Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Μέρα χαράς και αγαλλίασης...



Δεν μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου καμμία παρέλαση με χρώμα. Όλες οι εικόνες που μου έρχονται στο νου, είναι μαυρόασπρες, με το κόντραστ που είχαν τότε οι φωτογραφίες. Σκληρές, σε εκτύπωση και περιεχόμενο... Βλέπεις, κατά κακή μου τύχη, έζησα στα γυμνασιακά μου χρόνια το "εθνοσωτήριο" καθεστώς των συνταγματαρχών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την αισθητική των εθνικών επετείων. Θα περίμενε κάποιος μια αργία , ανεξαρτήτως αιτίας, να είναι προσδοκία για τους μαθητές, οι οποίοι, σημειωτέον, είχαμε 6ήμερη σχολική εβδομάδα. Αντίθετα, για πολλούς και διαφόρους λόγους, με προεξάρχοντα τον εξαναγκασμό, ο αναμενόμενος εορτασμός μιας επετείου μας χάλαγε τη διάθεση για κάμποσες μέρες. Ειδικά η επέτειος της 25 Μαρτίου, που τύχαινε στο έμπα της Άνοιξης και ακύρωνε τις επιθυμίες του ορμονικού μας που υπαγόρευε η εφηβεία μας.
Εκκλησιασμός υποχρεωτικός, με την απειλή τριάρας αποβολής, απαγγελία υποχρεωτική, ωσαύτως εκβιαστική και παρέλαση υποχρεωτική με τις αυτές συνέπειες.

Η ώρα της παρέλασης ήταν η πιο θλιβερή από τα τρία τελετουργικά...
Ντυμένοι σαν τσουβάλια, με κάτι άθλιες σχολικές στολές, αλλά και με φουστανέλες , μερικοί από εμάς, οι οποίοι το έφεραν βαρέως να γίνονται ρεντίκολο (ετσι το αντιλαμβανόμασταν), υπό τα βλέμματα των κοριτσιών, τα οποία ουδόλως υστερούσαν σε ρεζιλίκι, ντυμένα Αμαλίες ή Μπουμπουλίνες... Ένας βηματισμός για κλάματα, με φωτογράφους, είτε κατα παραγγελίαν είτε προκάτ, να πετάγονται σαν κομμάντος για να τραβήξουν μια πόζα που μόνο υπερηφάνεια δεν προκαλούσε στο ατυχές μοντέλο, το οποίο έπρεπε να καταβάλει και δραχμάς δέκα για να πάρει το αντίγραφο, ενώ στην ουσία επιθυμούσε το αρνητικό για να το εξαφανίσει. Και επειδή, παρέλαση χωρίς μουσική δεν νοείται, οι  ηχοστήλες σε ξεκούφαιναν με εμβατήρια και δημοτικά (ακόμα και κιτς δημώδη. Ο,τι είχε κλαρίνο ήταν αυτομάτως δημοτικό, και συνεπώς (κατά την βλακώδη νοοτροπία των χωριαταραίων με τα οφφίτσια και την λογοκρισία) πατριωτικό. Έτσι παράλληλα με τα κλέφτικα , άκουγες στη διαπασών το "σου 'πα μάνα πάντρεψέ με, σπιτονοικοκύρεψέ με", το "μη με δέρνεις καλέ μάνα που 'σπασα καινούργια στάμνα", καθώς και τα σύγχρονα "ωρέ Γιώργο Παπαδόπουλε" και το
" του 21 η εποχή κι η εικοσιμιά του Απρίλη"........
Καταισχύνη, κατάθλιψη και έτεροι χαρακτηρισμοί με την πρόθεση "κατά" και την πρόθεση να μεταναστεύσεις , αν μπορούσες....

Ώσπου ερχόταν το μεσημεράκι,  όλα τελείωναν όσο ευχάριστα τελειώνει και ένα νεκρόδειπνο, και τότε ερχόταν η μόνη στιγμή που διατήρησε χρώμα στις αναμνήσεις. Η 25η Μαρτίου, εκείνα τα χρόνια, ήταν η επίσημη πρώτη της κυκλοφορίας των παγωτών. Μάλιστα.... Τα παγωτά, έβγαιναν στα ψυγεία εκείνη τη μέρα. Τότε που το παγωτό ήταν σε λεπτό ξυλάκι και το έβρισκες μόνο από Άνοιξη έως Φθινόπωρο. Σε αντίθεση με τα σημερινά, που τα βρίσκεις όλες τις εποχές και αντί για ξυλάκι είναι καρφωμένα σε ....γλωσσοπίεστρο ωτορινολαρυγγολόγου.......... Ίσως αυτό το, τρόπον τινά, έθιμο να είχε σκοπό παρηγορητικό για την πίκρα που καταπίναμε παρελαύνοντας. Ίσως..........




Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

.... και χάρη στ' άσπρο του το άτι, η Αστρόφεγγη παντρεύτηκε με τον Ζωσιμαρά... Κοσμάς Πολίτης, Το Γυρί


Το κάστρο της Πάτρας

Επί φραγκοκρατίας

Κάποιο απόγεμα, τα παιδιά της γειτονιάς ξεκίνησαν απ' την πλατεία Βούδη και πήραν των ματιών τους να δουν πού θα τα βγάλει ο δρόμος ίσια που τραβάει κατά την Πάνω Χώρα. Το κάστρο δεν φαινόταν από δω, μόνο τα σπίτια που ανηφόριζαν αρκουδίζοντας. Μα το 'βλεπε καθένας από το λιακωτό του, ψηλά στο λόφο, πάνω από τα σπίτια -έτσι, τα παιδιά λογάριαζαν πως σίγουρα η ανηφοριά εκείνη θα τα 'φερνε στο κάστρο. Κάθε γιορτή επίσημη περίμεναν τις κανονιές. Άστραφτε πρώτα η λάμψη, μετρούσαν ως τα έξι - δίχως βιασύνη, όπως χτυπάει το ρολόι - κι έπεφτε η κανονιά: μπουούμ... Ο κύριος Νικολάκης τους είπε πως το κάστρο χτίστηκε πριν από πεντακόσια τόσα χρόνια. 


