Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Μια ζωντανή ωρολογιακή βόμβα: Κ. Καρυωτάκης με τη ματιά του Κ.Γκισομούλη


Ζωγραφική Γιάννη Ψυχοπαίδη


Η Μαρία και ο Άλλος


Να μια κοπέλα που θα 'πρεπε να έχει ένα μακρύ, χορταστικό όνομα, όπως Μαρία Πολυδούρη. 


Γεννηθήκαμε κι οι δυο το 1902. Εκείνη στην Καλαμάτα. Τη χρονιά που γεννηθήκαμε εμείς, ένα αγοράκι ήταν ήδη έξι χρονών. Μετά έγινε ποιητής με μεγάλη σκιά ως σήμερα. Έξι χρονών ήταν εκείνος όταν γεννηθήκαμε η κοπέλα κι εγώ και το κάτω χείλος του το δάγκωνε από τότε ο θάνατος. Είχε γεννηθεί στην Τρίπολη, τέσσερα χρόνια πριν αλλάξει ο αιώνας, κι εξαιτίας του επαγγέλματος του πατέρα του είχε γυρίσει, κι αυτός, πολλά μέρη: Λευκάδα, Αργοστόλι, Λάρισα, Πάτρα, Καλαμάτα, Αθήνα,  με τελευταίο μέρος τα Χανιά όπου έμεινε μέχρι και το 1913.

Εκείνος ήταν ένα χλομό - επειδή κρυβόταν σε σκιές, φαινομενικά αδύναμο παιδί, με μεγάλο, δυσανάλογο με το σώμα του, κεφάλι. Μέσα του έκρυβε ένα πείσμα γαϊδουρινό. Συμπιεσμένη ενέργεια. Σε λίγο θα πήγαινε σχολείο και οι συμμαθητές του που θα τον έβλεπαν έτσι, αποτραβηγμένο και κλειστό, δεν θα τον έπαιζαν, θα τον χλεύαζαν και θα τον φώναζαν κοροϊδευτικά γέρο. Τα παιδιά μπορούν να γίνουν πολύ σκληρά με τον αδύναμο. Έτσι και καταλάβουν πως κάποιο ανάμεσα τους είναι πληγωμένο, βάζουν συνέχεια το δάχτυλο στην πληγή που το πονάει. Ένα παιδάκι — γεροντάκι ήταν, άσχετο αν ομοιοκαταληκτεί με τ' όνομα του Καρυωτάκη. Ξέχασε αμέσως κι αυτό το όνομα!

Σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας εκείνη θα παραμείνει «η Μαρία», γιατί κανένα άλλο όνομα δεν μπορώ να βρω που να της ταιριάζει. Εκείνον όμως θα τον ονομάζω «ο Άλλος». Θα προσπαθήσω δηλαδή. Επειδή πάντα, ένας Άλλος ήταν και για μένα, αλλά και για όλους!



Οι άνθρωποι δεν ακούνε;

Δεν τον άκουσαν ποτέ, μέσα στο σπίτι που μεγάλωσε. Ο πατέρας του τον είχε μεγαλώσει σαν στρατιώτη. Μέσα στην ψυχή του μικρού αγοριού, η σκιά του πατέρα ήταν μεγάλη σαν δεινόσαυρου στον τοίχο της κάμαρας του, όταν του 'σβηναν τα φώτα για να κοιμηθεί. Η γλυκιά μητέρα, στο μισοσκόταδο, του 'ριχνε μια κλεφτή ματιά για να δει αν είναι σκεπα-σμένος, μπορεί και να τον ξεμάτιαζε, αν της παραπονιόταν για πονοκεφάλους. Σε λίγο η φωνή του πατέρα από το βάθος την επανέφερε στην τάξη. «Κατερίνα!». Δεν ήθελε το παιδί του να γίνει χαλβάς ή να του προκύψει αδερφή. Τον ήθελε γενναίο και σκληρό σαν πραγματικό στρατιώτη: 

«Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, 
όταν ακούσεις ανθρώπους». 

Τον ψαλίδισαν χοντρά, όπως ψαλίδιζαν τα περισσότερα παιδιά της εποχής εκείνης. Η παιδαγωγική στηριζόταν στην εξουσία. Ο ρόλος του άντρα ήταν αντιφατικός κι αδιέξοδος. Να τρώει καρπαζιές από τους επάνω και, σαν μίζερο αντιστάθμισμα, να γίνεται βασανιστής, απολυταρχικός τύραννος των αποκάτω. Η κεφαλή της οικογένειας! Η παραμικρή απόκλιση, αν τολμούσε να φανερωθεί πάνω σ' ένα παιδί, έπρεπε να παταχτεί αμέσως και, αν αυτό ήταν από τη φύση αδύνατο, με κάθε επιμέλεια να κρυφτεί. Τιι; Ναι, δίκιο έχεις που ρωτάς: Φυσικά και δεν ήταν ο μόνος που τον μεγάλωσαν αυστηρά. Ειδικά την εποχή εκείνη — αλλά τι λέω, ακόμα και σήμερα υπάρχουν γονείς που είναι βάναυσοι με τα παιδιά τους. Βγαίνουν όλα τα παιδιά αυτά στραμπουληγμένα από μέσα τους; Δεν ξέρω.

Όμως ο Άλλος ήταν διαφορετικός. Δεν εξηγείται με λέξεις αυτό το «διαφορετικός». Πώς όλα τα λουλούδια ενός λιβαδιού είναι κίτρινα κι ένα μονάχα είναι κόκκινο; Έτσι απλά, ανεξήγητα. Η οικογένειά του δεν έστησε ποτέ αυτί στη διαφορετικότητα του. Δεν την προστάτεψαν, δεν της επέτρεψαν καν ν' αναπνεύσει. Αυστηρή ανατροφή, σήμαινε φόβους κι ενοχές. Το σώμα ήταν κάτι ύποπτο, αμαρτωλό. Μόνο μέσα στην τάξη μπορούσε να υπάρξει. Κατουρημένα ιδανικά και υψηλές αρχές. Εθνική υπερηφάνεια κι εθνική ξεφτίλα. Κι όλα αυτά για να δουλεύει άψογα η μηχανή που ρουφάει ανθρώπους, τους μασάει, όσο να τους κλέψει τη ζωή, κι ύστερα τους φτύνει τελειωμένους. Το σύστημα της κάθε εποχής, κι αν αλλάζει μορφές, παραμένει ζωντανό, μονάχα όσο τρέφεται από μας. Το σύστημα είμαστε εμείς, μα μέχρι να το καταλάβεις, σ' έχουν διαμορφώσει έτσι, έχουν ξεπλύνει τόσο το μυαλό σου, που συνήθως είν' αργά.

Αν είναι μια φορά δύσκολο να πολεμήσεις τον πατέρα σου, είναι χίλιες φορές δυσκολότερο ν' αντιμετωπίσεις το είδωλο του εαυτού σου. Δον Κιχώτες. Ποιητές. Καταραμένοι. Εξερευνητές του άπιαστου.

Σ' αυτή την κατηγορία, ανήκουν οι πιο τρομαγμένοι, κι όχι εκείνοι που αποκαλεί η Ιστορία ήρωες. Γιατί, ήρωας είναι εκείνος που έχει επίγνωση της τραγικής φάρσας, κι όμως συνεχίζει. Σαν άλλος Κάφκα, ο Άλλος, για να γλιτώσει από τα φοβερά δόντια της εξουσίας, έζησε αιχμάλωτος κοντά της. Ποτέ δεν ξέφυγε από την οικογένειά του, τη μικρή και τη μεγάλη. Έγινε ένας δημόσιος υπάλληλος κι έτρωγε, ως το τέλος, απ' το πιάτο μέσα στο οποίο έφτυνε. Ο ομφάλιος λώρος δεν κόπηκε ποτέ, όπως ο σωλήνας οξυγόνου στον δύτη ή στον αστροναύτη. Όταν θέλησε να το κάνει, διαπίστωσε πως η επιθυμία του για ελευθερία, ήταν ισοδύναμη του φόβου του.

Η οικογένεια Καρυωτάκη

Είχε μεγαλώσει, όπως όλη εκείνη η γενιά, μέσα σε καταστροφές. Α' Παγκόσμιος, Βαλκανικοί, διχασμός. Το 1914 έρχεται φοιτητής της νομικής στην Αθήνα. Προσπαθεί να οργανώσει τη δική του πραγματικότητα. Να γίνει διαφορετικός, απ' αυτό που τον προορίζουν οι συνθήκες. Στέλνει λυσσασμένα συνεργασίες και ποιήματα σε περιοδικά. Συμμετέχει σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Θα βραβευτεί κιόλας. Από τα ξαδέλφια του, ο ένας είναι ζωγράφος κι ο άλλος μουσικός. Όλη η οικογένεια του ευνοεί τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες του και τις βλέπει με καμάρι, φτάνει να μην απειλούν την επιστημονική του καριέρα και την αξιοπρέπεια την κοινωνική. Δεν είναι, όμως, ούτε σπασίκλας ούτε κάποιος που έχει ψώνιο να γίνει «καλλιτέχνης», όπως δείχνει. Απλώς, ένα μαύρο χέρι, καλά κρυμμένο μέσα στο κεφάλι του, του γνέφει από τότε.

Το 1916 κατατάσσεται με έναν φίλο του στη φοιτητική φάλαγγα, αλλά αμέσως μετά αξιώνει να τον απολύσουν, δηλώνοντας πως αυτός κατατάχτηκε για να πολεμήσει κι όχι για να μείνει κλεισμένος στον στρατώνα. Δεν τα πάει καλά με τους στρατώνες. Ονειρεύεται τον εαυτό του πολεμιστή, άνθρωπο της δράσης, άσχετα αν δεν το κατάφερε ποτέ παρά μονάχα με τη μοιραία πράξη του τέλους του. Στη Θεσσαλονίκη, όταν πηγαίνει το 1918 να δει τους γονείς του που έμεναν τότε εκεί, τον πιάνουν, με την πρόφαση πως ήταν ανυπόταχτος, και κατατάσσεται στο στρατό. Καταφέρνει και παίρνει συνέχεια αναρρωτικές — έχει ταλέντο να παριστάνει τον άρρωστο — και γράφεται στη φιλολογία για να πετύχει αναστολή στρά-τευσης. Παίρνει άδεια δικηγόρου, αλλά τον επόμενο χρόνο, όταν καταργείται η ευεργετική διάταξη για τους φοιτητές της φιλολογίας, τον ξαναρίχνουν στο στρατό. Δημοσιεύει το αντιπολεμικό ποίημα «Ο Μιχαλιός» με υπογραφή: Ανώνυμος.

Εκείνη την εποχή είχε εκδώσει μ' έναν φίλο του το σατυρικό περιοδικό «Η Γάμπα», όπου με διάφορα ψευδώνυμα — και τι ψευδώνυμα: Μαρκούτσης Ναργιλεάδης, Γεροπαράξενος - δημοσιεύει στιχάκια, διηγήματα και πονηρά ανέκδοτα. Το σκοτάδι που έκρυβε μέσα του πολλές φορές το εκδήλωνε με χιούμορ ανατρεπτικό. «Η Γάμπα» και πλάκα και σχετική επιτυχία είχε, πρόλαβαν όμως να κυκλοφορήσουν μόνο έξι τεύχη γιατί τους το απαγόρεψε ως άσεμνο η αστυνομία.




Τον περισσότερο καιρό της στρατιωτικής θητείας του με αναρρωτικές άδειες τον πέρασε. Νοσηλεύεται σε διάφορα νοσοκομεία, διαβάζοντας μανιωδώς Μπωντλαίρ και Πόε. Εισάγεται στο Νοσοκομείο Χανίων και περιμένει απαλλαγή από το Φρουραρχείο Ρεθύμνου. Ο πατέρας του είχε διοριστεί τότε νομομηχανικός Ρεθύμνου. Τελικά, φθινόπωρο του 1920, με τη μεσολάβηση ενός συγγενή του, που ήταν γενικός αρχίατρος, τα καταφέρνει: απαλλάσσεται για λόγους υγείας από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του, αν κι από μικρός, παρά την αρρωστιάρικη όψη του, ήταν πολύ γερός κι είχε αξιοθαύμαστη σωματική αντοχή.
Τα πολιτικά πράγματα αλλάζουν από μέρα σε μέρα. Διορίζεται διοικητικός υπάλληλος και τον τοποθετούν στη Νομαρχία Σύρου. Έπειτα μετάθεση στην Άρτα. Στις εκλογές, νίκη των βασιλικών. Ο ενθουσιασμός της οικογένειας του τον αφήνει αδιάφορο, σε βαθμό που θα μπορούσε να τον πει κανείς βενιζελικό. Δεν είναι, όμως. Είναι απλώς τελείως αδιάφορος για την εξουσία, ό,τι χρώμα κι αν έχει.

Όταν θα επιστρέψει στη Νομαρχία Αττικής και στην Αθήνα είναι μόνον είκοσι πέντε χρονών, αλλά νιώθει ήδη κουρασμένος από μια εσωτερική μάχη με φαντάσματα που δεν ομολογεί ούτε στους στενούς του. Μέσα του πνίγεται. Απ' έξω φοράει σφιχτό κολλάρο και καπέλο στενό, που σχεδόν δεν του χωράει. Κρύβεται πίσω από μάσκες. Στήνει φάρσες, κυρίως στον εαυτό του, αλλά και στους άλλους. Τον έρωτα τον νιώθει για απειλή. Προτιμάει να τον πληρώνει στα πορνεία ή να τον νοσταλγεί. Έχει πιαστεί από τα γραφτά του, όπως ο ναυαγός απ' τα μαλλιά του. Εκδίδει τα «Νηπενθή». Δεν υπάρχει αμφιβολία, ακόμα κι απ' αυτούς που μετρούν την ποίηση με υποδεκάμετρα, πως πρόκειται για μια φωνή τελείως ξεχωριστή. Έχει μια ιδιοσυγκρασία ιδιοπαθή — πώς μου 'ρθε αυτή η λέξη; Άκου τους στίχους του έτσι τυχαία ριγμένους:


Οι ώρες μ' εχλώμιαναν, γυρτός που βρέθηκα ξανά 
στο αχάριστο τραπέζι...

Αχ, όλα έπρεπε νά 'ρθουν καθώς ήρθαν!...

Τα ωραία κι απλά κορίτσια — ω αγαπούλες! — ...

Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια, 
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι...

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,...

Απ' όλα θέλω ελεύτερος
να πλέω στα χάη του κόσμου...

Όμως ο ίδιος πάντα μένω∙ 
τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο...

Κι απάνω μου θα παίζει το τρελό 
τρελό φεγγάρι...

Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς. 
Σα να χουν βγει σε τάφο... 

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να 'ναι,
να παίζουνε τ' αστέρια εκεί σα μάτια 
και σα να μου γελάνε.

"Sometimes we stayed in the sky a little while, jumping from cloud to cloud, and the moon would get closer and closer and bigger and bigger, and its face would change and get horrible and grin at us until it seemed like its mouth was a mile wide and open, to swallow us up. " - Evangeline Walton


Ο Άλλος ερχόταν απ' αλλού....


Ποτέ μου δεν ήμουν αδιάφορος για ό,τι γραφόταν. Είχα διαβάσει κι άλλους σύγχρονους μου ποιητές, είχα κι έχω πάντα ένα ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Ανθρωπολογικό, θα το χαρακτήριζα. Καμιά φορά η λογοτεχνία μιλάει καλύτερα για την κατάσταση του ανθρώπου σε μια εποχή, από χίλιους επιστήμονες κι ιστορικούς. Κι όσο πιο προσωπική κι ειλικρινής είναι, τόσο περισσότερους εκφράζει. Έβρισκα, όμως, τα ποιήματα τους, πώς να το πω... Φλύαρα και άσφαιρα. Εκτός από μια εξαίρεση: είχαν πέσει στα χέρια μου «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων» και τα «Νηπενθή» του Άλλου και είχα νιώσει ένα ρίγος.

 Αυτός κι αν ήταν πικρός και μελαγχολικός! Όμως, η χαρά που σου δίνει η γνήσια τέχνη δεν έχει να κάνει με τις ιδέες - ούτε καν με τα συναισθήματα - που κουβαλάει" αν είναι, δηλαδή, αισιόδοξη ή απαισιόδοξη. Η αποκαλυπτικότητά της είναι που μετράει. Κατά πόσο έχει τη δύναμη να σου ξεσκεπάζει το αληθινό σου πρόσωπο. Να σου τραβάει ένα χαστούκι, που στην αρχή όχι μόνο σε ξαφνιάζει, αλλά σ' εξοργίζει κιόλας, γιατί σε βγάζει - έστω και για λίγο - από το λήθαργο της συνήθειας. Μου ήταν σαφές από την πρώτη στιγμή ότι ο Άλλος ερχόταν απ' αλλού. Από πού αλλού κανείς μας τότε δεν καταλάβαινε, γι' αυτό και πολλούς τους ενοχλούσε. Οι κριτικοί, όπως ξέρεις, κολακεύονται ν' ανακαλύπτουν «ταλέντα». Αυτός, όμως, δεν ήταν ένα ταλέντο απλώς. Ερχόταν από μια χώρα αποκλειστικά δική του. Τον βρίσκεις στα σχολικά αναγνώσματα πια, και μάλιστα με ποιήματα, να κοίταξε εδώ, θα μπορούσε να 'ναι ένα σαν κι αυτό:

ΘΑΝΑΤΟΙ

Είναι άνθρωποι που την κακήν ώρα 
την έχουν μέσα τους

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ' τη χαρά ζεστά των φιλημάτων, 
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων∙ 

ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια, 
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε 
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια∙ 

ω, που 'χατε πολλά να ειπείτε, στόματα, 
κι ο λόγος σάς εδιάλεξε για τάφο, 
ω, που 'χατε πολλά να ειπείτε, στόματα, 
και τον καημό δεν είπατε που γράφω∙ 

μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου 
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου, 
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου 
τον Πόνο των Πραμάτων και του Ανθρώπου.


