Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

"Σκίτσο ο κόσμος και ανελέητη ο θάνατος γομολάστιχα.", Αργύρης Χιόνης, ό,τι περιγράφει τον περιγράφει.....




ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ


[.....] κι ο ποιητής ο ίδιος
προσωπείο του Τίποτε.

Esteban Argentea Nieve

« Είμαι το έργο μου. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε το έργο μας. Ό,τι κάνεις σε χαρακτηρίζει. Όλοι οι συγγραφείς αυτοβιογραφούνται• ακόμα κι όταν χρησιμοποιούν μύθους και αλληγορίες αυτοβιογραφούνται. Μπορείς ν’ αλλάζεις προσωπεία αλλά παραμένεις πάντα εσύ και μιλάς πάντα για τον εαυτό σου. Το στοίχημα του ποιητή είναι να ταυτιστεί ο αναγνώστης μαζί του, να συμπαρασύρει κάποιους αναγνώστες που θα βρουν τον εαυτό τους μέσα στο δικό του ποίημα.»

Αργύρης Χιόνης



Ο ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ


Για όσους δεν το ξέρουν, νυχτοφύλακας

δεν είναι εκείνος που φυλά τη νύχτα
-κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να τηνε κλέψει-
αλλά εκείνος που φυλά τ' αστέρια μες τη νύχτα,
τ' αστέρια που πολλοί τα ορέγονται,
γι' αυτό κι ο νυχτοφύλακας,
πάντ' άγρυπνος στο πόστο του,
αδιάκοπα κοιτά τον ουρανό και τα μετρά,
ώρες ατέλειωτες,καπνίζοντας ατέλειωτα τσιγάρα,
μετρά και χάνει το λογαριασμό και ξαναρχίζει,
καπνίζοντας ατέλειωτα μικρά αστέρια.

Τα ξημερώματα, θυμάται μόνο τους διάττοντες που
      χάθηκαν,
αφού του κάψαν με τις καύτρες τους το δέρμα.


Der Nachtwächter, Karl Martin August Splitgerber. Germany (1844 - 1918):
Der Nachtwächter, Karl Martin August Splitgerber.

Ο ΦΟΝΙΑΣ

Ο φονιάς ξυπνά την ώρα που κοιμάται ο ήλιος.

Στο φως της λάμπας ετοιμάζει τα φρικτά του σύνεργα

και ξεκινά για το αιματηρό του νυχτοκάματο.
Δύσκολη όμως έχει γίνει του φονιά η δουλειά·
αυξήθηκε ο ηλεκτροφωτισμός στις πόλεις
ούτε μια σκοτεινή αλέα πια δεν βρίσκει·
κάτω από γέφυρες, μέσα σε βρομερά χαντάκια ελλοχεύει
και του σκουριάζει η υγρασία τις αρθρώσεις,
τρέμουν τα χέρια του και νιώθει το μαχαίρι
του καιρού στην πλάτη του και στα νεφρά του.

Όμως αυτό που πιο πολύ τσακίζει τον φονιά
είναι η απάθεια των θυμάτων του·
όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο λίγο του αντιστέκονται,
τόσο πιο έτοιμα είναι να πεθάνουν.

Με φρίκη διαπιστώνει ο φονιάς ότι, σε λίγο,
θα σκοτώνει μόνο πεθαμένους.


Alain Fleischer:
Alain Fleischer

Ο ΤΖΟΥΤΖΕΣ



στον Νίκο Ζούδιαρη



«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς

«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.

«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,

χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.

«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,

χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές

«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.

«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,

δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.

«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,

Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.


#despertar O chamado homem civilizado esqueceu-o.. Ele o recorda somente figurativa e metaforicamente, quando, irritado pela sua inaptidão, fala do destino pregando partidas ou de coisas que estão minadas. Ele nunca suspeita que sua própria sombra oculta e aparentemente inofensiva tem qualidades cujo perigo excede os seus mais loucos sonhos. ~ Carl Jung, Figura do Trapaceiro | Michael Cheval:

Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΣΠΟΡΕΥΣ



Μπορεί να έχεις το πρεπούμενο μεράκι

και να ΄ναι αφράτο και παχὺ το χώμα

κι ο σπόρος που έσπειρες να είναι εκλεκτός 
και να ΄χεις τον καιρὸ για σύμμαχο
και να΄ναι η βροχὴ απαλή και τακτική,
κι όμως να μην αξιωθείς να δεις
να σκάει το φύτρο μύτη πράσινη.

Μπορεί να τρως καρπὸ και τα κουκούτσια,
που δίχως σκέψη φτύνεις
σε πατημένο χώμα κι άγονο,
ξέσκεπα κι απροστάτευτα, ν'ανοίξουν, 
να ρίξουν ρίζες και να δέσουν φύλλα,
να δέσουν άνθη και καρπὸ καινούργιο· 
τα κουκούτσια που φτύνεις δίχως σκέψη
και, μάλιστα, με κάποια περιφρόνηση.



“The major crisis of the human race is not of raising our IQs, it is one of elevating our WILL quotients. We must will ourselves to happiness, and thereby experience true health.” -Bruce Lipton:

ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Με ήτα η ζωή τελειώνει·

με ήττα, επίσης.
Α.Χ.



Ι


Καβάλα σ'ένα κουνιστό αλογάκι,
με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί, 
πήρα κι εγώ μέρος στη μάχη, 
στο αίμα,στη φωτιά,στην αρπαγή.

Καβάλα σ ένα κουνιστό αλογάκι,
μπρος-πίσω,πίσω-μπρος,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο,
των ίσκιων στρατηλάτης κι αρχηγός,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο
κι έφτασα τώρα εδώ,
στην κουνιστή μου πολυθρόνα,
μπρος-πίσω,πίσω-μπρος...

Τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο
και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί.
η μάχη,το αίμα,η φωτιά κι η αρπαγή
θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη•
καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει,
ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή.


child on toy horse:

   ΙΙ

                                         μνήμη Maria Blijstra


Ό,τι χαλάει ό,τι σπάζει, περίτρανα τους γέ-
ροντες τρομάζει, με το δικό τους τέλος ομοιά-
ζει, με το δικό τους τσάκισμα από του χρόνου 
τις απρόσεχτες και βιαστικές κινήσεις. Γι' αυ-
τό σιγά σιγά, προσεχτικά, το βάρος του κορ-
μιού τους σε πολυθρόνες και καρέκλες αποθέ-
τουν και φέρνουνε στα χείλη το ποτήρι τους,
κρατώντας το σφιχτά, με τα δυο χέρια. 
«Όσο κρατούν τα πράγματα, κρατώ κι εγώ», 
φαίνεται να 'ναι η κρυφή ελπίδα τους.


girl passing, cafe, drinking, cofee, tea, coffee shop, urban, passerby, reflection, window, overlap, juxtaposition, youth, old age,:

V

μνήμη Γιώργη Μανουσάκη


Η σιωπή είναι το κέλυφος του ήχου. Κλεισμέ-
νος μέσα της, ο ήχος τη ραμφίζει, όπως ραμφί-
ζει το πουλί του αυγού το τσόφλι•  θέλει κι 
αυτός να βγει και να πετάξει. Είναι μοιραίο λοι-
πόν να θρυμματίζεται, κάποια στιγμή, η σιωπή
(τέτοια είναι η τάξη των πραγμάτων), για να 
μπορέσει ο ήχος ν' ακουστεί.  Ωστόσο, αν και 
θρυμματίζεται, ποτέ δεν αφανίζεται, αλλά, έτσι, 
κομματιασμένη, μέσα στον ήχο παρεισφρέει και, 
με παύσεις μαγικές, τον μετατρέπει, από θό-
ρυβο, σε μουσική και ποίηση. 
Υπάρχει, βέβαια, και ένα άλλο είδος σιωπής 
πού δεν κυοφορεί κανέναν ήχο, για τούτο και 
ποτέ δεν θρυμματίζεται. Θαρρώ, δίχως να είμαι 
θετικός, ότι Θανή τη λένε.


VI



Δεν σ' ονομάζω Θάνατο, 
Θανή σ' αποκαλώ•
αφού θα μ' αγκαλιάσεις κάποτε, 
σε προτιμώ γυναίκα.


IX

στον Δημήτρη Χαρίτο

Εν' ασημένιο κέρμα το φεγγάρι, που κάποτε 
τίναξαν στο διάστημα οι θεοί, κορώνα γράμ-
ματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου
εν' ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ, αλλ' 
έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. Γι' αυτό και 
δεν αποφασίστηκε ακόμα η τύχη αυτού 
του κόσμου, γι' αυτό κι αδιάκοπα κοιτάμε μ' α-
γωνία το φεγγάρι, μην πάει και πέσει απ' του 
χαμού μας την πλευρά.


X

Σ' αυτή τη χώρα, οι άνθρωποι τρέμουν τον θά-
νατο. Κι η πιο μικρή αμυχή στο δέρμα τους 
και το ελαχιστότερο σπυρί που σπάζει θαρρούν 
πως είναι πόρτα απ' όπου, αν δεν προσέξουν, 
θα εισχωρήσει μέσα τους ο θάνατος. Γι' αυτό 
και μ' επιδέσμους αλλεπάλληλους έχουνε τυ-
λιγμένα τα κορμιά τους• μόλις γδυθούν τα σπάρ-
γανα, ντύνονται με τα σάβανα.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.





«Όταν είμαστε μες στα σκατά ως το λαιμό, δε μένει παρά να τραγουδήσουμε.» 
(Σάμιουελ Μπέκετ)

Ή αλλιώς ο ηρωικός πεσσιμισμός του Αργύρη Χιόνη, αυτός που του δίδαξαν ο Νίτσε, ο Καζαντζάκης, ο Καμύ, ο Μπέκετ, αυτοί που τον βοήθησαν να αντιμετωπίζει «την ύπαρξη και την ανυπαρξία με ένα σαρδόνιο χαμόγελο».

ΧΙΙ

Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.


Drinking tea, London, during the Blitz, June 1941:
Drinking tea, London, during the Blitz, June 1941

XIII

στη Μαρία Μιχαηλίδου

Αυτός ο άνθρωπος δεν αντέχει το φθινόπωρο•
τον φθίνει, ανεπανόρθωτα τον φθίνει, κι ας μην 
είναι οπώρα. Είναι, ως εκ τούτου, φυσικό που 
του αντιστέκεται, που σαν τρελός μαζεύει τα 
πεσμένα φύλλα και τα ξανακολλάει στα κλα-
διά των δέντρων.
Θα καταφέρει άραγε να ακυρώσει έτσι του κα-
λοκαιριού την αναχώρηση, την έλευση να μα-
ταιώσει του χειμώνα;


Anka Zhuravleva Arts












XV

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος. 

XVII

Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια•
έτσι δεν είναι;

René Magritte, L’Éclair:
René Magritte, L’Éclair


ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ


Έρωτας, ποίηση
και μουσική• η αγία
τριάδα του ύψους.

Καμιμούρα Γιουτάκα


DNA

Πριν από μένανε, για μένανε,
είχες τον δρόμο μου χαράξει,
κι όχι τον δρόμο μόνο, αλλά
και την απόκλιση απ' τον δρόμο,
κι είχες ακόμη και την εκλογή μου,
στο σημείο απόκλισης, εκλέξει,
και ήσαν προκαθορισμένες και η αφετηρία
και η πιθανή άρνησή μου να βαδίσω•
ναι, ακόμη και η άρνησή μου υπήρχε
πριν από μένανε, για μένανε.

Η ελευθερία μου είναι μέσα στη βουλή σου.

Jules E. Lenepveu (1819-1898) -  Jeanne d'Arc sur le Bûcher à Rouen (Jeane D'Arc at the Stake in Rouen). Circa 1886-1890.:
Jules E. Lenepveu, Jeanne d'Arc sur le Bûcher à Rouen
"Dieu Nous Annule", Ο Θεός Μας Ακυρώνει



ΑΠΟΡΙΑ ΑΝΑΞΙΟΠΑΘΟΥΝΤΟΣ







Θυμήσου, σε παρακαλώ, πως από χώμα μ'έπλασες 
κι έγινα το δοχείο που σε περιέχει, 
που σχήμα δίνει στη ρευστή υπόστασή σου. 


Μπορεί να είναι η αξία σου μεγάλη, 

όπως του πιο ακριβού αιθέριου ελαίου, 
κι ελάχιστη η δική μου, όπως 
μιας πήλινης κοινής φιάλης, 
χωρίς έμενα όμως να σε περιέχω, 
χωρίς την ταπεινή μου προστασία, 
εξατμίζεσαι. 

Και τώρα θέλεις να με κάνεις πάλι χώμα;...