-  Επί... επί... Στάσου να δεις πώς τό 'λεγε...

-  Επί φραγκοκρατίας.


-  Ναι! έκανε θριαμβευτικά ο Σάββας. Ο κύριος Νικολάκης τα ξέρει όλα, κύριε Φίλιππα. Δε λέω, ξέρετε βέβαια κι εσείς. 


-  Σας είπε ο κύριος Νικολάκης την ιστορία της Αστρόφεγγης και του Ζωσιμαρά;... Δε σας την είπε. Βλέπεις λοιπόν!


Tristan and Isolde Sharing the Potion - Waterhouse

Η ιστορία της Αστρόφεγγης και του Ζωσιμαρά

Τότε ο Φίλιππος του διηγήθηκε μια ιστορία που έβγαλε απ' το κεφάλι του για τον Ζωσιμαρά, το παλικάρι από την Εγλυκάδα, που αγαπιότανε με τη βασιλοπούλα, την Αστρόφεγγη.

Τον Ζωσιμαρά τον λέγανε και Μαύρο: καθώς ήτανε τριχωτός, από το πολύ ξύρισμα του απόμεινε μια μελανιά γραμμή στα μάγουλα και τρόγυρα στα χείλια. Ο πολύς κόσμος γνώριζε τον Μαύρο πάνω στο άσπρο του άλογο, δεν τύχαινε να πάει πεζός παρά στην εκκλησιά μονάχα. Συνήθιζε να λέει:

 -  Ο Κύριος ημών πήγε στην εκκλησιά πάνω σ' ένα γαϊδούρι, σκολιάρα μέρα των Βαγιών. Δε μου ταιριάζει να πάω εγώ με τ' άτι.

Πάνω σ' αυτό, πετάχτηκε ο μικρός:

-  Τ' άτι; Τι 'ναι τ' άτι;

-  Τ' άτι; Τ' άλογο.

-  Γιατί το λέτε τότε τ' άτι; Τι είναι το σωστό;

-  Σκοτίστηκα! Σα μεγαλώσεις θα μάθεις πως ο καθένας γράφει και μιλάει όπως του καπνίσει.


Sir Galahad by George Frederick Watts


L' argent fait tout, .....δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αθηναίοι

Μόνο που ήτανε φτωχός ο Μαύρος. Για να ζήσει, αναγκαζόταν να μισθώνεται πρωτοπαλίκαρο στον ένα και στον άλλον άρχοντα. Όμως το άλογο του φημιζόταν για μοναδικό. Άσπρο, κάτασπρο, δίχως κουσούρι, σ' ολάκερη τη χώρα δε βρισκότανε παρόμοιο. Γι' αυτό και το αφεντικό του τ' αγαπούσε κι αρνιότανε να το πουλήσει στους πλούσιους του τόπου μόλο που ήταν πρόθυμοι να δώσουν όσα λεφτά κι αν ζήταγε.

-  Ξέρω, τον έκοψε πάλι ο Σάββας, θα το αντάλλαξε με τη βασιλοπούλα.

-  Λες ανοησίες. Τη βασιλοπούλα, βέβαια, την αγαπούσε, μα όσο για να προτιμήσει από τ' άλογο του μια γυναίκα...

Ωστόσο - εξακολούθησε το παραμύθι ο Φίλιππος - λιώνανε οι δυο τους από την αγάπη. Είδε κι απόειδε ο Μαύρος, αποφάσισε να πάει στο κάστρο και να τη ζητήσει από τον πατέρα της.

-  Χμ, κάνει αυτός αφού τον άκουσε, είσαι φτωχός, το ξέρω. Η φτώχεια, βέβαια, δεν είναι ατιμία - είναι κάτι χειρότερο: βλακεία. Ε, δεν τρελάθηκα να χαραμίσω τη μονοθυγατέρα μου μ' ένα παλικαράκι που μισθώνεται δεξιά ζερβά!... Λ' αρζάν φα του - πρόσθεσε καθώς το 'χε ακούσει από κάποιο φράγκο βαρόνο γείτονα του.

-  Τι θα πει αυτό, κύριε Φίλιππα;

-  L' argent fait tout, θα πει: δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αθηναίοι. Το κατάλαβες αυτό;

-  Αρχαία ελληνικά δεν είναι; Δεν πειράζει αν δεν το κατάλαβα, φτάνει που είναι η γλώσσα των ενδόξων μας προγόνων, καθώς μας λέει ο δάσκαλος.

The last kiss of Romeo and Juliet, Francesco Hayez

Στο παρά πέντε...

Έτσι λοιπόν τον έδιωξε ο βασιλιάς. Ο Μαύρος, απ' την απελπισία, έκανε την καρδιά πέτρα κι έφυγε στην ξενιτιά. Πέρασε τρία χρόνια με πολέμους και πλιάτσικο. Μα ο νους του πάντα στην αγάπη του. Δεν κρατήθηκε περισσότερο, καβάλησε το άλογό του και ξεκίνησε να πάει πίσω στην Αστρόφεγγη.

Κατά τη νύχτα έφτασε στον κούλα του, στην Εγλυκάδα, σύμπτωση την παραμονή που ήταν να γίνει ο γάμος της Αστρόφεγγης με τον πιο πλούσιο άρχοντα της χώρας, ένα γερο-φαφούτη ξεκουτιάρη. Ο βασιλιάς παίδεψε την κόρη του να πει το ναι, γιατί ο γαμπρός, καθώς γνώριζε τον πεθερό του πλεονέχτη και τσιγγούνη, προσφέρθηκε να του χαρίσει τόση γης που να του φέρνει χίλια φλουριά εισόδημα το χρόνο.




Βλέπω το φεγγάρι ν' ασημώνει κάτι άσπρο που σιμώνει.

Ο Άσπρος, το άλογο, αφού έφαγε το σανό του, έπιασε να μυρίζεται τον τόπο. Λες να θυμήθηκε πως κάθε τέτοια ώρα, πριν από τρία χρόνια, έφερνε τον Ζωσιμαρά στο κάστρο για να μιλάει, απ' το παράθυρο με την καλή του; Να μην τα πολυλογούμε, πηδάει το φράχτη και τράβηξε κατά το κάστρο χλιμιντρώντας κάθε τόσο.

