για να με ανυψώσει στο οικουμενικό. Αντιθέτως, ένας έρωτας που έχει ναυαγήσει, αδύνατος, παράγει ανώτερη λογοτεχνία. Αισθάνομαι , άνετα μέσα στην αισθητική της αποτυχίας και του αφανισμού, όχι στης επιτυχίας και της κατάφασης. Πρέπει ν’ ανυψώνομαι πάνω από εμένα κι εσένα, εις βάρος μας, εις βάρος σου, με παρατηρήσεις που ξεπερνούν τα άτομά μας.

Δεν απείχα και πολύ από το να θεωρώ τον έρωτα μικροαστικό συναίσθημα.
Μιλούσα για σένα απολογητικά, όπως για μια αδυναμία: προφανώς, θεωρούσα, τουλάχιστον σ' αυτά που έγραφα, ως αδυναμία την αφοσίωση που μου έδειχνες.


Μια παρατήρηση του Κάφκα στο Ημερολόγιό του μπορεί να αποδώσει την πνευματική μου κατάσταση εκείνη την εποχή: «Η αγάπη μου για σένα δεν αγαπάει τον εαυτό της.» Δεν με αγαπούσα που σε αγαπούσα.


Για σελίδες χαρτογραφεί ο Γκορζ την απόσταση από την ερωτοτροπία με το γράμμα στην ερωτοτροπία με τον άνθρωπο, για σελίδες, δηλαδή για χρόνια περιγράφει πώς "με έγραφα μέσα στην άρνησή μου να υπάρξω".. Μέχρι τη στιγμή αυτή, μέχρι την επιστολή. Στην οποία γράφει επιτέλους απρόσβλητος από τις μαγγανείες του γράμματος: απλώς χρησιμοποιεί τη γραφή για να την θυσιάσει τελικά στην Ντ., σαν αυταπόδεικτη πράξη αγάπης. Όπως και είναι: μια καθόλου αυτονόητη θυσία που συντελείται στη γραφή, και δια της γραφής, στο όνομα του Άλλου. 






.....δίνοντάς μου Εσένα, μου έδωσες Εμένα

Το ερωτικό ταλάνισμα φλερτάρει διαρκώς με την απουσία και η απουσία δεν έχει παρά να καταφεύγει στη γραφή για να αξιωθεί την αποκαλυπτική, αυτογνωσιακή εμπειρία. Στο τέλος λοιπόν του δρόμου, έτσι κι αλλιώς, ο εαυτός και η επίγνωση:

Όταν βγήκε τελικά το Le Traitre, είχα και πάλι συνείδηση του τι σου όφειλα: έδωσες τα πάντα από τον εαυτό σου για να με βοηθήσεις να γίνω ο εαυτός μου. Η αφιέρωση που έγραψα στο δικό σου αντίτυπο λέει: 

«Σ' εσένα την Κέι που, δίνοντάς μου Εσένα, μου έδωσες Εμένα.»
Μακάρι να το είχα αναπτύξει αυτό σ' εκείνο που έγινε το «βιβλίο μου»


Αγαπούσα τη ζωή μέσα από σένα....

Πρέπει να ξαναπάρω απόσταση για να μπορέσω να συνεχίσω την ιστορία μας. [.....]

Είχαμε τις ίδιες αξίες, εννοώ κοινή αντίληψη για τι είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή ή απειλεί να της το αφαιρέσει. Όσο παλιά μπορώ να σκεφτώ, είχα πάντα απέχθεια για τον λεγόμενο «πολυτελή» τρόπο ζωής και τις σπατάλες του. Εσύ δεν δεχόσουν να ακολουθήσεις τη μόδα και την αξιολογούσες σύμφωνα με τα δικά σου κριτήρια. Δεν δεχόσουν ν' αφήσεις τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ να σου υποβάλλουν ανάγκες που δεν αισθανόσουν. [.....]
.....είχες συμπεράνει ήδη από τότε που ήσουν επτά χρονών ότι ο αληθινός έρωτας αδιαφορεί για το χρήμα. Εσύ αδιαφορούσες. Συχνά το μοιράζαμε.


Είχες μια μεταδοτική επικοινωνία με οτιδήποτε ζωντανό και μου έμαθες να κοιτάζω και να αγαπώ τα λιβάδια, τα δάση και τα ζώα. Αυτά σε άκουγαν τόσο προσεκτικά όταν τους μιλούσες που είχα την εντύπωση ότι καταλάβαιναν τα λόγια σου. Μου αποκάλυπτες τον πλούτο της ζωής και την αγαπούσα μέσα από σένα - εκτός κι αν συμβαίνει το αντίστροφο (αλλά καταλήγει στο ίδιο). 



Photo by Photographer Floriana Barbu
Photo by Photographer Floriana Barbu

 Eξημερώνοντας το θάνατο....... 

.....στη Λα Τζόλα, στο σπίτι του Μαρκούζε. Σου τράβηξα μια φωτογραφία εν αγνοία σου, από πίσω: βαδίζεις με τα πόδια στο νερό στην μεγάλη παραλία της Λα Τζόλα. Είσαι πενήντα δύο χρονών. Υπέροχη. Είναι μια από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες σου.