Φαντάζεσαι ένα παιδί, έναν έφηβο, να τον πρωτοανακαλύπτει ανάμεσα σ' όλα τ' άλλα τα ανώδυνα που του σερβίρουν οι δάσκαλοί του. Στην αρχή, είμαι σίγουρος, θα τον τρομάζει. Σαν ιός θα απειλεί να εισχωρήσει μέσα του. Κάποτε όμως θα τον ξαναθυμηθεί. Αποκλείεται να τον ξεχάσει.

Mimmo Paladino, I dormienti (1999) a Villa Pisani 

....σαν καλοκουρδισμένο ρολόι....

Στην υπηρεσία της στη Νομαρχία [ η Μαρία] πατούσε σπάνια. Μόνο στο τέλος του μηνός πήγαινε και πληρωνόταν. Πνιγόταν εκεί μέσα, δεν μπορούσε να τους βλέπει και καλά έκανε. Μήπως οι υπόλοιποι συνάδελφοι της ήταν καλύτεροι;! Τα ίδια που συμβαίνουν στο Δημόσιο ως τα τώρα. Οι περισσότεροι με διάφορα προσχήματα κι ελιγμούς αργομισθούν. Βρίσκονται και μερικοί φιλότιμοι ή αφελείς που τραβάνε όλο το κουπί. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Άλλος. 

Ο άνθρωπος που περιφρονούσε και ξεγύμνωνε στα γραφτά του όλο το σύστημα, στην υπηρεσία ήταν άψογος και τυπικός σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Από μέσα μια ακόπαστη τρικυμία κι απ' έξω τσάκιση αλφάδι. 

«Η ζωή μου είναι ένα ωραίο (τρόπος του λέγειν) ρολογάκι, το οποίον ο Παντοδύναμος έχει την καλοσύνη να κουρντίζει ακόμη κάθε πρωί», έγραφε σ' έναν φίλο του. 

Η αλαζονεία του ποιητή, αλλά κι η καλλιέργειά του, δεν του επέτρεπαν παρά την απόλυτη αδιαφορία για ό,τι είχε σχέση με δημόσιες υπηρεσίες, βολεμένα άβουλα ανθρωπάκια και γραφειοκρατικά χαρτοβασίλεια. Προς τα έξω, όμως, και για διάφορους λόγους, δεν ήθελε να δίνει το παραμικρό δικαίωμα. Δεν άργησε να στρέψει τον φθόνο τους εναντίον του. Εναντίον εκείνου του σκοτεινού, εκκεντρικού κυρίου με το παγωμένο χαμόγελο. Τι ήθελε να τους παραστήσει, ότι εκείνος ερχόταν απ' αλλού; Κι ανίκανος όπως ήταν για συμβιβασμούς και ελιγμούς - επειδή έδινε μεγάλο λόγο, πρώτ' απ' όλα στον εαυτό του   —   συγκρούσθηκε μετωπικά μαζί τους. Το μεγαλύτερο διάστημα που δούλεψε συνεχώς η Μαρία στη Νομαρχία ήταν εφτά μήνες, κι αυτό όταν γνώρισε τον Άλλο.


Clocks slay time... time is dead as long as it is being clicked off by little wheels; only when the clock stops does time come to life.
William Faulkner

Ένας ζωντανός νεκρός....

Φαντάσου λοιπόν τη σκηνή. Είναι σαν να τη βλέπω να παίζεται ολοζώντανη μπροστά μου: μια κοπέλα με κείνα τα βαριά και παράδοξα μαύρα, με κείνο το πρόσωπο όπου δέσποζαν τα μάτια της, διψασμένα για όλα, αλλά και ευαίσθητα πολύ, με κείνο το κορμί — η Μαρία ήταν πολύ γυναίκα, ψηλότερη σίγουρα από τον Άλλο, με χυτές γάμπες και μ' ένα ολόρθιο στήθος, που φρόντιζε να τονίζει με μεγάλο, για την εποχή εκείνη και για δημόσια υπηρεσία, ντεκολτέ — ανοίγει την πόρτα του γραφείου του. 

Ο Άλλος είχε γίνει μόλις ανώτερος υπάλληλος και του είχαν δώσει γραφείο δικό του. Μπορεί να την άνοιξε με το πρόσχημα κάποιας υπογραφής. Την έχω όμως ικανή να την άνοιξε και από σκέτη περιέργεια. Τον είχε δει, μέρες πριν, να περνάει βιαστικός στους διαδρόμους και της είχε κεντρίσει αμέσως το ενδιαφέρον ο αμίλητος και χαμένος στον κόσμο του εκείνος άνδρας. Διακριτικά ρωτώντας συναδέλφους, της είχαν απαντήσει με κοροϊδευτικά χαμόγελα και σχόλια «έχει τη μύτη του ψηλά, δήθεν επειδή γράφει». Αν ήξεραν σε ποια μιλούσαν! 

Χτύπησε μια φορά, δεν πήρε απάντηση. Άνοιξε την πόρτα απαλά και κοίταξε μέσα. Πίσω από το γραφείο, είδε το κεφάλι του, αυτό το τεράστιο κεφάλι. Ο Άλλος δεν ασχολιόταν με τα χαρτιά του, αλλά είχε το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι. Με συνοφρυωμένο μέτωπο και με σφιγμένα χείλη, ρέμβαζε.

«Λοιπόν;» του έκανε εκείνη χαμογελαστή, μόλις συναντήθηκαν τα μάτια τους. Στο μεταξύ είχε μπει ολόκληρη μέσα κι είχε κλείσει πίσω της την πόρτα.

«Τι λοιπόν;»  ψέλλισε  εκείνος  ξαφνιασμένος κι έσπρωξε με τα χέρια του το γραφείο έτοιμος να σηκωθεί.

«Τι το τόσο πιο πολύ ενδιαφέρον από τα χαρτιά σας κοιτάζετε εκεί ψηλά;»

Τα μάτια της που γυάλιζαν έδειχναν απόλυτη συνενοχή. Συνενοχή σε τι; Την περιεργάστηκε αστραπιαία από πάνω ως κάτω. Την έξαψη που ένιωσε, την έκρυψε η χλομάδα του προσώπου του. Σηκώθηκε αργά, τεντώθηκε με τρόπο, μέσα στα σφιχτά, καλοραμμένα ρούχα του. Έμεινε όμως πίσω απ' το γραφείο, όπως πίσω από φρούριο. Προσπάθησε να μη δείξει την ταραχή του, που όμως μια γυναίκα την πιάνει πάντα αμέσως.

«Τι κάθεστε και κάνετε εδώ;»

Αν δεν ήταν η Μαρία, με την όψη της Μαρίας, σίγουρα θα την είχε πετάξει αμέσως έξω.
Της χαμογέλασε, ειρωνικά:

«Τι κάθομαι και κάνω; Με δουλεύετε;»

«Εννοώ τι γυρεύει κάποιος σαν εσάς εδώ πέρα.»

«Εργάζομαι, βέβαια! Γιατί; Κι εσείς ποια είστε που ρωτάτε;»

«Κι όμως δεν μοιάζετε σαν κι αυτούς...» έδειξε συνωμοτικά πίσω της.

«Ποιους αυτούς, δηλαδή;»

«Όλους αυτούς τους πεθαμένους, στα διπλανά γραφεία. Δεν με ξεγελάτε εμένα. Το διαβάζω στα μάτια σας. Εσείς τους κοροϊδεύετε όλους!»

Τι κομπλιμέντο, ε! Σίγουρα καλύτερο δεν του 'χαν ξανακάνει. Και μάλιστα αν συλλογιστείς ότι το κομπλιμέντο αυτό προερχόταν από μια τόσο εντυπωσιακή γυναίκα. Ο Άλλος κολακεύτηκε.
Τα μάτια του άστραψαν κι έβαλε το χέρι του στην τσέπη. Θα είχε μια όψη όπως γκάνγκστερ εκείνη τη στιγμή που σιγουρεύεται αν είναι στη θέση του το περίστροφο. Είπε πολύ καθαρά, σαν να υπογράμμιζε μια μια τις λέξεις:

«Έχετε πέσει σε μεγάλη πλάνη, δεσποινίς, όποιο κι αν είναι το όνομα σας. Δεν κοροϊδεύω κανέναν. Και ο κυριότερος λόγος είναι...»

Έκανε μερικά αργά βήματα, παρακάμπτοντας το γραφείο, και πλησιάζοντας την, χωρίς να πάψει στιγμή να την κατακεραυνώνει μ' αυτό το βλέμμα:

«Ο λόγος, λοιπόν, είναι ότι είμαι ήδη πεθαμένος.»

Στάθηκε απέναντι της και την κοίταξε υποβλητικά, κυρίαρχος του ρόλου που έπαιζε. Όταν ένιωθε σίγουρος για τον εαυτό του ήταν άπιαστος:

«Και όπως σίγουρα μια κοπέλα ταχύστροφη σαν και σας γνωρίζει, ένας νεκρός δεν μπορεί να κοροϊδέψει κανέναν.»

Η Μαρία, μετά από μια μικρή σιωπή, ξέσπασε αυθόρμητα σε γέλια. Της ερχόταν να τον χειροκροτήσει:

«Ε, λοιπόν, πάντα το όνειρο μου ήταν να γνωρίσω έναν ζωντανό νεκρό. Και με την ευκαιρία: είστε απίθανος ηθοποιός! Ανώτερος κι από μένα! Με λένε Μαρία. Εσάς;»




Δεν ήταν πια καιρός......

«Απελπισμένε μου ποιητή, θα σ’ αγαπήσω άραγε όσο θέλω να σ’ αγαπήσω…. Όσο σου πρέπει; [….. ] τον είδαμε να περνάει μπρος μας […] Το αίμα μου όλο ανεβασμένο στο κεφάλι μου κάνει να χτυπούν φριχτά οι φλέβες και να νιώθω μια βουή στ’ αυτιά μου σαν να πήρα 30 κόκκους κινίνο […] τελείωσαν πια όλα, και οι δειλίες και οι φοβεροί πόνοι. Μ’ αγαπάει, τον αγαπώ.»

Είχε έναν τέτοιο πυρετό αυτή η κοπέλα κι είχε ριχτεί σ' ένα κυνήγι για το απόλυτο και το μοναδικό, που μόνο έναν άνθρωπο φευγάτο θα μπορούσε ν' αγαπήσει. Να ερωτευτεί, δηλαδή, εννοώ. Γιατί τον Άλλο τον αγάπησε πραγματικά πολύ καιρό αφού είχαν χωρίσει. Επιλέγοντας ένα άτομο άπιαστο, όπως ήταν εκείνος, δεν θα μπορούσε εύκολα και να τον ξεπεράσει.

Πρωταπριλιά είχε γεννηθεί [η Μαρία] κι όλα τα απίστευτα της συνέβαιναν Απρίλιο. Απριλίου είκοσι επτά, θα γράψει στο ημερολόγιο της: «είναι αυτό ίσως το πάθος που δεν εγνώρισα;... γιατί έτσι πάλι ανηλεής, ποιητή μου;». Την επόμενη μέρα, στις είκοσι οκτώ, εκείνος της δίνει το ποίημα «Υστεροφημία», που μόλις έχει γράψει. 

Το θάνατο μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση 
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών. 
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει, 
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

Το θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου. 
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική, 
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου 
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.
Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι, 
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς 
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη, 
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

Ερωτικότατο, ε; Τι να σου πω! Μπορεί, όμως. Για να υπάρξει πάθος, χρειάζεται να συνυπάρχει και κάτι που εμποδίζει την ένωση των δύο. Να την κάνει να μοιάζει ανέφικτη.
Το ποίημα αυτό ήταν μια μικρή εισαγωγή στο θέμα. Δεν ξέρω πώς το διάβασε η Μαρία. Ίσως να μην ήθελε να το παραδεχτεί. Το «μήνυμα» το είχε φέρει το περιστέρι του Απριλίου, ο ποιητής το είχε πάρει, το κρατούσε στα χέρια του, τον είχε αγγίξει μέχρι τα βάθη της καρδιάς του. Όμως δεν ήταν πια καιρός.


Origami


Ένας υπεράνθρωπος δεν μπορεί να είναι δέσμιος κανενός

Ο Τάκης, ο Τάκης της, όπως τον αποκαλούσε, την τρόμαζε συγχρόνως πάρα πολύ. Της παρουσιαζόταν απειλητικά αντιφατικός. Κάθε του κίνηση απέναντι της, κάθε του λέξη, έπαιρναν πάντα διπλή σημασία: 

«Επήγαμε μαζί σ' ένα καφενεδάκι εξοχικό στα Πατήσια. Ένα κοντσέρτο αρκετά καλά κατηρτισμένο έριχνε στην φυχή μας έναν πέπλο μελαγχολίας. Το παράπονο του ερωμένου της Τόσκας, που εχύνοταν απ' το γλυκό βιολί, έκανε τα μάτια του να πλημμυρίσουν δάκρυα και τα χείλη του να μου ψιθυρίσουν με πόνο. "Πόσο σ' αγαπώ!"[...] Γιατί όμως το τραγούδι κείνο — "Πεθαίνω απελπισμένος" — θέλεις να θυμηθεί ο καθένας μας όταν ο ένας πεθάνει πριν από τον άλλον;».

Μόλις σιγουρεύεται ο Άλλος για την πλήρη κατάκτηση της, αναδιπλώνεται. Παρουσιάζεται νευρικός κι απόμακρος. Προσπαθεί να της σβήσει τον πρώτο ενθουσιασμό, αποκαλύπτοντας της μια ιστορία, για τον πρώτο εφηβικό του έρωτα που τον ακολουθεί ακόμα. Το όνομα της ήταν Άννα και την είχε γνωρίσει όταν ο πατέρας του υπηρετούσε στα Χανιά. Αλλά εκείνος χρειάστηκε να φύγει κι εκείνη παντρεύτηκε άλλον. Κι ίσως να είχαν σχέσεις και μετά τον γάμο της. Καθόλου απίθανο να τις συνέχιζαν και μέχρι εκείνη την εποχή. Μιλάμε ότι ήταν γάτος ο Άλλος! Πρόκειται για μια κοπέλα, που τα γράμματά της δείχνουν έναν χαρακτήρα τελείως απλό κι ασήμαντο για κάποιον με τις δικές του απαιτήσεις από τη ζωή. Κι όμως, το αφήνει να γίνει θέμα βασανιστικό για τη Μαρία. [....]  Ένας έξυπνος άντρας φυσικά θα το απέκρυβε. Εκείνος συνέχεια το επαναφέρει, γιατί; Θέλει να την κάνει να ζηλέψει γιατί θεωρεί ότι κάποια σαν τη Μαρία του παραπέφτει; Από ερωτική ανασφάλεια, δηλαδή; 

Η Μαρία μπορούσε να γίνεται μελαγχολική, και μερικές φορές χωρίς εμφανή λόγο λυπημένη, ήταν όμως και χαρά ζωής. Αυτή η κοινωνική πλευρά του χαρακτήρα της, τονισμένη κι από την άλλη — τη σκοτεινή — ήταν πολύ έντονη. Ποτέ της κατσούφα όταν βρισκόταν μ' άλλους- ήταν της παρέας, των διασκεδάσεων, του χορού. Όλα αυτά έφερναν σε πολύ δύσκολη θέση τον Άλλο, που ήταν μονόχνοτος, σχεδόν μισάνθρωπος. « Τ" αστέρια εκεί θα δω, θα νιώσω πόσο οι άνθρωποι είναι κακοί.» Έφτασε μέχρι στο σημείο να πάει να πάρει, κρυφά από τη Μαρία, μαθήματα χορού. Κι όταν ένα απόγευμα τον έπιασε στα πράσα, μέσα στη σχολή, να ιδρώνει αδέξιος μαζί με τους υπόλοιπους προπονούμενους μαθητές, εκείνη ξέσπασε σε γέλια, ενώ εκείνος πήγε να πεθάνει από ντροπή. Μυστικά τη ζήλευε παθολογικά, για την ορμή των νιάτων της.

Αυτός ο εφιάλτης, μέσα του, δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ. Είχε στήσει και δικαιολογήσει όλη του την ύπαρξη μέσα στο στενό κελί του και τώρα δεν χωρούσε πια να βγει. Στο μεταξύ, «ιερά χέρια» τον πίεζαν από παντού. Από τη μια η κοινωνία, η μάνα του, ο πατέρας του, που θεωρούσαν τη Μαρία «απαράδεκτη». Απαράδεκτη για την ελεύθερη, χωρίς γονείς, ζωή της. Απαράδεκτη επειδή σήκωνε, χωρίς τη βοήθεια κανενός, τα βάρη της και δεν έδειχνε να λυγίζει. Για τα βενιζελικά φρονήματα της. Απαράδεκτη επειδή δήλωνε πάντα καθαρά και ξάστερα ό,τι πίστευε. Απαράδεκτη επειδή έκανε παρέες με άντρες, αλλά διάλεγε μόνο αυτόν που εκείνη ήθελε. Απαράδεκτη επειδή μπορούσε ελεύθερα να ξενυχτάει. Για το δυνατό γέλιο της. Για τα ρούχα της. Γιατί έγραφε ποιήματα. Γιατί ήθελε να γίνει ηθοποιός. Γιατί χόρευε. Γιατί επέμενε και πλήρωνε πάντα στα καφενεία και στις ταβέρνες τον λογαριασμό της. Γιατί κοίταγε, έτσι όπως κοίταγε. Γιατί ήταν επιθυμητή, αλλά δεν ήταν εύκολη. Επειδή δεν ήταν μόνο γυναίκα, αλλά ήταν άνθρωπος. Απλώς «απαράδεκτη». Οι άντρες τη φοβόνταν. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να της μοιάσουν και γι' αυτό την εχθρεύονταν. 