Πάνω που η βασιλοπούλα κλαιγότανε γονατισμένη μπροστά στα εικονίσματα, ήρθε στ' αυτιά της το χλιμίντρισμα του αλόγου.

-  Άκουσες, βάγια μου, άκουσες; Μην είμαι ονειροπαρμένη; Σκύψε απ' το παράθυρο να δεις, δεν έχω εγώ τη δύναμη.

-  Κυρά μου, βλέπω το φεγγάρι ν' ασημώνει του πατέρα σου τ' αλώνι.

-  Βάγια μου, χλιμιντράει πάλι, σκύψε να δεις.

-  Βλέπω το φεγγάρι ν' ασημώνει ένα σύννεφο από σκόνη.

-  Βάγια μου, κοίτα πάλι.

-  Βλέπω το φεγγάρι ν' ασημώνει κάτι άσπρο που σιμώνει.

-  Τ' άλογο του Ζωσιμαρά! πρόφτασε κι είπε η Αστρόφεγγη πέφτοντας λιπόθυμη στην αγκαλιά της βάγιας.



Μόνο τα παλικάρια κλαίνε, γιατί έχουν τρυφερή καρδιά

Κάποτε που ξελιποθύμησε κι είδε πως ήρθε μοναχό το άλογο, δίχως τον καβαλάρη, έβαλε χίλια δυο στο νου της. Κατάφερε ωστόσο και βγήκε από το κάστρο, καβάλησε το άλογο κι αυτό την έφερε στην ώρα έξω από την κούλα του Ζωσιμαρά. Εκεί, άρχισε να κλοτσάει με τα πισινά το φράχτη. Πετάγεται στη βίγλα ο Ζωσιμαράς, βάζει το χέρι πάνω από τα μάτια, κοιτάει καλά και τι να δει! 

Τρέχει αμέσως κάτω κι αρπάζει την Αστρόφεγγη στην αγκαλιά του. Αγκαλιασμένοι τα 'πανε οι δυο τους για ώρα, μια κλαίγαν, μια γελούσαν. Και να πώς, χάρη στο άλογο, η Αστρόφεγγη παντρεύτηκε με τον Ζωσιμαρά.

-  Κλαίνε οι άντρες, κύριε Φίλιππα;

-  Μόνο τα παλικάρια κλαίνε, γιατί έχουν τρυφερή καρδιά.

Κοσμάς Πολίτης, Το Γυρί, εκδόσεις ύψιλον, σελ. 35-37


"La Belle Dame Sans Merci" by Sir Frank Dicksee

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Όταν ξυπνήσεις Καθαρά Δευτέρα........


Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι.....

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος

Αγήνωρ Αστεριάδης 

Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά;

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. 

Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. 

Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. 

Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου. [...... ]

Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.



«Ποίηση χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού, πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά, νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις …»
 Θωμάς Γκόρπας



....κρατώντας απ' τα μέσα την καλούμπα...


Όταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
και δεις
σκοτεινιασμένο ουρανό
με σύντομες βροχές 
και με αέρα 
την ευκαιρία 
μη φοβηθείς
και χάσεις 
να αμολήσεις πάλι 
τον χαρταετό 
κρατώντας 
απ' τα μέσα 
την καλούμπα



Γιάννης Πατίλης, Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα
Ποίημα εμπνευσμένο από τον πίνακα ζωγραφικής της Ηρώς Νικοπούλου "Μικρή Αριάδνη"



Μη με διαβάζετε …….


Μη με διαβάζετε …….
Όταν δεν αμολήσατε αϊτὸ την Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς επίλογος 
Από τη συλλογή ποιημάτων «Δεύτερη Εποχή», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1988




..ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο όνειρο

Τσιμπλιάρικα τα βλέφαρα της μέρας
ένα κορίτσι κρέμεται στο παράθυρο

σαν άνθος
ενώ τριγύρω παθητικά κελαηδούνε τα πουλιά
ένα σπασμένο ποτήρι
μ’ αόρατα τα γυαλιά μες στην καρδιά
κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο
όνειρο
βγάζει φωτιές
εμείς μαζεύουμε βελόνες
όπως άλλοτε μάζευαν λουλούδια
κι η πιο μεγάλη διάπλατα
τρυπάει το κρανίο μας
Μίλτος Σαχτούρης, Μια μέρα


Geoffrey Smith, The red kite


.... σα χαρταετός ο Σταυραϊτός να φεύγει


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια

κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;

Μίλτος Σαχτούρης, Ο συλλέκτης


Fred Sklenar, Fly a kite

..να γίνομαι άνεμος για το χαρταετὸ και χαρταετὸς για τον άνεμο.... 


Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες. 
ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε 
-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω 
κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος


Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη



Fly me to Paris by Christian Schloe 

Τη μέρα αυτή της προσμονής την Καθαρή Δευτέρα.......

Τ’ αστέρια δε φεγγοβολούν 
άσπρη μου περιστέρα 
και τα πουλιά δεν κελαηδούν 
την Καθαρή Δευτέρα 

Πάνω στον λόφο έχει στηθεί 
το ρέμπελο φεγγάρι 
και σε χρυσάφι έχει ντυθεί 
και σε μαργαριτάρι 

Μη τραγουδάς και μη πονείς 
ετούτη την ημέρα 
τη μέρα αυτή της προσμονής
την Καθαρή Δευτέρα 

Νέστορας Μάτσας, Μίμης Πλέσσας, Τζένη Βάνου





Χαρταετός.....σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...


Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν
έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε
ήλιος να με δει 

Ήρθες και στο δρόμο μου 
φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε 
κόκκινος χαρταετός

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί
μη μ’ αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου στη σιωπή 
κρύα θάλασσα έρημο νησί 

Άψυχα κορμιά στα χέρια μου 
άχρηστα κλειδιά 
δε μου μένει τίποτα 
τίποτα δε μου φτάνει πια 

Έλα ας περπατήσουμε
μακριά απ’ το θόρυβο 
τις πληγές να κλείσουμε 
έχουμε όλο τον καιρό... 

