Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Από την κορυφή κι επάνω, Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος της πνευματικότητας

“There Is A Morning Inside You Waiting To Burst Open Into Light.” ~Rumi

Επειδή «Το εγώ», σύμφωνα με τον Ούγγρο συγγραφέα και νομπελίστα Ίμρε Κέρτες, 
«είναι ένα επινόημα για το οποίο στην καλύτερη περίπτωση είμαστε συνυπεύθυνοι»….

Επειδή «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα μέσα στον εαυτό μας απ’ όσα μπορεί να φανταστεί η φιλοσοφία μας» παραφράζοντας τον Σαίξπηρ….


Επειδή ο άνθρωπος αναζητά ένα νόημα, χρειάζεται μια «αποστολή», νιώθει την ανάγκη να υπηρετήσει κάτι που βρίσκεται έξω από τον εαυτό του…. 

διαβάστε αυτή την ιστορία που κρατάει για το τέλος του βιβλίου του «Ο δρόμος της πνευματικότητας» ο Χόρχε Μπουκάι:

You are what you seek . ~Rumi


Από την κορυφή κι επάνω

Ο Ντέιβιντ Σέρβαν-Σράιμπερ άρχισε να γράφει το βιβλίο του «Αντικαρκίνος», όταν πληροφορήθηκε τη δική του διάγνωση. Από τότε, αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ετοιμοθάνατους ασθενείς τους οποίους συντρόφευε ως το τέλος. Στο βιβλίο του αναφέρει μαρτυρίες πολλών συγκλονιστικών περιπτώσεων, παραθέτω εδώ όμως εκείνη που με συγκίνησε περισσότερο.

Είναι η ιστορία ενός σαραντάχρονου άντρα, που τον επισκέπτεται κυριολεκτικά «παράλυτος», με διάγνωση: καρκίνος του πνεύμονα με πολλαπλές μεταστάσεις.

Έρχεται με ανάμεικτα συναισθήματα κατάθλιψης και οργής — πράγμα συχνό σε τέτοιους ασθενείς: είναι οργισμένος με τον Θεό, με τη ζωή και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο δόκτωρ Σέρβαν αφηγείται ότι προσπαθεί να πείσει τον ασθενή του ν' ασχοληθεί στο χρόνο που του μένει με κάτι που να τον ανακουφίζει ή να τον παρηγορεί, εκείνος όμως περιφρονεί τη συμβουλή του γιατρού, λέγοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που θα μπορούσε να τον παρηγορήσει. Ποτέ δεν υπήρχε. Ωστόσο, αποφασίζει να συνεχίσει τις επισκέψεις του στον θεραπευτή μία φορά την εβδομάδα.

Ένα πρωί, όταν ο ασθενής φτάνει στο ιατρείο, ο δόκτωρ Σέρβαν του ζητάει συγγνώμη και του λέει ότι δεν θα έχουν συνεδρία εκείνη τη μέρα, γιατί ο γιατρός πρέπει να πάει στην εκκλησία του χωριού: ένας τοίχος ράγισε στη διάρκεια της καταιγίδας που ξέσπασε τη νύχτα και είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Οι ενορίτες συμφώνησαν να τον επισκευάσουν και κάλεσαν και τον γιατρό να τους βοηθήσει.

Ο ασθενής γκρινιάζει για την κακή του τύχη και, αντί άλλης απάντησης, ο θεραπευτής τον ρωτάει χωρίς να το πολυσκεφτεί αν θα ήθελε να τον συνοδεύσει, αφού δεν έχει τίποτ' άλλο να κάνει εκείνη την ημέρα.

Έτσι, τις επόμενες τέσσερις ώρες, μαζί με άλλους έξι άντρες ασχολούνται με την υποστύλωση του τοίχου με χοντρά ξύλινα δοκάρια, και υπόσχονται να επιστρέψουν την επομένη για να γκρεμίσουν ένα τμήμα που έχει σχεδόν καταστραφεί και να το ξαναχτίσουν, πιο στέρεο και πιο ασφαλές.

Τηρώντας την υπόσχεσή τους, οι άντρες χτίζουν έναν νέο τοίχο. Κάποιος προτείνει να τον σοβατίσουν και να τον βάψουν. Συμφωνούν όλοι, αλλά πάνω από τους μισούς ερασιτέχνες χτίστες δεν μπορούν να λείψουν άλλο απ' τις εργασίες τους. Αν και θα πέσει πάνω τους πολλή δουλειά, οι εναπομείναντες αποφασίζουν να συνεχίσουν όπως μπορούν.

Μια βδομάδα μετά, οι μόνοι που καταφέρνουν να συνεχίσουν με τον ίδιο ρυθμό, είναι ο θεραπευτής και ο ασθενής του. Ο τοίχος όμως, έχει επιτέλους τελειώσει. Ο εφημέριος τους ευχαριστεί και λυπάται που, πολύ σύντομα, και οι άλλοι τοίχοι θα περιέλθουν στην ίδια κατάσταση.

Οι δύο άντρες κοιτάζονται και, χωρίς να χρειαστεί ν' ανταλλάξουν κουβέντα, συγκινημένοι από την κατάσταση, δεσμεύονται ν' αντιμετωπίσουν την καινούργια πρόκληση.
Σχεδόν έξι μήνες μετά, στη διάρκεια των οποίων κάποιες φορές ο ασθενής δουλεύει μόνος του, η εκκλησία είναι έτοιμη για βάψιμο. Πολύ σύντομα θα είναι «σαν καινούργια».

Looks to me like an old abandoned church

Ο ασθενής, όμως, δεν μπορεί να παραστεί στη λειτουργία που θα τελεστεί για να ευχαριστήσουν τους εργάτες της εκκλησίας, λόγω ενός επεισοδίου δύσπνοιας που έκανε αναγκαστική την εισαγωγή του στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Περιφερειακού Νοσοκομείου.

Ο δόκτωρ Σέρβαν πηγαίνει να τον επισκεφτεί.

Μόλις φτάνει εκεί, ο ογκολόγος της κλινικής του λέει ότι η κατάσταση του ασθενή είναι πολύ άσχημη κι ότι του μένουν μόλις λίγες ώρες ζωής.

Ο θεραπευτής αποφασίζει να μείνει κοντά του και να τον συντροφεύσει στις τελευταίες του στιγμές.

Τα ξημερώματα, ο ασθενής ψυχορραγεί.

Οι τελευταίες του λέξεις είναι για τον θεραπευτή του....του λέει:

«Σ' ευχαριστώ πολύ, δόκτωρ Σέρβαν... Δεν ξέρω αν το κατάλαβες, αλλά μου έσωσες τη ζωή...»

Ο δόκτωρ Σέρβαν έχει δίκιο σ' αυτό που λέει και σ' αυτό που υπαινίσσεται.
Και ο ασθενής του επίσης.

Μόνο μια ζωή που έχει νόημα μπορεί να θεωρείται ζωή• Μέχρι τη στιγμή που πήγε σ' εκείνη την μισογκρεμισμένη εκκλησία, ο ασθενής σπαταλούσε τις μέρες του και ξόδευε το χρόνο του σε πράγματα ασήμαντα. «Περνούσε από τη ζωή»που δε σημαίνει ότι τη ζούσε κιόλας— χωρίς να την εκτιμάει καθόλου.

Η δουλειά που έκανε με τα χέρια του, αφιερώνοντας τον χρόνο του και την καρδιά του στην υπηρεσία των άλλων, μπορεί να μην του έσωσε το σώμα ούτε να καθυστέρησε τον θάνατο, όμως, το ότι μπόρεσε να φανεί χρήσιμος σε κάποιους, κυριολεκτικά του έσωσε τη ζωή, δίνοντας ένα υπερβατικό νόημα στην ουσία του, στην ύπαρξη του, στο πνεύμα του.

Εν ολίγοις, βοήθησε αυτόν τον άνθρωπο να ανέβει: 

Από την κορυφή κι επάνω.


Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

"Σπλαχνίσου με... κι είμαι έρωτας, κι είμαι φύση! Federico Garcia Lorca, ο αγιάτρευτος ποιητής




Έντεκα «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα»

Στις 17 τού Μάρτη 1984 δημοσιεύθηκαν στη φιλολογική έκδοση της ισπανικής εφημερίδας ABC έντεκα «Σονέτα, του σκοτεινού έρωτα» του Λόρκα. Αυτή ή δημοσίευση είναι ένα τεράστιας σημασίας πνευματικό γεγονός πού κατασυγκίνησε τον ισπανικό κόσμο, κι όχι μόνον αυτόν πιστεύω. Κι αυτό γιατί, αν και γνωρίζαμε την ύπαρξή τους, τα θεωρούσαμε χαμένα για πάντα.

Στην ελληνική βιβλιογραφία υπάρχουν κιόλας αρκετές πρωτότυπες εργασίες για τον Λόρκα, από τον Καζαντζάκη — Κύκλος 1933 — μέχρι το Δικταίο, καθώς και πολλές μεταφράσεις των έργων του. Υπάρχει ακόμη στα ελληνικά το βιβλίο τής Μαρσέλ Ωκλαίρ, μοναδικό για τον τρόπο που προσεγγίζει ένα μεγάλο ποιητή κι έναν άνθρωπο, εκπληκτικό σε ευαισθησία και ανθρωπιά, διεισδυτικότητα, διαχυτικότητα κι ευγένεια, στοιχεία όλα αυτά πού καθόλου δεν λιγοστεύουν το μελέτημα ή την προσφορά σε ουσία και αλήθεια.

 Απ' όλες τις προσεγγίσεις που υπάρχουν μόνο με μια ακόμη μπορεί να συγκριθεί για τα παραπάνω προτερήματα όσο και για την απόλυτη έλλειψη νεκροφιλικού βιασμού και αυθαίρετων συμπερασμάτων: με κείνην της Γιουρσενάρ για τον Καβάφη. Δεν έχω λοιπόν κάτι καινούργιο ή άγνωστο να προσθέσω στο φαινόμενο Λόρκα. Τα βιογραφικά του γνωστά, τα έργα του γνωστά, οι τελευταίες του στιγμές πασίγνωστα άγνωστες.

Το πνευματικό ισπανικό σύμπαν, θα μπορούσε να πει κανείς χωρίς να λαθέψει πως ήταν εδώ κι αιώνες κορεσμένο από ποίηση και εκφρασμένο πάθος, και τίποτα ξεχωριστό δεν θα υπήρχε να ειπωθεί, θα αρκούσε ν' αναφερθεί ένα και μόνο όνομα: Λόπε ντε Βέγα με τα 1500 θεατρικά έργα, με χιλιάδες χιλιάδων απερίγραπτους κι ανεπανάληπτους σε ομορφιά στίχους. 