Michelangelo - Sistine Chapel:
Michelangelo - Sistine Chapel

ΕΛΕΗΣΟΝ ΣΕ

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να 'χεις
συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων. 
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
κατ' εικόνα και ομοίωσίν σου,
πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ' ένα πλήθος μόνων.

Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.

Michelangelo:
Michelangelo - Sistine Chapel

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Β'


Από την ίδια αφετηρία ξεκινώντας,
τα χτεσινά μου χνάρια ακολουθώντας,
κάθε καινούργια μέρα, σ' άλλο τέρμα φτάνω.

Καμιμούρα Γιουτάκα

youth and .the long road ahead....:


ΟΧΤΩ ΧΑΪΚΟΥ

α'
Σκίτσο ο κόσμος και 
ανελέητη ο θάνατος 
γομολάστιχα.

β' 
Έσβησε ο κόσμος. 
Μένει αναμμένη, μόνη, 
μια ανεμώνη.


γ'

Για ποια εκίνησε 
κορφή και σε ποια κοίτη 
κατρακύλησε!...

δ'
 Παραπατώντας
έφτασε στον θάνατο• 
τον μέθυσε η ζωή.

ε΄
Σήπεσαι σώμα
στη σιωπή, στην απουσία
άλλων σωμάτων.

στ΄
Θεέ μου, τι αόρατο 
ναυάγιο που είναι 
η έρημη ζωή!

ζ΄
Χειμώνας πάλι•
σβηστή η φωτιά του έρωτα
και η καρδιά μου κρύα.

η΄
Το είδωλό μου 
μέσα στον καθρέφτη 
σαν νεκρή φύση.


"The woods are lovely, dark and deep, But I have promises to keep, And miles to go before I sleep, And miles to go before I sleep..." - Robert Frost:


ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ΤΑΝΚΑ

α΄
Το χέρι γράφει
κι η ψυχή τινάζεται
έξω απ' το δίχτυ

που της έστησε ο καιρός 
ο ψυχοκυνηγάρης.

γ΄
Το όνειρό μου•
να φυτέψω ένα δέντρο
μεσοπέλαγα•

πουλιά να ξαποσταίνουν 
στα κλαδιά του, απόδημα.

δ' 
Κρατήσου μακριά
απ' τους συνανθρώπους σου,
μην τους ζυγώνεις•

μπορεί να σε κολλήσουν 
επικίνδυνα όνειρα.
ε΄
Αν ακονίζεις
το μαχαίρι αδιάκοπα,
θα το αφανίσεις•

στα χέρια σου θα μείνει 
μόνο η άχρηστη λαβή.

στ΄
Απομίμηση
ζωής ετούτη η ζωή,
σκηνογραφία•

πόρτα ζωγραφισμένη 
σ' ένα τυφλό ντουβάρι.

ζ΄
Ψεύδη τ' αστέρια 
φωτεινά και η σελήνη 
οφθαλμαπάτη.

Κάνε ουρανέ μου κάτι, 
γίνε ξανά αληθινός.


♂ Dream ✚ Imagination ✚ Surrealism Surreal art Girl open Hidden doorway with light:
η΄
Ποτέ το ψεύδος
δεν ψευδίζει, το θρασύ,
ούτε τραυλίζει.

Πάντα η αλήθεια χάνει, 
ντροπαλή, τα λόγια της.

ια΄
Ό,τι ν' αγγίξεις, 
ό,τι να κρατήσεις θες 
το σπας, το χάνεις.

Αν πάψεις να επιθυμείς, 
τότε, τα πάντα θα 'χεις.

ιβ΄
Πλούσιοι και ενδεείς,
ταπεινοί και επηρμένοι,
καλοί και κακοί•

δέντρα προς ξύλευση όλοι,
δέντρα του ίδιου δάσους.

Sarolta Ban This would be cool with pencils:

ιδ΄
Εγώ βαδίζω
προς τον θάνατο ή εκείνος 
προς εμένα;

Ποιος τάχα ο αναμένων, 
ποιος ο αναμενόμενος;

ιζ΄
Ταξίδι ήρεμο,
απ' το κλαδί ως το χώμα,
ταξίδι αθόρυβο.

Τι ζηλευτή η θανή σου, 
φύλλο φθινοπωρινό!

κ΄
Από τα πόδια
ως την κορφή, μετριέται
μόνο το ύψος.

Το ανάστημα αρχινά 
πάνω από το κεφάλι.

κα΄
Ένα ταξίδι 
αρχινά, κάθε στιγμή, 
χιλιάδες μίλια.

Νάτηνε η αρχή του, εδώ, 
κάτω απ' τα πόδια μου.

In Greek mythology, Melinoe is the Goddess of Ghosts. She is the daughter of Persephone, Queen of the Dead and Hades, Ruler of the Underworld. She lives in the Underworld. She has a pale complexion and a short temper and takes after her father in almost every way, except from her beauty which she gets from her mother Persephone. Melinoe has the powers to turn any mortal insane with her phantoms.:


«Βοήθεια!» φωνάζει τo φεγγάρι
«Βοήθεια! Ξεκρέμαστε με απ' αυτή
τη μαύρη ερημιά,
βάλτε με, γρήγορα,
στη φωτεινή σας πιατοθήκη!».


Ποιο απρόσεχτο παιδί
σ' έπιασε πάλι απόψε, φεγγαράκι,
με μουτζουρωμένα δάχτυλα;




ΠΑΙΓΝΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ


Σκέφτομαι μ' αγωνία το ωόν, 
ον και, ταυτόχρονα, μη ον• 
πτηνόν ή ομελέτα.

Δυσμενίδης ο Τυανεύς

Συμπληγάδες νύχτες 
και μόνος στα κουπιά.

Α.Χ.



Michal Karcz


Περιπλανώμενος πλασιέ ανθέων• 
μες στη βαλίτζα μου, 
τσαλακωμένα κρίνα που με κρίνουν.


Προσέξτε, ποιητές, 
μην πλανάσθε στον αέρα, 
μην παριστάνετε τα πετεινά! 
Προσγειωθείτε ή, 
καλύτερα ακόμη, 
υπογειωθείτε!

Κανείς δεν κυνηγάει τα σκουλήκια.

Tomasz Wieja:

Είχε αγωνία• ρώτησε: «Πώς γίνεται άνθρω-
πος κανείς;».
«Προσφέροντας» του απάντησαν.
Δεν είχε άλλο απ' το πανταλόνι του• το πρό-
σφερε και έγινε γελοίος.