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί...

Μανώλης Φάμελος, Τάνια Τσανακλίδου




Διεύθυνση βάλαν ουρανός κι’ έφυγε ο χαρταετός...
Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
φτιάξαν έναν χαρταετό
με εφημερίδες του μπακάλη
καλάμια από τον Κηφισό

Γράψαν με κόκκινο μελάνι
με ματωμένα κεφαλαία
όσα η ζωή τους είχε κάνει
κι όσα απωθούσε η παρέα

Διεύθυνση βάλαν ουρανός
κι’ έφυγε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης ο Θεός

Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
στο πέραμα την Κυριακή
Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
μιας αποθήκης με ρακί

Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
και το διαβάσαν ως θα φέξει
βουρκώνανε σε κάθε λέξι
και μουτζουρώναν τις αράδες

Σε λάθος χέρια δυστυχώς
έπεσε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και ο παραλήπτης πιο φτωχός

Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
και τον πετάξαν βιαστικοί
Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
και πως γελάσανε οι κυρίες
που είχε ανορθογραφίες
και στο μικρό περισπωμένη

Άτυχος ο Χαρταετός
τον κάψανε σε μια γωνιά
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης η απονιά

Σώτια Τσώτου, Κώστας Χατζής, Δάκης



.....και ο καιρός χαρταετός έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Κάθε στιγμή κάθε ψυχή
είναι δεμένη με μία κλωστή
και ο καιρός χαρταετός
έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Ζούμε κι εμείς οι αφελείς
το τέλος μόνο της κάθε γιορτής
για ένα βαλς που μας χρωστάς
κι είναι γραμμένο μονάχα για μας

Κάθε χαρά είναι ζαριά
που κάποιοι ξέρουν και φέρνουν συχνά
και σαν λεκές το στιλ που λες
είναι που μένει και σώζει το χτες


Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής, Αναστασία Μουτσάτσου






Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Μαργκερίτ Ντυράς: "Η μητέρα μου ήταν ταυτόχρονα τα πάντα, η δυστυχία, η αγάπη, η αδικία, η φρίκη"


«Η ζωή μου κυλούσε μέσα από τη μητέρα μου. Ζούσε μέσα μου σε βαθμό ψύχωσης. Θα είχα πεθάνει παιδί, πιστεύω, αν είχε πεθάνει εκείνη. Στη ζωή ενός ανθρώπου, θαρρώ, η μητέρα είναι, με απόλυτο τρόπο, το πιο παράξενο, το πιο απρόβλεπτο, το πιο ασύλληπτο πρόσωπο που συναντά»
Marguerite Duras




Οικογένεια αγάπης και μίσους... Όπως όλες οι οικογένειες

Μέρος της ιστορικής συνέντευξης που είχε παραχωρήσει η Μαργκερίτ Ντυράς στις 24 Σεπτεμβρίου του 1984 στον Γάλλο δημοσιογράφο Μπερνάρ Πιβό κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής του εκπομπής Apostrophes. Η συνέντευξη αυτή ­ δόθηκε λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου της «Ο εραστής» και αφού μόλις είχε τελειώσει τη θεραπεία αποτοξίνωσης.


- Πείτε μας για τη μητέρα σας.

- «Ήταν δασκάλα στη Γαλλία. Στις αποικίες δίδασκε στα σχολεία των ιθαγενών. Ζήσαμε όλα τα παιδικά μας χρόνια μέσα στη ζούγκλα».

- Μετά αγοράζει ένα κομμάτι γης.
- Συνέχισε να διδάσκει. Είχε τρία παιδιά. Ήθελε να πλουτίσει για χάρη μας. Η γαλλική κυβέρνηση οικοπεδοποιούσε τη γη στη δυτική Καμπότζη. Ήταν εκεί οι μεγάλες φυτείες καουτσούκ».

- Κάπως τις έλεγαν στην αποικιοκρατία...


- «Ναι, κάπως τις έλεγαν. Νομίζω τις έλεγαν κόκκινες φυτείες. Η μητέρα μου ήθελε να φυτέψει ρύζι. Μάζεψε τις οικονομίες 20 ετών σε ρευστό. Δεν είχε ποτέ λογαριασμό σε τράπεζα. Ζούσε στη ζούγκλα δίχως σύζυγο. Με τρία παιδιά, δασκάλα στα ιθαγενή σχολεία, στην κατώτατη βαθμίδα της κοινωνίας των λευκών. Πήρε ένα κτήμα που πλημμύριζε από τη θάλασσα. Εξεγείρεται εναντίον του Σινικού Πελάγους».


- Χτίζει φράγματα που καταβροχθίζονται από καβούρια.

- «Και από την παλίρροια».

- Λέτε ότι το είχε στο αίμα της... ήταν τρελή εκ γενετής.

- «Ναι. Δεν ξέρω πώς ακριβώς. Η αφέλειά της γεννούσε μια τρέλα. Όταν ήρθε στη Γαλλία ήταν πια τρελή».


- «Δεν είδε ποτέ το έργο γιατί έπαιζε το πιάνο». Η προσωπογραφία στο «Φράγμα του Ειρηνικού»... ανταποκρίνεται λοιπόν στη μητέρα σας; «Είχε αγαπήσει υπερβολικά τη ζωή». «Ήταν αυτή η αγιάτρευτη ελπίδα, που την έκανε να χάσει κάθε ελπίδα. Αυτή η ελπίδα την είχε φθείρει τόσο, δεν τη νέκρωνε ούτε ο ύπνος ούτε ο θάνατος»

- «Ναι».

- Όταν σκυλοβρίζει αυτούς που την εξαπάτησαν, τους λέει την κατάρα μου να 'χετε.

«Γ
αλουχήθηκα με την ιστορία του οικοπέδου σε αυτή την απίστευτη γη του φράγματος. Πηγαίναμε εκεί στις διακοπές. Η μητέρα μου ήταν ο κινηματογράφος για μένα».