Κι όμως με τον Λόρκα, σα ρόδι μυθικό και σαν από κοσμογονία, ένας καινούργιος κόσμος ανάβλυσε, κι όλα ειπώθηκαν απ' την αρχή, πρωτάκουστα και πρωτοειδωμένα. «Το έργο του Λόρκα είναι η συνισταμένη της ποιητικής ευαισθησίας ένας λαού», γράφει ο Τάσος Λιγνάδης. Κι όλα αυτά μέσα από μια παλίρροια έξοχης ποιητικής δημιουργίας του καιρού του. 

Περίπαθος λάτρης της ζωής, της ομορφιάς και τού έρωτα, αλλά το ίδιο περίπαθα διακριτικός και ιδανικός, συντριβάνι εκρηκτικής, ασυγκράτητης δημιουργίας μ' ένα κοίτασμα που δεν εξαντλήθηκε, αν δεν πέθαινε νέος θα ξεπερνούσε θαρρώ τον «Φοίνικα» πρόγονό του. 

Κυλούσε στις φλέβες του αναλλοίωτο απ' τού καιρού το πέρασμα εκείνο το αίμα του νου που κυκλοφορεί στον αιθέρα της Ισπανίας, εκείνο το πανάρχαιο αίμα που το κουβάλησαν οι τσιγγάνοι απ' τις Ινδίες με το Duende, σαν δυσοίωνο χρησμό στην Ευρώπη και το 'χυσαν στον πιο παγανιστικό χώρο αρδεύοντάς τον με ερωτικό και θανάσιμο πάθος.





Ο αγιάτρευτος ποιητής

Τα Σονέτα του σκοτεινού έρωτα, που σήμερα παρουσιάζονται για πρώτη φορά, έχουν μια μικρή γνωστή ιστορία και μια μεγάλη που ίσως θα μείνει για πάντα άγνωστη. Ξέρουμε πως ήταν τρισευτυχισμένος που τα έγραφε. Τα άρχισε το 1935. Ένας φίλος του αναφέρει πόσο ενθουσιασμένος του ανάγγειλε το σχέδιό του: «Εκατό σονέτα, όπως του Σαίξπηρ». 

Το 1968 ο Πάμπλο Νερούδα έγραφε πως του τα είχε διαβάσει ο Λόρκα την τελευταία φορά που τον είχε δει και πως ήταν ποιήματα «απίστευτου κάλλους». Το 1937 ο Βιθέντε Αλεϊχάντρε γράφει γι' αυτά: «Μου διάβασε τα Σονέτα του σκοτεινού έρωτα. Ένα φαινόμενο πάθους, ενθουσιασμού, ευτυχίας, βασάνου. Μνημείο αγνό και φλογερό αφιερωμένο στον έρωτα., που για πρώτη ύλη έχει τη σάρκα, την καρδιά, την ψυχή του ποιητή στην κρίσιμη στιγμή της καταστροφής του». 

Ξέρουμε πως αντίγραφο των σονέτων κρατούσε ο Ραφαέλ Ροδρίγκεθ Ραπούν, γραμματέας της περίφημης «Μπαράκας». Αυτός όμως σκοτώθηκε στο μέτωπο του Μπιλμπάο και το σπίτι του βομβαρδίστηκε στον εμφύλιο. Αν λοιπόν δεν υπάρχουν στην οικογένεια Λόρκα τα πρωτότυπα, τότε ελάχιστες ελπίδες υπάρχουν να βρεθούν ποτέ.
Από το 1965 — τουλάχιστον απ' τα στοιχεία που έχω στα χέρια μου — κυκλοφορούν επίσημα και σωστά δύο απ' τα σκοτεινά σονέτα: Το «Σονέτο του γλυκού παράπονου» αλλά με τίτλο τον πρώτο του στίχο («Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα») και το «Σονέτο της επιστολής» με τίτλο «Ο ποιητής ζητά από τον ερωτά του να τού γράψει»

Και να που ξαφνικά το παραπέτασμα σκίζεται σε μιαν άκρη και μπορούμε, αν όχι να εισχωρήσουμε, να κοιτάξουμε λίγο. Ήδη από το 1979 ο Jan Gibson, ο Francisco Ginor de los Rios, η Marie Laffranque, ο Eutimio Martin και η Antonina Rodrigo διαβεβαίωναν από τις σελίδες της εφημερίδας «ΕΙ Pais» πως το αρχείο της οικογένειας του ποιητή από χρόνια παρέμενε ανοιχτό και πάντα στη διάθεσή τους για τη δουλειά που πραγματοποιούσαν.

Ανοιχτό βέβαια, αλλά όχι στους βέβηλους. Μόνο για κείνους που θα μπορούσαν να πουν, όπως ή Μαρσέλ Ωκλαίρ, πως «η κατανόηση δεν αφήνει καθόλου χώρο για ψόγο». Γιατί είναι αξίωμα πως μόνο όταν πολύ αγαπάς μπορείς να καταλαβαίνεις τον απέναντί σου. Μέσα στην ισπανική κοινωνία, που ακόμη στα χρόνια του Λόρκα δεν είχε χάσει καθόλου τη δριμύτητα του άγριου πουριτανισμού του καθολικισμού της, απαιτούσε πολύ περισσότερο από γενναιότητα να είσαι ο εαυτός σου. 

Το βλέπουμε ανάγλυφα αυτό στο θέατρο του Λόρκα. Πολύ περισσότερο αν δεν είσαι απόλυτα ευθυγραμμισμένος με τα κοινά. Αυτό που με σπαραγμό και συντριβή προσπαθούσε στα νεανικά του χρόνια να καταπνίξει ή να συγκαλύψει από άκρατο σεβασμό στους γονείς του και τα πρόσωπα που υπεραγαπούσε, όπως τον Ντε Φάγια ή τον Φερνάντο ντε λος Ρίος, άρχισε τα τελευταία του χρόνια, πάντα με ευπρέπεια και διακριτικότητα, να το εκδηλώνει. 






....ούτε σκοτεινά ούτε φωτεινά......ο ίδιος ο Έρωτας


Υπάρχει στη δημιουργία του μια ακαταμάχητη οδύνη για το ότι είναι αυτό πού είναι. Απ' τα παλιότερα ποιήματα ως τα Σονέτα τού σκοτεινού έρωτα και στην αλληλογραφία του: 
«Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη, κορμός δίχως κλαδιά». 
Ολόκληρο το σονέτο «Πληγές του έρωτα» και το «Άι φωνή μυστική του σκοτεινού έρωτα» με κείνη την περισσότερο κι από σπαρακτική κατακλείδα του: 
«...Σπλαχνίσου με... κι είμαι έρωτας, κι είμαι φύση!». 
Σ' ένα φίλο του, τον Αδριάνο ντελ Βάγιε, γράφει: «Είμαι ένα σιωπηλό και παθιασμένο αγόρι που, σαν τον θαυμάσιο Βερλαίν, έχω μέσα μου ένα κρίνο που δεν γίνεται να το ποτίσω και γι' αυτό δείχνω στ' αγαθά μάτια που με κοιτούν ένα πορφυρό ρόδο που έχει την αισθησιακή απόχρωση της παγωνιάς του Απρίλη, μα που δεν είναι η αλήθεια της καρδιάς μου...».

Κι άλλου γράφει: «Ποιος ο λόγος να πολεμάμε τη σάρκα όταν υπάρχει τρομακτικό το πρόβλημα του πνεύματος; Αγαπώ μέχρι τρέλας την Αφροδίτη, αλλά αγαπώ ακόμη πιο πολύ αυτό που λέμε «καρδιά»...».


Dante Gabriel Rossetti, Venus Verticordia (1864-68)

Οπωσδήποτε η ιστορία είναι πάντα και παντού η ίδια. «Για ν' αποκτήσεις φήμη διεστραμμένου αρκεί να δείξεις ενδιαφέρον για πράγματα διαφορετικά από τις χυδαιότητες» γράφει κάπου άλλου. Και μια ζωή χύνει δάκρυα για κείνο το «ανώμαλος» που του πέταξαν καταπρόσωπο.

Χρειαζόταν περίσσιο κουράγιο από την οικογένεια για να παραδώσει έστω κι ένα μικρό μέρος από τα τιμαλφή κατάλοιπα. Δυστυχώς, ακόμα και μέσα στον πνευματικό χώρο δεν είναι πολλοί αυτοί που θα μπορούσαν να πουν σαν την Μαρσέλ Ώκλαίρ: «Με το ποιητικό έργο του Λόρκα συμβαίνει ό,τι και με τα ποιήματα της Σαπφώς: δεν έχει σημασία αν ήταν άντρας ή γυναίκα που έδωσε την έμπνευση για τ' αριστουργήματα».

 Πριν διαβάσουμε τα έντεκα Σονέτα τού σκοτεινού έρωτα που ακολουθούν ας ακούσουμε ένα απόσπασμα από μια ομιλία του Φρανθίσκο Χινέρ ντέ λός Ρίος:


«Τούτα τα σονέτα δεν είναι ούτε σκοτεινά ούτε φωτεινά. Είναι ο ίδιος ο Έρωτας. Είναι αλλιώτικα σονέτα ερωτικά, κι αυτό που έχει σημασία είναι πως είναι καθοριστικά σαν έρωτας — στο φως ή στο σκοτάδι ο πάντα απεγνωσμένος έρωτας — και καθοριστικά σαν σονέτα μέσα στο έργο του αγιάτρευτου ποιητή, όπως ήταν ο Φεδερίκο. Αν ο θρήνος για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας του δίνει την υψηλότερη θέση ανάμεσα στους ελεγειακούς της Ισπανίας, αυτά τα σονέτα φέρνουν την ποίησή του στην απόλυτη κορύφωση που ευαγγελίζεται όλες αυτές τις κορυφώσεις που μπορεί να προσμένει από την παραμονή της στη γη η μεγαλοφυία, κομμένη ακριβώς την πιο έξοχη στιγμή της ανθοφορίας της ζωής της, την ώρα που μέσα στο λόγο της θα ερχόταν το πάν ώστε ο λόγος να φτάσει στα έσχατα, σ' έναν αιώνα εικοστό που κι αυτός επίσης δολοφονήθηκε. Ακόμα μια φορά μου ανεβαίνει — αναπόφευκτη, απαράγραπτη σαν έμμονη ιδέα — η λέξη που θεωρώ τέλεια για το έργο του Φεδερίκο και για τον ίδιο το Φεδερίκο: θάμβος».




