Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

«27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940, ενθάδε κείται το ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΖΟΝΙ».... Άλκη Ζέη, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου

Το Τριζόνι


Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, Σούλα Μπιρμπίλη

Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν

κανείς δε με σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά 
της νύχτας το τριζόνι

Έννοια σου λέει, έννοια σου
Κι εγώ είμαι εδώ σιμά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου 
Και για παρηγοριά σου.

Τρι και τρι και τρι και τρι
Τι γλυκιά που είν' η ζωή 
Τι γλυκιά και τί πικρή
Τρι και τρι και τρι και τρι.....


Ο θάνατος του τριζονιού...

Ως τις πέντε το πρωί, το τριζόνι χαρχάλευε ακόμη στο χαρτονένιο κουτί του. Ο Πέτρος το είχε ακουμπήσει το βράδυ σ’ ένα σκαμνί πλάι στο κρεβάτι του, γιατί σαν πήγε να επιθεωρήσει το κουτί με τα ζου­ζούνια του, πριν πέσει να κοιμηθεί, βρήκε το τριζό­νι στις μεγάλες του ακεφιές.

 Έτσι ήτανε την πρώτη μέρα που το γλίτωσε από τη γάτα. Το άγγιζε μ’ ένα ξυλαράκι κι εκείνο μόλις που κουνούσε τα πόδια του. Ο Πέτρος το ’βαλε στο κουτί, το τάιζε φυλλα­ράκια, ώσπου κείνο σιγά σιγά ζωντάνεψε κι άρχισε να τρίζει για τα καλά. Σήμερα, μάλιστα, λογάριαζε να το ’χωνε στη σχισμάδα του μεγάλου δοκαριού, κάτω στην αποθήκη. Μια χαρά τα πήγαινε μέχρι χτες το βράδυ, που ξανακύλησε στα ξαφνικά, γι’ αυτό και το πήρε ο Πέτρος κοντά του. 

Σα σιγουρεύ­τηκε πως είναι καλά το τριζόνι του και έτριζε, τον πήρε ο ύπνος, μα σαν ξύπνησε στις οχτώ το πρωί το τριζόνι του δεν ακουγότανε πια. Ο Πέτρος ανα­κάθισε στο κρεβάτι του, πήρε το κουτί, το ακούμπησε πάνω στα σκεπάσματα και κοίταξε το πεθαμένο τριζόνι, που δεν είχε πεθάνει, σαν όλα τα μαμούνια, ανάσκελα, με κοκαλωμένα τα πόδια στον αέρα, μα ήτανε γερμένο στο πλάι με το ένα του φτερούγι ξε­διπλωμένο. Καλά που ήτανε Κυριακή, αλλιώς, θα έπρεπε να φύγει ο Πέτρος για το σχολείο και δε θα είχε καιρό ούτε να το θάψει.

Στο σπίτι κανείς δεν είχε ξυπνήσει ακόμη. Έκανε λιακάδα και ζέ­στη, μόλο που ο Οκτώβρης κόντευε να τελειώσει. [.....]

Έβαλε το τριζόνι μέσα στη χαραμάδα του δοκα­ριού, έκλεισε τη σχισμή με πηλό και χάραξε πάνω στο ξύλο μ’ ένα σουγιαδάκι: 27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940.

27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 γράφει και ο πατέρας σε μια κίτρινη καρτέλα που έχει απλωμένη πάνω στο τρα­πέζι της τραπεζαρίας. Άμα γεμίσει με αριθμούς πολ­λές εκατοντάδες τέτοιες καρτέλες, τότε θα νοικιάσουν πιο μεγάλο σπίτι........

Ο Πέτρος ορκίζεται μέσα του πως από φέτος θα γίνει πρώτος μαθητής και μόλις τελειώσει το σχολείο θα δουλεύει και θα σπουδάζει, κι όλα τα Σαββατόβραδα θα πηγαίνει τη μαμά στον κινηματογράφο. Αυτά τα συλλογιέται τα Σάββατα, μα σαν ξημερώσει μια Κυ­ριακή όλο λιακάδα δεν είναι πια τόσο σίγουρος, αν θα είναι από φέτος ο πρώτος στην τάξη.

27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 έχει γράψει πάνω στο λευκό φύλλο της χαρτογραφίας, που τον περιμένει άδικα να σχεδιάσει τον χάρτη της Αυστραλίας. Θαρρείς και το κάνουν επίτηδες και βάζουν γεωγραφία κάθε Δευτέρα, για να χει όλη την Κυριακή τη σκοτούρα της χαρτογραφίας. Όλο αποφασίζει πως θα κάνει πρωί πρωί τον χάρτη να ξεμπερδεύει, μα πάντα κά­τι συμβαίνει. Αν δεν είχε πεθάνει σήμερα το τριζόνι, μπορεί τώρα να τον είχε κιόλας τελειώσει.