Από τη μια, λοιπόν, ο Άλλος είχε τον ανθρώπινο νόμο, που όσο κι αν τον έβρισκε παράλογο και τον μισούσε, δεν μπορούσε να μην τον σέβεται, γιατί έτσι είχε ανατραφεί. Κι από τη άλλη, είχε τα ποιήματά του: οι ποιητές έχουν το άλλοθι ότι υπηρετούν έναν δικό τους θεό. Ο θεός του Άλλου τον έσπρωχνε πάνω από τα ανθρώπινα. Κι ένας υπεράνθρωπος δεν μπορεί να είναι δέσμιος κανενός. Καμιάς κατάστασης, καμιάς γυναίκας. Κανενός συναισθήματος. Ο έρωτας απειλούσε να τον αποσταθεροποιήσει, γι' αυτό πήγαινε μόνο με πουτάνες. Οι γυναίκες γι' αυτόν ήταν «ανυποψίαστα, μηδενικά πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα». Μέσα στο, σαν χύτρα ταχύτητας, κεφάλι του, δρούσαν αφόρητες πιέσεις. Είχε μάθει τις πιέσεις αυτές να τις εξατμίζει κάνοντας τις ποιήματα. Αν άλλαζε την απάνθρωπη πραγματικότητα του, μπορεί και να μην είχε πλέον την ανάγκη να εκφραστεί. Μπορεί ενδόμυχα να φοβόταν πως αν απελευθερωνόταν, ίσως να τέλειωνε σαν ποιητής. 

Ζωγραφική Γιάννη Ψυχοπαίδη

..σ' αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν' αγαπήσω... 

Μπροστά σ' αυτή την ασφυξία, η Μαρία έκανε μια προσπάθεια να απομακρυνθεί. Φεύγει για ένα μήνα στην Καλαμάτα.  Απομακρύνεται, γιατί δεν αντέχει άλλο...Απομακρύνεται, για να τον πλησιάσει πιο πολύ: 

«Διαβάζω τα βιβλία σου, αρχίζοντας από όσα έχεις σημειώσει ότι προτιμάς, κι έτσι βρίσκω τις ιδέες σου μια μια [...] Για μερικές στιγμές — άφησε να σου λέω ό,τι σκέπτομαι — θέλω να μην σε είχα απαντήσει, να μην σε είχα αγαπήσει... Πόσο ήμουν ήρεμη πρώτα, πόσο ελαφρές περνούσαν οι μέρες μου... Τώρα; τώρα, αν αγάπησες σαν μένα, σκέψου με. Βλέπω αυτή τη στιγμή το πρόσωπο σου συλλογισμένο όπως άλλοτε, όταν σου έλεγα κάτι παρόμοιο, και μάταια τα χέρια μου απλώνονται στο χλομό φάντασμα σου. Γιατί να μην είμαι σιμά σου αυτή τη στιγμή!».

Αυτή έχει συντροφιά τις φίλες της, έχει σε κάποιον να μιλήσει. Έχει τη φύση γύρω της. Έχει τις αναμνήσεις της, ακόμα και τους νεκρούς γονείς της. Εκείνος όμως; Εκείνος είναι επτασφάλιστος. Μουγκός. Δεν ομολόγησε ποτέ, σε κανέναν, ακόμα και στον στενότερο του φίλο, αυτόν τον έρωτα. Μπροστά στον κίνδυνο να σκάσει, της γράφει. Τι λένε οι βιογράφοι που τη βρήκαν; Ακριβώς! Η επιστολή είναι γραμμένη πίσω από δύο δελτάρια που εικονίζουν ορεινά τοπία της Ιταλίας και φέρει ημερομηνία 1η Ιουνίου του 1922: 

«Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ' αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ' αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν' αγαπήσω [...] Ήθελα πράγματι να ήμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο, όπως ήθελα να 'μαστε στο χωριό αυτό των Άλπεων, καλύτερα όμως — το ομολογώ — άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί, πιο ελεύθεροι από τώρα».




Εγώ ερωτεύτηκα έναν ποιητή.....όχι οπλαρχηγό...

Είχαν πάει μια φορά στο Φάληρο. Κοντά στον Άγιο Σώστη τους παίρνει το μάτι ενός χωροφύλακα να περπατούν αγκαλιασμένοι. Εκείνη την εποχή το Τμήμα Ηθών κυνηγούσε τα ξεμοναχιασμένα ζευγαράκια και ειδικά όταν τα 'βλεπε σε ωραίες περιπτύξεις. Για να τη βγάλεις καθαρή έπρεπε να αποδείξεις ότι ήσουν «νόμιμος», δηλαδή παντρεμένος ή αρραβωνιασμένος. Μέχρι που θα έπρεπε να κουβαλάς επάνω σου τα σχετικά πιστοποιητικά.

 Το ζευγάρι δηλώνει αρραβωνιασμένο, αλλά ο χωροφύλακας δεν πείθεται. Θέλει να τους πάει στο Τμήμα για να το αποδείξουν. Θα υπήρχε και κάποια αναίδεια, κατά τη γνώμη του, στη συμπεριφορά τους, και θέλει να τους «σωφρονίσει». Ο Άλλος ισχυρίζεται πως είναι μεγάλη η απόσταση και θα πρέπει να πάρουν μόνιππο. Μάλιστα τον πείθει να πάρουν ξεχωριστά αμάξια. Το όργανο της τάξεως, σωστός Σέρλοκ Χολμς, δέχεται. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αφήνει το δικό του να προπορεύεται, ενώ το ζευγαράκι έπεται. 

Μόλις ο ποιητής αντιλαμβάνεται τι πρόκειται ν' ακολουθήσει, γίνεται υποκίτρινος. Στο Τμήμα θα ειδοποιήσουν τον πατέρα του. Το γεγονός μπορεί να φτάσει μέχρι και στην υπηρεσία. «Τι γίνεται τώρα;», αναρωτιέται κι αρπάζεται μ' αγωνία απ' το χέρι της. Η Μαρία βλέποντας τον πανικό του, τον προτρέπει: «Άντε, πήδα!». Δηλαδή: «Φύγε εσύ, εγώ μπορώ να τα αντιμετωπίσω όλα μόνη μου». Εκ των υστέρων μάλιστα τον δικαιολογούσε: «Εγώ ερωτεύτηκα έναν ποιητή. Αν ήθελα έναν αντρειωμένο, θα ερωτευόμουνα έναν οπλαρχηγό». Κι εκείνος πήδηξε. Όπως θα πηδήξει στη συνέχεια έξω από τον έρωτα τους. Όπως θα πηδούσε στο τέλος κι έξω από τη ζωή του.


Ένα γράμμα


«[.....] Έλα, Τάκη, να ζήσουμε μαζί... να ιδείς πόσο γλυκιά, πόσο ανακουφιστική θα 'μαι σε σένα. Δεν είναι δύσκολο, μα καθόλου δύσκολο. Ξέρω όλα τα εμπόδια, όλες τις συνέπειες. Είμαστε φτωχοί και οι δυο, αλλά τι μ' αυτό; μήπως τώρα που είμαστε χωριστά δεν είμαστε φτωχοί και χωρίς καμιά ελπίδα να γίνουμε πλούσιοι; Δύο δωμάτια μας φτάνουν. Θα εργάζομαι κι εγώ [....] Θα παίρνω 400 δρχ.-500 το μήνα μέχρις ότου πάρω το δίπλωμα μου. 

Δεν θα 'μαι η γυναίκα κείνη που θα σου φέρει γύρω σου τις ενοχλητικές σκέψεις του οικοκυριού.. όχι, θα 'μαι η αιώνια ερωμένη σου. Δεν έχεις τίποτα από τη ζωή σου ν' αλλάξεις κοντά μου.  Ω! αν ήξερες πόσο κακό μου κάνει να σκέπτομαι πως συ, το ευγενικό εξιδανικευμένο πλάσμα με τη θεϊκή ψυχή, φέρεσαι έτσι από ανάγκη στις ελεεινές αυτές ακάθαρτες γυναίκες που σου χάλασαν την υγεία σου... πόσο κακό μου κάνει... πόσο κακό!... 

Προ παντός μη — σ' εξορκίζω — μη σκεφθείς πως είσαι άρρωστος και θα μου έκανες κακό. Ξέρεις πως το μεγαλύτερο μαρτύριο που μπορεί να νιώσω είναι η κάθε στιγμή που περνώ μακριά σου... Α! είναι ένα φοβερό, ατέλειωτο μαρτύριο... Σιμά σου όλα θα 'ναι όμορφα... όλα καλά... Να υποφέρω κάτι τι... να μου επιτρέπεις να πονώ τον πόνο σου, είναι η ευτυχία, η μόνη ευτυχία που μπορεί να νιώσω... Ω! άκουσε με, αγάπη μου' όποιον άλλον λόγο σου θα τον ακούσω, μα όχι, μη μου προβάλεις αυτόν τον τελευταίο — αν ήταν μονάχα αυτός! — μη, θα πιστέψω πως δεν θέλεις να πλησιάσω τόσο πολύ στην ψυχή σου, πως δεν μ' αγαπάς. [...]
Μη μου απαντήσεις απερίσκεπτα" σκέψου πως σ' αγαπώ πολύ πολύ... ατέλειωτα.
Μαρία



Μην μ' εγκαταλείψεις... Σε χρειάζομαι πολύ....

Φαντάζομαι τον Άλλο να το διαβάζει. Θα τον έλουσε παγωμένος ιδρώτας. «Τα δύο δωμάτια.» «Οι 400-500 δραχμές το μήνα.» «Το ταλέντο του», «Η αιώνια ερωμένη του.» Τα παγωμένα πόδια της κάτω από τις κουβέρτες κάθε βράδυ. Οι θόρυβοι και τα γέλια της μέσα στο σπίτι. Η ευτυχία τους. Κι όλα αυτά σε μια επανάληψη εξοντωτική. Δεν ήταν μόνο χαμόγελο ειρωνικό αυτό που σχηματίστηκε στα χείλη του, όταν τέλειωσε το διάβασμα, ήταν και μορφασμός οδύνης. Αν μπορούσε, θα έκλαιγε. Η προσφορά της, η θυσία της. Άμυαλο κορίτσι! Δεν μπορούσε, όμως, να κλάψει. 

Είχε μείνει πια τελείως μόνος. Αυτό, άλλωστε, δεν επεδίωκε; Ούτε εκείνη τον είχε καταλάβει. Όσο τα πράγματα δεν λέγονταν εξαντλητικά και απερίφραστα, υπήρχε πάντα μια πιθανότητα. Αόριστη, ελάχιστη πιθανότητα, όμως υπήρχε. Υπήρχε παρόν. Και τώρα η Μαρία τού το σκότωνε, προσπαθώντας να εξηγήσει και να ρυθμίσει τα πάντα. Γι' αυτό πήγαινε σε πορνεία. Γι' αυτό δεν ήθελε ν' αποχτά εξαρτήσεις με γυναίκες. Ήταν πιο ασφαλής έτσι. Γιατί, διαφορετικά, ερχόταν, όπως τώρα, η στυγνή πραγματικότητα και τα σάρωνε όλα.

Ήταν άρρωστος από σύφιλη τότε; Ή δεν ήταν ακόμα; Γιατί, από το γράμμα της φαίνεται ότι η εξομολόγησή του είχε προηγηθεί. Η αποκάλυψη μάλιστα αυτού του μυστικού μοιάζει να είναι το ισχυρότερο κίνητρο για να γραφτεί αυτό το γράμμα. Της είχε πει αλήθεια; Ή ήταν η πρόφαση για να αποφύγει την πραγματικότητα μιας κανονικής σχέσης μαζί της; Είχε εξασκηθεί άλλωστε να παριστάνει, και πολύ πειστικά μάλιστα, τον άρρωστο για να λουφάρει. Κι απ' τον στρατό έτσι δεν τη σκαπούλαρε; Υπάρχει η μαρτυρία του εξαδέλφου του που λέει ότι την αρρώστια την κόλλησε μετά από χρόνια, τον Οκτώβριο του 1926, σε ταξίδι τους στη Ρουμανία. Σ' ένα ξενοδοχείο στο Βουκουρέστι είχαν βρει κάτι καμαριέρες που τους «εξυπηρέτησαν» δεόντως. Η δεύτερη περίπτωση — να έλεγε ψέματα, δηλαδή — θα έκανε τη μορφή του να μοιάζει ακόμα πιο δραματική. Επειδή το ψέμα του στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε.

Στον επόμενο περίπατό τους δεν της κάνει καμία νύξη για το γράμμα. Η Μαρία τον ρωτάει. Για τελευταία φορά: «Γιατί να μην ζήσουμε μαζί;». Αντί για απάντηση, ο Άλλος της περιγράφει αυτά που τον περιμένουν άμα δεν προλάβει την αρρώστια του: τύφλωση, παραμόρφωση, τρέλα. Θα ήταν αμαρτία να χαλαλίσει τα νιάτα της μαζί του. Είναι νηφάλιος και για πρώτη φορά τόσο τρυφερός: «Είσαι η μονάκριβη μου φίλη. Μην μ' εγκαταλείψεις... Σε χρειάζομαι πολύ».

Σκύβει το κεφάλι της και χαμογελά ειρωνικά. Εκείνη την ώρα περνούν έξω από ένα ξενοδοχείο. Η Μαρία θα προτιμούσε, αντί να της λέει όλ' αυτά, να της προτείνει να μπουν μέσα. Να νοικιάσουν ένα δωμάτιο κι εκεί, πάνω στο χιλιοχρησιμοποιημένο κρεβάτι, μέσα στους άγνωστους γυμνούς τοίχους, να της αποδείξει πόσο στ' αλήθεια σαν γυναίκα τη χρειάζεται.

dorina costras art | Art I Love / "Romance With A Chimera" by Dorina Costras
"Romance With A Chimera" by Dorina Costras


Άγγελος ή σατανάς; 

Ξέρεις τι είναι να σε παρακαλάει μια τέτοια γυναίκα να πας μαζί της κι εσύ ν' αρνιέσαι; Γιατί η Μαρία σαν άρνηση το είδε. Έχεις ποτέ αρνηθεί σε γυναίκα; Η μανία που πιάνει τις γυναίκες όταν νιώσουν περιφρονημένες, δεν ελέγχεται. Ο έρωτας είναι μια μάχη. Μερικές φορές και άνευ όρων. Από τους πρωταγωνιστές εξαρτάται. Kι αυτός που φεύγει πρώτος μοιάζει, στα μάτια του άλλου, νικητής. Και δήμιος. Η Μαρία πιάστηκε στο αγκίστρι. Δέχτηκε σιωπηλή τις εξηγήσεις του, ενώ από μέσα της γινόταν σεισμός. Και θα παρέμενε σιωπηλή κι αιχμάλωτη του πληγωμένου της εγωισμού για πολύ καιρό. Δεν τον πίστεψε φυσικά ότι ήταν άρρωστος. Αλλά κι ούτε γινόταν να τον εκδικηθεί. Γιατί ακόμα κι η εκδίκηση θα ήταν μια παραδοχή ότι εκείνη τον ήθελε πιο πολύ απ' ό,τι αυτός. Οπότε τι κάνει; Εκδικείται τον εαυτό της.
Δεν έχει διάθεση για τίποτα. Αρνείται να φάει. Δεν έχει κουράγιο ούτε να κλάψει. Είναι στον πάτο. Η αυτοεκτίμησή της κάτω από το μηδέν. Η υγεία της πειράζεται πρώτη φορά. Παθαίνει υπερκόπωση, που της το γυρνάει σε αδενοπάθεια. Μεταφέρεται σ' ένα μικρό σπίτι στο Μαρούσι, για να αναλάβει. Η Μαρία, το αλεξικέραυνο του πένθους. 

Μεγαλώνει μέσα της, τελείως μαζοχιστικά, κάθε ώρα, κάθε μέρα, η επιθυμία να τον ξαναδεί. Αυτό που θέλει, ξέρει καλά πως θα της φέρει πόνο. Όμως, δεν μπορεί ν' αντισταθεί. Συνέχεια ξύνει την πληγή. Του γράφει, προσφωνώντας τον «Κύριε» και του ζητάει να πάει να τη δει.

Όταν τον είδε να έρχεται, θα τρόμαξε. Δεν είχαν και μεγάλο διάστημα να συναντηθούν. Μέσα στο μυαλό της τον είχε αλλιώς. Και τώρα μπροστά της αυτό το νευρικό ανθρωπάκι, με τις συγκρατημένες, τις αμήχανες κινήσεις. Τον βάζει και κάθεται στην απέναντι της πολυθρόνα. Ξεκουμπώνει το σακάκι, βάζει τα πόδια σταυροπόδι. Ένας κύριος. Κι αυτό το ψηλό σφιχτό κολάρο του, θεέ μου! Τον υποχρεώνει να κάθεται αλύγιστος, με τεντωμένο το κεφάλι, σαν κρεμασμένος. Της έρχεται να ξεσπάσει σε νευρικά γέλια. Αυτόν τον άντρα είχε ερωτευτεί; Για χάρη του είχε τρελαθεί τόσο πολύ, ώστε να του κάνει πρόταση γάμου; Εννοείται ότι εξωτερικά προσπαθεί να κρύψει μ' επιμέλεια πόσο είχε βασανιστεί και βασανίζεται εξαιτίας του. Αλλά έχει γίνει πετσί και κόκαλο. Τα μάτια της γυαλίζουν από ειρωνεία, αλλά είναι εξαιρετικά χλομή.



Από μια ταμπακιέρα, στο τραπεζάκι ανάμεσα τους, παίρνει ένα τσιγάρο. Του προσφέρει κι εκείνου ένα. Τα μάτια του πεταρίζουν νευρικά:

«Όχι, ευχαριστώ.»

Ανάβει, ξεφυσάει τον καπνό ψηλά.

«Ξέρετε, σκέφτηκα ότι είναι καλύτερα να μιλάμε στον πληθυντικό από δω και πέρα.»

Το βλέμμα του διερευνητικό, ακουμπάει για λίγο στο δικό της.

«Όπως θέλετε. Όμως...»

«Τι όμως;»

«Γνωρίζω ότι από ιδιοσυγκρασία περιφρονείτε τις απαγορεύσεις. Όμως, γιατί καπνίζετε; Φαίνεστε αδύναμη κι ίσως δεν θα 'πρεπε...»

«Δεν θα 'πρεπε! Τα μισώ τα πρέπει σας!»