Το σκόρπιο αίμα

Στίχοι: Federico Garcia Lorca
Απόδοση-μετάφραση : Νίκος Γκάτσος

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Μάνος Κατράκης & Κώστας Πασχάλης
Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας ( 1969 ) 


Δε θέλω να το βλέπω!

Πες στο φεγγάρι να φανεί
Γιατί δε θέλω πια να βλέπω
Το αίμα του Ιγνάθιο στην αρένα


Στις 11 Αυγούστου 1934, πέντε το απόγευμα, σε μιαν εκτός προγράμματος ταυρομαχία στην αρένα του Μανθανάρες, ο φημισμένος ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας χτυπήθηκε θανάσιμα από ταύρο και πέθανε τρεις μέρες αργότερα στα 43 του χρόνια. Τονε πένθησεν όλη η Ισπανία. Ήταν άνθρωπος αγαπητός, γεμάτος δόξα και πλούτη και με γνήσια καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Στο Πίνο Μοντάνο, το απέραντο κτήμα του στα περίχωρα της Σεβίλιας, συγκέντρωνε τους σπουδαιότερους Ισπανούς ποιητές του καιρού του, μαζί και τον Λόρκα, με τον οποίο συνδέθηκε με δυνατή, αληθινή κι αδιατάρακτη φιλία. Όλοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν σαν ένα φιλόξενο, ευαίσθητο, ιπποτικό κι ανοιχτόκαρδο προστάτη της νεότερης γενιάς των ποιητών. Έτσι το ποίημα τούτο το έγραψε ο Λόρκα στη μνήμη του φίλου του. 


Μετάφραση ...ένας κίνδυνος μέσα στο διφορούμενο...με πάθος και διαίσθηση

Στη μετάφρασή μου δεν διανοήθηκα ούτε στιγμή να δώσω την αυστηρή ομοιοκαταληκτική μορφή τού σονέτου. Είναι τόση η μουσική που κυλάει απ' τις λέξεις και τα αισθήματα, που οποιοσδήποτε έλεγχος θα αλλοίωνε και θα παραποιούσε το έργο. Με αυτή τη σκέψη βρίσκω πως είναι περιττό να κάνω επίδειξη δεξιοτεχνίας παραδίδοντας ποιήματα που θα είναι d' apres Lorca. Η μετάφραση έτσι κι αλλιώς είναι ένας κίνδυνος μέσα στο διφορούμενο και, αν η ποίηση γίνεται με λέξεις, η μετάφραση πρέπει να γίνεται με πάθος και διαίσθηση. Και κάτι ακόμη• το' χει ήδη γράψει ο Σημηριώτης, πρέπει να το επαναλάβω κι εγώ: ο Λόρκα έχει ένα δικό του κώδικα λεκτικό, και πολύ συχνά εκφράζεται με σύμβολα. Έτσι πρέπει να θυμόμαστε πως η ανεμώνη είναι σύμβολο του Άδωνι. Ο ουρανός είναι το ιδανικό ή η ψυχή. Τα πουλιά κι ο άνεμος η ποίηση. Τ' αστέρια συμβολίζουν την ευτυχία.


Εισαγωγή - μετάφραση: Μάγια - Μαρία Ρούσσου
Περιοδικό "Η λέξη" ( Ιούλιος - Αύγουστος '84)

J.W. Waterhouse,The Awakening of Adonis

Το Σονέτο Του Στεφανιού Με Τα Τριαντάφυλλα

Αυτό το στεφάνι! Γρήγορα! Και πεθαίνω!
Πλέξ' το γρήγορα! Τραγούδα! Κλάψε! Τραγούδα
και ο ίσκιος μου πνίγει το λαρύγγι
και μια φορά ξανάρχεται και χίλιες το φως του Γενάρη.

Ανάμεσα στο μ' αγαπάς και σ' αγαπώ,
άνεμος απ' αστέρια και σύγκρυο λουλουδιών, 
σύννεφο από ανεμώνες σηκώνει 
με σκοτεινό ολολυγμό έναν ολάκερο χρόνο.

Κοίτα το χλωρό τοπίο τής πληγής μου, 
τσάκισε καλαμιές και ποτάμια ντελικάτα. 
Πιες σε μηρί από μέλι αίμα χυμένο.

Όμως γρήγορα! Έτσι που ενωμένους, μαζί δεμένους,
στόμα σπαραγμένο από έρωτα και ψυχή φαγωμένη, 
ο καιρός να μας βρει ρημαγμένους.

Evelyn De Morgan, Love's Passing


Σονέτο Tου Γλυκού Παράπονου

Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία 
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο 
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου.

Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά, μα πιότερο λυπάμαι 
το που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό, 
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.

Αν είσαι συ ο κρυμμένος μου θησαυρός, 
αν είσαι ο σταυρός κι ο πόνος μου ο υγρός, 
αν είμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου,

μη μ' αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει
και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα απ' το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.


Γλυκό Παράπονο

Δίσκος: Του σκοτεινού έρωτα 
Ποίηση: Federico Garcia Lorca 
Απόδοση: Σωτήρης Τριβιζάς
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής

Ερμηνεία: Μίνως Θεοχάρης
Μικρή Άρκτος

Να στερηθώ το θαύμα μη μ’ αφήσεις
στα μάτια σου να χάνομαι και να `χω
τη νύχτα ν’ ακουμπάει στο μάγουλό μου
το ρόδο της ανάσας σου μονάχο

Πονώ που είμαι εδώ, σ’ αυτή την όχθη, 
κορμός χωρίς κλαδιά στην ερημιά του
χωρίς χυμό χωρίς πηλό και άνθη
για το σαράκι μες στα σωθικά του

Αν είσαι ο κρυμμένος θησαυρός μου
η σταύρωση και η νωπή μου θλίψη
κι εγώ σκυλί της επικρατειάς σου

Αυτό που έχω κερδίσει ας μη μου λείψει
και που στολίζει τώρα τα νερά σου
με φύλλα από το φθινόπωρό μου


Thomas Cooper Gotch, Monsigneur Love (1880)

Πληγές Της Αγάπης

Αυτό το φως, τούτη η φωτιά που κατατρώει.
Τούτο το σταχτί τοπίο που με τυλίγει. 
Τούτος ο πόνος για μια και μόνη ιδέα. 
Τούτη η αγωνία τ'ουρανού, του κόσμου, της ώρας.

Τούτος ο θρήνος του αίματος που στολίζει 
λύρα δίχως παλμό πια, φευγαλέο δαυλό. 
Τούτο το βάρος της θάλασσας που με χτυπά. 
Τούτος ο σκορπιός που μου φωλιάζει στο στήθος.

Είναι στεφάνι του έρωτα, κλινάρι πληγωμένου,
όπου δίχως ύπνο ονειρεύομαι την παρουσία σου 
μέσα στο ρημαδιό του στήθους μου βουλιαγμένο.

Και μόλο που ψάχνω την καμπύλη της φρόνησης
μου προσφέρει η καρδιά σου κοιλάδα απλωμένη 
με φαρμάκι και πάθος γνώσης πικρής.

Σχέδιο του Λόρκα, Νέος έρωτας


Το Σονέτο Της Επιστολής

Αγάπη των σπλάχνων μου, ζωντανέ θάνατε, 
μάταια περιμένω το γραφτό λόγο σου 
και σκέφτομαι, με το λουλούδι που μαραίνεται, 
πως αν είναι να ζήσω δίχως μου προτιμώ να σε χάσω.

Ο αγέρας είναι αθάνατος, η πέτρα οκνηρή
μήτε γνωρίζει τη σκιά μήτε την αποφεύγει. 
Καρδιά εσώτερη δεν έχει ανάγκη 
το παγωμένο μέλι που το φεγγάρι χύνει.

Αλλά εγώ σε υπόμεινα, έσκισα τις φλέβες μου,
τίγρης και περιστέρι, πάνω στην οσφύ σου 
σε μονομαχία με δαγκωματιές και κρίνα.

Γέμισε, λοιπόν, με λόγια την τρέλα μου
ή άσε με να ζήσω μες στη γαλήνια
νύχτα μου της ψυχής, παντοτινά ολοσκότεινη.

Σχέδιο του Λόρκα, Ο άγγελος

Ο Ποιητής Λέει Την Αλήθεια

Θέλω να κλάψω τον πόνο μου και στο λέω
για να μ' αγαπήσεις και να με κλάψεις 
κάποιο απόβραδο αηδονιών 
μ' ένα στιλέτο, με φιλιά και με σένα.

Θέλω ν' αφανίσω το μοναδικό τεκμήριο
για τη δολοφονία των λουλουδιών μου
και να μετατρέψω το θρήνο μου και τους ιδρώτες μου
σ' αιώνιο σωρό σκληρού σταριού.

Να μη σωθεί ποτέ το κουβάρι
του σ' αγαπώ μ' αγαπάς, παντοτινά φλογερό
με υπέργηρο ήλιο κι αρχαία σελήνη•

Κι αυτό που δε μου δίνεις και δε σου ζητώ
να'ναι του θανάτου, να μην αφήσει
μήτε έναν ίσκιο για την τρικυμισμένη σάρκα.

Sir Frank Dicksee,Chivalry (1885)


Ο Ποιητής Μιλάει Απ'  Το Τηλέφωνο 
Με Τον Έρωτα

Η φωνή σου έλουσε τον αμμόλοφο του στήθους μου
μες στη γλυκιά ξύλινη καμπίνα. 
Απ' το νοτιά των ποδιών μου έγινε άνοιξη 
και στο βοριά του μετώπου μου άνθισε φτέρη.

Κέδρο από φως μέσα στη χαραμάδα τη στενή
τραγούδησε δίχως εωθινό και σπορά 
και το κλάμα μου ρίζωσε για πρώτη φορά 
κορώνες ελπίδας από το ταβάνι.

Γλυκιά κι απόμακρη φωνή για με χυμένη. 
Γλυκιά κι απόμακρη φωνή που την έχω γευτεί. 
Απόμακρη και γλυκιά φωνή σβησμένη.