- Ο μεγάλος αδερφός σας; Λέτε: «Ένα κάθαρμα...». Ήταν ένα κάθαρμα;

- «Ναι.
 Και όμως τους αθωώνω όλους. Αυτό είναι "Ο εραστής". Αθωώνω ακόμη και τον αδερφό μου. Μετά από αυτό... δεν αισθάνομαι πια τέτοια μνησικακία γι' αυτόν».

- Επειδή πέθανε;

- «Ο μικρός αδερφός πέθανε, όχι ο μεγάλος...».

- Μου είναι δύσκολο να καταλάβω την οικογένειά σας.

- «Οικογένεια αγάπης και μίσους... Όπως όλες οι οικογένειες».

- Ίσως μερικές δεν είναι τόσο μοναδικές όσο η δική σας.

- «Όταν βλέπω παιδιά απόλυτα, ευγενικά, τακτικά, λέω ότι υπάρχει κάτι διεστραμμένο σε αυτά. Οι γονείς λένε "όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις". Έτσι ανατρέφονται τα παιδιά. Είναι μια εκγύμναση. Η μητέρα μου ήταν ταυτόχρονα τα πάντα, η δυστυχία, η αγάπη, η αδικία, η φρίκη».

- Θα είχατε γίνει συγγραφέας αν ήταν πλούσια η μητέρα σας;

- «Με ρωτάτε; Νομίζω ναι».

- Θα είχατε γίνει συγγραφέας οπωσδήποτε.

- «Αυτό ξεπερνούσε και τη μητέρα μου ακόμη. Ίσως την ξεπερνούσε και ο μικρός αδελφός. Τον σκότωσε ο μεγάλος αδελφός».

- Τον συγχωρήσατε;

- «Ναι, μα δεν μπορώ να ξεπεράσω αυτή την απώλεια».

- Αισθανόσασταν ντροπή για τη μητέρα σας;

- «Ναι. Είχα κάθε λόγο. Ντυνόταν όπως να 'ναι. Δεν φόρεσε ποτέ καλά παπούτσια, ήταν πάντα στραβοπατημένα, με κοντές κάλτσες. Οι μητέρες ήταν εκθαμβωτικές στο σχολείο, εκείνη ερχόταν αναμαλλιασμένη».

- Σήμερα ντρέπεστε που ντραπήκατε γι' αυτήν;

- «Όχι, δεν ήταν κάτι σημαντικό».

- Ντρεπόταν για τη σχέση σας με τον Κινέζο;

- «Δεν ήξερε τίποτα».

- Μα τρώγατε μαζί.

- «Ναι, αλλά δεν ήξερε».

- Δεν το πιστεύω.

- «Ήμασταν ρατσιστές ως αποικιοκράτες. Θα ήταν χείριστο αν μάθαινε για τον Κινέζο. Δεν είναι αστείο αυτό που σας λέω. Δεν το έμαθε».

- Αυτός κάνει το τραπέζι στους δικούς σας. Δεν του μιλάνε, τον αγνοούν. Ετρωγαν πολύ;

- «Τεράστιες ποσότητες. Δεν είχαμε ξαναπάει σε εστιατόριο. Τα αδέλφια μου οργίασαν. Ηταν τελείως άξεστοι άνθρωποι. Η μητέρα μου δεν έμαθε αγωγή στα παιδιά της. Ήμαστε σαν καθυστερημένοι. Ήμαστε σαν ζώα. Τρομεροί. Η ακριβής λέξη είναι πρωτόγονοι. Δεν ντρέπονταν μπροστά του. Επίσης, ήταν κίτρινος και εμείς λευκοί». [........]


- Ξαναβρίσκουμε τη μητέρα σας σε ένα γαλλικό πύργο. Ενώ ήταν τόσο φτωχή απέκτησε πύργο στη Γαλλία;

- «Ξεκίνησε ένα σχολείο για μιγάδες και ινδοκινέζους πάμπλουτους. Κέρδισε χρήματα και αγόρασε ακίνητα. Τα πούλησε όλα για τον μεγάλο αδελφό μου».

- Ο αδερφός που αποκαλείτε κάθαρμα πέθανε.

- «Έτσι τον λέω».

- Πώς πέθανε;

- «Στο δωμάτιό του, πριν από μερικά χρόνια».

- Η μητέρα σας;

- «Πρέπει να 'ναι 20 χρόνια από τότε που πέθανε».

- Αγαπούσε παθολογικά τον μεγάλο αδερφό;

- «Ήταν το παιδί της. Εγώ δεν είχα παρά μόνο ένα παιδί. Δεν ξέρω πώς γίνονται τέτοιες αδικίες. Η μητέρα είναι ένα θαύμα. Αγαπάει όλα της τα παιδιά εξίσου».

- Θάφτηκαν μαζί;

- «Καταλαβαίνετε, θάφτηκαν μαζί σαν εραστές».




Marguerite Duras et son frère Paul, 1930 


Μια μάνα αποκαμωμένη, χαμένη στην περιοχή της τυφλής προτίμησης.....

Η μουσική είναι η μητέρα, μια κυρία Γαλλίδα, που παίζει πιάνο στο διπλανό δωμάτιο.

Η μητέρα δεν περιμένει τίποτα. Είναι στο κέντρο του βασιλείου της: αυτής εδώ της οικογένειας...

Η μητέρα δεν εμποδίζει πια τίποτα. Δεν θα εμποδίσει πια τίποτα.

Θ' αφήσει να γίνει ό,τι είναι να γίνει. Είναι μια μάνα αποκαμωμένη. 

Στην κρεβατοκάμαρα της μητέρας και της παιδούλας. Η μητέρα είναι ξαπλωμένη. Δεν κοιμάται. Περιμένει τη μικρή της. Νάτην. Έρχεται απ' έξω.