Χαμηλώνει τα μάτια του:

«Δεν έχετε άδικο... Από παντού και προς όλες τις κατευθύνσεις στη ζωή μου έχουν κρεμαστεί τεράστια πρέπει. Αλλά έγινε τόσο ανεπαίσθητα... Να, όπως μεγαλώνουν καθημερινά τα νύχια και τα μαλλιά, δίχως να το νιώθεις. Και ξυπνάς ένα πρωί και τα βλέπεις μπροστά σου. Πνίγεσαι, θες να φωνάξεις. Συνεχίζεις, παρ' όλ' αυτά, να ζεις.»

Έκανε μια γκριμάτσα, σαν να προσπαθούσε να χαμογελάσει. Το μέτωπο του ήταν εξογκωμένο κι έμοιαζε σκληρό, από πέτρα. Η Μαρία παλιότερα τον φιλούσε συχνά εκεί, λες κι ήθελε να το μαλακώσει. Ματακινήθηκε μονοκόμματος, σαν λύκος, πάνω στην καρέκλα του. Έβαλε το χέρι στην εσωτερική του τσέπη κι έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί. Το ξεδίπλωσε και το ακούμπησε στο τραπεζάκι.

«Σας έφερα ένα ποίημα.»

«Θα μου το διαβάσετε;»

«Μα...»

«Χωρίς μα και ξεμά. Εσείς το γράψατε κι εσείς θα μου το διαβάσετε!»

Τον κοιτάει προκλητικά και σβήνει το τσιγάρο.

«Και μην περιμένετε να σας παρακαλέσω. Δεν θα σας παρακαλέσω ποτέ ξανά!»

Γίνεται κατακόκκινος. Το παίρνει κι αρχίζει να το διαβάζει απαίσια. Ενώ στις συζητήσεις η φωνή του ήταν σταθερή και καθαρή, όταν διάβαζε ποιήματα του άρχιζε να τραυλίζει. Μόλις τέλειωσε, η Μαρία σηκώθηκε απότομα και του το πήρε από το χέρι. Πήγε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Το διάβασε από μέσα της:

Τι νέοι που φτάσαμε ως εδώ... 
Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω 
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!




Είναι οι δυο τους τα παιδιά αυτά, οι μοναδικοί κάτοικοι του ερημικού βράχου. Τους πλημμυρίζουν τόσα συναισθήματα, όμως μονάχα η κοινή τους αγάπη, το γράψιμο, τους απομένει πια. Ξεσπούν εκεί όλη την καταπιεσμένη τους ενέργεια. Μόνο για τον έρωτα τους δεν αναφέρουν τίποτα. Ποτέ δεν θ' αναφέρουν ξανά. Ο ένας νομίζει ότι βλέπει μέσα στα μάτια του άλλου κάτι πεθαμένο. Και οι δύο νιώθουν προδομένοι. Μια σειρά από παρεξηγήσεις θα δέσουν και θα εκτελέσουν τελικά αυτούς τους δυο ανθρώπους.

Σήκωσε τα μάτια της. Έξω απ' το παράθυρο το φως του απογεύματος βάραινε στα κλαδιά. Τα πουλιά, φτερουγίζοντας χαμηλά, έγραφαν όλο και μικρότερους κύκλους, πριν πάνε μες στους ίσκιους να κουρνιάσουν. Σχεδόν είχε ξεχάσει την παρουσία του. Γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν πάντα εκεί, στο μισοσκόταδο. Σαν να μην είχε κουνηθεί καθόλου. Καθόταν πάντα σταυροπόδι, στητός. Λες και δεν υπήρχε μέσα στο δωμάτιο παρά μόνο εκείνη.

«Σκοτείνιασε. Θέλετε ν' ανάψω φως;»

«Δεν είναι απαραίτητο», της είπε.

Το μυαλό αυτού του άντρα ήταν ένας τεράστιος φαλλός, που συνέχεια τη γονιμοποιούσε. Της φαινόταν αδύνατο να βρεθεί άλλος να την αγγίξει τόσο βαθιά. Ήταν ο καλός της άγγελος ή μήπως ο προσωπικός της σατανάς;

Steven DaLuz - Still


...μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!

Ξαναπήγε μερικές φορές. Σε κανέναν δεν το είχε πει ότι πήγαινε και την έβλεπε. Ήταν ένα πολύτιμο, δικό του μυστικό. Το λεωφορείο έκανε ώρα μέχρι το Μαρούσι, ήταν σαν ταξίδι. Πήγαινε στο πουθενά να συναντήσει μια νεράιδα. Η Μαρία, εκείνο το διάστημα, θα πρέπει να είχε γίνει σαν μια ηρωίδα του Πόε. Ξέρεις, τα χλομά εκείνα κορίτσια που σβήνουνε σιγά σιγά. Η ατμόσφαιρα κοντά της τον γοήτευε. Της μιλούσε, του μιλούσε κι όλα ήταν ανείπωτα και ομιχλώδη. Δεν υπήρχε τόπος, ούτε χρόνος. Και τη γοητεία που

ασκούσε πάνω της, επίσης την καταλάβαινε. Η Μαρία κολακευόταν να αναγνωρίζει μέσα στους στίχους του και τη δική της μοίρα.

Μόνο που να, κάθε φορά που έφευγε, του ερχότ
αν μετά μια λύπη για το κορίτσι αυτό, που αργοπέθαινε μπροστά του. Τη νοιαζόταν πραγματικά έστω και λίγο; Μέχρι ποιου σημείου μπορούσε ν' αγαπήσει κάποιον άλλον; Μόνον εκείνος μπορούσε να της λύσει τα μάγια. Να τραβήξει από πάνω της το δίχτυ της υποβολής.

Ένα βράδυ, φεύγοντας, της αφήνει ένα καινούριο χαρτί πάνω στο τραπέζι:

«Αυτό», της λέει, «θέλω να το διαβάσετε μετά. Όταν δεν θα 'μαι εδώ».

Τον είδε ν' απομακρύνεται, μ' εκείνο το ζωηρό περπάτημα, το λίγο πηδηχτό μέσα στις σκιές. Η
νύχτα ήταν πολύ γλυκιά, ανοιξιάτικη. Τη λίγωναν οι μυρωδιές από τα χορτάρια και τα λουλούδια. Λίγο πριν χαθεί στη στροφή του χωματόδρομου, έστρεψε κάπως το κεφάλι του. Της ήρθε να τρέξει πίσω του να τον προλάβει. Έμενε όμως ασάλευτη. Άκουγε ένα νυχτοπούλι που είχε πιάσει δουλειά από νωρίς. Μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. Ένιωθε βαριά. Βαριά και μόνη. Με αργά βήματα πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα. Άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά και το διάβασε:

Ένα σπιτάκι απόμερο στο δείλι, στον ελαιώνα 
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα 
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει 
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!

Οικονόμου Μιχάλης (1884 - 1933), Η κόκκινη τέντα


..σε απόσταση αναπνοής από μια ζωντανή ωρολογιακή βόμβα...

Φθινόπωρο του 1926… Παράρτημα Υπουργείου Προνοίας στην οδό Κοραή…

Μου δημιουργούσε μια αλλόκοτη εντύπωση αυτός ο άντρας […] Το κεφάλι του ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το σώμα του. Ένα τέτοιο κεφάλι απαιτούσε ένα σώμα πολύ μακρύτερο. Σαν του Μαγιακόφσκι, ας πούμε. Έμοιαζε κάπως ανυπόστατο αυτό το μικρό νευρώδες σώμα, το καλά κρυμμένο μέσα στα ατσαλάκωτα ρούχα του, καθώς προσπαθούσε να στηρίξει το υπερμέγεθες κεφάλι του. Σαν μαριονέτα λίγο. Μια ευκίνητη μαριονέτα.

«Έχω ταξιδέψει στην Ευρώπη κι εγώ», είπε κι ακούστηκε αφηρημένος. «Ήταν χειμώνας….»
«Πού, αν επιτρέπεται;» τον ρώτησα.

«Στη Γερμανία. Βερολίνο, Λειψία... Προηγουμένως είχα επισκεφτεί την Ιταλία. Νεάπολη, Ρώμη, Βενετία...» 

«Α! τι όμορφες, ρομαντικές πόλεις.»

«Ναι, αλλά όλα αυτά αποτελούν για μένα παρελθόν», με διέκοψε. Κι αλλάζοντας τελείως ύφος, σαν να έχανε την υπομονή του, που είχε ασχοληθεί με κάποιον τόση ώρα: «Για να ολοκληρώνουμε. Θα το ήθελα πολύ, μα μου είναι αδύνατο να σας εξυπηρετήσω. Όπως βλέπετε, μετακομίζουμε. Προσωπικά μ' έχουν μετακομίσει άπειρες φορές. Δεν ξέρω καν, αν θα βρω τη θέση μου αδειανή, όταν επιστρέψω...»

«Όταν επιστρέψετε;...»

«Ναι, εντός των ημερών φεύγω. Πήρα άδεια, επιτέλους! Θα πάω ταξίδι αναψυχής — χαμογέλασε σαρκαστικά. Στη Ρουμανία. Τι σας λέω τώρα, ε;»

Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε έξω:

«Κι εσείς να φύγετε απ' αυτόν τον τόπο, όσο είναι ακόμα καιρός...»

Έφερε πάλι το μαντίλι στο μέτωπό του, χωρίς να φαίνεται ιδρωμένος. Η θερμοκρασία — τέλη Σεπτεμβρίου, αρχές Οκτωβρίου — ήταν πολύ γλυκιά, ούτε ζέστη ούτε κρύο, και το παράθυρο αριστερά του ανοιχτό.

Μια λοξή παχιά λωρίδα ήλιου έμπαινε απ' έξω, διέσχιζε τον αέρα αποκαλύπτοντας τους μικροσκοπικούς κόκκους της σκόνης να αιωρούνται, κι έπεφτε πάνω στο μισό του πρόσωπο και στο μισό του στήθος. Έτσι το ένα του μάτι, το φωτισμένο, έδειχνε πράσινο και το άλλο, στη σκιά, καφέ. Σαν γιατρός, είχα μανία με την ανατομία. Αυτή η πλαστή αντίθεση που δημιουργούσε το φως, τόνιζε μια πραγματική: όντως το βλέφαρο του ενός ματιού του — νομίζω του αριστερού — έπεφτε πιο χαλαρά από το άλλο, δίνοντας μια μόνιμη διαφορετική έκφραση στο μισό του πρόσωπο.

Κομμένος στη μέση απ' το φως, έμεινε για ένα λεπτό σχεδόν αμίλητος να χαζεύει έξω, σαν να είχε κιόλας ξεχάσει την παρουσία μου εκεί. Δεν διέκοψα τη σιωπή. Από το βάθος μόνο ακούγονταν τα γέλια και οι σκόρπιες ομιλίες των εργατών, ανακατεμένες με τους θορύβους της μετακόμισης. Άρχισε να μιλάει ξαφνικά, κοιτώντας συνέχεια έξω, με μια ομιλία πολύ κανονική, ανεπιτήδευτη, στρωτή. Μόνο που μου έδινε την εντύπωση πως απευθυνόταν αποκλειστικά στον εαυτό του:

«Σ' αυτόν τον τόπο», είπε, «όταν δεν έχει κανείς ένα οποιοδήποτε ιδανικό, δεν είναι εξάλλου πλασμένος για τη σημερινή υλική ζωή, αισθάνεται γύρω του ένα κενό τάφου. Γι' αυτό πρέπει εμείς να διατηρούμε τις χίμαιρες και να τις τροφοδοτούμε κάθε μέρα με υπομονή και στοργή. Πρέπει ν' αποβλέπουμε σε κάτι, έστω κι όταν έχουμε επίγνωση κατά βάθος της ματαιότητάς του...»

Μου έριξε μια γρήγορη, λοξή ματιά, για να διαπιστώσει, ίσως, αν τον παρακολουθώ. Μετά πήρε μια έκφραση επιτηδευμένα ρητορική, σαν να ήθελε να διακωμωδήσει όσα έλεγε:

«Έτσι εγεννηθήκαμε, έτσι εμεγαλώσαμε, τρώγοντας όνειρα το είπε τόσο εκφραστικά, που σχεδόν τον είδα να το κάνει — και θα παύσουμε να ζούμε όταν αλλάξουμε. Η απόφαση που πήρατε, να ειδικευτείτε σ' αυτό τον κλάδο της επιστήμης σας, απόφαση που θα την επιδοκίμαζε κι η στοιχειώδης κοινή λογική — όχι όμως κι η λογική του επίσημου Ελληνικού Κράτους — είναι το ίδιο παρακινδυνευμένη όσο και η δική μου, παιδαριώδης για τους καιρούς μας, επιμονή να φτιάχνω...»

Σταμάτησε απότομα. Γύρισε και με κοίταξε. Κατέβασε το μαντίλι από το μέτωπο και τα μάτια στα παπούτσια του. Όταν σοβάρευε, το πρόσωπο του φαινόταν ακόμα πιο χλομό.

«Δεν ολοκληρώσατε. Να φτιάχνετε, τι;»

«Τίποτα, τίποτα... Μερικές φορές παρασύρομαι και γίνομαι ακόμα και στον εαυτό μου βαρετός», είπε με μια ξαφνική συστολή.

Τσαλάκωσε το μαντίλι του και το πέταξε πάνω στο γραφείο.

«Σε μένα, ευτυχώς, δεν είστε καθόλου. Απ' όλους όσους συνάντησα μέσα σ' αυτό το λαβύρινθο του Δημοσίου μόνο μ' εσάς νιώθω μια δυνατότητα να συνεννοηθώ. Ξέρετε, υπήρξα κι εγώ φυματικός», είπα και ξαφνιάστηκα κι ο ίδιος για την εξομολόγηση μου.

Με κοίταξε καλά καλά, δύσπιστος σαν παιδί που προσπαθούσαν να το κοροϊδέψουν.

«Και;» ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον.

«Σήμερα έχω σχεδόν θεραπευτεί.»

«Τότε ανήκετε στην κατηγορία των τυχερών. Ή των πολύ δυνατών.»

«Κάνετε λάθος. Αυτό προσπαθούσα να σας δώσω να καταλάβετε και πριν. Οι άρρωστοι χρειάζονται μια νέα αντιμετώπιση. Στο εξωτερικό εφαρμόζονται θεραπείες προχωρημένες. Έχουν βγει φάρμακα καινούρια.»

«Πολύ καλά. Πιθανόν να έχετε δίκιο. Και τώρα που ξεφύγατε από τον θάνατο; Γνωρίζετε κανένα εμβόλιο για τη ζωή;»

Χαμογελούσε, μπορεί να πει κανείς, μόνο με το μισό του πρόσωπο. Το άλλο μισό έμενε όπως και πριν. Κι έτσι η φυσιογνωμία του γινόταν ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη.

«Είστε περίεργος άνθρωπος», μου ξέφυγε.

«Τι εννοείτε;»

«Να», πήγα να τα μπαλώσω, «δεν μοιάζετε για δημόσιος υπάλληλος».

«Και όμως είμαι!» είπε. «Ξέρετε, είστε το δεύτερο άτομο που μου λέει κάτι παρόμοιο, και ίσως θα 'πρεπε ν' αρχίσω ν' ανησυχώ. Αν δεν μοιάζω για δημόσιος υπάλληλος, τότε το πιθανότερο είναι να με απολύσουν!»

«Αυτό, απ' ό,τι καταλαβαίνω, ίσως και να το εύχεσθε!»
Δεν συνέχισε το χιούμορ.

«Κοιτάξετε, πριν φύγετε από την Ελλάδα, να πάτε πάλι στο Υπουργείο Εσωτερικών, στη διεύθυνση Υγιεινής, που ακόμα λειτουργεί, και να ζητήσετε τον αρχίατρο Φουντουλάκη. Θα το θυμηθείτε το όνομα; Αυτός θα σας δώσει μάλλον την άδεια που ζητάτε. Μπορεί και να κανονίσει να κάνετε την ειδικότητα σας εδώ, στην Ελλάδα, αν ακόμα τότε το επιθυμείτε. Είπαμε: Φουντουλάκης. Να του πείτε ότι πάτε εκ μέρους μου.»

«Εκ μέρους ποιου; Δεν μου είπατε το όνομα σας.»

«Θυμάμαι μέχρι κεραίας, νεαρέ μου, τι σας έχω πει και τι δεν σας έχω πει», είπε.

Και τότε έμαθα με ποιον μιλούσα.

«Ο ποιητής;» έπεσα απ' τα σύννεφα. Ή, μάλλον, ανέβηκα.

«Έτσι,  λοιπόν,  εξηγούνται όλα!  Ξέρετε, είμαι θαυμαστής σας. Διάβασα τα "Νηπενθή" σας και...» Μουρμούρισε κάτι σαν:

«Αλήθεια; Καλά, καλά... Πρέπει να μαζέψω τα χαρτιά μου τώρα. Αφήστε με, είμαι απασχολημένος...»

Κρύφτηκε, σκύβοντας να μαζέψει τους φακέλους πίσω απ' το γραφείο του, κόβοντας μου τον αέρα για κάθε επιπλέον κουβέντα.
Τον χαιρέτησα κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα απαλά, λες και δεν ήθελα να τον ξυπνήσω. Κατέβηκα ζαλισμένος τη σκάλα. Όταν βγήκα έξω στον δρόμο, ήμουν τόσο απορροφημένος από σκέψεις, που πήγαν να με πατήσουν τα άλογα μιας άμαξας.

«Ε! Στραβός είσαι;» φώναξε ο αμαξάς.

Και πράγματι και στραβός θα ήμουν και κουφός, αφού δεν είχα συνειδητοποιήσει εκείνη την ημέρα ότι είχα βρεθεί σε απόσταση αναπνοής από μια ζωντανή ωρολογιακή βόμβα.



Έντουαρντ Χόπερ


Φριχτές ανταποδώσεις μιας ουράνιας σιδερένιας πυγμής.....


Η Μαρία μπαίνει στη «Σωτηρία» αρχές Απριλίου του 1928. Λίγες μέρες μετά, ο Άλλος, με άδεια ενός μηνός, φεύγει για το Παρίσι. Ο ένας έρχεται, δηλαδή, κι ό άλλος φεύγει. Αυτούς τους δύο ανθρώπους, θέλουν δεν θέλουν, τους δένουν οι συμπτώσεις. 