Κοίταξα πολύ αυτή τη φωτογραφία σου όταν, στην επιστροφή μας, μου είπες πως υποψιαζόσουν ότι είχες καρκίνο. Το υποψιαζόσουν ήδη πριν φύγουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά δεν είχες θελήσει να μου το πεις. Γιατί; «Αν είναι να πεθάνω, ήθελα να έχω δει πρώτα την Καλιφόρνια», μου είχες πει απλά.

Στις ετήσιες εξετάσεις σου ο καρκίνος του ενδομητρίου δεν είχε διαγνωστεί. Όταν έγινε η διάγνωση και ορίστηκε η ημερομηνία της εγχείρισης, πήγαμε για οκτώ μέρες στο σπίτι που είχες σχεδιάσει. Χάραξα στην πέτρα το όνομα σου με μια λεπίδα. Το σπίτι αυτό ήταν μαγικό. Όλοι οι χώροι είχαν σχήμα τραπεζοειδές. Τα παράθυρα των δωματίων έβλεπαν στις κορυφές των δέντρων. Την πρώτη νύχτα, δεν κοιμηθήκαμε. Άκουγε ο ένας την ανάσα του άλλου. Ύστερα άρχισε να κελαηδά ένα αηδόνι κι ένα άλλο, πιο μακριά, του απάντησε.

Εκείνες τις μέρες, μιλήσαμε πολύ λίγο μεταξύ μας. Περνούσα τη μέρα τσαπίζοντας και κάθε τόσο σήκωνα τα μάτια προς το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Στεκόσουν εκεί, ακίνητη, με το βλέμμα καρφωμένο μακριά. Είμαι σίγουρος πως προσπαθούσες να εξημερώσεις το θάνατο για να τον νικήσεις άφοβα. Ήσουν τόσο όμορφη και αποφασισμένη μέσα στη σιωπή σου που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσες να παραιτηθείς από τη ζωή.


study in purple...woman at the window

Ο μόνος πλούτος είναι η ζωή 


Όταν βγήκες από την κλινική επιστρέψαμε στο σπίτι μας. Η ζωντάνια σου με ενθουσίαζε και με καθησύχαζε. Είχες γλιτώσει το θάνατο και η ζωή έπαιρνε καινούργιο νόημα και αξία. Ο Ίλιτς το κατάλαβε αμέσως αυτό όταν σε ξαναείδε μερικούς μήνες αργότερα, σε μια φιλική συγκέντρωση. Σε κοίταξε για ώρα στα μάτια και σου είπε: «Είδατε την άλλη μεριά.» Δεν ξέρω τι απάντησες ούτε τι είπατε μεταξύ σας. Αλλά αμέσως μετά, μου είπε αυτά τα λόγια: «Τι βλέμμα! Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτή η γυναίκα για σένα.» 

Είχες δει την «άλλη μεριά»• γύρισες από τη χώρα απ' όπου δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό είχε αλλάξει την οπτική σου. Χωρίς να συνεννοηθούμε, πήραμε την ίδια απόφαση. Ένας Εγγλέζος ρομαντικός (O John Ruskin) τη συνόψισε σε μια φράση: «There is no wealth but life.» (Ο μόνος πλούτος είναι η ζωή.

Στους μήνες της ανάρρωσης σου αποφάσισα να πάρω τη σύνταξή μου στα εξήντα.[.....]
Είχα φτάσει στην ηλικία όπου αναρωτιέται κανείς τι έκανε με τη ζωή του, τι θα ήθελε να είχε κάνει. Είχα την αίσθηση ότι δεν είχα ζήσει τη ζωή μου, ότι την παρατηρούσα πάντα από απόσταση, ότι είχα αναπτύξει μονάχα μια πλευρά του εαυτού μου και ότι σαν άτομο ήμουν φτωχός. Εσύ ήσουν και είχες πάντα υπάρξει πιο πλούσια από εμένα. Αναπτύχθηκες σε όλες σου τις διαστάσεις. Ήσουν συμφιλιωμένη με τη ζωή σου• ενώ εγώ ανυπομονούσα πάντα να περάσω στον επόμενο ρόλο, λες και η ζωή μας δεν επρόκειτο να αρχίσει πραγματικά παρά αργότερα.





Ο κόσμος είναι άδειος, δεν θέλω πια να ζω.


Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να συνεχίζει να γράφει αν εσύ δεν υπάρχεις πια. Εσύ είσαι το ουσιώδες χωρίς το οποίο όλα τα υπόλοιπα, όσο σπουδαία κι αν μου φαίνονται όταν είσαι εδώ, χάνουν το νόημα και τη σημασία τους. Σου το είπα αυτό στην αφιέρωση του τελευταίου μου κειμένου.[.....]

Σ'εκείνη («Α Dorine, more than ever») είχε αφιερώσει τρία χρόνια νωρίτερα τον Αποχαιρετισμό στο προλεταριάτο. 