Ναι. Είναι, ολοφάνερα, ακόμα μια παιδούλα. Ακόμα αδύνατη, ακόμα δίχως καλά-καλά στήθος. Τα μαλλιά μακριά, καστανοκόκκινα, σγουρά, φορά τα τοπικά σαμπό από ελαφρό ξύλο και δερμάτινα λουριά. Έχει ανοιχτά πρά­σινα μάτια με καστανές ραβδώσεις. Τα ίδια, λένε, με του πεθαμέ­νου πατέρα. Αυτή ήταν η παιδού­λα. Φοράει την ίδια πουκαμίσα με τη μητέρα, από άσπρο βαμβα­κερό, με μετακινούμενες τιράντες, φτιαγμένη από τη Ντο.

Ανοίγει τις δυο άκρες της κουνουπιέρας, τις χώνει γρήγορα κάτω απ’ το στρώμα, κι έτσι γρήγορα περνά από το άνοιγμά της και την ξανακλείνει. Η μητέρα δεν κοιμόταν. Ανακαθίζει δίπλα στην παιδούλα και πλέκει τα μαλλιά της για τη νύχτα. Το κάνει μηχανικά, χωρίς να κοιτάζει.


Marguerite Duras, 1930

Μακριά, μόλις ακουγόταν ο αχός απ’ το ποταμοχώρι που έσβηνε μόνο την ημέρα.

Η παιδούλα ρωτά:

— Είδες τον Πάολο;

— Ήρθε, έφαγε στην κουζίνα με τον Θαν. Και ξανάφυγε.


Η παιδούλα λέει πως πήγε ως τη γιορτή για να δει μήπως ήταν εκεί, μα η γιορτή είχε ήδη τελειώσει, δεν υπήρχε κανείς. Λέει ακό­μα πως θα πάει να τον ψάξει πιο αργά, πως ξέρει πού μπορεί να έχει κρυφτεί. Πως είναι ήσυχη όταν αυτός βρίσκεται έξω, μα­κριά απ’ το σπίτι. Πως ξέρει ότι απ’ την ώρα που ξέφυγε την πε­ριμένει πάντα, για να μη γυρίσει μόνος στο σπίτι - στην περί­πτωση που ο Πιερ θα ήταν εδώ και θα τον περίμενε να τον χτυπή­σει πάλι. 


Η μητέρα λέει πως αυτή αντίθετα φοβάται όταν είναι έξω, τα φίδια, τους τρελούς... κι ακόμα μήπως φύγει... έτσι... μήπως ξαφνικά δεν αναγνωρίζει πια τίποτα κι εξαφανιστεί. Λέ­ει πως αυτό μπορεί να συμβεί μια μέρα με τέτοιου είδους παιδιά.

Η παιδούλα όμως φοβάται τον Πιερ. Μήπως σκοτώσει τον Πάολο. Μην και τον σκοτώσει, λέει, δίχως καλά-καλά να ξέρει πως τον σκοτώνει.

Λέει ακόμα:

— Δεν είν’ αλήθεια αυτά που λες. Δεν φοβάσαι για τον Πάολο. Μόνο για τον Πιερ φοβάσαι.

Η μητέρα δεν σχολιάζει τα λόγια της κόρης της. Αφήνεται να την κοιτάζει, ώρα πολλή, γλυκιά μονομιάς, πέρα από τις κουβέ­ντες της στιγμής. Και αλλάζει τη συζήτηση:

— Τι θα γράψεις στα βιβλία σου;

Η παιδούλα φωνάζει:

— Για τον Πάολο. Για σένα. Για τον Πιερ επίσης, αλλ’ αυτό θα ’ναι για να τον κάνω να πεθάνει.

Στρέφεται απότομα προς τη μητέρα της, κλαίει σφιγμένη πά­νω της. Κι ύστερα βογκάει υπόκωφα:

— Μα γιατί τον αγαπάς τόσο, κι όχι εμάς, ποτέ...

Η μητέρα ψεύδεται:

— Σας αγαπώ εξίσου και τα τρία μου παιδιά.

Η παιδούλα εξακολουθεί να φωνάζει. Σου ’ρχεται να της το βουλώσεις. Να τη χαστουκίσεις.

— Λες ψέματα, ψέματα. Είσαι μια ψεύτρα. Απάντησε έστω για μια φορά... Γιατί τον αγαπάς τόσο κι εμάς όχι;

Σιωπή. Κι η μητέρα απαντά στενάζοντας:

— Δεν ξέρω γιατί.

Μακριά σιωπή. Και προσθέτει:

— Ποτέ δεν ήξερα...

Η παιδούλα πέφτει πάνω στο σώμα της μητέρας και την φιλά κλαίγοντας. Σφραγίζει με το χέρι το στόμα της για να μη μιλήσει πια γι’ αυτή την αγάπη.

Η μητέρα αφήνεται στις ύβρεις, στην κακομεταχείριση. Βρί­σκεται πάντα σ’ αυτή την άλλη περιοχή της ζωής, στην περιοχή της τυφλής προτίμησης. Απομονωμένη. Χαμένη. Λυτρωμένη από κάθε οργή.

Η παιδούλα ικετεύει, αλλά δεν θα καταφέρει τίποτα.

— Εάν δεν φύγει από το σπίτι, μια μέρα θα σκοτώσει τον Πάολο. Το ξέρεις. Κι αυτό είναι το πιο τρομερό...

Χωρίς φωνή, υπόκωφα, η μητέρα λέει πως το ξέρει. Πως να, μόλις χτες το βράδυ έγραψε στη Σαϊγκόν για να ζητήσει τον επα­ναπατρισμό του γιου της στη Γαλλία.

Η παιδούλα στυλώνεται. Βγάζει μια πνιγμένη κραυγή ανα­κούφισης μαζί και πόνου.

— Αλήθεια;

— Ναι.

— Είσαι σίγουρη;


Η μητέρα διηγείται:

— Αυτή τη φορά, ναι. Προχθές έκλεψε πάλι όπιο απ’ το χασισοπωλείο. Πλήρωσα πάλι, για τελευταία φορά. Κι ύστερα έγρα­ψα στη Διεύθυνση Επαναπατρισμού. Κι αυτή τη φορά ταχυδρό­μησα το γράμμα την ίδια νύχτα.

Η παιδούλα έσφιξε τη μητέρα. Η μητέρα δεν κλαίει: είναι σαν νεκρή.