Πριν φτάσουμε όμως στο ταξίδι του Άλλου στο Παρίσι, χρειάζεται να δούμε τι είχε προηγηθεί. Γιατί είχαν προηγηθεί πολλά — καθόλου ευχάριστα — που τον είχαν στριμώξει από διάφορες μεριές. Μόλις γυρνάει απ' το ταξίδι του στη Ρουμανία, διαπιστώνει ότι έχει αρπάξει σύφιλη. Επισκέπτεται κάθε τόσο τον καθηγητή Φωτεινό, που ήταν ειδικός στον τομέα αυτό. Αρχίζει τις θεραπείες, που τον καιρό εκείνο έπρεπε να είναι αυστηρά τακτικές και μακροχρόνιες. Το ενδεχόμενο να την πατούσε κάποτε, με τις πληρωμένες που πλάγιαζε, το είχε φυσικά σκεφτεί. Και όχι απλώς σκεφτεί, παρά του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Τον μεθούσε ο κίνδυνος, αυτό το φλερτάρισμα με μια σκοτεινή άβυσσο που θα μπορούσε να τον καταπιεί. Το πιθανότερο, όπως σου είπα, είναι να είχε πει ψέ-ματα στη Μαρία ότι ήταν συφιλιδικός. Κι όμως είχε περιγράψει, σε χρόνο ανύποπτο, στο ποίημα «Ωχρά σπειροχαίτη», την ατμόσφαιρα αυτής της αρρώστιας τόσο γλαφυρά, που δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι δεν ήταν από τότε άρρωστος. Θα ήταν ανατριχιαστικό, όταν έμαθε πως η έμμονη του ιδέα πραγματοποιήθηκε.

 «...Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη, / στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν, / γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη / κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.»

 Ώστε τα ποιήματα επαληθεύονται; Στο μεταξύ, και ιδιαίτερα λόγω της εμμονής του, είχε παρακολουθήσει συφιλιδικούς, γνώριζε με ακρίβεια την εξέλιξη. Είχε επισκεφτεί τον Ρώμο Φιλύρα στο Δρομοκαΐτειο.

Άνοιξε μέσα του ένα βάραθρο. Ακόμα και σαν σκληρή τιμωρία το είδε, που του την επέβαλε μια δύναμη μεταφυσική:
Είναι κάτι φριχτές ανταποδώσεις. 
Είναι στον ουρανό μια σιδερένια, 
μια μεγάλη πυγμή, που δε συντρίβει, 
μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.

Κι ο εφιάλτης αυτός συνέπεσε με τη μεγάλη φουρτούνα, που ξεκινούσε γι' αυτόν στην υπηρεσία του. Όταν γύρισε, βρήκε αναστατωμένο το Υπουργείο. Μυστήρια νομοθετικά διατάγματα, προαγωγές ημετέρων και, συν τοις άλλοις, τη θέση του κατειλημμένη. Μήπως ισχύει το «ενός κακού μύρια έπονται»;
Μια αίσθηση εχθρότητας της τύχης, αλλά και συγκεκριμένων προσώπων που υπηρεσιακά τον περιέβαλλαν, αρχίζει να τον κυκλώνει. Σε περίπτωση μετάθεσης, σκέφτεται σοβαρά να παραιτηθεί και να φύγει στο Παρίσι. Για σκέψου, να πήγαινε τότε και να συναντούσε τη Μαρία εκεί! Όμως, ένας καταιγισμός από δυσάρεστα γεγονότα θα καθυστερούσε το ταξίδι αυτό για πάνω από ένα χρόνο.

Ένας επιπλέον λόγος, που θα βρεθεί υπό διωγμό, θα είναι κι η συνδικαλιστική του δράση. Τα 'χουν όλα ανακαλύψει οι βιογράφοι του, ημερομηνίες και λεπτομέρειες, ακόμα και καταχωρημένα σε πρακτικά.

Η Ένωση Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, στις αρχαιρεσίες της, αρχές του 1928, τον εκλέγει Γενικό της Γραμματέα. Θέση για γερά νεύρα, επειδή έχει ξεσπάσει ήδη πολύ μεγάλη κόντρα ανάμεσα στην Ένωση και στον Υπουργό Οικονομικών Καφαντάρη, για την εξεύρεση χρημάτων για τους δημοσίους υπάλληλους. Ο Υπουργός, στο πνεύμα της ασταθούς κυβέρνησης «Συνεργασίας», προσπαθεί να παρακάμψει το θέμα και να το αφήσει να λυθεί από την κυβέρνηση, που θα προκύψει από τις προσεχείς εκλογές. Η Ένωση απειλεί με πανδημοσιοϋπαλληλική απεργία, εκδίδει προκηρύξεις, συστήνει επιτροπές. Στις δραστηριότητες αυτές ο Άλλος συμμετέχει ενεργά. Του επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο για άγνωστο πειθαρχικό αδίκημα και μετακινείται στο Τμήμα Λοιμωδών Νόσων.

Τέλος, ξεσκεπάζεται το σκάνδαλο των παράνομων απαλλοτριώσεων. Είχαν γίνει απαλλοτριώσεις δήθεν υπέρ των προσφύγων, αλλά, φαίνεται, πως μόνο για τους πρόσφυγες δεν έγιναν. Τον συκοφαντούν πως εκείνος έδωσε στην «Καθημερινή», που ήταν εφημερίδα της αντιπολίτευσης, στοιχεία επιβαρυντικά για τον υπουργό Προνοίας Μιχάλη Κύρκο. Έτσι, και στον υπουργό προσφέρουν εκδούλευση, και εκτελούν υπηρεσιακά τον Άλλο. Ματαιώνουν την προαγωγή του και τον εκτοπίζουν από την υγιειονομική υπηρεσία. Μετατίθεται «δυσμενώς» στην Πάτρα. Είναι ο ενδιάμεσος σταθμός, πριν εξοριστεί στην Πρέβεζα.

Και το κερασάκι σε μια τούρτα γεμάτη εκρηκτικά είναι ότι δεν βρίσκει εκδότη για την ποιητική συλλογή που έχει έτοιμη. Έχει πιστέψει πολύ σ' αυτήν, τη δούλεψε εξαντλητικά. Είναι το απόσταγμα της προσωπικής φιλοσοφίας του. Ένας κύκλος έχει κλείσει και νιώθει πως μπορεί να εκφραστεί πλέον μόνο με πεζά. Αν η δουλειά του αυτή δεν βρει αναγνώριση, ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του θα έχει πάει στράφι. Άλλοι εκδότες δηλώνουν πως «αυτά δεν είναι ποιήματα», άλλοι αδιαφορούν. Τελικά το βιβλίο κυκλοφορεί, με δική του οικονομική συμμετοχή (έδωσε 3.000 δραχμές, που τότε σήμαινε γι' αυτόν τον μισθό ενός μηνός) και με μεγάλη καθυστέρηση, πριν τελειώσει το 1927, απ' τις εκδόσεις Ράλλη. Το στέλνει σε πολλούς. Ανάμεσα σ' αυτούς και στη Μαρία. Οι κριτικές που γράφονται για το «Ελεγεία και Σάτυρες» είναι διχασμένες. Από επαινετικές, μέχρι χλευαστικές. 

Ένα είναι σίγουρο: ως ποιητής προεξέχει. Σαν ενοχλητικό, όμως, αγκάθι για πολλούς. Δεν ήταν εκ προθέσεως πικρός και σκωπτικός. Ήταν αληθινός. Κι αυτό τον έκανε ακόμα πιο ευάλωτο. Ανίκανο για προσωπικούς συμβιβασμούς προς οποιαδήποτε συντεχνία, λογοτεχνική, πολιτική ή άλλη. Έκρυβε τεράστια δύναμη μέσα του, σωματική και ψυχική, μα, από βαθιά ριζωμένο φόβο κι υπερβολική αξιοπρέπεια, ήταν ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Σε τέτοια άτομα, η μεγαλύτερη αδυναμία γεννάει μια ανυπολόγιστη δύναμη.

Φτάνοντας στην Πάτρα τον Φεβρουάριο του 1928 για ν' αναλάβει υπηρεσία, μαθαίνει ότι έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά με πρόστιμο, λόγω «μη αναχωρήσεως εντός της ταχθείσης προθεσμίας». «Η υπομονή μου εξηντλήθη, και βλέπω ότι δεν εξαρτάται πια από μένα να μείνω σ' αυτό το Υπουργείο, στο οποίο, για να σταθεί κανείς, πρέπει να είναι αρκετά παλιάνθρωπος[...]», γράφει στους γονείς του.


Antonio Mora

Moulin Rouge

Στο Παρίσι ο Άλλος ταξίδεψε με έξοδα της οικογένειάς του. Το εισιτήριο ήταν δωρεάν από έναν παλιό συμφοιτητή του, που ήταν ανώτερος υπάλληλος στο υπουργείο συγκοινωνιών. Ο κυριότερος λόγος του ταξιδιού ήταν να κάνει ιατρικές εξετάσεις. Ήθελε να δει και τι πιθανότητες υπήρχαν για να εγκατασταθεί για πάντα εκεί, ανώνυμος και ξένος. Δηλαδή, πιο ελεύθερος. Συνάντησε όμως μεγάλη ανεργία. 

Αγαπούσε υπερβολικά τους γάλλους ποιητές. Θα 'θελε να γράψει κάποτε κι αυτός ποιήματα σ' αυτή τη γλώσσα. Να δει πρωτότυπα ζωγράφων που αγαπούσε, στις εκθέσεις. Του Λωτρέκ. Αλλά και του Μουνκ. Του Ματίς. Του Μοντιλιάνι. Τις «Δεσποινίδες της Αβινιόν» του Πικάσσο, αν κι ο κυβισμός δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Ζωγράφιζε από πολύ μικρός — πριν ακόμα αρχίσει να γράφει. Ήταν αυτοδίδακτος και, αν κι είχε δοκιμαστεί και στο χρώμα, είχε μια προτίμηση στα σχέδια με μολύβι ή κάρβουνο. Πήγε βέβαια στο Παρίσι και για να ξεχαστεί και να ξεδώσει. Για διάβασε εδώ, τι έγραφε στον αδελφό του:

«Εδώ περνώ αρκετά καλά. Χθες το βράδυ ήμουν στο Moulin Rouge. Είχαν μια επιθεώρηση που είναι αδύνατο να φαντασθεί κανείς τον πλούτο των αμφιέσεων και των σκηνικών της. Θα 'λαβαν μέρος 100 γυναίκες, πολυτελέστατα γδυμένες, οι οποίες κάθε 5 λεπτά άλλαζαν τα φανταστικά φορέματα τους. Συγχρόνως άλλαζαν και τα σκηνικά. Αυτό δε διήρκεσε τέσσερεις ώρες. Είδα και την περίφημη Μιστεγκέτ, η οποία δε λέει και πολλά πράγματα[...]».

 Και είχε δίκιο! Την Μιστεγκέτ την είχα δει κι εγώ. Καλλιτέχνις του show άφθαστη, αλλά ως γυναίκα... μάλλον με ποντικάκι έμοιαζε.

Θα πρέπει να το αλώνισε το Παρίσι ο Άλλος, στον οποίο άρεσε να ξεσπάει την απίστευτη ενέργεια του σε αδυσώπητες πεζοπορίες. Ήταν ικανός, φαντάσου, να πάει απ' το Λαύριο στο Σούνιο και να επιστρέψει τρέχοντας, μόνο για να δει την υπογραφή του Λόρδου Byron πάνω στην κολόνα. Από παριζιάνικα πορνεία μέχρι μουσεία, σίγουρα γύρισε παντού. Οι δικοί του νιώθοντας πόσο η μετάθεση του στην Πάτρα θα πλήγωνε τον εύθικτο χαρακτήρα του κι από την άλλη μεριά γνωρίζοντας τη λαχτάρα που είχε πάντα να ζήσει στο Παρίσι, του γράφουν και του προτείνουν να παρατείνει τη διαμονή του, με δικά τους έξοδα. Ήταν όμως πολύ περήφανος κι ανεξάρτητος για να το δεχτεί.



Henri de Toulouse-Lautrec, 
Η Marcelle Lender χορεύει το Bolero από την οπερέτα Chilpéric.


Σίγουρα πήρε μια ισχυρή ανάσα ζωής εκείνο το μήνα στο Παρίσι, αλλά όπως κι η Μαρία, γύρισε στην Ελλάδα μέσα σε βαθύ αδιέξοδο. Τα νέα που έφερνε από τους γάλλους γιατρούς για την εξέλιξη της αρρώστιας του, δεν ήταν καθόλου ευχάριστα. Μόλις επιστρέφει, τον Μάιο, παρουσιάζεται για να διαμαρτυρηθεί στον ίδιο τον υπουργό. Ο κύριος υπουργός τον αντιμετωπίζει εχθρικά και πεισμωμένα και δεν δέχεται κουβέντα. Παρ' ότι νιώθει φριχτά ταπεινωμένος, με δυσκολία συγκρατεί ένα ειρωνικό χαμόγελο: ο υπουργός χειρονομώντας μ' έξαψη, αυστηρός και παραφουσκωμένος μέσα στα στενά του μαύρα ρούχα, του θύμισε χοντρό σκαθάρι μ' έκφραση θυμωμένου νάνου. Ένας τέλειος ήρωας για τις σάτιρες που του άρεσε να φτιάχνει. Και ακολουθεί η απόσπαση για Πρέβεζα.

Λίγες μέρες πριν φύγει, η Πολυδούρη ζητάει τη διεύθυνση του από τον εκδοτικό του οίκο. Τον καλεί στη «Σωτηρία», κι εκείνος πηγαίνει να τη δει.


Σκορπιός με Κριό

Ο Άλλος θα πρέπει να ένιωθε εκείνο τον καιρό σαν πληγωμένο ζώο, πιασμένο στην παγίδα. Πουθενά δεν έβλεπε φως. Τα πολιτικά μέσα της οικογένειας του έχουν εξαντληθεί, άλλωστε η πολιτική κατάσταση που επικρατεί είναι εχθρική γι' αυτούς. Το σύνδρομο «με κυνηγάνε όλοι» το κουβαλούσε από μικρός. Οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν κι έμπλεκε σε καβγάδες συχνά. Βρες εκεί που τον περιγράφουν νέο, στα Χανιά:

 «Λιγομίλητος και ντροπαλός, κι ακόμα μικρόσωμος και χλωμός καθώς ήταν, προξενούσε σ' όσους επιπόλαιη μόνον γνωριμία πρόκαναν να κάνουν μαζί του, την εντύπωση παιδιού μ' ευφυία όχι και τόσο εξαιρετική[...] ο αδελφός του, πολλές φορές αναγκαζόταν, αν και τρία χρόνια μικρότερος, να τον υπερασπίζεται από τους συμμαθητές του που τον αποκαλούσαν γέρο[...] Σ' έναν καυγά μ' έναν συμμαθητή του, έπεσε, ενώ πάλευε, κι έσπασε το χέρι του». 

Ήταν μεγαλωμένος αυστηρά και οι δικοί του ούτε καν θα φαντάζονταν τι παιζόταν μέσα του. Μεγαλώνοντας, ένιωσε να τον χωρίζει από τους γύρω του ένας βαθύς γκρεμός. Μια απόσταση που κι εκείνος δεν έκανε τίποτα ποτέ για να τη μειώσει. Δεν ξέρουμε πόσο είχε προχωρήσει η αρρώστια του. Πάντως, η σύφιλη τότε οδηγούσε στην τρέλα κι αυτό ο Άλλος, δηλαδή να χάσει τον έλεγχο του μυαλού του, το έτρεμε απ' όλα πιο πολύ. Διάφορες έμμονες ιδέες, μεγεθυσμένες στη φαντασία του, τον στήνουν με την πλάτη στον τοίχο.


Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα, 
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή, 
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
 — ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ' όνειρο, την αχλύ.

Λες να γλύκαινε τη φρίκη του με λίγο όπιο τότε; Ποιος τον ξέρει. Διάβαζε πολύ Μπωντλαίρ, που το όπιο το είχε την πύλη των χαμένων παραδείσων. Πάντως, με ή χωρίς όπιο, σίγουρα θα 'χε κάποιου είδους παραισθήσεις.

Μην ξεχνάς: ήταν Σκορπιός. Δηλαδή οξύνους και συγχρόνως άτομο με μυστικές πορείες του μυαλού, βυθίσματα κι απρόσμενες εξάρσεις. Έντονα ερωτικός, αλλά και βαθιά αυτοκαταστροφικός. Σαν γνήσιος σαμουράι, ήταν έτοιμος για μια μεγάλη πράξη. Ποια θα ήταν αυτή; 

«Λίγο καιρό πριν φύγει για την Πρέβεζα, έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα με τη φρεναπάτη ότι τον αγαπάει μια όλως διόλου κοινή γυναίκα. Λογάριαζε μάλιστα να μείνει μαζί της.» Μέσα σ' αυτή την τρικυμία, διατηρώντας εξωτερικά την απόλυτη αυτοκυριαρχία του, κάνει την επίσκεψη στη «Σωτηρία».

Η Μαρία, από την άλλη, νιώθει έντονη την επιθυμία να του ανοιχτεί απόλυτα. Η περηφάνια της δεν την είχε αφήσει στο παρελθόν να το κάνει. Θέλει να του εξομολογηθεί πράγματα. Για το παρελθόν τους, για την αλλαγή που έχει γίνει μέσα της. Δεν του είχε αποκαλύψει ποτέ πόσο είχε βασανιστεί από την απόρριψη της αγάπης της που του είχε προσφέρει σ' εκείνο το γράμμα. Δεν αντέχει άλλο να κρύβεται. Και τα ποιήματα της θα σκόπευε να του δώσει, με την αγωνία του μαθητή που ζητάει την αποδοχή του δασκάλου. Η Μαρία στην ουσία ήταν η πρώτη ορκισμένη οπαδός της ποίησής του — και με τα ποιήματά της αλλά και με την ίδια της τη ζωή.