Απόμακρη καθώς σκοτεινή ελαφίνα πληγωμένη.
Γλυκιά καθώς λυγμός μες στο χιονιά. 
Απόμακρη και γλυκιά στο μεδούλι μπηγμένη!

John William Waterhouse, Boreas (1903)

Ο Ποιητής Ρωτάει Τον Έρωτά Του
Για Τη «Μαγεμένη Πολιτεία» 
Της ΚΟΥΕΝΚΑ

Σ' άρεσε η πολιτεία, σταλαματιά-σταλαματιά
που σμίλεψε το νερό καταμεσίς στα πεύκα; 
Είδες όνειρα και πρόσωπα και δρόμους 
και τείχη οδύνης που ο άνεμος μαστιγώνει;

Είδες τη γαλανή χαράδρα από φεγγάρι θρύψαλο
που ο Χούκαρ βρέχει με κρύσταλα και κελαηδίσματα;
Τα δάχτυλά σου φίλησαν τις μουσμουλιές 
που στεφανώνουν μ' έρωτα πέτρα απόμερη;

Εμένα με θυμήθηκες σαν ανηφόριζες
τη σιγαλιά που τυραννάει το φίδι 
αιχμάλωτο στους γρύλλους και στ' απόσκια;

Δεν είδες μέσα απ' τον αγέρα το διάφανο
μια ντάλια από καημούς κι από χαρές
που σου 'στειλε η φλογερή καρδιά μου;

Historic Walled Town of Cuenca, Spain

Σονέτο Με Τον Τρόπο Του ΓΚΟΝΓΚΟΡΑ, 
Όπου Ο ποιητής Στέλνει Στον Έρωτά Του
Ένα Περιστέρι

Τούτο το πιτσούνι από την Τούρια που σου στέλνω, 
με μάτια ολόγλυκα και φτέρωμα λευκό, 
πάνω σε δάφνη ελληνική χύνεται κι ανεβαίνει 
φλόγα αργοκίνητη του έρωτα που εντός της κατοικώ.

Η απέριττη αρετή του, ο λαιμός του ο απαλός,
με λάχνη διπλή από ζεστόν αφρό, 
μ' ένα τρέμισμα πάχνης, μαργαριταριού και ομίχλης 
την απουσία του στόματός σου υπογραμμίζει.

Πέρνα το χέρι πάνω απ' τη λευκότητά του
και θα δεις ποια χιονάτη μελωδία
σκορπίζεται με χνούδια πάνω στην ομορφιά σου.

Έτσι κι η καρδιά μου, νύχτα και μέρα,
δέσμια στη φυλακή του σκοτεινού έρωτα, 
κλαίει, δίχως να σε βλέπει, τη μελαγχολία της.

Ernest Procter, The Mischievous Boy

[Άι Φωνή Μυστική Tου Σκοτεινού Έρωτα]

Άι φωνή μυστική του σκοτεινού έρωτα
Άι βέλασμα δίχως πρόβατα! Άι πληγή! 
Άι κεντρί από χολή, καμέλια καταποντισμένη! 
Άι χείμαρρε δίχως θάλασσα, πολιτεία δίχως τείχος!

Άι νύχτα ατέρμονη με άσφαλτο τόρνεμα, 
ουράνιο όρος αγωνίας ορθωμένης! 
Άι σκύλε μέσα σε καρδιά, φωνή κυνηγημένη! 
Σιωπή δίχως πέρατα, ώριμο κρίνο!

Φύγε μακριά μου, πυρή φωνή από πάγο,
μη με θες να χαθώ στα ζιζάνια
όπου δίχως καρπό λυγμούνε σάρκα κι ουρανός.

Άφησε το σκληρό συντέφι της κεφαλής μου 
σπλαχνίσου με, λύσε το πένθος μου! 
Κι είμαι έρωτας, κι είμαι φύση!

Franz von Stuck, Sin (1893)

Ο Έρωτας Κοιμάται Στο Στήθος Tου Ποιητή

Ποτέ σου δεν θα καταλάβεις πόσο σ' αγαπώ
γιατί κοιμάσαι μέσα μου κι είσαι αποκοιμισμένος, 
εγώ σε κρύβω κλαίγοντας, κυνηγημένος 
από μια φωνή από διαπεραστικό ατσάλι.

Νόμος π' ανεμοδέρνει το ίδιο σάρκα κι αστέρι
τρυπάει κιόλας το πολύπαθο στήθος μου 
και τα θολά τα λόγια έχουν δαγκώσει 
τα φτερά του αυστηρού πνεύματός σου.

Πλήθος κόσμου πηδά μες στους κήπους
προσμένοντας το σώμα σου και την αγωνία μου 
πάνω σ' άλογα από φως και πράσινες χαίτες.

Αλλά συνέχισε να κοιμάσαι, ζωή μου.
Άκου το αίμα μου σπαραγμένο στα βιολιά! 
Κοίτα που μας παραμονεύουν ακόμη!

Simeon Solomon, The Angel of Death (1895)

Nύχτα Tου Άγρυπνου Έρωτα

Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες. 
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα 
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.

Νύχτα κάτω από τούς δυο. Κρύσταλο οδύνης,
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες 
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο συντριβάνι
του αίματος τ' αστείρευτου πού χύνεται.

Κι ο ήλιος μπήκε απ' το κλειστό μπαλκόνι
και το κοράλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του 
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.


Εισαγωγή - μετάφραση: Μάγια - Μαρία Ρούσσου
Περιοδικό "Η λέξη" ( Ιούλιος - Αύγουστος '84)

Evelyn De Morgan, Η κοιλάδα των σκιών (1899)

"Φύγε μακριά μου, πυρή φωνή από πάγο"  

Ο ποιητής επιθυμεί να απομακρύνει τη φλόγα του σκοτεινού έρωτα όχι επειδή αυτός είναι σκοτεινός, αλλά επειδή είναι έρωτας. Είναι ο ανθρώπινος έρωτας, ιδωμένος με μια ένταση που προηγείται της σεξουαλικής ιδιαιτερότητάς του, αυτό που απωθεί πρώτα απ' όλα γεμάτος αναστάτωση. Ο μόνος τρόπος να σωθείς απ' αυτόν είναι η φυγή, είτε απομακρύνοντάς τον είτε απομακρυνόμενος ο ίδιος: ο Πετράρχης θέσπισε αυτόν τον τύπο — fuggire είναι το ρήμα κλειδί των Canzoniere - που ηχεί σ' αυτό το θεμελιακό σονέτο τής σειράς, μαζί με την γεμάτη οδύνη και ευδοκία αποδοχή του ζυγού.

Σκοτεινός έρως, γιατί; Επιβάλλεται μια ολοφάνερη ερμηνεία - υπερβολικά φανερή για να την διατυμπανίσει ένας ποιητής τόσο περίπλοκος. Ο Λόρκα βίωσε με δραματικό τρόπο την κατάστασή του. Τον γέμιζε αγωνία. — υπάρχουν ολοκάθαρα δείγματα στο έργο του «ΕΙ Publico» -, τον έπνιγε το στείρο πεπρωμένο αυτού του ερωτικού πάθους και μόλις που κατάφερνε να τον παρηγορεί που ο γόνιμος έρωτας παράγει μονάχα σπόρους θανάτου. Σημάδι τέτοιου ζυγίσματος είναι ο ενδέκατος στίχος του σονέτου: «όπου δίχως καρπό λυγμούνε σάρκα κι ουρανός». 

Ωστόσο, ακόμη και μ' αυτό τον εφιάλτη, ο Λόρκα δέχεται τον έρωτα όπως μέσα του δημιουργείται και παίρνει το δικαίωμα να τον ζήσει κρυφά στα μύχια του κορμιού του και της ψυχής του. Γι αυτόν δεν είναι παρά μόνον έρωτας, δίχως επίθετα. 

Σκοτεινός υπήρξε από τις μυθικές του καταβολές, όταν από το Χάος γεννήθηκαν η Νύχτα και το Έρεβος, εκείνο το βασίλειο τού ζόφου. Η Νύχτα με φτερά μαύρα — μας το εξηγεί ο Αριστοφάνης — απόθεσε ένα αυγό γεννημένο από τον άνεμο στον κόρφο του Ερέβους και μέσα από αυτή τη φρίκη αναδύθηκε ο Έρως: σκοτεινός λοιπόν από τα γεννοφάσκια του.


Evelyn De Morgan, Νύχτα και Ύπνος (1878)

Ήδη ο ποιητής Πολιτσιάνο τον αποκάλεσε έτσι. Τα «δαιμόνια» της Πάνδημης Αφροδίτης, εξηγούσε ο νεοπλατωνικός Masilio Ficino τον δέκατο πέμπτο αιώνα, προέρχονται από μια ατμόσφαιρα πηχτή και θολή που μ' αυτήν κρατεί τούς ανθρώπους «ne bulis amoris obsecati», τυφλωμένους από τις καταχνιές του έρωτα. 

Ο Λεων ο Εβραίος έλεγε πως το ερωτικό πάθος φωλιάζει στην «escura» όψη της ψυχής - αυτός ο έρως στερείται ένα «δικό του φως», «αφήνει το φως για το σκοτάδι», «κυνηγάει σκοτεινές εικόνες» και «πνίγεται στα λασπόνερα». Ο ίδιος Ο Πετράρχης, ερωτευμένος, θα εξομολογηθεί «che'l nostro stato e inquieto e fosco».

Αυτό το πάθος, όντας τέτοιο, είναι η σκοτεινιά. Δουλεύει μέσα στα σκοτάδια τής ψυχής, που οι μυστικιστές πρέπει να εγκαταλείψουν για να αναζητήσουν το Φως. Το να κατεβάσουμε το «σκοτεινό» των εκθαμβωτικών σονέτων τού Λόρκα στην ευτέλεια και τη χυδαιότητα στην οποία μερικοί πέφτουν, πιθανότατα θα τον εξόργιζε: αν και ο Λόρκα δεν απέφευγε το διφορούμενο, αυτό το επίθετο μέσα στις προθέσεις του σήμαινε πολύ περισσότερα.