«Όσο ζω, γράφω ποιήματα - όνειρα πάνω στα χώματα. Όταν με καταπιούν και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής»
Αργύρης Χιόνης 


Από το χώμα ερχόμαστε,
στο χώμα επιστρέφουμε.
Στο μεταξύ διάστημα,
παριστάνουμε τους κηπουρούς.

Photo Manipulations by Khazei:


«Γιατί έκαψες τη στέγη μου;» ρώτησα τη 
φωτιά.
«Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα» 
μου απάντησε.
Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα 
όντως ανεμπόδιστα, αλλ' ήταν τόσο άδειος, 
που έφτιαξα καινούργια στέγη αμέσως.

Ειν' αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι 
άλλο πάνω απ' το κεφάλι μου.



Έστησα καρτέρι 
στο ποίημα, 
όπως ο κυνηγός 
καρτέρι στήνει 
στον λαγό,
κι ας μην είχε (το ποίημα)
αυτιά μεγάλα,
μύτη υγρή, τρεμουλιαστή,
κι ας μην είχε
τα μπροστινά του πόδια
πιο κοντά
από τα πισινά, 
κι ας μην είχε 
καν πόδια (το ποίημα), 
ήρθε κι έφυγε, γρήγορο 
σαν λαγός,
κι έμεινα μόνο με τον κρότο
της ντουφεκιάς μου
και τον αντίλαλό της
που ειν' ετούτη
η αποτυχημένη απόπειρα
(ποιήματος).


Πέρασε τη ζωή του, 
γράφοντας ποιήματα 
με τη γομολάστιχα.

Digital art selected for the Daily Inspiration #1498:


Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, 
Ποίηση δωματίου, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Νίκος Γκάτσος, "Έχει τέτοια μεγαλοπρέπεια που με τρομάζει.. ", Άλκη Ζέη, με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο




Έχει τέτοια μεγαλοπρέπεια που με τρομάζει.

Ούτε φτερά να είχαμε στα πόδια μας. Από τη Ζαίμη βρεθήκαμε στου Λουμίδη, στη Σταδίου. Πλάι στην τράπεζα του μπαμπά μας. Καλά που ήτανε Κυριακή.

- Καλώς τες, καλώς τες, είπανε όλοι. Κι ύστερα ο Μάριος (Πλωρίτης) φώναξε το γκαρσόνι.

- Τάκη, δύο εσπρέσο.

Να μαστε λοιπόν καθισμένες στου Λουμίδη δίπλα δίπλα, να πίνουμε ένα θεόπικρο ζουμί που το λένε εσπρέσο κι η Λενούλα να μου μουρμουρίζει: «Πιες το». Γιατί είδε πως εγώ είχα βάλει κιόλας το φλιτζάνι στο πιατάκι.

Κοίταζα τη Λενούλα που έπινε αυτό το εσπρέσο χωρίς μορφασμό και τα μάτια κολλημένα στον Γκάτσο. Τον κοίταξα κι εγώ. Δεν ήτανε ωραίος, ήτανε όμορφος. Πολύ ψηλός, μάτια σχιστά, αριστοκρατικά χέρια. Κατάμαυρα μαλλιά. Έμοιαζε με ισπανό ευγενή. Πώς να μην μείνει με ανοιχτό στόμα η αδελφή μου. Μια στιγμή εκείνος σηκώθηκε κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μας.

- Τι καθίσατε πλάι πλάι, εδώ δεν είναι σχολείο. Δεσποινίς μου, λέει στη Λενούλα και κάνει μια υπόκλιση σαν να ήθελε να τη ζητήσει σε χορό. Ελάτε να καθίσετε δίπλα μου, και της προτείνει το χέρι.

Εκείνη χωρίς να τα χάσει άπλωσε το δικό της κι άφησε να την οδηγήσει σ' ένα τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο. Μπορεί να είχε μεγάλα χέρια αλλά οι κινήσεις του ήτανε αρμονικές σαν κάποια μουσική να τον συνόδευε όταν κινιόταν.

........ και η ώρα περνούσε και τα μάτια του Γκάτσου δεν ξεκολλούσαν από τη Λενούλα που καθότανε με άνεση και τα πόδια απλωμένα.

Μια στιγμή ο Εμπειρίκος γυρίζει, την κοιτάζει και λέει: 

«Μην νομίζετε πως μου διέφυγαν αι ωραιόταται κάλτσαι που φορείτε». 

Η Λενούλα φορούσε κάτι άσπρες ριγωτές βαμβακερές κάλτσες. Ήτανε η μεγάλη μόδα της Κατοχής. Τις έπλενε και τις άφηνε στον ήλιο ν' ασπρίζουν. Ήτανε πολύ περήφανη γι' αυτές. Δοκίμασα κι εγώ να φορέσω, μα σούρωναν στα αδύνατα πόδια μου και πάει όλη η γοητεία. Έτσι, πάλι σοσονάκι.

Ύστερα από λίγο ο Εμπειρίκος βάλθηκε να πειράζει τον Γκάτσο.

- Εσύ δεν πρόσεξες τας κάλτσας;

- Εγώ, Ανδρέα μου, προσέχω τους οφθαλμούς, απάντησε ατάραχος ο Γκάτσος.

Η Λενούλα εκστασιασμένη δεν έλεγε να κουνήσει. Εγώ κοίταζα απελπισμένη το μεγάλο ρολόι που ήτανε ακριβώς απέναντι μου στο χαμηλό τοιχάκι του παταριού. Πόσο θα λέγαμε στον μπαμπά πως κράτησε αυτή η παράσταση;

- Πρέπει να φύγουμε, μουρμούρισα στον Μάριο κι εκείνος μπήκε αμέσως στο νόημα....

- Τα κορίτσια πρέπει να φύγουν, λέει και σηκώνεται μαζί μου κάνοντας νόημα στη Λενούλα να σηκωθεί.

Ο Γκάτσος σηκώνεται κι αυτός.

- Να τις συνοδέψω τουλάχιστον ως την έξοδο. Κατεβαίνει μαζί μας τις σκάλες και πριν φύγουμε λέει:

- Αύριο θα σας περιμένουμε.
- Εγώ έχω σχολείο, μουρμουρίζω.
- Θα δω... αν μπορέσω, κάνει η Λενούλα.
- Αν όχι αύριο, μεθαύριο, λέει ο Γκάτσος, αφού είχαμε βγει στον δρόμο κι αρχίσαμε να τρέχουμε σχεδόν. [……] 





Όταν πήγαμε στο δωμάτιο μας η Λενούλα κάθισε αμέσως στο γραφείο της και είδα πως έγραφε ένα γράμμα.