Ένα πουλί με κρυμμένα τα φτερά

Δεν τον δέχεται στον προσωπικό της χώρο, αλλά στο σαλόνι. Περιμένει με λαχτάρα να τον δει, αλλά και με μεγάλη αγωνία για το πώς, ύστερα απ' ό,τι έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει, θα καθρεφτιστεί στα μάτια του. Και το πρώτο βλέμμα του, που πέφτει πάνω της, την κάνει να παγώσει. Διακρίνει οίκτο μέσα. Η Μαρία ήταν Κριός. Πιο γήινη, αλλά με μια ευαισθησία που την έκανε τρωτή. Νομίζει ότι βλέπει στο πρόσωπό του μια δυσάρεστη έκπληξη για τη σημερινή εμφάνιση της. Κι οι υποψίες της ενισχύονται από το γεγονός ότι, μετά το πρώτο βλέμμα, αποφεύγει να την κοιτάξει κατάματα. Μονάχα ρίχνει ανήσυχες ματιές στους ανθρώπους που περιφέρονται γύρω τους.

«Λοιπόν, να κάτσουμε εδώ στον καναπέ;»

«Ναι, ναι. Φαντάζομαι ότι για σας θα είναι οδυνηρό να στέκεστε όρθια.»

«Οδυνηρό για μένα είναι να βλέπω την έκφραση σας. Γιατί είστε τόσο λυπημένος;»

«Ε, έχω κι εγώ τα δικά μου.»

«Τα οποία είναι;»

«Δεν ήρθα να μιλήσουμε γι' αυτά. Πέστε μου καλύτερα για την κατάσταση της υγείας σας.»

«Η κατάσταση μου είναι αυτή που βλέπετε. Θα μου πείτε τι βλέπετε;»

«Ομολογώ πως δε μ' αρέσει αυτό το περιβάλλον. Το βρίσκω καταθλιπτικό. Ειδικά για μια κοπέλα σαν κι εσάς.»

«Εννοώ, επάνω μου τι βλέπετε.»

«Βλέπω ένα πουλί με κρυμμένα τα φτερά.»

«Μάλλον εννοείτε σπασμένα.»

«Όχι, εννοώ αυτό που είπα: κρυμμένα. Τα οποία φτερά, μόνο αν εσείς το αποφασίσετε, θα τ' ανοίξετε ξανά.»





Οι ανασφάλειές της την τυλίγουν και κρατά όλες τις πόρτες της κλειστές. Η Μαρία, ακόμα και λίγο πριν ξεψυχήσει, δεν άντεχε να μη νιώθει επιθυμητή. Τη στιγμή της συνάντησης τους, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος περνάει απ' το σαλόνι και τους βλέπει. Πήγαινε στον επάνω όροφο του περιπτέρου όπου υπήρχε πιάνο για να παίξει. Τότε ο Ρίτσος νοσηλευόταν κι αυτός στη «Σωτηρία» και ήταν πολύ νέος, γύρω στα δεκαεννιά∙ άσε που θα πρέπει να ήταν κούκλος και της Μαρίας της άρεσε να περιβάλλεται από ομορφιά. Ο Ρίτσος, λοιπόν, μιλάει για δύο πρόσωπα που αντάλλαζαν τελείως τυπικά τα λόγια. Κουμπωμένοι, χωρίς καμιά εγκαρδιότητα. Υπήρχε μια βαθιά επιφυλακτικότητα στην έκφραση τους, λες και τίποτα δεν τους ένωσε ποτέ. Αυτή η μεταμόρφωση ίσως να οφειλόταν στο ότι αυτό που τους είχε ενώσει το θεωρούσαν πολύ σημαντικό. Από διαφορετικούς δρόμους, δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, είχαν βρεθεί σε ένα όριο, μακριά από τις φτήνιες των άλλων. 

Τα ραντεβού τους τα πρώτα — μου έλεγε μετά η Μαρία — ήταν μια γιορτή. Ένα κράμα πάθους, γέλιων και δακρύων, γλύκας πρωτόγνωρης. Και κάτω από τις συνθήκες που συναντιούνται, εκείνη τη φορά στο σανατόριο, να φοβούνται μη χάσουν αυτή την κορυφή, την αίσθηση του τέλειου και ξεχωριστού που είχαν αγγίξει κάποτε. Κι όμως, μόλις αφήσει τον Άλλο να φύγει σαν ξένος απ' τη «Σωτηρία», η Μαρία θα γράψει:


Ήρθες! Ήρθες! πλημμύρισε η χαρά μου 
κι η λαχτάρα με σφίγγει να με πνίξει.
Ήρθες, όσο κι αν μάκρυνεν ο χρόνος, 
ο ίδιος χρόνος την πόρτα σου 'χει ανοίξει.

Ψυχή μου, γιατί μένεις λυπημένος;
Κοιτάς το μαρασμό που μ' έχει ντύσει
σαν την ομίχλη τη δειλινή ώρα;
Θες να σου πω το πώς μ' έχει απαντήσει;
[...]

Τώρα πια, όπως άλλοτε, δε θέλω 
εύοσμα άνθη απ' τα νεανικά σου χέρια. 
Είμαι σεμνή. Με κάθαρεν η αγάπη 
απ' τα στολίδια, δες, μ' έγδυσε πλέρια.

Ποια, τελικά, είναι πιο αληθινή; Η πραγματικότητα που έρχεται και μας λούζει καθημερινά ή η πραγματικότητα μέσα στα ποιήματα; Κι αυτές οι δυο πραγματικότητες, για πες μου, συναντιούνται ποτέ;

Πόσο πρόσθεσε βάρος, στις έτοιμες αποσκευές του για Πρέβεζα, η συνάντηση αυτή; Η ψυχρή και αλλοιωμένη απ' την αρρώστια τελευταία εικόνα τής Μαρίας μέσα σ' αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον — σε σανατόριο είχε πεθάνει από φυματίωση κι ένας άλλος αγαπημένος φίλος, ο ποιητής Ιωσήφ Ραφτόπουλος — σίγουρα θα ήταν νύξη και για μια μελλοντική δική του κατάληξη. Θα του έκανε ακόμα πιο δυνατή τη φάρσα της ζωής. Την είχε γνωρίσει ολόδροσό προκλητικό κορίτσι. Μπορεί και να ξεγελάστηκε όταν την είχε πρωτογνωρίσει. Να την περίμενε αλλιώς και να του προέκυψε αφόρητα ρομαντική και πιεστική, έως και ποιήτρια. 

Εκείνος άλλες γυναίκες γούσταρε για το κρεβάτι. Ίσως και να μην ήθελε να μιλάει καθόλου μαζί τους μετά την πράξη, στην οποία σίγουρα θα ήταν πολύ δραστήριος, εκρηκτικός και λιγουλάκι βίαιος. Απλώς, θα άφηνε τα χρήματα στο κομοδίνο και θ' αποχωρούσε από το αμαρτωλό δωμάτιο. Κι όμως στο κλασσικό του μπαούλο — όπως ο ίδιος το ονόμαζε και το κουβαλούσε παντού μαζί του, σαν τη μοναδική κρυψώνα του — μετά την αυτοκτονία του βρέθηκαν φυλαγμένα ξεχωριστά όλα τα γράμματα της και οι φωτογραφίες της που του είχε χαρίσει. Την αγαπούσε ακόμα ή τα κρατούσε σαν λάφυρο, μια απόδειξη ότι μια τέτοια γυναίκα τον είχε ερωτευτεί;

Ούτως ή άλλως, εκείνος ένιωθε απ' όλους και όλα ξένος. Είχε μάθει να συμπιέζει τα συναισθήματα του, να τους αυξάνει μέχρι ασφυξίας την πίεση και να τα εξαερώνει μετά μόνος του πάνω στο χαρτί. Οι στιγμές που περνούσε ήταν πολύ δύσκολες κι ίσως η συνάντηση με τη Μαρία να τον έκανε να πιστέψει πως στο κρίσιμο ταξίδι που είχε μπροστά του, θα του έλειπε ακόμα ένας σύμμαχος. Φτάνει στην Πρέβεζα στις 18 Ιουνίου. Θα μείνει εκεί τριάντα δύο μέρες. Όσα ήταν και τα χρόνια του, δηλαδή, όταν έφευγε απ' τη ζωή.



Η θάλασσα της Πρέβεζας

Δεσποινίς,

Είναι μια εβδομάδα που βρίσκομαι εδώ, και δεν έχω τίποτε άξιο λόγου για να σας πληροφορήσω.

Κάθομαι στο γραφείο και βλέπω μια λουρίδα θαλάσσης, ένα πλάτανο, ένα πηγάδι και διάφορα άλλα ασήμαντα πράγματα. Έγγραφα υπάρχουν φύρδην-μίγδην στα συρτάρια. Ευτυχώς δεν έρχονται νέα, και δε θέλω ακόμη να θίξω τα κακώς κείμενα παλιά. Περιμένω λοιπόν να έλθει μεσημέρι. Αφού γευθώ τον επιούσιον στο μοναδικό εστιατόριο της πόλεως, θα κοιμηθώ, έπειτα θα ξαναέλθω εδώ στο δημόσιο άσυλο, θα ξαναφύγω, θα κάνω ένα λυσσαλέο περίπατο στην προκυμαία και τέλος θα έχω τη σπανία τύχη να φάγω για δεύτερη φορά. Έτσι θα περάσει κατά τον ενδοξότερο τρόπο και η σημερινή ημέρα, ακριβώς όπως επέρασαν και οι προηγούμενες, όπως θα περάσουν κι εγώ δεν ξέρω πόσες ακόμη ημέρες.

Η Πρέβεζα είναι ένα άσχημο χωριό. Χτισμένη σ' ένα επίπεδο χαμηλότερο σχεδόν από τη θάλασσα, δε φαίνεται, θαρρείς πως κρύβεται από ντροπή για τα χάλια της. Τα σπίτια, τουρκόσπιτα του χειρίστου είδους, άρχισαν να έχουν αρχαιολογική αξία. Ξεπετιούνται εδώ κι εκεί, καθένα όπου το 'σπειρε ο νοικοκύρης του, ώστε οι δρόμοι που σχηματίζονται κατά σύμπτωσιν εν τω μεταξύ, να μην ξέρεις πούθε αρχίζουν και πού οδηγούν. Κανένας άλλωστε δεν είναι μακρύτερος από 30 μέτρα και όλοι έχουν τενεκεδένιες πινακίδες με μεγαλειώδη ονόματα: οδός Γαλλίας, οδός Γεωργίου Α', οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου, κλ. κλ.
Όσο για τους κατοίκους, α! αυτοί είναι πρωτεξάδελφοι του Μπαρμπαγιώργου: «Ελιές φιλιές, καλιές».

Αρκετά για την ωραία Πρέβεζα. Σεις τι γίνεσθε; Ελπίζω να είσθε προσεκτική στη δίαιτα σας και να κάνετε, κατά το δυνατόν, αυτά που σας λένε οι γιατροί, μολονότι ξέρω πόσο σας είναι δύσκολος κάθε περιορισμός. Στην αρρώστια αυτή, γίνεται καλά μόνον εκείνος που αποφασίζει να γίνει καλά, και οι μικρότερες παρεκτροπές από την ορισμένη θεραπεία έχουν συνήθως τα χειρότερα αποτελέσματα.

Πρέπει όμως να φροντίσετε με κάθε τρόπο να φύγετε από αυτού μέσα.

Αν δεν κουράζεσθε, μου γράφετε λίγες λέξεις.
Με πολλούς χαιρετισμούς


Της έγραψε τα παραπάνω μια βδομάδα αφ' ότου έφτασε. Και να του απαντούσε αμέσως η Μαρία, οι λέξεις της δεν θα τον προλάβαιναν.

Το γράμμα του αυτό, όπως κι όλα του τα γράμματα, είναι αποθέωση του ύφους. Ενός προσωπικού του κρυστάλλινου ύφους, όπου η κακοκεφιά και ή αφ' υψηλού ανία συνδυάζεται μ' ένα μακάβριο χιούμορ και με μια χοντρή σταλαγματιά αλήθειας, για εκείνον φυσικά που μπορεί, πίσω από τις λέξεις, να τη διακρίνει. Ακόμα και στα γράμματα του στους γονείς του, διακρίνονται κάποιες στιγμές αυτά τα στοιχεία, άσχετα αν τα υπογράφει πάντα με το «Σας προσκυνώ». Αυτό το ύφος το ενίσχυε και με το ντύσιμο του και προσπαθούσε να το διατηρεί και στις καθημερινές τυπικές συναναστροφές του. 

Φαντάσου τον τι στόχος θα πρέπει να 'χε γίνει στην Πρέβεζα, αυτός ο απ' αλλού φερμένος κύριος, ο απλησίαστος, ο βλοσυρός και ειρωνικός. Ήταν κι η άμυνα του αυτή για να κρατάει τα θηρία μακριά. Πόσο όμως θα τους τράβαγε την προσοχή, όπως το αίμα τις μύγες. Γεγονός που θα του δημιουργούσε και πρακτικά, ζωτικά προβλήματα. Πώς να επισκεφτεί, αυτός ο δαχτυλοδειχτούμενος, το μοναδικό ίσως φαρμακείο της κωμόπολης και να ζητήσει τα συγκεκριμένα φάρμακα; Οι ενέσεις αυτές ήταν μόνο για σύφιλη κι έπρεπε να τις κάνει συνεχώς, εναλλάσσοντας τες κάθε είκοσι μέρες. Θα το μάθαιναν με ταχύτητα φωτός κι οι πέτρες « της ωραίας Πρέβεζας».

Έχεις πάει ποτέ στην Πρέβεζα; Η Πρέβεζα δεν είναι τόσο απαίσια όσο την παρουσιάζει — άλλωστε στο ποίημα «Πρέβεζα», η αποστροφή του δεν αφορά τη συγκεκριμένη πόλη, αλλά τις κλειστοφοβικές συνθήκες της επαρχίας γενικώς. Εκείνη την εποχή, είχε την καθαρή φυσιογνωμία μιας τουρκόπολης. Περίεργο μέρος. Δεν μπορείς να πεις αν είναι όμορφο ή άσχημο. Μάλλον είναι και τα δυο. 

Ένας τόπος που, ακόμα και για ανθρώπους που γεννήθηκαν εκεί, μπορεί να γίνει καταθλιπτικός. Είναι χτισμένη στον λαιμό ενός καλά προστατευμένου κόλπου που επικοινωνεί μ' ένα στενό άνοιγμα προς το Ιόνιο. Απέναντι της έχει το Άκτιο και το σημείο της στρατηγικό. Επικοινωνεί με δύο θάλασσες: μια ανοιχτή και μια κλειστή. Η θέση της, σε σχέση με το ύψος της εσωτερικής θάλασσας, είναι χαμηλή κι αυτό σου δημιουργεί κάποιες φορές μια αίσθηση ότι βουλιάζει. Η θάλασσα αυτή του Αμβρακικού — που στην ουσία είναι λιμνοθάλασσα — παρ' ότι έχει ρεύματα δυνατά, μοιάζει ακίνητη σαν νεκρική. Ακόμα κι όταν φουσκώνει, συνεχίζει να δίνει μέσα στην ταραχή της αυτή την αίσθηση της στατικότητας. Άμα σε βρει συναισθηματικά ευάλωτο, μπορεί να βουλιάξεις κι εσύ μαζί της. Η θάλασσα, όπως απλώνεται μπροστά στην πόλη, σε συνδυασμό και με τους ευκαλύπτους στην ακτή, παίρνει μια γλυκερή νοσταλγική έκφραση καθρεφτίζοντας τα χρώματα του απογεύματος, που μπορεί και να τον πόναγε ακόμα πιο πολύ.

Έλα, ας βρούμε στ' «Άπαντά» του πώς περιγράφει τη δική του Πρέβεζα. Βλέπεις; Οποιοδήποτε άλλο μέρος θα πρέπει να του φαινόταν παράδεισος:

« Την προπερασμένη Κυριακή επήγα στη Λευκάδα, και είδα τι διαφορά μπορεί να υπάρχει μεταξύ ανθρώπων που χωρίζονται με ταξίδι μισής ώρας. Εδώ δε βλέπει κανείς παρά χωριάτες με άσπρα ως επί το πλείστον παντελόνια, απ' αυτά που φορούν οι Αρβανίτες [...]», γράφει στον αδελφό του.

Γράφει συνέχεια γράμματα, απευθύνεται σε πρόσωπα, για να μην είναι μόνος. Νιώθει εξόριστος στο νησί του διαβόλου ή ακόμα καλύτερα σ' ένα μέρος ανύπαρχτο, φτιαγμένο αποκλειστικά για δική του φυλακή. 

«Δωμάτιο ήβρα σ' ένα ερειπωμένο σχεδόν σπίτι. Ελπίζω να μην πέσει πάρα πολύ σύντομα, ή, αν πέσει, να μην είμαι μέσα, ή, αν είμαι, να μην πάθω τίποτε, δεδομένου μάλιστα ότι θα προφθάσω να πηδήσω στο απέναντι σπίτι, αφού ο δρόμος, ένας από τους κεντρικότερους, το επιτρέπει. Είναι γωνία, στην αγορά[...]», γράφει στον ξάδελφο του.



Το σπίτι που έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα,  Φωτογραφία: Χαράλαμπος Γκούβας

Κλεισμένος στο μισοερειπωμένο αυτό σπίτι, που γίνεται το οχυρό του, κρυφοπαρατηρεί τους κατοίκους σαν να είναι εξωγήινος αυτός κι εκείνοι πλάσματα από τελείως άλλη ουσία πλασμένα: 

«Κάτω από τα παράθυρα (μικροσκοπικά, ανοίγουν και κλείνουν με σύρτες, γρίλιες όχι, τα σανίδια τρύπια) μαζεύονται όλοι οι καταστηματάρχαι, αφού δεν έχουν άλλη δουλειά ελλείψει πελατείας (μαγαζιά μινιατούρες, ιδίως μαγέρικα και γιαουρτάδικα), και συζητούν πολιτικά σε τόνο συνήθως ευτράπελο. Πειράζονται μεταξύ τους, πειράζουν τους διαβάτες, κι όταν έρθει η ώρα, κλείνουν. Πώς τρώνε αυτοί οι άνθρωποι, είναι μυστήριο. Καλά, αυτοί που έχουν γαλατάδικο ή μαγέρικο, καταπίνουν το εμπόρευμα τους' αλλά όσοι έχουν, αίφνης, σιδηροπωλείο;»

Υποχρεώνεται να βγει από το κάστρο του, για να πάει στην υπηρεσία του:

 «...το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α' Γραμματεύς επήγαινε δώθε κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιότατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να 'χεις). Και τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας[...] Προ ημερών ήρθε ο Νομάρχης. Είναι ηλικιωμένος και φαίνεται πολύ καλός. Καταγίνεται μάλιστα και με τη φιλολογία. Αλλά φροντίζει να μετατεθεί».