 Αναφερόταν πρωταρχικά στην αχαλίνωτη παραφορά και στα τυφλά μαρτύρια του έρωτα, στη δύναμη του να φλογίζει κορμιά και ψυχές και να τ' αγκαλιάζει σαν λαμπάδες που καίγονται και καταλιούνται από την ίδια τους την πυρά. Τραγουδάει αυτό του τον έρωτα, το δικό του, μ' όλες του τις αισθήσεις κι όλες του τις γνώσεις, που σήμερα του τις αναγνωρίζουμε. Σ' αυτά τα σονέτα κυλούν σαν αίμα γνώσεις απ' τη μυθολογία, τον Πλάτωνα, τον Πετράρχη, τον Σαίξπηρ. Και δε διστάζει να ιδιοποιηθεί τους πιο λεπτούς τόνους της κλασικής μας παράδοσης (Ο ποιητής ρωτάει τον έρωτά του για τη «Μαγεμένη Πολιτεία» της Κουένκα»• «Σονέτο με τον τρόπο του Γκόνγκορα, όπου ο ποιητής στέλνει στον  έρωτά του ένα περιστέρι»). 


Vladimir Kush, Sunrise by the ocean 

Και τι σημαίνει που αυτός ο έρωτας είναι διαφορετικός; Πρόκειται για έναν έρωτα όχι παραγωγικό, που δεν συμβάλλει στην αύξηση του Σύμπαντος σύμφωνα με το θεϊκό σχέδιο. Αλλά δεν αρνιέται πως πρόκειται για έρωτα. Και σαν τέτοιον — επιμένω: μόνο σαν έρωτα — τον αντιμετωπίζει ο μεγαλοφυής ποιητής, λεύτερος να μεταστοιχειώσει τη ζωή του σε τέχνη.

Γυμνή λοιπόν ή ψυχή του, σε καθαρή άσκηση της ελευθερίας του. Αλλά σεβόμενος τις απαιτήσεις της ποίησης, που ποτέ δεν είναι η άμεση αντιγραφή της πραγματικότητας, παρά η απόδοση που ο ποιητής κάνει αυτού που αισθάνεται ο άνθρωπος. Μεταφορά σ' ένα κόσμο λέξεων που βασιλεύουν πάνω στο πραγματικό. Είναι όροι- λέξεις με νόημα κοινό — Έρως, πάνω απ' όλα — ή επίκοινο αυτές που διευκολύνουν την κατάδυση του ποιητή μέσα στην έκφραση της αλλοτρίωσής του και της οδύνης του. 

Ύστερα, ένα υπέροχο βερνίκι τυπικότητας, που καμιά φορά σκεπάζει ο ερμητισμός, πέφτει σαν μανδύας πάνω από το πάθος του επιβάλλοντας στον αναγνώστη την απόσταση από την όποια πρέπει να ατενίζεται η τέχνη. Οι εικόνες, οι μεταφορές, ολόκληρο το άθροισμα εκείνων των εκτυφλωτικών λεκτικών τεχνασμάτων, συγκροτούν την προειδοποίηση και τον πρόλογο που κάνει ο ποιητής ώστε να μην διαβαστεί με πρόθεση χυδαία, κακόβουλη ή περιγελαστική, αλλά με μάτια γεμάτα συμπάθεια.

Δεν θα θελήσουμε να μάθουμε τι είδους αίμα είναι αυτό που ονοματίζεται και αναβλύζει απ' αυτούς τους στίχους. Ας διαβάσουμε, απλά, πως πρόκειται για την αγιάτρευτη πληγή του πολύπλαγκτου ερωτευμένου, αυτό που αναβλύζει από τη μυθολογία και το λυρισμό όλων των καιρών. Όμοια όπως στο πρώτο σονέτο, έτσι έτρεχε αίμα από το μηρό του Αδωνι όταν ψυχορραγούσε στην αγκαλιά τής Αφροδίτης (του 'Αδωνι, που το λουλούδι του είναι η ανεμώνη, που κι εκείνη μνημονεύεται σ' αυτό το σονέτο). Ο Γκόνγκορα άφηνε ένα αυλάκι-χνάρι («... κιόλας μας ακολουθούν οι βοσκοί / απ' τα παράξενα χνάρια που πάνω στη γη / αφήνουμε, εγώ από αίμα, εσύ από άνθια»)

Evelyn de Morgan, Ύπνος και Θάνατος, τα παιδιά της Νύχτας (1883) 

Ας τα διαβάσουμε έτσι - και ας υποκλιθούμε μπροστά σε κάποια έξοχα ποιήματα που εξαγοράσαμε από τη σιωπή στην καλύτερη μορφή τους που σήμερα είναι εφικτή. Ένας Λόρκα ώριμος — και δυστυχώς, στερνός — οιμώζει μέσα σ' αυτά με την αυθεντική του, την ειλικρινέστατη φωνή. Και η ποίησή του, που δεν είναι παρά η ποίηση της Ισπανίας, επεκτείνεται σε μια περιοχή, που φαινόταν πια χαμένη.


(Fernando Lazaro Carreter, Μια άγνωστη πλευρά της ποίησης του Λόρκα, Περιοδικό "Η λέξη" ( Ιούλιος - Αύγουστος '84)

Evelyn de Morgan, Αφροδίτη και Έρωτας, (1878)

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

"Δακρυόεν γελάν" ή ο χαρούμενος πεσσιμισμός των αρχαίων Ελλήνων

Greek Sculpture on the Terrace of Achilleion Palace 2 by runintherain, via Flickr
Greek Sculpture on the Terrace of Achilleion Palace

Ελλάδα γαλήνια δεν υπήρξε ποτέ...

Οι Έλληνες στάθηκαν ένας κόσμος άκρα μελαγ­χολικός και θλιμμένος. Σε κανένα άλλο λαό και ποτέ άλλοτε η σπουδή των μεγάλων προβλημάτων δεν οδήγησε σε τόση πικρία και σε τέτοιο καημό. Οποιαδήποτε άλλη θεωρία που ομιλεί για το κακό και το σκότος, για την άρνηση, τη ματαιότητα και τον παραλογισμό, μ’ ένα λόγο για τη φρίκη του μεγάλου Μηδενός, εάν συγκριθεί με την αντίστοιχη γνώση των Ελλήνων, ομοιάζει με ανήσυχη γάτα μπροστά σε μαινόμενη τίγρη.

Έκπτωτοι στον αγκαθερό τόπο της γνώσης, αντιμέτωποι με τη σκληρότητα και την απανθρωπιά της φύ­σης, τη βεβαιότητα  και τον τρόμο του θανάτου, αρνήθηκαν να παρηγορηθούν με την ψευτιά για μια ζωή μετά θάνατο.

Θάνατος για τους Έλληνες δεν εσήμαινε το σταθμό που αλλάζω τραίνο. Από Γευγελή δηλαδή τραβάω για Λουμπλιάνα, και πάει λέ­γοντας.

Θάνατος για τους Έλληνες εσήμαινε ανυπαρξία ατελεύτητη, και σκοτάδι για πάντα. Αυτή την οδηγία  τους έδωκε η γλώσσα  και η σοφία της φύσης. Όλα τα άλλα είναι γεννήματα του φόβου μπροστά στο θάνατο, και δουλειά της φαντασίας. Είναι το τι δεν αντέχουμε, το τι δε θα θέλαμε, είναι πλύση εγκεφάλου από την παράδοση και τη συνήθεια, και δόλος αβυσσαλέος.

Ξέρεις πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνον που τιμά τη φυσική γνώση πως όταν πεθάνει θα χαθεί, όπως χάνεται το φύλλο του δέντρου, που λέει ο Όμηρος, και ανάμεσα σ’ εκείνον που τον έμαθαν να  πιστεύει πως όταν  πεθάνει, θα μεταναστέψει σε κάποια υπερουράνια Αμερική;


Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Και των θνητών η γενεά των φύλλων ομοιάζει•
των φύλλων άλλα ο άνεμος χαμαί σκορπά και άλλα
φυτρώνουν, ως η άνοιξη τα δένδρ' αναχλωραίνει•
και των θνητών μια γενεά φυτρώνει και άλλη παύει.


Ομήρου Ζ, 146-149

My Sorrow, when she's here with me, thinks these dark days of autumn rain are beautiful as days can be~


.....σαν το περιστέρι, που πετάει σε χάλκινο ουρανό

Το έπος, πίσω από την αδιάφορη διήγηση ιστοριών, που πλημμυρίζουν με πορφυρή νοσταλγία των παιδιών τη φαντασία, αφήνει προεκτάσεις και γεννάει απορίες, που προτιμάμε να τις αποσιωπήσουμε και περίφοβοι αποστρέφουμε το πρόσωπο αλλού.Ένα πρόχειρο παράδειγμα δίνει το δεύτερο μέρος της έκτης (Ζ) ραψωδίας της Ιλιάδας. Η τρυφερή και ενάρετη Ανδρομάχη αγωνίζεται να ξεφύγει την οργή του στιβαρού μέλλοντος σαν το περιστέρι, που πετάει σε χάλκινο ουρανό. Όσο στην εγειρόμενη απορία αδυνατούμε να δώσουμε απάντηση, τόσο η θέση της Ανδρομάχης γίνεται παράδειγμα για τον καθένα.


Δημήτρης Λιαντίνης, Έξυπνον Ενύπνιον, Οι ελεγείες του Duino του Rilke



«Οϊμέ! Θα σ' αφανίσει 
τούτη σου η τόλμη, ω τρομερέ• το βρέφος δεν λυπείσαι 
τούτο κι εμέ την άμοιρην που χήρα σου θα γίνω 
ογρήγορα, ότι ογρήγορα θα ορμήσουν όλοι αντάμα
να σε φονεύσουν οι Αχαιοί και άμα σε χάσω, κάτω
στον μαύρον Άδη ας κατεβώ, διότι αν αποθάνεις 
και συ, καμιά παρηγοριά δι' εμέ δεν θ' απομείνει,
και πόνοι μόνον• έχασα πατέρα και μητέρα•
τον μέγαν Αετίωνα μου φόνευσεν ο θείος 
Πηλείδης, όταν έριξε την πόλιν των Κιλίκων,
την Θήβην την υψίπυλον • αλλά τον εσεβάσθη 
νεκρόν, δεν τον εγύμνωσε, και μ' όλην την λαμπρήν του
αρματωσιά τον έκαυσε κι εσήκωσέ του μνήμα, 
κι ολόγυρά του εφύτευσαν πεύκα μεγάλα οι νύμφες
Ορεστιάδες, του Διός αιγιδοφόρου κόρες•
ήσαν επτά στο σπίτι μας γλυκείς αυτάδελφοί μου, 
 κι εις μιαν ημέραν όλοι ομού ροβόλησαν στον Άδη•
όλους τους εθανάτωσεν ο θείος Αχιλλέας
των μόσχων μέσα εις τες κοπές και των λευκών προβάτων. 
Και την σεπτήν μητέρα μου, βασίλισσα στην Θήβην,
δούλην εδώ την έφερε με τ' άλλα λάφυρά του. 
Και αφού με δώρ' αμέτρητα κατόπι εξαγοράσθη,
την έσβησεν η Άρτεμις στο σπίτι του πατρός μου.