- Πού γράφεις; ρωτάω.
- Στον Ιωακείμ, να του πω πως όλα τέλειωσαν μεταξύ μας.
- Καλά, εσύ μου είπες πως του το είπες από το καλοκαίρι.
- Καλό είναι να το έχει και γραφτό. Δεν την αφήνω στην ησυχία της.
- Γιατί είπες στον Γκάτσο πως δεν θα πας αύριο στου Λουμίδη;
- Γιατί δεν θα πάω.
Ούτε μεθαύριο;
- Ούτε.
- Δεν σ' αρέσει;
- Πάαααααρα πολύ.
- Τότε;
- Δεν ξέρω. Έχει τέτοια μεγαλοπρέπεια που με τρομάζει. Φοράει και ρεπούμπλικα. Ξέρεις κανέναν που να φοράει ρεπούμπλικα;
- Όχι, δεν ξέρω.
-  Άσε με τώρα να τελειώσω το γράμμα για να το πας στον Ιωακείμ.
- Γιατί να το πάω εγώ;
- Δεν είναι ευγενικό να το στείλω με το ταχυδρομείο. 

Από ευγένειες η αδελφούλα μου ήτανε πρώτη. Δεν πήγε όμως την άλλη μέρα στου Λουμίδη. Ούτε την παράλλη, και την πάρα παράλλη κατέφθασε ένας νεαρός στο σπίτι μας κομίζοντας μια τεράστια ανθοδέσμη από κλωνάρια αμυγδαλιάς. 
Ακολουθούσε ένα σημείωμα: «Σε περιμένω. Ν.Γ.»

Της μαμάς της άρεσαν πολύ τα λουλούδια, κυρίως οι αμυγδαλιές, μα δεν έβρισκε τίποτα που θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει στον μπαμπά. Για κείνον οι κόρες του ήτανε πολύ μικρές για να έχουν θαυμαστές που στέλνουν κι από πάνω άνθη.

- Να τα δώσουμε στην κυρία Μιράντα, πρότεινα. Η μαμά ανακουφίστηκε.  [….]


Λευκή πετσέτα.... και σώζεις έναν άνθρωπο από τον... χαμό.


I Give Up! - http://luzialight.wordpress.com/2013/06/22/i-give-up/:

Η κυρία Μιράντα γέμισε λοιπόν τα βάζα της με αμυγδαλιές κι όταν έφτασαν ξανά την άλλη και την παράλλη μέρα και το σπίτι της κόντεψε να γίνει ανθοκήπιο, τότε η Λενούλα αποφάσισε να εμφανιστεί στου Λουμίδη. Το ναι όμως που της ζήταγε ο Γκάτσος δεν το έλεγε. Τότε άρχισε να της χαρίζει βιβλία, ακριβές εκδόσεις από του Κάουφμαν, που η μαμά τα έκρυβε μέσα στο μπουγαδοκόφινο.

Η Λενούλα πήγαινε καθημερινά στου Λουμίδη, καθότανε δίπλα στον Γκάτσο κι έπινε τον πικρό εσπρέσο, έπιασε και φιλίες με τον Ελύτη, μα δεν αποφάσιζε να βγει μόνη μαζί του.
Τέλος μια μέρα την πήρε απόμερα και της λέει πολύ σοβαρά:

- Αύριο το πρωί στις δέκα και τέταρτο θα περάσω έξω από το σπίτι σου. Αν είναι να πεις το ναι, να κρεμάσεις στο μπαλκόνι μια άσπρη πετσέτα. Αν δεν δω την πετσέτα, θα φύγω με το τρένο που πάει εργάτες στη Γερμανία και μπορεί να το ανατινάξουν.

Ήτανε τόσο πειστικός που εκείνη κατατρόμαξε. Ήρθε φουριόζα στο σπίτι και ζητούσε της μαμάς μια άσπρη πετσέτα. Η μαμά δεν είχε και της είπε να πάρει κάποια άλλη. Όχι, θέλω άσπρη, επέμενε η Λενούλα.

- Ζήτα να σου δανείσει η κυρία Μιράντα, τη συμβούλεψα, παρόλο που δεν πίστεψα πως ο Γκάτσος... θα ανατιναζόταν.

Πήγαμε μαζί στην κυρία Μιράντα που άνοιξε ένα ντουλάπι γεμάτο άσπρες πετσέτες.
Είναι από την προίκα μου, μας είπε. Ακόμα αμεταχείριστες. Έχω ένα σωρό άλλες κι ώσπου να λιώσουν...

Η Λενούλα άρπαξε την πετσέτα λέγοντας πως αύριο θα της τη δώσει πίσω. Η κυρία Μιράντα δεν ήταν καθόλου περίεργη κι ούτε ρώτησε τι τη θέλει, μόνο είπε:

- Δεν βιάζει, Λενούλα μου.

Δεν ήξερε πως έσωζε έναν άνθρωπο από τον... χαμό.

Η Λενούλα κρέμασε αποβραδίς την πετσέτα στο μπαλκόνι. Το πρωί εγώ έφυγα για το σχολείο κι εκείνη έμεινε να παραφυλάει. Ο Γκάτσος πέρασε ακριβώς στις δέκα και τέταρτο.

Από τότε τους έβλεπες χέρι χέρι, ένα πανέμορφο ζευγάρι που στον δρόμο γύριζαν οι περαστικοί και τους κοίταζαν. Όλη η Αθήνα τους καμάρωνε. Μόνο ο μπαμπάς μας δεν είχε πάρει είδηση. Δεν ήξερε πως κυριολεκτικά πλάι του, πλάι στην τράπεζα, στου Λουμίδη, η μεγάλη κόρη του κάθε μεσημέρι έπινε εσπρέσο με τον πιο όμορφο άντρα που κυκλοφορούσε στην Αθήνα, παρέα με ποιητές, ζωγράφους και καλλιτέχνες. 


Η Λενούλα και ο Γκάτσος σε δρόμο της Αθήνας το 1943 

Σαν παραμύθι.....

Ο Γκάτσος είχε πάρει είδηση πως στην αδελφή μου άρεσαν τα παραμύθια κι έκανε ό,τι μπορούσε για να την κάνει να πιστεύει πως ζούσε ένα παραμύθι μαζί του.