Η αραχνοειδίτιδα σε ανάγκασε να εγκαταλείψεις σιγά σιγά τις πιο πολλές από τις αγαπημένες σου δραστηριότητες. Κατάφερες να κρύβεις τους πόνους σου. Οι φίλοι μας σε βρίσκανε «μια χαρά».Δεν σταμάτησες να με παροτρύνεις να γράφω. Στα είκοσι τρία χρόνια που περάσαμε στο σπίτι μας, δημοσίευσα έξι βιβλία και εκατοντάδες άρθρα και συζητήσεις. Δεχτήκαμε δεκάδες επισκέπτες από όλες τις ηπείρους και έδωσα δεκάδες συνεντεύξεις. Σίγουρα δεν 
ήμουν στο ύψος της απόφασης που είχα πάρει πριν τριάντα χρόνια: να ζήσω αποκλειστικά στο παρόν, προσηλωμένος πάνω απ' όλα στον πλούτο της κοινής μας ζωής. Ζω ξανά τώρα τις στιγμές που είχα πάρει αυτή την απόφαση με ένα αίσθημα του επείγοντος.

Δεν έχω σημαντικό έργο στα σκαριά. Δεν θέλω πια - σύμφωνα με την φράση του Ζορζ Μπατάιγ- «να αναβάλω την ύπαρξη για αργότερα». Σε προσέχω όπως τον πρώτο μας καιρό και θα ήθελα να σε κάνω να το νιώσεις. Μου έδωσες όλη σου τη ζωή και τα πάντα από εσένα• θα ήθελα, στον χρόνο που μας απομένει, να μπορέσω να σου δώσω τα πάντα από εμένα.



Μόλις έγινες ογδόντα δύο χρονών. Είσαι ακόμα όμορφη, γοητευτική και επιθυμητή. Πάνε πια πενήντα οκτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σ' αγαπώ περισσότερο από ποτέ. Τελευταία σε ξαναερωτεύτηκα για άλλη μια φορά και έχω πάλι μέσα μου ένα σπαρακτικό κενό που το γεμίζει μονάχα το σώμα σου αγκαλιασμένο σφιχτά με το δικό μου. Τη νύχτα βλέπω καμιά φορά έναν άντρα, μέσα σ' ένα έρημο τοπίο, να περπατά σ' έναν άδειο δρόμο πίσω από μια νεκροφόρα. Είμαι αυτός ο άντρας. Εσένα μεταφέρει η νεκροφόρα. Δεν θέλω να παραβρεθώ στην καύση σου• δεν θέλω να παραλάβω ένα δοχείο με τις στάχτες σου. 


Ακούω τη φωνή της Καθλίν Φεριέ που τραγουδάει «Die Welt ist leer, Ich will nicht leben mehr» (Ο κόσμος είναι άδειος, δεν θέλω πια να ζω) και ξυπνάω. Αφουγκράζομαι την αναπνοή σου, το χέρι μου σε αγγίζει. Και οι δυο θα θέλαμε να μην χρειαστεί να ζήσουμε μετά από τον θάνατο του άλλου. Έχουμε πει πολλές φορές ο ένας στον άλλο πως στην απίθανη περίπτωση που θα είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να την περάσουμε μαζί.

21 Μαρτίου - 6 Ιουνίου 2006



Kathleen Ferrier, Die Welt ist leer, Ich will nicht leben mehr
 (ο κόσμος είναι άδειος, δεν θέλω πια να ζω):  στο 16:39.


Το κύκνειο άσμα η δημόσια συγνώμη του

Όσο  συγκλονιστική είναι η αρχή του βιβλίου, τόσο αφόρητο είναι το τέλος του. Ο συγγραφέας, που αποκάλυψε ότι έγραψε αυτό το βιβλίο κλαίγοντας, προειδοποιεί ότι δεν θα παραστεί στην κηδεία της γυναίκας του - κι όχι επειδή θα κάτσει στο σπίτι. Δεν θα παραλάβει το βαζάκι με την τέφρα της. Θα φύγει μαζί της. Επειδή το βρίσκει άδικο να πεθάνει εκείνη από μια αρρώστια που οι γιατροί θα μπορούσαν να έχουν προλάβει; Όχι. Επειδή είναι (ξανά) ερωτευμένος μαζί της και δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν.

Περίπου δεκαπέντε μήνες μετά, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, βρέθηκαν τα πτώματα του Αντρέ και της Ντορίν δίπλα δίπλα στην κατοικία τους στο Βοσνόν (στ' ανατολικά του Παρισιού). Είχαν αυτοκτονήσει με θανατηφόρα ένεση. Έτσι, το απίθανο, το "για πάντα μαζί", συνέβη και για τους δυο.


Andre Gorz, Γράμμα στη Ντ. Ιστορία ενός έρωτα, εκδόσεις ποταμός, Αθήνα 2008
Μετάφραση: Σάντρα Βρέττα
Επίμετρο: Μιχάλης Μητσός