Έκτορ, συ είσαι δι' εμέ πατέρας και μητέρα, 
συ αδελφός, συ ανθηρός της κλίνης σύντροφός μου. 
Αλλά λυπήσου μας, και αυτού μείνε στον πύργον, μήπως
ορφανό κάμεις το παιδί και χήραν την γυναίκα.
Κι εκεί στην αγριοσυκιά τους άνδρες στήσε οπού 'ναι    
η πόλις καλοανέβατη, καλόπαρτο το τείχος•
τρεις το δοκίμασαν φορές των Αχαιών οι πρώτοι, 
οι Αίαντες, και ο δοξαστός Ιδομενεύς και οι δύο 
Ατρείδες και ο ατρόμητος Τυδείδης ενωμένοι•
ή το φανέρωσε σ' αυτούς χρησμών εξαίσιος γνώστης

ή τους κινεί μόν' η ψυχή σ' αυτό και τους διδάσκει».

Και προς το σπίτι εκίνησεν η αγαπητή γυνή του
κι εσυχνογύριζε να ιδεί με μάτια δακρυσμένα.
Εις του ανδροφόνου Έκτορος την υψηλήν οικίαν
έφθασε κι εύρηκε εκεί των γυναικών το πλήθος
κι απ' την ψυχήν τους έκαμεν ο θρήνος ν' αναβρύσει. 
Και ζωντανόν τον Έκτορα στο σπίτι του εθρηνούσαν,    
θαρρώντας που απ' τον πόλεμον κι απ' τ' ανδρειωμένα χέρια

των Αχαιών δεν θα σωθεί και δεν θα γύρει πλέον.
Ομήρου Ζ, 420-439, 495-502

Έκτορας και Ανδρομάχη, Giorgio deChirico, 1924

....κανένα πλάσμα πιο θλιβερό από τον άνθρωπο

Το καθημέρα των ελλήνων είναι το όρος Σίπυλο της Νιόβης, ό­που όλες οι βρύσες στάζουνε λύπη. Η λιγνή Ελλάδα ήταν μία κλαίου­σα ιτιά. Εδώ ως και τα ζώα μύρουνται και δακρύζουν. Θυμήσου, για παράδειγμα, τα δάκρυα που χύνανε τα άλογα του Αχιλλέα. 


Όπως μένει ακίνητη μια στήλη,
που στέκει πάνω στον τάφο ανδρός που πέθανε ή γυναίκας,
έτσι έμεναν ασάλευτα, ζεγμένα στο εξαίσιο άρμα,
με τα κεφάλια χαμηλωμένα στη γη•
ζεστά τα δάκρυα κυλούσαν από τα βλέφαρά τους στο χώμα,
καθώς εμύρονταν αποζητώντας τον ηνίοχο•
η σκόνη ερύπαινε τη θαλερή τους χαίτη
που ξέφευγε από τη ζεύλα και χυνόταν ζερβά δεξιά πλάι στο ζυγό.

Όταν τα είδε που εμύρονταν, τα ελυπήθη ο γιος του Κρόνου,
κούνησε το κεφάλι του και είπε μιλώντας στην ψυχή του:
«Αχ δυστυχισμένα, γιατί να σας δώσουμε στον βασιλιά Πηλέα,
αυτός ένας θνητός, και εσείς αγέραστα και αθάνατα.
Μήπως για να γνωρίσετε τον πόνο μαζί με τους δύσμοιρους ανθρώπους;
Γιατί από όλα τα πλάσματα που ανασαίνουν και σαλεύουν πάνω στη γη
κανένα δεν είναι πιο θλιβερό από τον άνθρωπο.

Ομήρου, Ρ 435-447,μτφρ. Θ.Κ. Στεφανόπουλος

Τα  άλογα του Αχιλλέα στην όχθη  του Αιγαίου Πελάγους, Giorgio de Chirico 1963

Τα κλαδιά των νεκρών......το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος...

Στη χλωρίδα του ελληνικού στοχασμού βασιλεύουν τα κλαδιά των νεκρών. Το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος. Ούτε πριν ούτε μετά, κανένας λαός δεν ερεύνησε τα άγνωστα της φύσης και τα μυστήρια της ψυχής, για να φτάσει το βαθύ σκοτάδι και το συμπαγές μηδέν που φτάσανε οι Έλληνες.

Κανένας λαός δεν βυθίστηκε όσο οι Έλληνες στη μαύρη χολή του απαίσιου και της ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία αλλιώς. Βούδας, Σοπενχάουερ και όλες οι φιλοσοφίες του πεσσιμισμού και της άρνησης, μπροστά στον καημό των Ελλήνων είναι αθλοπαι­διές και αθύρματα. Και καμία θεωρία που υψώθηκε στο γενικό δεν άφηκε να της ξε­φύγουν τόσες φωνές αίρεσης, παράπονου, και απόγνωσης, όσο η κο­σμοθεωρία των Ελλήνων.

Οι Έλληνες είναι οι αυτουργοί, οι πρωτουργοί, και οι δημιουργοί του θρήνου και της σφοδρής σιωπής. Πρώτοι αυτοί δουλέψανε το νόημα της μοίρας και της συμφοράς. Σε σχέση με τον άνθρωπο, το άδικο το είδαν σε κλίμακα πανανθρώπινη. Και σε σχέση με τον κό­σμο, το κακό το είδαν σε κλίμακα παγκόσμια. Το κακό που είδαν οι Έλληνες στη φύση η σύγχρονη φυσική το ονόμασε εντροπία, και τό 'κλεισε στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.


Δημήτρης Λιαντίνης,Τα Ελληνικά




Κῆρα δ’ ἐγώ τότε δέξομαι

Ο  Όμηρος αφήκε έξω από την Ιλιάδα τη διήγηση του θανάτου του Αχιλλέα. Μια τέτοια παράλειψη από την άποψη της δραματικής οικονομίας του έπους και εφ’ όσον ο Αχιλλέας είναι η κεντρική ηρωική μορφή θα ήταν σφάλμα, που μόνο του παιδιού η μωρία θα μπορούσε να δικαιολογήσει. 

Αλλά το πρωταρχικό για τον ποιητή δεν ήταν να διηγηθεί, πώς ο Αχιλλέας πεθαίνει, πώς τον ενίκησε ο θάνατος. Εκείνο που εβιάζονταν να ιστορήσει ο Όμηρος είναι το πώς ο ίδιος ο ήρωας νικά τον εαυτό του, πώς υψώνεται ως του θανάτου την κατάφαση και κατανικά την ανάγκη του κακού:

«κῆρα δ’ ἐγώ τότε δέξομαι»" (κι ο θάνατος καλώς να 'ρθει)



Δημήτρης Λιαντίνης, Έξυπνον Ενύπνιον, Οι ελεγείες του Duino του Rilke


Dying Achilles - Ernst Herter, 1884
Αχιλλεύς θνήσκων, Ernst Herter, 1884
Certamen Homeri et Hesiodi

Λένε πως κάποτε έγινε ένας αγώνας ανάμεσα στον Ό­μηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους Έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος.

Η επιτροπή κρίσης, εκεί κάπου στην Αυλίδα ή στις Θήβες, κάθι­σε με σεβασμό τους δύο σοφούς στο θρονί τους, και άρχισε να τους ερωτά. Ήθελαν να μετρήσουν, ποιος θα δώσει τις πιο φρόνιμες α­ποκρίσεις στα ζητήματα.

Ρωτήσανε τον Ησίοδο, και αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Οι θέσεις που έλαβε, φανέρωναν τον άνθρωπο με την πλούσια πείρα που έζησε στον κόσμο ζωντανός. Που έκαμε, και έπαθε, και έμαθε.

Ρωτήσανε και τον Όμηρο. Ο γλυκός αοιδός με τη λευκή κεφαλή και τα άδεια μάτια, που κάποια ερμηνεία θέλει να επιμένει πως έχα­σε το φως του γιατί δεν άντεξε το πολύ κακό που αντίκρισε στον κόσμο, τους άκουσε μειλίχια.

Πες μας, λοιπόν, αστέρι στις θάλασσες και ήλιε στα βουνά, του είπανε. Πες μας, ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. 

«Άριστο σε όλους και σε όλες», αποκρίθηκε ο Όμηρος, «είναι ο άν­θρωπος ποτέ να μη γεννιέται!».

Η επιτροπή έμεινε καγκελόξυλο. Ένας πονηρός όμως ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, σκόρ­πισε την ταραχή που γέννησε η σπαθιά του Ομήρου με μια δεύτερη ερώτηση.

Κανένας, του λέει, δεν μας ζήτησε γνώμη, αν θέλουμε να μας γεν­νήσει ή όχι. Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άν­θρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. Το πάντων αιρετώτατον. Εκείνο που να μπορούμε δηλαδή να το διαλέγουμε κιόλας.

«Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό», είπε ο Όμηρος, «είναι όταν γεν­νηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει» 

ἀρχήν μέν μην φῦναι ἐπιχθονίοισιν ἄριστον
φύντα δ’ὅμως ὢκιστα πύλας Ἀΐδαο περῆσαι.

[Homeri opera, υπό T.W. Allen. Εκδ. Οξφόρδης, τόμος V, σ. 288] 

Αυτή η απόκριση κρύβει τη βία της ανάγκης και την αλυπησιά του χάρου. Και κάνει τον Όμηρο να γίνεται ο πρώτος τιμητής του θεού, όπως ο Κάιν είναι ο πρώτος φονιάς του ανθρώπου.
Όσο και να εξερευνά κανείς στη χώρα του θρήνου, δεν θα βρει πικρότερη θέση. 


Δημήτρης Λιαντίνης,Τα Ελληνικά


Raphael's inspired Homer on Mount Parnassus.

ανθρώπινη μοίρα η οδύνη.....


..ότι στους άμοιρους θνητούς οι αθάνατοι δωρήσαν

να ζουν στον πόνον και άλυποι μόνον εκείνοι μένουν.