Παρ' όλη την Κατοχή εκείνος δεν είχε πρόβλημα οικονομικό. Είχε έναν θείο στον Καναδά που είχε βάλει στο όνομα του στην τράπεζα ένα ποσό σε δολάρια. Τότε, αν αποδείκνυες -δεν ξέρω με ποιο τρόπο - πως είχες λογαριασμό σε δολάρια, μπορούσες να δανειστείς σε δραχμές και να τα ξεπληρώσεις μετά τον πόλεμο. Η πράξη αυτή λεγότανε «αναγνώριση». 

Ο Γκάτσος, λοιπόν, είχε να ξοδεύει και όπως ήτανε γαλαντόμος καταξοδευότανε να κερνάει. Για να εντυπωσιάσει λοιπόν τη Λενούλα, νοίκιασε αμαξά κι με άλογο - δυο υπήρχαν σ' όλη την Αθήνα - για να την πάει βόλτα. Και μένα μαζί. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και του είχαμε δώσει ραντεβού στο Μουσείο. Πέρασε και μας πήρε, καμαρωτός καμαρωτός μέσα στο αμάξι, και μας έκανε βόλτα σ' όλη την Αθήνα που μας έμεινε αξέχαστη.




Η Λενούλα μπορεί να έλεγε τα μυστικά της στον Γκάτσο αλλά κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω. Και τι μυστικά! Εκείνη, όπως κι εγώ, είχαμε διαβάσει πολλή Δέλτα. Αλλά εγώ δεν περίμενα να μου πει ο Γιώργος πως έκανε ηρωικές πράξεις. Υποπτευόμουνα πως σε κάποια αντιστασιακή ομάδα θα ήτανε, αλλά ποτέ δεν ρωτούσα ούτε βέβαια και κείνος μου έλεγε τι έκανε. Εκείνη φαίνεται τον ζάλιζε τον Γκάτσο που τον φανταζότανε ήρωα σαν τον Αλέξιο στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου.


Μια μέρα της είπε πολύ εμπιστευτικά - και εκείνη πολύ... εμπιστευτικά μου το εξομολογήθηκε το ίδιο βράδυ - το φοβερό μυστικό και μούσκευε το μαξιλάρι της στο κλάμα. Νομίζω όμως πως της άρεσε. Της εμπιστεύτηκε πως θα έφευγε για δεκαπέντε μέρες σε μυστική αποστολή στην Αίγυπτο να συναντήσει τον Αλέκο Κανελλόπουλο. Θα έφευγε κρυφά από τη Ραφήνα με καΐκι. Από το BBC ακούγαμε πολλές φορές για μυστικές αποστολές στην Αίγυπτο κι ακούγαμε τα συνθηματικά μηνύματα αυτών που έφταναν στο Κάιρο. Τον Αλέκο Κανελλόπουλο ούτε τον είχαμε ξανακούσει, κι ούτε ξέρω αν υπήρχε κάποιος με τέτοιο όνομα.

Της είπε λοιπόν ο Νίκος πως είχε αφήσει ένα γράμμα στον Ελύτη για κείνη με την εντολή πως αν δεν γυρνούσε σε δεκαπέντε μέρες να της το δώσει.

Μια βδομάδα άντεξε η Λενούλα και πήγε να βρει τον Ελύτη που στο μεταξύ είχαν γίνει πολύ φίλοι. Εκείνος όταν είδε τα χάλια της, της είπε πως είχε το γράμμα και της πρότεινε να το ανοίξουν. «Αν δεν γυρίσω και χαθώ, να ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ».

Η Λενούλα έλιωσε. Ο Ελύτης την αγκάλιασε και της είπε:

- Άντε, βρε, πουθενά δεν πήγε. Πες του ότι πιστεύεις πως σε λατρεύει να ησυχάσουμε όλοι.

Τι να πιστέψει εκείνη που είχε φτιάξει τον ήρωα της! Τη δέκατη πέμπτη μέρα, όπως είχε πει, ο Γκάτσος παρουσιάστηκε σαν πολεμιστής που γύρισε νικητής. Της έφερε δώρο ένα άρωμα. Εμείς έξω από την κολόνια Μενούνου δεν ξέραμε άλλο άρωμα. Της έδωσε ακόμα και μια πολύχρωμη πλεχτή ζώνη που είπε πως τη φτιάχνουν οι φελάχοι. Τη ζώνη τη φόρεσε η Λενούλα καμαρωτή, το άρωμα όμως δεν τολμούσε να το ανοίξει, μόνο με τη σκέψη πως μπορούσε να το μυρίσει ο μπαμπάς και ν' άρχιζε τις ερωτήσεις.

Μια μέρα το βρήκα εκεί που το είχε φυλαγμένο κι άρχισα να το πασπατεύω• Βλέπω στην ανάποδη μεριά του τυπωμένο με μικρά γράμματα. Φαρμακείον Γερολυμάτου, Βουκουρεστίου 4.

Η Λενούλα τρελάθηκε, έτρεξε στον Γκάτσο κι εκείνος με απόλυτη ψυχραιμία της είπε πως ο Γερολυμάτος είχε μεγάλο στοκ αρωμάτων και τα είχε στείλει πριν από τον πόλεμο στην Αίγυπτο. Πάει κι αυτό. Έλα όμως που μια μέρα είδαμε τις πλεχτές ζώνες που φτιάχνουν οι φελάχοι κρεμασμένες σ' ένα μαγαζάκι στην Ομόνοια. Τότε ο Γκάτσος μόνο που δεν γονάτισε μπροστά της και της είπε πως όλα τα έκανε για να την εντυπωσιάσει. Τον συγχώρεσε βέβαια κι από τότε τον συγχωρούσε πολλές φορές για τα παραμύθια -ομολογουμένως πολύ όμορφα - που της έλεγε.

Μα η αδελφούλα μου άλλα ήθελε. Μπορεί να πήγαιναν τα μεσημέρια στου Λουμίδη, στον κινηματογράφο, στο θέατρο και κάθε Πέμπτη στου Εμπειρίκου όπου μαζευόταν όλη η διανόηση, της έλειπαν όμως τα καθημερινά απλά πράγματα. Ένας περίπατος, μια βόλτα στον βασιλικό κήπο. Να χορέψουν σε πάρτι της Κατοχής ταγκό... Αυτά για τον Νίκο ήτανε μικρά κι ασήμαντα. Συζητούσαν για τη ζωή μετά την Απελευθέρωση. Μόνο λογοτεχνία και ποίηση. Η Λενούλα κοίταζε τα προπολεμικά περιοδικά μόδας που είχε φυλαγμένα η μαμά και με ανοιχτές τις σελίδες στα φορέματα με τις νύφες διάλεγε το δικό της νυφικό κι ονειρευότανε πως είναι νύφη στο μπράτσο του Γκάτσου που σίγουρα θα φορούσε σμόκιν. Ο καημένος όμως μόνο γαμπρό δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του. Βέβαια, εκείνη δεν του έλεγε τίποτα απ' αυτά τα όνειρα, την έτρωγε όμως ο καημός. 

