Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

"Η μοναδική μας θρησκεία και ηθική είναι οι νεκροί", οι δικοί μας νεκροί, Κωστής Παπαγιώργης, Ζώντες και τεθνεώτες

Art Nouveau Statue | Love In A Rose | Viena, Austria | Photo by onkel_wart (Thomas Lieser) on September 20, 20008 via Flkr
Love In A Rose, Viena, Austria

Ο άνθρωπος γνωρίζει να διαλέγεται μόνο με ανθρώπους - αδιάφορο αν είναι ζωντανοί ή νεκροί. Μόνο στα μνήματα θρησκεύεται. Η μνήμη του νεκρού, του δικού μας νεκρού, είναι αφ' εαυτής θρήσκευμα. Οι ξένοι νεκροί δεν μπαίνουν εύκολα στη ζωή μας. Είναι σαν να μην έζησαν ποτέ. Θύματα του χρόνου, ψυχές διαλυμένες και ασήμαντες.

Κι οι νεκροί - αν και κραταιό επιχείρημα της θρησκείας, γραμμένοι στα κατάστιχα της αιωνιότητας - αντέχουν μόνο για το μάκρος μιας ζωής, για ορισμένες γενιές, όχι για την πάροδο των αιώνων.

Δε θα ήταν ασέβεια αν λέγαμε ότι σήμερα διατηρούμε τις απόκρυφες συνδέσεις μας με τον νεκρό στο βαθμό που δεν τον αφήνουμε στις αρπάγες της θρησκείας. 

Συνάμα, ούτε καν υποψιαζόμαστε την αρχέγονη πνοή υγείας και ευλάβειας που διαπερνά αυτή την καθ' όλα θεμιτή στάση. Αν πίσω από κάθε θάνατο υπάρχει και μια λαβωμένη οικογένεια, τότε κάθε λατρεία των προγόνων εμψυχώνεται από κύματα ζωής που επιστρέφουν. Κάθε λαβωμένη καρδιά πάσχει από ένα είδος μαγικής προγονοπληξίας: 

Φυσάει ένα άσπρο απ’ το νερόμυλο του πάππου μου. Γύρω κι άλλα δέντρα
ανθισμένα κι άλλο αλεύρι. Χιόνια που πέφτουν μαλακά στην ξυπνημένη γη. [....]

Μετά που έβρεχε βγαίναν βελάσματα σαν ερπετά στους θάμνους, στα
χορτάρια, έφευγε η μέρα η δίκαιη, γινόταν παρελθόν κι ούτε που το ’ξερα με
τι κοτσύφια, τι νερά, τι βόμβο θα με γέμιζε μετά από τόσα χρόνια. Φυσάει
ακόμη απ’ το νερόμυλο του πάππου μου, νομίζω κιόλας πως δυναμώνει τ’
άσπρο, καθώς απλοποιούνται σε οστά οι άνθρωποι που γέμιζαν κείνα τα
χρόνια!

 Μιχάλη Γκανά, Μαύρα λιθάρια, πρώτη έκδοση 1980 από τις Εκδόσεις Κείμενα


Μαρώνια Σητείας - Ενετικός Νερόμυλος - Fred Boissonnas - 1911
Μαρώνια Σητείας, Ενετικός Νερόμυλος
Fred Boissonnas (1911)

Ο θάνατος είναι μια πένθιμη σκέψη που έρχεται και φεύγει -χωρίς να ορίζει τη ζωή.

Τιμημένος και αθέατος, ο νεκρός είναι πάντα κοντά μας. Ορατοί και αόρατοι, ζώντες και τεθνεώτες, πυκνώνουν τα κλαδιά του γενεαλογικού δέντρου που έχει βαθιές ρίζες(μέσα στο χώμα) και μεγάλα κλαδιά (στο φως του ήλιου).

Όμως η ζωή - αυτοδίδακτη στα πάντα - υπερτερεί απέναντι σε όποιον τη ζει, γι' αυτό και τα πάντα εν ζωή υπόσχονται το ξεπέρασμά τους. Ζώντας, μαθαίνεις σιγά σιγά να κρατάς μια απόσταση από τα πράγματα, να πετρώνεις το δάκρυ σου και να φτύνεις τον ίσκιο σου.

Οι ζωντανοί, αργά ή γρήγορα, «προδίδουν» τον νεκρό.  Ο άνθρωπος δεν αντέχει, προτιμά τα μικρά από τα μεγάλα, τα κοντινά από τα απόμακρα, θυσιάζει τα πάντα στη σκέψη ότι το σήμερα είναι η καλύτερη μέρα.

Η σχέση μας με τον νεκρό, όσο κι αν χρονίζει, δεν παύει να γνωρίζει αλλεπάλληλες μεταπτώσεις.
Ενώ αρχικά χαρακτηρίζεται από μια ακριβή στα αισθήματά της συμπάθεια προς τον τεθνεώτα, ενώ αφοσιώνεται ολόψυχα σε όρκους πίστης και εχεμύθειας, με τον καιρό αρχίζει να χάνει τον προσανατολισμό της. 
Το πυρίμαχο γυαλί της μνήμης χνωτίζεται, θαμπώνει. Κάθε μέρα είναι και μια νέα φτυαριά χώμα. Το πένθος ξεθωριάζει προς όφελος της ζωής καθώς το παρελθόν αρχίζει να μην ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις. 