Ότι απ' όσα δίδει ο Ζεύς πιθάρια δυο σιμά του
έχει, το ένα των κακών, των αγαθών το άλλο.
Και σ' όποιον δώσει ανάμικτα ο βροντητής Κρονίδης,
εκείνος πότ' έχει κακές, πότε αγαθές ημέρες,
και σ' όποιον τα πικρά, τον κάμνει μαύρον κι έρμον
και στ' άγιο πρόσωπο της γης φρικτή τον σέρνει ανάγκη
και ατίμητος από θεούς και ανθρώπους παραδέρνει.

Ιλιάδα, Ω 525 -533, Μετάφραση: Ι. Πολυλάς
Ραψωδία Ω, Η συνάντηση Πρίαμου και Αχιλλέα
Henri Motte, Αχιλλέας και Πρίαμος

...ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἤ ζώειν......

Η ηροδότεια ανθρωπολογία, εξαρτημένος κρίκος της ηροδότειας θεολογίας είναι σκοτεινή και απαισιόδοξη ως προς τις σχέσεις θεού και ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στον φθόνο και στην ταραχή του θεού. Το δίκαιο του θεού περιορίζει το δίκαιο του ανθρώπου. Κλήρος του ανθρώπου η συνεχής, κάποτε ανατρεπτική - πρόρριζος, λέει ο Σόλων - μεταβολή:καμία μέρα της ανθρώπινης ζωής δεν είναι όμοια με την προηγούμενη και την επόμενή της. Υποκείμενος σε αυτή την ταραχώδη αλλαγή ο άνθρωπος αποδεικνύεται έρμαιό της: «πᾶν ἐστι ἄνθρωπος συμφορή».

Η ανθρώπινη σοφία συνίσταται στη γνώση και στην αποδοχή αυτής της συμφορής, η οποία αποκλείει την αυτάρκεια και επιτρέπει μόνο τη μεριδιακή ευτυχία. Για να αποφανθεί κάποιος αν στη ζωή του ανθρώπου υπερέχει τελικώς η μεριδιακή ευτυχία έναντι της δυστυχίας του, πρέπει να περιμένει το τέλος του θανάτου:τελικώς ο θάνατος αποφασίζει για τη ζωή του ανθρώπου.

Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ηρόδοτος, Οκτώ Νουβέλες και Τέσσερα Ανέκδοτα, εκδόσεις Άγρα

Gaspar van der Hoecke, Κροίσος και Σόλωνας

Το πιο γλυκό είν᾽ ο θάνατος......

Μετά την κατάληψη του μηδικού βασιλείου από τους Πέρσες ο Κροίσος, προετοίμασε τη σύγκρουσή του με τον Κύρο Β΄. Γι αυτό πήρε χρησμούς από τα σπουδαιότερα μαντεία της εποχής. Έτσι όταν το μαντείο των Δελφών έδωσε χρησμό ότι αν εκστράτευε κατά των Περσών, θα κατέλυε μια μεγάλη αυτοκρατορία χάρηκε πιστεύοντας ότι θα καταρρεύσει η  περσική υπερδύναμη. Ένας δεύτερος χρησμός τον συμβούλευε, να τραπεί σε φυγή, τη στιγμή που βασιλιάς των Μήδων θα στεφτεί ένα «ημίονος» δηλαδή ένας νόθος. Το μαντείο έκανε υπαινιγμό για τον Κύρο. Ο Κροίσος παρερμήνευσε και τους δύο χρησμούς. Οι εξελίξεις ήταν εναντίον του. Ο Κύρος τον αιφνιδίασε καταλαμβάνοντας το βασίλειο του Κροίσου.  Ο μέγας βασιλιάς της Λυδίας ήταν πια αιχμάλωτος του Κύρου. Η αυτοκρατορία που καταστράφηκε ήταν η δική του!... 

Για τον αιχμάλωτο Κροίσο έχουμε διαφορετικές  εκδοχές. 
Σύμφωνα με το Βακχυλίδη, ο Κροίσος μη μπορώντας να αντέξει τη δουλεία αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του επιλέγοντας το θάνατο στην πυρά. Η ιδέα του θανάτου μοιάζει επιθυμητή, ενώ μέσα στα πλούτη και την εξουσία - κακώς νοούμενα ως ευτυχία - ήταν φρικτή και απεχθής.


Ο ρήγας
αυτός, ο Κροίσος, όταν πια στη μαύρη εκείνη μέρα
την αναπάντεχη έφτασε,
δε στάθηκε να σκλαβωθεί· πολλά σωριάζει ξύλα
στη χαλκοτείχιστή του αυλή και πάνω εκεί ανεβαίνει
με την πιστή γυναίκα του και τις ωριομαλλούσες
τις κόρες του, που ασίγαστα θρηνούσανε· σηκώνει
πάνω, προς τον ψηλό ουρανό, τα χέρια και φωνάζει:

«Τρανοδύναμη θεότη,
τί έγινε η ευγνωμοσύνη
των θεών, και πού είν᾽ ο γιος
της Λητώς, ο αφέντης Φοίβος;
Πάει τ᾽ Αλυάττη το παλάτι,
και το αρίφνητό του βιος σε οχτρώνε χέρια·
οι Σάρδεις στάχτη θα είναι πια σε λίγο· κοκκινίζει
απ᾽ το αίμα ο χρυσορέματος ο Πακτωλός και πάει,
και μέσ᾽ απ᾽ τα καλόχτιστα
τα σπίτια αρπάζουν ντροπερά και σέρνουν τις γυναίκες.

Το πιο γλυκό είν᾽ ο θάνατος· εκείνο που ήταν πρώτα
φριχτό, τώρα είναι ποθητό».

[....] Μα ενώ μάνιαζαν οι φλόγες,
μαύρο σύννεφο από πάνω
στήνει ο Δίας και την ξανθή τη φλόγα σβήνει.




Αττικός ερυθρόμορφος αμφορέας του Μύσωνα, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου 


Ίσκιος ονείρου ο άνθρωπος

ἐν δ᾽ ὀλίγῳ βροτῶν
τὸ τερπνὸν αὔξεται· οὕτω δὲ καὶ πίτνει χαμαί,
ἀποτρόπῳ γνώμᾳ σεσεισμένον.

ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ
ἄνθρωπος. 


Γοργά των θνητών αυξαίνει η χαρά·
μα το ίδιο γοργά και στο χώμα πέφτει
από σεισμό που σκέψη άστοχη τον φέρνει.

Εφήμεροι· τι είναι κανείς και τι δεν είναι;

Ίσκιος ονείρου ο άνθρωπος.


-it's really dark at 4:00 am when you're awake and the rest of the town is asleep... photo by Nesne Yalındır.
photo by Nesne Yalındır.

Το πιο καλό καθόλου να μη γεννηθείς κι ούτε να δεις τον ήλιο.....

Κι αλλού στον Βακχυλίδη, η ίδια σκέψη, στο στόμα του Ηρακλή αυτή τη φορά. Όταν ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη συνάντησε την ψυχή του Μελέαγρου. Ο ήρωας  ο ατρόμητος στη μάχη, νιώθει πόνο στην ψυχή για τα παθήματα του βαριόμοιρου αγοριού και για πρώτη και στερνή φορά, τα μάτια του δακρύζουν, καθώς ξεστομίζει αυτά τα λόγια: 

θνατοῖσι μὴ φῦναι φέριστον
μηδ᾽ ἀελίου προσιδεῖν 
φέγγος· ἀλλ᾽ οὐ γάρ τίς ἐστιν
πρᾶξις τάδε μυρομένοις,

Το πιο καλό
καθόλου να μη γεννηθείς κι ούτε να δεις τον ήλιο.
Μα απ᾽ το να κλαις γι᾽ αυτά τι βγαίνει;


Ρούμπενς, Μελέαγρος και Καλυδώνιος κάπρος

....ὃν ἀγαπᾷ θεός, θνῄσκει νέος...


Ο Κροίσος ρωτούσε [τον Σόλωνα] ποιον είδε δεύτερο στην ευτυχία ύστερ' από [τον Τέλλο], έχοντας την ιδέα ότι σίγουρα πια θα πάρει τη δεύτερη θέση. Κι ο άλλος είπε: «Τον Κλέοβη και τον Βίτωνα. Γιατί αυτοί, Αργείοι στην καταγωγή, ήταν αρκετά ευκατάστατοι και επιπρόσθετα με σώμα ρωμαλέο, όπως θα φανεί από τα εξής: και οι δυο κέρδισαν αθλητικές νίκες το ίδιο σημαντικές κι ακόμα υπάρχει γι' αυτούς η ακόλουθη παράδοση· τελούσαν γιορτή οι Αργείοι στη χάρη της Ήρας και το έθιμο απαιτούσε οπωσδήποτε τη μητέρα τους να τη μεταφέρει στο ναό ζεμένο αμάξι, αλλά τα βόδια δεν έφτασαν απ' τα χωράφια στην ώρα τους· καθώς ο χρόνος δεν τους άφηνε περιθώρια, οι νεαροί μπήκαν οι ίδιοι τους κάτω απ' τις ζεύγλες κι έσερναν το αμάξι, ενώ το αμάξι κουβαλούσε τη μητέρα τους· κι αφού το μετέφεραν σαράντα πέντε σταδίους μακριά, έφτασαν στο ναό.

Όταν το έκαναν αυτό και τους είδαν όλοι οι πανηγυριώτες, ακολούθησε το τέλος της ζωής τους, το ωραιότερο που μπορεί να γίνει· και με το περιστατικό τους ο θεός έκανε φανερό ότι για τον άνθρωπο είναι καλύτερος ο θάνατος απ' τη ζωή.

Γιατί οι Αργείοι χύθηκαν γύρω απ' τα δυο παλικάρια και τους καλοτύχιζαν για τη σωματική τους δύναμη, κι απ' την άλλη μεριά οι γυναίκες του Άργους τη μητέρα τους, για τα παιδιά που της έδωσε ο θεός. Κι η μητέρα τους ν' αστράφτει απ' τη χαρά της και για τον άθλο των παιδιών της και για τα καλά λόγια του κόσμου· όρθια μπροστά στο άγαλμα προσευχόταν στη θεά να δώσει στον Κλέοβη και τον Βίτωνα, τα παιδιά της, που την τίμησαν τόσο πολύ, ό,τι καλύτερο μπορεί να χαρίσει η τύχη σε άνθρωπο. Όταν τελείωσε την προσευχή της, τα δυο της παλικάρια έκαναν θυσίες κι έφαγαν και ήπιαν, έπεσαν να κοιμηθούν μες στο ναό και δε σηκώθηκαν απ' τον ύπνο τους, αλλά μ' αυτό τον τρόπο έφυγαν απ' τη ζωή.