Η παιδούλα κλαίει βουβά:

—Τι φοβερό να φτάσουμε ως εδώ... τι φοβερό.

Η μητέρα λέει πως μάλλον, ναι, μα πως δεν ξέρει πια... Πως ναι, πράγματι πρέπει να ’ναι τρομερό, μα πως αυτή δεν ξέρει πια τίποτα. Μητέρα και κόρη είναι σφιχταγκαλιασμένες. Η μητέρα πάντα αδάκρυτη. Τη νέκρωσε η ζωή.

Η παιδούλα ρωτάει εάν ο ίδιος το ξέρει πως θα φύγει.

Η μητέρα λέει πως όχι. Πως το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι να του δώσει να καταλάβει πως έφτασε το τέλος.

Η μητέρα χαϊδεύει τα μαλλιά της κόρης της. Λέει:

— Δεν πρέπει να πονάς γι ’ αυτόν. Είναι τρομερό για μια μάνα να το λέει, όμως σου το λέω: δεν αξίζει τον κόπο. Πρέπει να το ξέρεις: ο Πιερ δεν το αξίζει να υποφέρεις για χάρη του.

Η παιδούλα σιωπά. Η μητέρα προσθέτει:

— Θέλω να πω πως δεν αξίζει πια τον κόπο να σώσουμε τον Πιερ. Γιατί ο Πιερ τέλειωσε, είναι πολύ αργά, είναι χαμένος.

Η παιδούλα φωνάζει μέσα σε λυγμούς:

— Γι’ αυτό τον αγαπάς.

— Δεν ξέρω καλά... Μάλλον. Ναι, είναι και γι’ αυτό... Μα κι εσύ γι’ αυτό κλαις. Για τον ίδιο λόγο.

Η μητέρα παίρνει την παιδούλα στην αγκαλιά της. Και της λέει:

— Όμως κι εσάς σας αγαπώ πολύ, τον Πάολο κι εσένα...

Η παιδούλα είχε απομακρυνθεί από τη μητέρα και την είχε κοιτάξει. Είδε πως είχε μιλήσει με αφέλεια. Η παιδούλα ήθελε να ουρλιάξει, να τη βρίσει, να τη σκοτώσει. Απλά, της είχε χαμογε­λάσει.




Η μητέρα είχε μιλήσει κι άλλο σ’ αυτό το «μικρό κορίτσι», το τελευταίο της παιδί, του ομολόγησε πως είπε ψέματα για τους λόγους που υποχρέωναν τον επαναπατρισμό του Πιερ, το να χωριστούνε. Πως δεν ήταν το όπιο η μόνη αιτία.

Η μητέρα διηγείται :

«Πριν ένα ή δυο μήνες, δεν ξέρω πια, ήμουν στο δωμάτιο της Ντο, ο Πάολο κι εσύ ήρθατε να δειπνήσετε. Δεν εμφανίστηκα. Το κάνω καμιά φορά, δεν το ξέρετε - για να μπορώ να σας βλέπω και τους τρεις μαζί, κρύβομαι στην κάμαρα της Ντο. Ο Θαν ήρθε, όπως συνήθως κι έβαλε στο τραπέζι το τι-κο και το ρύζι. Μετά βγήκε.

»Τότε ο Πάολο σερβιρίστηκε. Ο Πιερ ήρθε αμέσως μετά. Ο Πάολο είχε πάρει το πιο μεγάλο κομμάτι του τι-κο κι εσύ τον εί­χες αφήσει, όταν ήρθε ο Πιερ, φοβήθηκες. Ο Πιερ δεν κάθησε αμέσως. Κοίταξε το άδειο του πιάτο και το πιάτο του Πάολο. Γέ­λασε. Το γέλιο του ήταν στριγκό, τρομαχτικό. Είπα μέσα μου πως όταν πέθαινε θα είχε το ίδιο χαμόγελο. Ο Πάολο στην αρχή γέλασε, μετά είπε:

»— Για να γελάσουμε το ’κανα.

»Ο Πιερ πήρε το κομμάτι το κρέας από το πιάτο του Πάολο και το έβαλε στο δικό του. Και το έφαγε - σαν σκύλος θα ’λεγε κανείς. Και ούρλιαξε: ναι, έτσι, σαν σκύλος.

»—  Ηλίθιε. Ξέρεις καλά πως τα μεγάλα κομμάτια είναι για μένα.

»Εσύ τότε έβαλες τις φωνές. Ρώτησες:

»— Γιατί για σένα;

»Και είπε:

»—Γιατί έτσι.

»Είχες φωνάξει πολύ δυνατά. Φοβήθηκα μήπως σ’ ακούσουν απ’ το δρόμο. Είχες φωνάξει:

»— Θα ’θελα να πεθάνεις.

»Ο Πιερ έσφιξε τις γροθιές του έτοιμος να σπάσει τα μούτρα του Πάολο. Ο Πάολο άρχισε να κλαίει. Ο Πιερ φώναξε:

»—Έξω! Έξω αμέσως!

»Εσύ κι ο Πάολο φύγατε τρέχοντας.»

Η παιδούλα ζητάει συγγνώμη απ’ τη μητέρα της που πριν από λίγο της είχε αντιμιλήσει. Κλαίνε μαζί, ξαπλωμένες στο κρεβάτι.

Η μητέρα λέει:

— Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως πρέπει να αμφιβάλλω και για μένα την ίδια. Πως ο Πάολο βρισκόταν σε θανάσιμο κίν­δυνο, εξ αιτίας μου. Όμως μόλις χθες έγραψα στη Σαϊγκόν για τον επαναπατρισμό του. Ο Πιερ... έγινε πια για μένα πιο κατα­στροφικός από οποιονδήποτε άλλον...

Σιωπή. Η μητέρα γυρίζει προς την κόρη της - αυτή τη φορά κλαίγοντας.

— Εάν δεν ήσουν εδώ ο Πάολο θα ήταν νεκρός εδώ και καιρό. Και το ’ξέρα. Αυτό είναι το πιο τρομερό: το ήξερα.

Μακριά σιωπή.