Μπορεί να διέσχιζαν τους δρόμους της Αθήνας κι ο κόσμος να καμάρωνε αυτό το ξεχωριστό ζευγάρι, το τόσο ταιριαστό στην ομορφιά, μα στην άποψη για τη ζωή ήτανε μίλια μακριά.



«Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι»;


O Γιώργος (Σεβαστίκογλου) θαύμαζε στον Γκάτσο την πολυμάθειά του.Ο ίδιος είχε έρθει με την οικογένειά του από την Κωνσταντινούπολη στα δεκατέσσερά του χρόνια. Πήγε στο γαλλικό σχολείο, στη Λεόντειο, και μετά με υποτροφία στο Κολλέγιο κι ήτανε φυσικό και τις γλώσσες να μάθει, και λογοτεχνία και θέατρο, αφού είχε δάσκαλο τον Κουν. Αναρωτιότανε λοιπόν πώς ο Γκάτσος, το παιδί από την Ασέα, το μικρό χωριό στην Πελοπόννησο, από μια οικογένεια που σίγουρα δεν είχε βιβλιοθήκη στο σπίτι, έμαθε τις γλώσσες, έμαθε λογοτεχνία, θέατρο και ποίηση, λες και είχε σπουδάσει στο Ίτον.

Κι οι δυο ερχόντανε πολλές φορές τα πρωινά στο σπίτι μας. Φυσικά όταν έλειπε ο μπαμπάς. Η μαμά πάντα τους καλοδεχότανε. Εκείνοι τότε ξεχνούσαν την ύπαρξή μας και πιάνανε μια ατέλειωτη συζήτηση για τέχνη και λογοτεχνία. Η μαμά όταν έφευγαν έλεγε: «Σήμερα πήγα στο πανεπιστήμιο». 


Όταν όμως μας ξέρανε στεναχωρεμένες γιατί ο μπαμπάς μας δεν μας είχε αφήσει να βγούμε, ερχόντανε, κοτζάμ άντρες, όταν σκοτείνιαζε, κάτω στον δρόμο απέναντι από το μπαλκόνι του σπιτιού μας, κι άναβαν τσιγάρα κι εμείς μέσα από το τζάμι ξεχωρίζαμε στο σκοτάδι τις μικρές φωτίτσες και ξέραμε πως μας σκέφτονται.

OΓκάτσος ετοίμαζε την Αμοργό κι η Λενούλα την παρακολουθούσε λέξη  λέξη και τη μάθαινε απέξω, έστω κι αν κάμποσα δεν τα καταλάβαινε. Βγήκε τελικά το '43 η Αμοργός από τις εκδόσεις Αετός, αφιερωμένη «Σ' ένα πράσινο άστρο», δηλαδή στη Λενούλα με τα πράσινα μάτια. Μα το σπουδαιότερο ήταν ότι της έδωσε το τρίτο αριθμημένο βιβλίο με την ιδιόχειρη αφιέρωση. «Σ' εκείνη που στα χείλη της έγραψε ο κεραυνός το όνομα του». 

Πώς να μην καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι η αδελφή μου! Ξέχασε και τα νυφικά και όλα.


Ο Γκάτσος μας αντιμετώπιζε με πολύ χιούμορ όταν δεν καταλαβαίναμε κάτι από την Αμοργό και ζητούσαμε να μας εξηγήσει.
- Τι εννοείς, λέγαμε, «Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι»;

Κι ο Γκάτσος απαντούσε:

-   Γιατί; Ο σταυραητός είναι ένα κλεισμένο συρτάρι; και μας αποστόμωνε.




Η καμπαρντίνα.........«Με το καπέλο που έχω σας χαιρετώ». 

Κι έχω και τη Λενούλα να αναστενάζει. Όχι γιατί ο Γκάτσος φτώχυνε, αυτό ούτε που τη νοιάζει. Ο Γκάτσος στην Κατοχή ξόδευε αλόγιστα και το απόθεμα του θείου από τον Καναδά μηδενίστηκε. Μπορεί να μην αγόραζε πια κομψά ρούχα και το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του να είχε τρυπήσει το παπούτσι, περπατούσε όμως πάντα με αέρα πρίγκιπα κι η Λενούλα καμάρωνε δίπλα του με μια δική του καμπαρντίνα που της χάρισε, γιατί είχε πλυθεί στη σκάφη και τα μανίκια της φτάσαν στους αγκώνες. Την έσφιγγε η Λενούλα με τη ζώνη στη μέση και της πήγαινε μια χαρά.

Αν ήμουνα Γκόγκολ θα έγραφα ολόκληρο μυθιστόρημα, όπως εκείνος έγραφε Το παλτό.

Εγώ για την καμπαρντίνα. Μα όπως είπε και ο Ξενόπουλος «Με το καπέλο που έχω σας χαιρετώ». 

Πέρασαν τα χρόνια, ο αδελφός του Γιώργου, ο Γιάννης, είχε πάρει το δίπλωμα ιατρικής. Είχε παντρευτεί κι είχε ένα αγοράκι. Πήρε μια υποτροφία για τη Σουηδία. Έφυγε μόνος και σε λίγο θα τον ακολουθούσε η γυναίκα του με τον μικρό. Ήταν καλοκαίρι όταν εκείνη ετοιμαζόταν να φύγουν, έμαθε όμως πως στη Σουηδία έκανε ψύχρα και δεν είχε ρούχο κατάλληλο. Τότε η Λενούλα σκέφτηκε την καμπαρντίνα του Γκάτσου. Δεν τη φορούσε πια. Τη δώσαμε στο καθαριστήριο και ήτανε μια χαρά. Κι έτσι η καμπαρντίνα ταξίδεψε στη Σουηδία.

Πριν από τρία χρόνια πήγα με την κόρη μου στη Στοκχόλμη να δούμε τον αδελφό του Γιώργου. Η γυναίκα του είχε αλτσχάιμερ και βρισκότανε σε οίκο ευγηρίας, που έμοιαζε περισσότερο με ξενοδοχείο τριών αστέρων. Καθόμασταν στο σπίτι με τον κουνιάδο μου και τ' ανίψια μου. Ήτανε Μάιος. Εγώ κρύωνα.