Διακόπτει ενδιαμέσως για φαγητό: «Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ' ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο, επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ' ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε[...]».

Όταν φτάνει η ώρα εφτά, «εγκαθίσταται» στο καφενείο, όπου ελπίζει να είναι μόνος: 

«Ο Νομαρχών Εισηγητής (τυφλός) και ο Λογιστής της Νομαρχίας (χωλός) μου κάναν τη σχετική πρώτη επίθεση για παρέα, αλλ' απεκρούσθησαν αναιδέστατα και έκτοτε δεν επανήλθαν. Εν τούτοις είναι καλότατοι άνθρωποι κι αυτοί και όλοι οι άλλοι φουκαράδες που στεγάζονται στο ίδιο με μένα άσυλο».

Όταν σκάει από την κλεισούρα και την πλήξη, κόβει βόλτες περπατώντας αργά στην προκυμαία ατενίζοντας τη θάλασσα ή επιδίδεται σε φρενιτιώδεις ποδαρόδρομους στα περίχωρα.

Ούτε ο γυναικείος πληθυσμός είναι δυνατόν να του περάσει, φυσικά, απαρατήρητος. Ιδιαίτερα ο κοριτσόκοσμος:

 «[...]τώρα και κάμποσες μέρες έχουμε μουσική στο καφενείο της παραλίας, από δύο όργανα, δηλ. ένα σαντούρι και το φωνητικόν όργανον ενός Σμυρνιού. Γραφικότατο κοινόν κάθεται στις καρέκλες ροφώντας απολαυστικά τσιτσιμπύρα. Γύρω ένα τείχος τζαμπατζήδων. Και μέσα στις βάρκες, γλυκύταται παρθένοι, κόραι αλιέων, ύστατοι φορείς του ρομαντισμού, λικνίζονται παθητικότατα υπό τους κλαυθμηρισμούς των αμανέδων[...]».

Δίνει εντολές στον πατέρα του να του κανονίσει τα τελευταία ασήμαντα, αλλά αιώνια, πρακτικά ζητήματα: 

«Αν καταλαβαίνει[...] ότι θα υφωθούν οι μετοχές της Τρ[απέζης] της Ελλάδος και είναι ακόμα καιρός, ας με εγγράφει μέχρι του ποσού των 2.500 ή 3 χιλ[ιάδων] δρχ. Έχω αυτά τα λεπτά από οδοιπορικά κλ. αλλά τα κατέθεσα εδώ στο Υ[ποκατάστη]μα της Εθνικής[...] Βλέπετε ότι παρεσύρθην κι εγώ, από τόση μάλιστα απόσταση, στο ρεύμα των εμπνευσμένων κερδοσκόπων που κατακλύζουν την Τράπεζα, και απεφάσισα να ρίξω όλα τα κεφάλαια μου[...]».

Από τόση απόσταση, στέλνει κραυγές για βοήθεια, όσο η αξιοπρέπεια του το επιτρέπει: «Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως βλέπω ότι η προθεσμία για τις αποσπάσεις λήγει στις 29 τρέχ. Αν ιδήτε ότι δε γίνεται τίποτε, μπορεί κάποιος να συναντήσει τον Παράσχο. Εργάζεται στην "Πατρίδα", οδός Κοραή. Πηγαίνει εκεί το πρωί κατά τις 10-12 και το βράδυ. Μένει στο "Πριγκηπικόν". Όταν ήμουν αυτού, είχε μιλήσει στο Σίμο, αλλά δεν τα πήγαιναν καλά με τον Κύρκο. Τώρα, όμως, αν θελήσει ο Σίμος να κάνει μια σύσταση στον Υπουργό, νομίζω ότι θα τον ακούσει. Γράφω κι εγώ στον Παράσχο[...]».

«Ζωγραφική δεν άρχισα, ούτε φαίνεται πιθανό ν' αρχίσω, ελλείψει κεφιού[...] Σου εσωκλείω ένα ποίημά μου ( = το "Πρέβεζα", με τίτλο "Επαρχία") για να γελάσεις και να πληροφορηθείς καλύτερα: "Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται / στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,[...]"».

Απ' αυτά που διάβασες καταλαβαίνεις πως αυτή η αναμονή τον σπρώχνει σ' έντονη κυκλοθυμία. Σαν τα ρεύματα του Αμβρακικού αλλάζει συνεχώς διαθέσεις, από την πιο σαρκαστική στην πιο θανατερή. Περιμένοντας, γράφει και μερικά πεζά. Δίνει μερικές ακόμα μέρες διορία στον εαυτό του μέχρι τις 29 του μηνός — διορία που δεν εξάντλησε — μήπως κι από τις ενέργειες δικών του, του έρθει καινούρια απόσπαση για την πρωτεύουσα. Διαφορετικά θα έφευγε οπωσδήποτε: είτε παίρνοντας αναρρωτική άδεια σαράντα πέντε ημερών — την οποία, η ειρωνεία είναι ότι του την έδωσαν εκ των υστέρων κιόλας — είτε αλλιώς...

  Γιάννης Γλέζος, Θανάσης Γκαϊφύλλιας (Από το «Ατέλειωτη Εκδρομή», 1975)


Το σώμα δεν το επιτρέπει


Νύχτα [20 προς 21 Ιούλη 1928] εκείνος ξεπορτίζει σαν κλέφτης απ' το σπίτι του. Τέτοια ώρα, έτσι κι αλλιώς, στην Πρέβεζα βγαίνουν μόνο τα θηρία. Δεν κυκλοφορεί ψυχή. Παίρνει το δρόμο για μια εξοχική τοποθεσία έξω από την πόλη. Μια παραλία προς την ανοιχτή θάλασσα του Ιονίου, το Μονολίθι. Βαδίζει με βήμα σίγουρο και ρυθμό κανονικό.

Δεν κατάλαβε καθόλου την απόσταση κι ας περπάτησε πάνω από τρία χιλιόμετρα. Λίγο πριν φτάσει ακούει τον ήχο της θάλασσας, που σκάει στην παραλία. Μετά τη βλέπει, μια σκούρα μάζα, πίσω από τα δέντρα. Είναι μια νύχτα σκοτεινή, η σελήνη είναι μόλις πέντε ημερών, κι ένα φεγγαράκι σαν νυχάκι κομμένο βγήκε για λίγο και κρύφτηκε πολύ νωρίς. Φυσάει δυνατά απ' το βοριά. Η θάλασσα είναι αναστατωμένη και λαμπυρίζει κάτω από τ' αστέρια, εύπλαστη κι εξωπραγματική, όπως η επιφάνεια του υδράργυρου. Την πλησιάζει κοιτώντας την μαγεμένος. Κάθεται πάνω στα βότσαλα, σταυροπόδι, με τα χέρια ακουμπισμένα πίσω.

Να τώρα μου περνούν από το μυαλό πράγματα που έχει γράψει γι' αυτήν, στο πεζό του «Το εγκώμιο της θαλάσσης»: 

«Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κι έρχεται μπροστά μας. Όλα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιωνία...».

Δεν νομίζω ότι τα ίδια σκεφτόταν κι αυτός εκείνη τη στιγμή. Το πρώτο πράγμα που ήθελε να κάνει ήταν να βγάλει τα παπούτσια του που τον χτυπούσαν. Μετά τις κάλτσες του. Έμεινε για λίγο έτσι, ντυμένος αλλά ξυπόλητος, κι ύστερα σηκώθηκε. Λίγο ασταθής, κυρίως λόγω του αέρα, γδύθηκε τελείως διπλώνοντας τα ρούχα του προσεχτικά. Τη γραβάτα του την έχωσε στην τσέπη του σακακιού του. Σιγούρεψε το πορτοφόλι και το ρολόι του. Μάλλον τις συνειδητοποίησε αυτές τις τελευταίες του κινήσεις και ίσως να του ήρθε να χαμογελάσει. Θα τον θυμήθηκε άραγε τον στίχο του «πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος»; Άραγε να 'χε γράψει αποχαιρετιστήριο σημείωμα και για εκείνη την περίσταση;

Προχώρησε και μπήκε μέσα. Κολύμπησε για λίγο με απλωτές και στη συνέχεια με πρόσθιο προς τα βαθιά. Η θάλασσα ήταν ζεστή, κατόπιν η θερμοκρασία του σώματος του έπεσε, όμως τελικά άρχισε να ανάβει απ' την προσπάθεια. Το νερό ήταν μαύρο κάτω από τα πόδια του, αλλά προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν πλέον μάταιο να τρομάζει. Το δυνατό ρεύμα προς τα πλάγια και έξω, και τα αλλεπάλληλα κύματα, γρήγορα του έκοψαν τη φόρα. Κουράστηκε κι αφέθηκε στο ρεύμα, ανάσκελα, με ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια. Ο αέρας φυσούσε τώρα πιο δυνατός και μεγάλα αφρισμένα κύματα τον κάλυπταν τελείως, κάνοντας τον να πιει νερό. Μόλις κατάπιε μπόλικο, και πήγε να του κοπεί η ανάσα, τελείως ενστικτωδώς το ξέρασε. Δοκίμασε ν' αφήσει το σώμα του να βυθιστεί, κρατώντας το στόμα του ανοιχτό. Το σώμα του όμως, σπρωγμένο από την άνωση, από μόνο του ανέβαινε ξανά στην επιφάνεια. Μόλις το κεφάλι του έβγαινε έξω, τον έπιανε δυνατός βήχας και ξαναξερνούσε. Προσπάθησε μάταια αμέτρητες φορές, μέχρι που έχασε εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Ώσπου στο τέλος κατάλαβε το εξής παράδοξο: όσες απόπειρες κι αν έκανε να πνιγεί, το σώμα του πάντοτε θ' αντιδρούσε και δε θα του το επέτρεπε. Ήταν αδύνατο να το ξεγελάσει. Αναγκαστικά τότε χαλάρωσε, αποκαμωμένος. Ήταν τόσο ξέπνοος, που ούτε μέχρι τη στεριά είχε τη δύναμη να κολυμπήσει για να βγει. Αφέθηκε οριστικά στη μοίρα του, που με τη μορφή του άγριου κύματος τον πήγαινε όπου ήθελε. Το μόνο πράγμα που αντίκριζε, όταν άνοιγε τα μάτια του, ήταν τα αστέρια που τρεμόπαιζαν από ψηλά σαν να τον κοροϊδεύουν.



:: heart :: Hengki Koentjoro absolutely stunning photography series

Κάποια στιγμή τον έβγαλαν από το λήθαργο φωνές. Μπορεί να είχε ανοιχτά τα μάτια του, μπορεί και κλειστά, ήταν το Ίδιο πράγμα. Στην αρχή νόμισε πως ήταν το στρίγκλισμα του αέρα. Οι φωνές ξανακούστηκαν κι εκείνος απέκτησε ξαφνικά αίσθηση πού βρισκόταν. Το κύμα τον είχε φέρει κοντά στη βραχώδη ακτή και από εκεί είδε μια φιγούρα που χειρονομούσε κατά τη μεριά του.

Ο αγρότης που τον περιμάζεψε, κι άκουσε μετά τις ακατάληπτες εξηγήσεις του, στην αρχή τον πέρασε για πνιγμένο. Όταν του φώναξε και τον είδε ν' αντιδρά, μπήκε στη θάλασσα και τον βοήθησε να βγει. Απείχε λίγα μέτρα μόνο από την ακτή. Η θάλασσα τον είχε ξεβράσει στην κοντινή παραλία του χωριού Μύτικα, κι ο αγρότης που τον συνόδεψε γυμνό — σαν έναν άδοξο βασιλιά — μέχρι τα ρούχα του, ονομαζόταν Ταξιάρχης Νίτσας. Μ' αρέσουν πολύ αυτές οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες και τα ονόματα, ακόμα και στα ευαγγέλια για τα πάθη του Χριστού τις ψάχνω. Τις θέλω, για να μου αποδεικνύουν το απίστευτο: πως ήταν όλα αλήθεια.



storm, Point Sur, Monterey coast CA    photo by Ansel Adams, 1942

Η ξεκούραση ενός πολεμιστή

Είχε φέξει για τα καλά όταν γύρισε στο σπίτι του. Ημέρα Σάββατο, 21 Ιουλίου. Παίρνει το πρωινό του σαν κύριος και κλειδώνεται στο δωμάτιο του. Τι έκανε μέσα εκεί, σαν το λιοντάρι στο κλουβί, μέχρι το μεσημέρι που ξαναβγήκε; Μάλλον δεν προσπάθησε να σημειώσει τίποτα σε χαρτί, κι αν το προσπάθησε, απέτυχε και το 'σκισε. Δεν του αρκούσαν οι λέξεις πια. Κι από τις γρίλιες του παραθύρου του θ' απέφυγε να κοιτάξει. Το πιθανότερο είναι να ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι του και να κοιτούσε το ταβάνι. Στο ποίημά του «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο» είχε υποσχεθεί: 

«Όνειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σου / κατακορύφως». 

Το ταβάνι όμως αυτό δεν είχε μαιάνδρους, ούτε άλλα γύψινα στολίδια. Μετά τη νυχτερινή του περιπέτεια ήθελε κάτι πιο σίγουρο κι αποτελεσματικό.

Έκλεισε τα μάτια, ακούγοντας τις φωνές του δρόμου. Σε λίγο έπαψε να τις ακούει. Απόδιωχνε απ' το μυαλό του κάθε σκέψη, κάθε λέξη που θα μπορούσε να μεταπλαστεί σε στίχο, κάθε εικόνα προσώπου αγαπημένου ή μη, κάθε συναίσθημα. Είχε μπει σε μια διαδικασία εξαγνισμού, όπως της γάτας που καθαρίζει όλο επιμέλεια τη γούνα της από τη σκόνη κι από κάθε ξένη μυρωδιά. Θα του πέρασε καθόλου η μορφή της Μαρίας απ' το νου; Αναρωτιέμαι. Αλλά κι αν του πέρασε, τι μ' αυτό; Το εγώ του, ένα τεράστιο θηρίο, είχε ανοίξει τις σιδερένιες του δαγκάνες, σχεδόν τον είχε καταπιεί.

Εικόνες παράδοξες, αυτιστικές, θα του νανούριζαν το μυαλό. Εικόνες που θα τον τράβαγαν ψηλά και μακριά πολύ, σε μια κορφή απ' όπου είχε εποπτεία της ανθρώπινης κωμωδίας. Όλης της τραγωδίας. Μόνο που ο ίδιος δεν ανήκε πια σ' αυτήν. Όπως, ας πούμε, πόσοι άνθρωποι τη στιγμή εκείνη γεννιόντουσαν πάνω στον πλανήτη. Πόσοι πέθαιναν. Πόσοι ήταν μέσα στην τουαλέτα. Πόσες γυναίκες την ίδια στιγμή και με τι τρόπους έφταναν σε οργασμό. Ύστερα, τον σκέπασαν δυο μαύρες κουκούλες, τα βλέφαρα του. Τον πήρε, για ένα λεπτό ή για μια ώρα, ο ύπνος. Ήταν η ξεκούραση του πολεμιστή.

Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, «ένιωθε γύρω του μια καθαρότητα, κάτι σαν ατμόσφαιρα νοσοκομείου, μια εντύπωση ευχάριστη, σα να 'χε βαθιά αναστενάξει...». Η εντύπωση αυτή διήρκησε λίγα δευτερόλεπτα. « Ύστερα ερχόταν η μνήμη κρατώντας στο ένα χέρι τα φίδια του παρελθόντος και στο άλλο...». Οι δυνάμεις του όλες είχαν επιστρέψει και μαζί τους κι όλες του οι αισθήσεις, που άρχισαν να τον απειλούν. Σηκώθηκε, ξυρίστηκε κι άρχισε να ντύνεται. Βγήκε στο φως φορώντας πανοπλία: κοστούμι, γραβάτα και ψαθάκι.

Τα βήματα του τον οδηγούν στο οπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου. Ζητάει ένα πιστόλι. Βάζει να του το γεμίσουν και το αγοράζει χωρίς να παζαρέψει την τιμή. Προφανώς πηγαίνει κάπου απόμερα. Το βγάζει από την τσέπη του και το περιεργάζεται. Ζυγίζει το βάρος του μέσα στην παλάμη του. Παγωμένο και φαρμακερό σαν φίδι. Το δοκιμάζει αν λειτουργεί -το πιθανότερο, σημαδεύοντας όχι επάνω του. Η σκανδάλη, όμως, δεν τραβιέται. Το κοιτάει από δω, από κει, αλλά δεν βγάζει άκρη. Του φαίνεται παράλογη αυτή η συνεχόμενη άρνηση να τον αφήσουν να πεθάνει. Σε λίγο εμφανίζεται ξανά στο οπλοπωλείο - τι κούραση κι αυτή! - για να διαμαρτυρηθεί. Τον κοιτούν περίεργα. Του εξηγούν ότι για να πυροβολήσει πρέπει να τ' απασφαλίσει πρώτα. Συνεχίζουν να τον κοιτούν, ενώ απομακρύνεται στο δρόμο.

Η ζωή, δηλαδή, του πρόσφερε δυο ευκαιρίες για ν' αλλάξει γνώμη. Είχε όλον τον χρόνο για ν' αποφασίσει αλλιώς. Όμως οι δύο αποτυχημένες προσπάθειες, αντί να τον κλονίσουν, μεγάλωσαν το πείσμα του. Ήθελε οπωσδήποτε να τις τριτώσει.