Ηροδότου Ιστορίαι, Ι 31-32


Jean Bardin, Ο Κλέοβις και ο Βίτων σέρνουν την άμαξα της μητέρας τους.

Άριστον το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα.....

Στα ίδια πατήματα βρίσκεται και η ιστορία που σώθηκε στα Απο­σπάσματα του Αριστοτέλη, και σ’ ένα κείμενο του Πλουτάρχου. Εί­ναι μάλιστα σημαδιακό, που η ιδέα αρχίζει με τον Όμηρο την εκκίνηση, περνάει από τον Αριστοτέλη, το τέρμα της κλασικής Ελ­λάδας, και τελειώνει στον Πλούταρχο, την κατακλείδα του ελληνι­κού κόσμου.

Κυνηγούσε, λέει η αφήγηση, ο βασιλιάς Μίδας αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας. Εκεί, αποσταμένος, έγειρε στη ρίζα ενός δρυ να συνεφέρει. Τότες ήταν που είδε δίπλα του το Σιληνό να κοιμάται.

Έχω την ευκαιρία, συλλογίστηκε ο ξύπνιος βασιλιάς. Και πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει:

—  Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.

—  Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος. Κι ούτε χρειαζόταν να με δέσεις, για να σου ειπώ.

—  Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν τα φτάνει ανθρώπου νους. Ε­ξήγα μου, γιατί χρόνους τώρα τυραννιέμαι, και πάω να κρεπάρω. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό;

Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοίταξε πέρα.

—  Λύσε με να πηγαίνω, του λέει, και τράβα στο καλό σου. Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.

Ο Μίδας εστάθηκε.

—  Κι αν δε μου αποκριθείς, του λέει, σ’ αυτό που σ’ ερωτώ, δεν έχεις λευτεριά. Εδώ στο δέντρο θα μείνεις δεντρωμένος. Όσο να σε λύσει ο λιμός, και να σε κατελύσει ο λύκος.

Θύμωσε τότε ο δαίμονας. Τίναξε βίαια τα χέρια του ψηλά, πέσανε τα δεσμά. Έστρεψε και κοίταξε τον άνθρωπο βλοσυρά, κι όλα τα γύρω μυρίσανε θειάφι. Το θείο συνεπήρε τον τόπο. Ο Μίδας, του πάρθηκε η μιλιά, κι έπεσε κατά γης. Και τότε ο Σιληνός, ο κορυφαίος στα όργια και ο σύντροφος του Διονύσου, τον επετίμησε:


- «Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, 
τι με βιάζεσθε λέγειν, ά υμίν άρειον μη γνώναι;»

μ’ ερωτάς, συνεχίζει, «τί εστι το βέλτιστον τοις ανθρώποις, και τί τών πάντων αιρετώτατον»· μάθε το λοιπόν, και σκάσε:

«μετ’ αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γαρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα»

[Rose V., Aristotelis qui ferebantur Librorum Fragmenta, Lipsiae 1886, 40, 1481b], 
[Πλουτάρχου, Παραμυθητικός προς Απολλώνιον, 115 d].


Nicola Poussin (1625), Μίδας και Βάκχος

Εντελώς ομοιότυπη για τον πεσσιμισμό των ελλήνων με τις δημο­τικές μαρτυρίες του Ομήρου, του Αριστοτέλους και του Πλουτάρχου, είναι και η προσωπική κατάθεση του Σοφοκλή που γίνεται με το στό­μα του χορού στο βασιλιά Οιδίποδα:

Μη φύναι τον άπαντα νι­κά λόγον· το δ’, επεί φανήι, βήναι κείσ’ οπόθεν περ ήκει πολύ δεύτερον ως τάχιστα.
Το πιο καλύτερο απ’ όλα θε νά ‘τανε να μην είχε κανείς γεννηθεί, ή, μια που ήρθε στο φως, να γυρνά κείθ’ όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος.
[Σοφοκλέους, Οιδίπους επί Κολωνώ, 1224. Μετάφρ. Γ. Γρυπάρη] 

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά


Fulchran, Jean Harriet, 1798, Ο Οιδίποδας στον Κολωνό.

Από την άβυσσο της ταραχής στη γαλήνη της τέχνης

Είναι παράξενο που ετούτος ο Καύκασος της μοναξιάς και του πά­γου φαίνεται πως δεν φαίνεται στα έργα και στα λόγια τους.

Καθώς τα καράβια τους ταξιδεύουν στις γλαυκοκύανες θάλασσες, το μαγνάδι της επιφάνειας δεν αφήνει να φανεί πουθενά, ότι σε ό­λους εκείνους τους πλησίστιους πλόες λάμνει η βέβαιη αίσθηση και η βέβαιη γνώση τους για το κακό του κόσμου και για το άδικο του ανθρώπου.

Από ένα σημείο μάλιστα και πέρα αυτό το παράξενο γίνεται θαυμαστό. Γιατί όλος εκείνος ο κόσμος του θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή περηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη.

Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο, ό­ραση και εννόηση της βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος.

Γίνεται το μελαγχολικό μειδίαμα ενός μελλοθάνατου που βλέπει ότι πεθαίνει. Δεν αφήνεται όμως στην παρηγοριά που προσφέρεται να του δώσει ο λόγος των γύρω του ότι θα ζήσει χρόνια ακόμη.

Αυτός ο μεταπλασμός της μελαγχολίας των Ελλήνων σε τέχνη εί­ναι καίριας σημασίας. Γιατί άλλαξε το ποιόν και την υφή της. Τη μετέτρεψε από άρνηση σε δύναμη, και από εγκατάλειψη σε καρτερία. Έγινε δηλαδή ένας πεσσιμισμός χαρούμενος. Μία δυστυχία, που ωστόσο βρίσκει να χαίρεται. Αυτή την αιχμηρή κορυφογραμμή της χαρμολύπης, που οι έλληνες την περπατούν πολύ προσεχτικά, ο Ό­μηρος τη λέει «δακρυόεν γελάν» [Ομήρου Ζ 484].

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Marble portrait bust of Antinoos (130-138 AD), Greece
Αντίνοος , Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας


Ο πόνος μεταπλάθεται, δεν εκριζώνεται...

Κάθε εκφραστική μορφή των Ελλήνων, το αγγείο, το άγαλμα, η κολόνα, ο ομηρικός εξάμετρος, το δίστιχο ελεγείο, η τραγική χειρονομία, ο στρατηγός δημηγορών, ο πλατωνικός έφηβος είναι και μια βίβλος κυριαρχίας. Έτσι ενώ η εκφραστική τους ανάγκη επήγασε από μια άβυσσο ταραχής, το μορφικό φανέρωμα ηρέμησε σε μια παμβασιλεία γαλήνης.

Οι Έλληνες δεν απόκρυψαν το φρικαλέο της ζωής, για να το αγνοήσουν. Εάν δεν εμαρτύρησαν, ό,τι εγνώρισαν και είδαν, το έπραξαν, γιατί ούτε να συγχωρήσουν το κακό, ούτε τον εαυτό τους να ξεγελάσουν ανέχθηκαν. Οι Έλληνες δεν υπήρξαν ούτε απατεώνες, ούτε απατημένοι. Ενικήθηκαν από τον εχθρό, αλλά πρώτα είχαν τον εαυτό τους νικήσει. Την ώρα του θριάμβου ο νικητής δεν αντίκρυσε του ηττημένου την συντριβή, αλλά του αντιπάλου την περιφρόνηση. Απογοήτεψη εδοκίμασε, αντί για την βάρβαρη χαρά που επερίμενε. Απογοήτεψη και εντροπή. Έτσι ο ηττημένος εκράτησε και ο νικητής επικράνθη.

Ο τρόπος με τον οποιο οι Έλληνες απόκρυψαν το δεύτερο πρόσωπο δεν ήταν αποκρυπτικός, αλλά αποκαλυπτικός. Δηλώνει πώς εφανέρωσαν το πρόσωπο τούτο νικημένο από την κυριαρχία τους. Είναι ο τρόπος της καλυμμένης φανέρωσης. Την αγωνία και τον τρόμο τους από την κάρπωση της αλήθειας δεν έφεραν ποτέ στην επιφάνεια ασυγ-κάλυπτα και γυμνά. 

Τα τέρατα που δεν εγνώρισε η τέχνη τους ήταν ανάγκη να τα κρύψουν μέσα τους. Και καθώς αυτά κατάτρωγαν τα σπλάγχνα τους, εκείνοι όφειλαν τη σπαρακτική τους κραυγή να κάνουν φωνή μουσική, τραγούδι, για να γοητεύουν και να κοιμίζουν τα τέρατα. Γιατί αλλοίμονο εάν το θηρίο ανέβαινε στην επιφάνεια. Εάν για μια στιγμή ξέφευγε από τους ασκούς ο φονικός τυφώνας του Αιόλου. Εάν αντίκριζαν στο πρόσωπο την κεφαλή της Μέδουσας. 

Στους Δελφούς ο μαντικός Λόγος του Απόλλωνα πηδά και κελαρύζει πάνω ακριβώς από τα αίματα και τη σήψη του τέρατος. Η Πυθία συμβολίζει το μουσικό φερέφωνο του θεού, αλλά διασωζει και την ονομαστική μνήμη του Πύθωνα. Του θηρίου που δεν εσκότωσε ο Απόλλων, αλλά που συνεχώς ενάρκωνε (ενέκρωνε) ο μεγάλος πόνος του ανθρώπου, αφού μπόρεσε να γίνει μουσική. 

Αυτή η αιτία ερμηνεύει γιατί η Ελλάδα ήταν η χώρα των μαντείων και των χρησμωδών. Και γιατί οι χρησμοί και οι μαντείες ήσαν ο ακατανόητος Λόγος των νοημάτων. Οι Έλληνες απόκρυψαν το δεύτερο πρόσωπο, όπως η φύση αγαπά να κρύπτει τον εαυτό της. Ο Λόγος τους ήταν σημείο. Ούτε φανέρωση (το Είναι), ούτε απόκρυψη (το μη Είναι). 

Δημήτρης Λιαντίνης, Έξυπνον Ενύπνιον, Οι ελεγείες του Duino του Rilke

Η ιέρεια των Δελφών, πίνακας του Τζων Κόλιερ, 1891.