- Ψάξε, μου λέει ο ανιψιός μου, στην ντουλάπα της μαμάς, κάτι θα βρεις.

Έψαξα. Και στο βάθος βρήκα την καμπαρντίνα του Γκάτσου! Είπα να ζητήσω να μου τη χαρίσουν, ντράπηκα όμως. Γενάρης 2013. Από τις Βρυξέλλες που βρίσκομαι πήγαμε με την κόρη μου λίγο μετά τις γιορτές στη Στοκχόλμη. Αυτή τη φορά πήγαμε για την κηδεία του Γιάννη Σεβαστίκογλου που τον αγαπούσα σαν αδελφό. Για χρόνια ήτανε καθηγητής και διευθυντής στο χειρουργικό-ορθοπεδικό τμήμα του νοσοκομείου Καρολίνσκα στη Στοκχόλμη. Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια.

Μείναμε στο σπίτι του. Ήταν έτσι όπως το είχαμε αφήσει την τελευταία φορά που πήγαμε. Η ίδια ντουλάπα. Την άνοιξα να κρεμάσω τα ρούχα μου και θυμήθηκα την καμπαρντίνα του Γκάτσου. Έψαξα μα δεν τη βρήκα, ούτε όμως και κανένα άλλο γυναικείο ρούχο. Ρώτησα τ' ανίψια μου τι κάνανε τα ρούχα της μητέρας τους και μου είπαν πως τα έδωσαν στους πρόσφυγες.

Και είπα τώρα μήπως στους δρόμους της Στοκχόλμης συναντούσα κανέναν Πακιστανό ή Βιετναμέζο να κυκλοφορεί με την καμπαρντίνα του Γκάτσου.

Η Λενούλα και ο Γκάτσος στο Φάληρο, στο ΄Εντεν (1943) 

Ε, ιππότη της ελεεινής μορφής! Θ' αφήσεις την αδελφή μου ήσυχη;

Η Λενούλα δεν άντεχε άλλο. Δεν μπορούσε να κάνει κανένα μελλοντικό όνειρο με τον Γκάτσο. Το συζήτησε με τον Μάριο Πλωρίτη. Κι εκείνος της είπε πως ο Γκάτσος ήτανε εξαιρετικός, χρυσός άνθρωπος. Η Λενούλα όμως ήθελε γάμο και παιδιά. Αυτό να το έβγαζε από τον νου της. Αν συνέχιζαν, θα ήταν και οι δύο δυστυχισμένοι. Έτσι αποφάσισαν να χωρίσουν. Ο χωρισμός έγινε πολύ φιλικά.

Η Λενούλα στο μεταξύ είχε αρχίσει να δουλεύει στον «Ίκαρο»
. Είχε αφήσει μαθήματα από το δίπλωμά της που θα τα έδινε αργότερα. Για να ξεπεράσει τον Γκάτσο τη βοήθησε ο Νίκος Καρύδης, που γίνανε πολύ φίλοι. Αντίθετος του Γκάτσου, προσγειωμένος εντός των δικών της ορίων. Καταλάβαινε αμέσως τα ποιήματα του. Ήταν γλυκός, τρυφερός και χαιρότανε τις καθημερινές μικροχαρές. Εκδρομές με φορτηγό στην Αίγινα, με τα πόδια στη μονή της Πεντέλης. Όλο ερχότανε και πιο κοντά με τη Λενούλα και τέλος έγιναν ζευγάρι. Ο Γκάτσος πηγαινοερχότανε στον «Ίκαρο», χαιρετιότανε πολύ φιλικά με τη Λενούλα, μα φαίνεται δεν είχε πάρει είδηση τον δεσμό της με τον Καρύδη. Όταν ξαφνικά κατάλαβε, πήγε και του έσπασε τα τζάμια του σπιτιού του κι απειλούσε πως θα βάλει φωτιά στον «Ίκαρο».
Ο Πατσιφάς έξαλλος, όλοι αναστατωμένοι, μόνο ο Ελύτης καθόταν ήρεμος ήρεμος στην καρέκλα του και χαμογελούσε.

- Ηρεμήστε, βρε παιδιά, μην τον ακούτε τι λέει. Αυτός ούτε μύγα δεν πειράζει.

Για να καταλαγιάσουν τα πνεύματα, ο Καρύδης έφυγε εσπευσμένα στα Κύθηρα όπου είχαν οι γονείς του σπίτι κι έστελνε καθημερινά γράμματα και τηλεγραφήματα στην αδελφή μου. Κι εκείνη έφυγε από τον «Ίκαρο» και πήγε στον Κοκκιναρά σε μια ξαδέλφη μας ώσπου να συνέλθει. 

Κατέβηκε μια μέρα στην Αθήνα. Στον γυρισμό μόλις βγήκε από το λεωφορείο στην Κηφισιά για να πάει με τα πόδια στον Κοκκιναρά - δεν υπήρχε τότε άλλο μέσο -, είδε πως ο Γκάτσος την είχε πάρει από πίσω. Άρχισε να τρέχει, τον άκουσε να της φωνάζει πως θα τη σκοτώσει. Έφτασε κλαμένη, τρομοκρατημένη στο σπίτι της ξαδέλφης μας όπου βρισκόμουνα κι εγώ.

- Πού είναι τώρα; τη ρωτάω.
- Εδώ πιο κάτω, στο γεφυράκι τον άφησα.

Βγήκα και πήγα να τον βρω. Στεκότανε στο γεφυράκι. Έτσι ψηλός, αριστοκρατορικός, και κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του ένα κλαράκι μ' ένα μικρό φύλλο. Με είδε, δεν κουνήθηκε. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και του φώναξα σαν να έπαιζα κουκλοθέατρο.

- Ε, ιππότη της ελεεινής μορφής! Θ' αφήσεις την αδελφή μου ήσυχη;

Εκείνος άφησε να του πέσει το κλαράκι από το στόμα. Με κοίταξε από πάνω ως κάτω. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, μου έκανε μια βαθιά ιπποτική υπόκλιση κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε με τα μεγάλα βήματα του.

Δεν ξαναενόχλησε τη Λενούλα ούτε... έβαλε φωτιά στον «Ίκαρο».

Ο Νίκος Καρύδης με τη Λενούλα σε εκδρομή το 1945

Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδόσεις Μεταίχμιο