Εκδρομή με την οικογένειά του στη Συκιά 


...σαν τις φτερούγες ενός αγγέλου που κοιμάται

Όλα αυτά είναι εξακριβωμένα και γνωστά. Για το πέρασμα του από την Πρέβεζα και για το τέλος του έχουν γραφτεί πάρα πολλά. Τα έχεις σίγουρα ακούσει, όπως κάτι θα 'χει ακούσει και κάποιος που δεν έχει διαβάσει ούτε μισό στίχο του. Γιατί επιμένω να σ' τα λέω; Δεν ξέρω. Νιώθω μια υπερδιέγερση όταν το μυαλό μου περνάει από εκεί. Είναι αλλόκοτο που μια αυτοκτονία ξυπνάει μέσα μου τόση ζωή. Που μια τόσο δειλή πράξη με κάνει να νιώθω πιο γενναίος. Ίσως είναι και τα ποιήματα στη μέση. Σίγουρα κι η σχέση μου κι η σχέση του με τη Μαρία. Γνωρίζω πολύ καλά τι τής προκάλεσε αυτός ο θάνατος.

Είναι και κάτι παραπάνω. Πιο προσωπικό. Ένα κομμάτι και του δικού μου εαυτού αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα. Ένα κομμάτι ανασταίνεται κάθε φορά που τον σκέφτομαι. Παράξενο; Κι όμως είναι ένα κομμάτι πολύ τρυφερό. Δεν βαρέθηκα ποτέ να σκηνοθετώ μέσα στο κεφάλι μου αυτές τις τελευταίες του στιγμές:

Αγοράζει τσιγάρα και γύρω στις 2 μ.μ., πηγαίνει στη Βρυσούλα και κάθεται στο παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος». Ζητάει καφέ και χαρτί από τον καταστηματάρχη Νιόνιο Καλλίνικο, μένει εκεί περίπου τρεις ώρες, καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα αυτός που σπανίως κάπνιζε και γράφει ένα σημείωμα.

Λοιπόν, συμβαίνει ένα περίεργο μ' αυτούς τους ανθρώπους, που έρχονται και ρίχνουν με την αυτοκτονία τους ένα δυνατό χαστούκι στην καθημερινότητά μας. Παγιδευμένοι από την ίδια τους τη συνέπεια, φεύγουν σταλμένοι απ' το ίδιο τους το χέρι και η κοινωνία η σύγχρονη τους, τρομαγμένη, τους αποστρέφεται και τους μισεί. Έρχονται όμως στη συνέχεια κοινωνίες άλλες, προστατευμένες, λόγω χρονικής απόστασης, από το σοκ του συγκεκριμένου γεγονότος. Και την πράξη τους την κάνουν μύθο. 

Είμαι σίγουρος πως όλοι οι έφηβοι στην Ελλάδα κάθε εποχής, όπως και όλοι οι «αιώνιοι» έφηβοι, κάποια στιγμή θα στρέφουν το βλέμμα τους στο πτώμα του Άλλου. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Γιατί υπάρχει και η συγκεκριμένη εικόνα του νεκρού του: η φωτογραφία της χωροφυλακής. Δες: έχουν ακουμπήσει το κεφάλι του στο ψαθάκι του, και το πρόσωπο του δεν έχει καμία αγωνία, είναι γαληνεμένο πια. Για κοίτα την ξανά: προσέχεις που οι ώμοι του, έτσι που του έχουν σταυρώσει τα χέρια, προεξέχουν — ειδικά ο αριστερός ώμος — σαν τις φτερούγες ενός αγγέλου που κοιμάται; Οι στίχοι του πάλι — αυτούς τους στίχους έχω πάντα στο κεφάλι όταν αντικρίζω το πτώμα του στη φωτογραφία. Γλιστρούν στα χείλη, σαν μυστικό που το γνωρίζουμε όλοι, αλλά που ποτέ δεν θα μπορέσει ν' αποκαλυφθεί:

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

Ο Κώστας Καρυωτάκης νεκρός, στο Βαθύ Πρέβεζας (1928)
Φωτογραφία αγνώστου Φωτογράφου με εντολή της Ελληνικής Χωροφυλακής Πρέβεζας 

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου....... 


Σκέψου με τι νεκρό είχε ν' αναμετρηθεί ο έρωτας της Μαρίας!

Αλλά κι όλοι μας θ' αναμετριόμαστε πάντα μ' έναν τέτοιο νεκρό, για να διαπιστώνουμε κάθε φορά αν είμαστε ακόμα ζωντανοί. 

«Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα, 
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός 
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...» 

Ειδικά όταν καρφώνεται στο κεφάλι μας, και με αρκετή φιλαρέσκεια μάλιστα, το ερώτημα του Άμλετ: «Να ζει κανείς ή να μην ζει;». Ή το δικό του: «"υπάρχω;" λες, κι ύστερα: "δεν υπάρχεις!"»

Είναι πολύ δύσκολο να ζήσει κανείς «φυσικά» — γιατί τι είναι φυσικό, όταν κουβαλάς έναν τόσο περίπλοκο μηχανισμό σκέψης, που βάζει σε αμφισβήτηση κάθε λεπτό κάθε σου πράξη; Έχω φτάσει τόσων χρονών, έχω δει να επαναλαμβάνονται οι ίδιες καταστάσεις μ' εκατομμύρια διαφορετικούς τρόπους, κι ακόμα συλλαμβάνω τον εαυτό μου σ' αυτήν την κόψη. Δεν την αντέχεις βέβαια για πολύ, κι αφήνεσαι μοιραία να σε παρασύρει το ρεύμα. Το ρεύμα μοιάζει βολικό, ιδανικό για τους τεμπέληδες και τους γέρους. Γι' αυτό κι οι περισσότεροι που αυτοκτονούν είναι νέοι. 

Μοιάζει με δίκοπη παγίδα: όσο πλησιάζεις στην εξήγηση αυτής της μαύρης φάρσας, που είναι η ίδια σου η ζωή, τόσο κινδυνεύεις να τη χάσεις. Όσο γίνεσαι σοφότερος, τόσο κινδυνεύεις να αποδειχτείς γελοίος. Γιατί μη μου πεις πως δεν περιέχει κι έναν γελοίο εγωισμό η κάθε αυτοκτονία. «Ποιος είσαι εσύ που θέλησες να χωρέσεις στο κουβαδάκι σου όλον τον ωκεανό;» Σας το 'λεγαν εσάς αυτό στο κατηχητικό; Είναι πολύ δύσκολο να γεμίσεις αυτόν τον κουβά, η πλειοψηφία ούτε μέχρι τη μέση δεν μπορεί να τον γεμίσει. Κι εσύ που τον γέμισες ως τα χείλη του με γάργαρο νερό, σε πιάνει μια τελειομανία, να τον κρατήσεις πάντα έτσι, ούτε σταγόνα του να μην χυθεί.

Την έχεις δει φυσικά αυτή την τοιχογραφία του Μιχαήλ Αγγέλου, που ο άνθρωπος πλησιάζει με το δάχτυλο του το δάχτυλο του Θεού. Έχει αφήσει επίτηδες ο ζωγράφος ένα ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στα δυο δάχτυλα και σ' αυτό το κενό δημιουργείται μια τεράστια δύναμη έλξης και άπωσης. Μια ηλεκτρική εκκένωση. Πώς να αντέξει ο Άλλος αυτή την ένταση, τόσο άκρη που είχε φτάσει; Αρκούσαν κάποια άτυχα περιστατικά της ζωής του, για να τον κάνουν να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο κενό. Ο ίλιγγος! «Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο, σαν ήρθε, τον δέχουμαι με πρόθυμη καρδιά.»



Ο πρίγκιπας της συνέπειας


Γ ύρω στις 5 μ.μ., πληρώνει και πηγαίνει στην παραλιακή τοποθεσία Άγιος Σπυρίδων. Είναι ζαλισμένος από τα τσιγάρα, αλλά και θαμπωμένος από την απίστευτη καθαρότητα που κατοικούσε μέσα στο μυαλό του, όσο συνέτασσε το σημείωμά του. Στήνει πάνω στον ίδιο του το θάνατο ένα μνημείο ύφους:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθεια μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς, τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ.»

Ποια πράξη τάχα;

«Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρα της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό.»

Να αναφέρεται άραγε σε υπόθεση ναρκωτικών; Υπήρξε πραγματικά κάποια προσπάθεια, μέσω μιας τέτοιας συκοφαντίας για ηθική εξόντωση του κι εβιασμό εκ μέρους της υπηρεσίας του, λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης; Ή είναι μόνο μια έμμονη ιδέα απ' τις πολλές — αποτέλεσμα της διαταραγμένης φαντασίας του;

«Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, κ' εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχωνται ολοένα περσότεροι, μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!, είμαι έτοιμος τώρα για ένα ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ' αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.»

Τη σύφιλη εννοεί μόνο; Ή και τη συνείδηση μιας νευροπάθειας και της αδυναμίας του να αφομοιωθεί από ένα κοινωνικό περιβάλλον που θεωρούσε φρικαλέο;

«Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιάθεση την οικογένεια μου, στο θείο μου Δημοσθένη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ. Γ. Κ.

Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη τη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το σώμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγομένου.
Κ. Γ. Κ»

Τα χώρεσε όλα μέσα. Σαν μεγάλος ηθοποιός, ξεκινάει θεατρικά: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου...» και τελειώνει πάλι θεατρικά, αναφερόμενος στην νυχτερινή του περιπέτεια στη θάλασσα: «...θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγομένου». Γνήσιο μαύρο χιούμορ.

Δε θέλει να μας κάνει να βαρεθούμε από την πολλή δραματικότητα, θέλει να λάμψει στο τέλος τέλεια ζυγισμένος. Τα δίνει όλα για το κοινό, αν και είναι παγερά αδιάφορος για το χειροκρότημά μας του τέλους. Γιατί σ' εμάς, στο συνεχές κοινό, κι όχι στους συγγενείς εξ αίματος του, απευθύνει την επιστολή. « Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι.»

Θα έπρεπε να περάσουν δύο τουλάχιστον δεκαετίες, να ανθίσει ο φασισμός και να μεσολαβήσει ένας ακόμη παγκόσμιος πόλεμος, για να μπορέσουν να «αρθρώσουν ο Καμύ, ο Μπέκετ κι όλοι οι υπαρξιστές φιλόσοφοι, με τόσα τους έργα, αυτό που εκείνος μέσα σ' εκείνη την επιστολή, σε τρεις αράδες, με ακρίβεια περιέγραφε: «Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους κι εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία».

Ήθελε μια συλλογή του να την εκδώσει χωρίς τίτλο, με μια νεκροκεφαλή στο εξώφυλλο. Θα είχε δυο κόκαλα "χιαστί" κάτω απ' αυτή και την ακόλουθη λεζάντα:

Με το Μηδέν και το Άπειρο να συμφιλιωθούμε.

Σχεδίασε μάλιστα μόνος του το σκίτσο, όπου η νεκροκεφαλή έχει το σχήμα του μηδενικού, ενώ τα κόκαλα σχηματίζουν ένα ξαπλωμένο οκτώ, το αλγεβρικό σημείο του απείρου.
Ήταν, όμως, απελπιστικά βαθύς. Σε σημείο υποχονδρίας. Η απόλυτη ανελαστικότητα του δεν του επέτρεπε να κρατάει την ψυχραιμία του. Να τον αδειάζει τον κουβά και να τον ξαναγεμίζει. Τον ήθελε πάντα ξέχειλο. Με τίγκα τον κουβά, ακροβατούσε πάνω σ' αυτή τη γλιστερή την κόψη. Από τη μια ο ίλιγγος, από την άλλη η αγωνία, μη χυθεί ούτε σταγόνα. Κι αυτό τον έφαγε. Γιατί, άμα πολυεμβαθύνεις σε μια ιδέα, στο τέλος μοιραία την αμφισβητείς. Και στη συνέχεια, φτάνεις να αμφισβητήσεις και την ίδια σου την αμφισβήτηση. Η απώλεια κάθε πίστης, αντί να ελαφρώνει την καρδιά, τη γεμίζει μ' ένα αφόρητο αίσθημα ναυτίας. 

Ενστικτωδώς τότε, επιθυμείς να τιμωρήσεις τη μοναδική αιτία των βασάνων σου. Να σκοτώσεις, δηλαδή, το ίδιο το μυαλό σου. Ο Νίτσε μου 'ρχεται τώρα. Έχεις διαβάσει Νίτσε; Δεν είναι για πολύ, όμως και το λίγο του σε ανατινάζει. Επιτίθεται άγρια στην κάθε σου μετριότητα. Είναι του απρόσιτου ύψους και του απύθμενου βάθους. Αναρχικός και μπουρλοτιέρης των ψυχών γιατί πιστεύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κατακαεί για να ξαναγεννηθεί καινούργιος. Υπέρ-άνθρωπος. Τα είχε φυσικά κι αυτός με τη γυναικεία μήτρα. Τον ρουφούσε και τον ζάλιζε. Γι' αυτό πίσω από το μηδέν του επινόησε μια μήτρα ιερή. Ο Νίτσε δεν το 'πε; — κι αν δεν το 'πε αυτός ταιριάζει στην περίσταση: 

«Οι Έλληνες — εννοώντας τους αρχαίους φιλοσόφους — όταν έφτασαν τη σκέψη σε μεγάλο βάθος, άρχισαν να γίνονται γελοίοι». Κι ο Νίτσε, βέβαια, είχε τάσεις αυτοκτονικές, άσχετα αν τον πρόλαβε η άνοια. Εκείνος ήταν Γερμανός ενώ ο Άλλος Έλληνας, και ο δικός μας δεν είχε καν εκείνο το τεράστιο νιτσεϊκό μουστάκι — στην ουσία ήταν φερετζές της αγωνίας του — για να κρύβει το πρωτογενές του τραύμα. 


and some days the wind gets up.    (Sølve Sundsbø)

"Υπάρχω"; λες κι ύστερα "δεν υπάρχεις!"

Σε ρωτάω, ο στίχος του Άλλου: «"Υπάρχω;" λες κι υστέρα "δεν υπάρχεις!"», δεν θα μπορούσε να διαβαστεί: «"υπάρχω;" λες κι ύστερα "πιο πολύ υπάρχεις!" »; Τέλος πάντων, εκείνος έτσι τον έγραψε: «δεν υπάρχεις!». 

Αυτή την απάντηση έδωσε, στην ερώτηση που ο ίδιος είχε θέσει. Και την υπογράμμισε: γύρω στις 5 μ.μ. πλήρωσε τον καφέ, σηκώθηκε και βάδισε πιο πέρα, προς τα εκεί που η βλάστηση πύκνωνε. Στάθηκε κι έλεγξε πίσω του και γύρω του. Διαπίστωσε πως οι ευκάλυπτοι τον έκρυβαν από παντού.
Έβγαλε το πιστόλι, το απασφάλισε και το κοίταξε σκεφτικός. Έμεινε έτσι για λίγο, με το κεφάλι σκυμμένο και το πιστόλι στα χέρια. «Χμ», έκανε. Τα μάτια του είχαν στενέψει και τα χείλια του τραβήχτηκαν. Όλο το πρόσωπο του πήρε την έκφραση της τεταμένης προσπάθειας της σκέψης. «Χμ!» Κι αυτό το «χμ!», που είχε έναν τόνο ελαφρώς σαρκαστικό, ήταν το αποτέλεσμα του ίδιου κύκλου σκέψεων που είχε κάνει αμέτρητες φορές.

Διάλεξε ένα σημείο που το χώμα φαινόταν πιο μαλακό και ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο. Ακούμπησε το ψαθάκι πιο πέρα. Σ' αυτή τη στάση, ανάσκελα πάνω στη γη κι ακίνητος, θα κράτησε, για λίγο τα μάτια του ψηλά. Να έτσι, όπως είμαι ξαπλωμένος τώρα εγώ. Τι να αντίκρισε; Ένα σύννεφο. Έναν άδειο καμπύλο ουρανό. Έκλεισε μια στιγμή τα μάτια. Τα ξανάνοιξε. Το σύννεφο είχε μεταμορφωθεί.

Πρώτη φορά υπήρξε τόσο πρακτικός. Αυτός, ο αδέξιος, τόσο επιδέξιος. Με το αριστερό του χέρι, για να μην υπάρξουν περιθώρια αστοχίας, έβαλε την κάννη πάνω στην καρδιά του. Όχι στο κεφάλι του∙ στο κεφάλι του δε θα μπορούσε ποτέ να προκαλέσει άμεσα ζημιά.

Ας μπορούσα, θεέ μου, τη στιγμή εκείνη να βρεθώ εκεί και να του το πάρω από το χέρι! Με την πράξη του αυτή εκτελούσε και τη Μαρία! Γινόταν ένοχος για δυο θανάτους. Αλλά, έφταιγε κι αυτός;

Με το άλλο χέρι τράβηξε τη σκανδάλη. Ούτε καν τον κρότο του πυροβολισμού θα πρέπει να άκουσε. Η τρίτη φορά ήταν κι η φαρμακερή.




Όπου υπάρχει πολύ φως, υπάρχει και πολύ σκοτάδι

«Γιατί το έκανε;»

Με κοίταξε έκπληκτη για λίγο και μετά μ’ ένα λυπημένο χαμόγελο: 

«Όπου υπάρχει πολύ φως, υπάρχει και πολύ σκοτάδι∙ δεν το ξέρεις;»

«Δεν τον έχουν καταλάβει. Δεν τον κατάλαβαν. Τον είπαν εγωπαθή και κλαψιάρη. Τον κατηγόρησαν για στενότητα καρδιάς. Την παιδικότητά του δεν την ένιωσαν. Ούτε και την ιδιοφυία του. Μέσα σε τόσους που αυνανίζονταν παθητικά κι έγραφαν ποιήματα μόνο και μόνο για να γράφουν, εκείνος ξερίζωσε την καρδιά του και τους την έδειξε. Ακόμα κι εγώ δυσκολεύομαι να τον συλλάβω ολόκληρο. Θέλει ψυχραιμία και απόσταση. Μια μέρα όμως!» 




Κωστής Γκισομούλης, Βρέχει φως, εκδόσεις Κέδρος 2002