Ικανή να μαλακώνει την πέτρα και να εξουθενώνει την ηθική αντοχή, η συνήθεια εξυφαίνει ανεπαίσθητες δολιότητες. Έτσι, η καρδιά παθαίνει μια ανεξήγητη απάθεια όπως ακριβώς το μνήμα χορταριάζει και πέφτει σε ατημελησία οικτρή. Αυτό ακριβώς εξηγεί ο κύριος Ρουώ στα πρώτα κεφάλαια της Μαντάμ Μποβαρύ:

«Όταν έχασα τη μακαρίτισσα, τραβούσα για τα χωράφια για να 'μαι μονάχος- έπεφτα κάτω από ένα δέντρο κι έκλαιγα, φώναζα τον καλό Θεό, του έλεγα ασυναρτησίες- ήθελα να 'μουν αρουραίος, σαν αυτούς που έβλεπα στα κλαριά, με σκουλήκια να γουργουρίζουν μέσα στην κοιλιά μου, ήθελα να τα τινάξω... Ε, λοιπόν, χωρίς να το καταλάβω, περνώντας οι μέρες η μία μετά την άλλη, από χειμώνα σε καλοκαίρι και από άνοιξη σε φθινόπωρο, το πράγμα κύλησε σιγά σιγά, ψίχουλο ψίχουλο - έφυγε δηλαδή, έσβησε, κάτσιασε, μάλλον, γιατί πάντοτε κάτι μένει στο βάθος, πώς να το πει κανείς, να κάτι σαν βάρος εδώ, στο στήθος!»

Η ψυχή μοιάζει σε πολλά με την όραση. Μόνο που η κάθε ψυχή, όσο μισότυφλη κι αν είναι, όσο κι αν ξεπονάει τον πεθαμένο, αποκλείεται να τον λησμονήσει. Άλλωστε, με τα χρόνια, η ώρα της «συνάντησης» δεν αργεί...!



Μόνο με τη σκέψη στους νεκρούς, μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα φανεί αντάξιος του θανάτου του. Ό,τι αποκρύπτεται επιμελώς από τα θέσμια, η ανυπότακτη ατομική ψυχή το κάνει καθημερινή μελέτη. Γιατί οι πολιτείες των ζωντανών τάσσονται απολύτως με τους ζωντανούς και δεν έχουν τη λεπτότητα να ζουν περιβεβλημένες από τα οστά των προγόνων; 

Κάθε σπίτι έχει ένα αθέατο λείψανο στο καρφί, κάθε ζωή έχει ανάγκη έναν κουβά με οστά. Οι νεκροί πρέπει να επιστρέφουν ως ζωή (από το παρελθόν) και ως οστά (από το μέλλον). Οι τρεις διαστάσεις του χρόνου αποβαίνουν τρεις τρόποι να μνημονεύουμε τους πεθαμένους και να κρατάμε ακέραια την αίσθηση ότι δεν υπάρχει προστασία ή δυνατότητα φυγής «έξω» από το χρόνο.

Σε έναν πλανήτη που παίζει την παρωδία της «οικουμένης», ο άνθρωπος δεν έχει πού την κεφαλήν κλίναι. Χωρίς οίκημα, χωρίς αληθινή εστία, παραδομένος απολύτως στο χρόνο και στη φθορά του, αναγκάζεται να θεοποιήσει ό,τι άλλοτε αψηφούσε. Το πρόσκαιρο, το φρούδο και το εφήμερο αποτελούν πια τις δυνάμεις του κόσμου και της Ιστορίας.

Γι' αυτό, το μόνο βέβαιο, φιλικό και παραμόνιμο που διαθέτει η σημερινή συνείδηση είναι η σκέψη των νεκρών. Στον κόσμο της ισχύος και της δυνάμεως, μόνον οι ανυπόστατες σκιές προσφέρουν κάποια παραμυθία.

Είμαστε όλοι από το ίδιο ύφασμα.....
Η μοναδική μας θρησκεία και ηθική είναι οι νεκροί και η προσευχή είναι ένας τρόπος να τους θυμόμαστε.

Κωστή Παπαγιώργη, Ζώντες και τεθνεώτες, εκδόσεις Καστανιώτη
(επιλογές, αντιγραφές και συρραφές... ) 



Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Άνεργα χέρια, γερασμένα χέρια...κάθονται και κοιτάνε και ζητάνε να τα χαϊδέψεις.....



Στις γερασμένες μανούλες που αξιώθηκαν την τρίτη ηλικία, την τελευταία, την ισόβια, εκείνη που δεν είναι να χρονοτριβείς, να επιμένεις, να το ψιλοκοσκινίζεις... που οι πόνοι στις κλειδώσεις, ίσως, να είναι από τις βίδες που δοκιμάζουν στην πλάτη σου.... για τα φτερά ντε......

,


Σε κείνες τις γερασμένες μανούλες με τα χέρια τα άνεργα, που δεν έχουν δουλειά και κάθονται και κοιτάνε και ζητάνε να τα χαϊδέψεις..... 


Κοιτάζει τα χέρια της
Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.



Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.

Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.

Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.”


Μιχάλης Γκανάς, Από το βιβλίο “γυναικών, μικρές και πολύ μικρές ιστορίες, εκδ. Μελάνι”