Μια λύσσα πιάνει την παιδούλα. Φωνάζει:

— Δεν το ξέρεις, όμως αγαπώ τον Πάολο όσο τίποτα στον κό­σμο. Πιο πολύ κι από σένα. Κι απ’ όλα. Ο Πάολο ζει με το φόβο σου και το φόβο του Πιερ εδώ και καιρό. Είναι σαν τον καλό μου ο Πάολο, σαν παιδί μου, είναι για μένα ο πιο μεγάλος θησαυρός...

—Το ξέρω.


Η παιδούλα στριγκλίζει:

— Όχι. Δεν ξέρεις. Δεν ξέρεις τίποτα.
Η παιδούλα ηρεμεί. Αγκαλιάζει τη μητέρα της. Γλυκαίνει ξαφ­νικά και της μιλά, της εξηγεί:

— Δεν ξέρεις τίποτα πια. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό. Τί­ποτα. Πιστεύεις πως ξέρεις, μα δεν ξέρεις τίποτα. Δεν ξέρεις πια παρά μόνο γι' αυτόν, για τον Πιερ. Για τον Πάολο κι εμένα δεν ξέρεις πια τίποτα. Δεν φταις εσύ. Έτσι γίνεται. Δεν είναι τίποτα. Τίποτα. Δεν πρέπει να υποφέρεις γι’ αυτό.
Σιωπή.

Το πρόσωπο της μητέρας είναι πετρωμένο, τρομαγμένο.

Το πρόσωπο της παιδούλας είναι το ίδιο τρομοκρατημένο. Είναι άκαμπτες, η μια απέναντι στην άλλη. Και ξαφνικά χαμη­λώνουν τα μάτια από ντροπή.


Εκείνη που χαμηλώνει πρώτη τα μάτια είναι η μητέρα. Και σιωπά. Σαν σκοτωμένη. Κι ύστερα θυμάται το παιδί που ’ναι έξω και φωνάζει:

Πήγαινε, ψάξε για τον Πάολο... πήγαινε γρήγορα... ξαφνι­κά άρχισα να φοβάμαι γι’ αυτόν.


Marguerite Duras, 1930

Το τραγούδι της «μακρινής παιδικής ηλικίας..

Κάποτε-κάποτε, όταν ήταν πολύ μικρά, η μητέρα τα πήγαινε να δουν τη νύχτα την εποχή της ξηρασίας. Τους έλεγε να κοιτά­ξουν καλά τον ουρανό, μπλε σαν το καταμεσήμερο και πως φω­τίζεται η γη ως την άκρια του ματιού. Και ν’ αφουγκραστούν κα­λά τους ήχους της νύχτας, τα καλέσματα των ανθρώπων, τα γέ­λια τους, τα τραγούδια τους, κι ακόμα τα κλάματα των σκύλων, που προαισθάνονταν το θάνατο, όλ’ αυτά τα μηνύματα που μι­λούσαν ταυτόχρονα για την κόλαση της μοναξιάς και την ομορ­φιά των ύμνων που τραγουδούσαν αυτή τη μοναξιά, ακόμα κι αυτά έπρεπε να τ’ ακούσουν. 


Έλεγε πως ό,τι κρύβουμε συνήθως από τα παιδιά πρέπει αντίθετα να τους το λέμε, τη δουλειά, τους πολέμους, τους χωρισμούς, την αδικία, τη μοναξιά, το θάνατο. Ναι, πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά κι αυτή τη πλευρά της ζω­ής, ταυτόχρονα ανελέητη και μοιραία, έτσι όπως τα μαθαίνουμε να κοιτάζουν τον ουρανό, την ομορφιά της εγκόσμιας νύχτας. 

Τα παιδιά ζητούσαν συχνά απ’ τη μητέρα να τους εξηγήσει τι εν­νοεί με όλα αυτά. Η μητέρα απαντούσε πάντα στα παιδιά της πως δεν ήξερε, πως κανένας δεν ήξερε. Και πως κι αυτό ακόμα θα ’πρεπε να το ξέρουν. Να ξέρουν πάνω απ’ όλα: πως δεν ξέ­ρουμε τίποτα. Πως και οι μητέρες που έλεγαν ότι τα ξέρουν όλα, κι αυτές στην πραγματικότητα δεν ήξεραν τίποτα.

Η μητέρα. Τους θύμιζε επίσης πως αυτή η χώρα, η Ινδοκίνα, εί­ναι η πατρίδα τους, η πατρίδα των παιδιών της. Πως είχαν γεν­νηθεί εδώ και πως εδώ είχε συναντήσει τον πατέρα τους, το μόνο άντρα που είχε αγαπήσει. Αυτό τον άντρα που δεν είχαν γνωρί­σει αφού ήταν πολύ μικρά όταν πέθανε κι ακόμα τόσο μικρά με­τά το θάνατό του, ώστε να μη μπορεί να τους μιλήσει πολύ για να μη σκιάσει τα παιδικά τους χρόνια. 


Κι ακόμα πως ο χρόνος κύ­λησε γρήγορα και πως η αγάπη για τα παιδιά της είχε κατακλύσει τη ζωή της. Κι ύστερα η μητέρα έκλαιγε. Κι ο Θαν τραγουδούσε σε μια γλώσσα άγνωστη την ιστορία των παιδικών του χρόνων στα σύνορα του Σιάμ όταν η μητέρα τον είχε βρει και τον είχε φέ­ρει στο μπανγκαλόου με τ’ άλλα της παιδιά. Για να του μάθει τα γαλλικά, έλεγε, να πλένεται και να τρώει καλά κάθε μέρα.

Η παιδούλα, θυμόταν κι αυτή, κι έκλαιγε μαζί του καθώς ο Θαν τραγουδούσε το τραγούδι που τ’ όνόμαζε της «μακρινής παιδικής ηλικίας» και που με μόνο το σκοπό του Απελπισμένου βαλς διηγόταν όλα όσα είπαμε παραπάνω.


Μαργκερίτ Ντυράς, Ο Εραστής Της Βόρειας Κίνας, εκδόσεις Εξάντας (σελ. 9-11, 21-32)