Ο θείος Άγγελος ήρθε το βράδυ μετά το φαγητό κι έπιασε κουβέντα με τους μεγάλους για τον πόλεμο. Ο Πέτρος συλλογιότανε το τριζόνι κι η καρδιά του σφίχτηκε. Τι τους έπιασε τους άλλους με το πόλεμο...

Ο Πέτρος έκλεισε τη χαρτογραφία, της οποίας το φύλλο είχε μείνει κατάλευκο με την ημερομηνία μόνο στην κορφή, και την έβαλε στη σάκα του. Τι θα 'λεγε στον κύριο Λουκάτο, τον δάσκαλό του, όταν ερχότανε η ώρα να μαζέψει τις χαρτογραφίες; Ας 'τανε κάτι να μην πήγαινε αύριο σχολείο. Όχι βέβαια πόλεμος, που λέει ο θείος Άγγελος, μα μπορούσε να πάθαινε, ας πούμε, μαγουλάδες. Όλη η τάξη έπαθε και μόνο αυτός είχε την ατυχία να μην κολλήσει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι του και κουκουλώνεται πάνω από το κεφάλι να μην τον εμποδίζει το φως.....

Αν δεν είχε πεθάνει το τριζόνι, θα την είχε σχεδιάσει πρωί πρωί την Αυστραλία.


Τι κάθεσαι, τα παιδιά πήγανε στον πόλεμο
....

...
«27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940, ενθάδε κείται το ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΖΟΝΙ»... αυτό είναι γραμμένο με μεγάλα πρασινωπά γράμματα στη χαρτογραφία... γι’ αυτό δεν τον μαλώνει ο κύριος Λουκάτος.
- Γιατί φορείς πένθος; ρωτάει ο δάσκαλος.

- Για το τριζόνι, απαντάει ο Πέτρος και κοιτάζει το μαύρο κρέπι στο μανίκι του.

- Να πενθήσουν όλοι, διατάζει ο κύριος Λουκάτος.

Η τάξη όμως είναι άδεια... ούτε ένα παιδί... και στην έδρα κάθεται τώρα ο θείος Άγγελος.

- Τι κάθεσαι, τα παιδιά πήγανε στον πόλεμο, λέει του Πέτρου.

...Έξω στον δρόμο ακούγονται φανφάρες...  Βρέθηκε κι ο Πέτρος στο πλήθος... ο κόσμος ουρλιάζει... ο Πέτρος τρέχει... τρέχει να γλιτώσει από τις φωνές... προσπαθεί να χωρέσει στη χαραμάδα του δοκαριού... μα το τριζόνι δεν τρίζει...ουρλιάζει κι αυτό δυνατά και απαίσια... εκείνος στριμώχνεται στη χαραμάδα, να μην το ακούει... κάποιος τον σπρώχνει... θέλει, φαίνεται, να κλείσει τη χαραμάδα με πηλό... μα το τριζόνι ουρλιάζει... ουρλιάζει... ένα χέρι τού χαϊδεύει το μέτωπο... 

Άνοιξε τα μάτια του. Πάνω από το κρεβάτι του η μαμά κι η Αντιγόνη......Ο Πέτρος ανακάθεται βιαστικά. Άργησε, φαίνεται, να ξυπνήσει για το σχολείο. Μα να που το ούρλιαγμα συνεχίζεται και στον ξύπνο του, κι η μαμά είναι τρομαγμένη.

- Σήκω, του λέει, να είσαι ντυμένος, έγινε πόλεμος. Δεν ακούς τις σειρήνες;



Άλκη Ζέη, Ο θάνατος του τριζονιού, 

Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, εκδόσεις Μεταίχμιο


Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

"Παιχνίδι παλικαρίσιο πάνω από τον πόνο, πάνω από τον θάνατο", Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο


Πίνοντας ρακί (http://www.nikiforakis.com/cretan_school)


Μαθήματα ενός άλλου ήθους....

Μαθήματα ενός άλλου ήθους κι ενός «λιονταρίσιου μυαλού», «παιχνίδι παλικαρίσιο απάνω από την αγάπη και τον πόνο» - τα λόγια του ίδιου του Καζαντζάκη - «φωνή της Κρήτης», όχι «φιλοσόφων και ηθικολόγων που με το χουζούρι τους, ακίντυνα, κατασκευάζουν και διαλαλούν υψηλές δύσκολες θεωρίες• απλοί άνθρωποι, Κρητικοί χωριάτες, ανηφορίζουν, χωρίς να λαχανιάζουν, τις πιο αψηλές κορφές που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος – την ελευτερία, την καταφρόνια του θανάτου, τη δημιουργία καινούριου νόμου». Πώς «το δίποδο κτήνος, ακολουθώντας άλλους δρόμους από τους διανοητικούς, κατόρθωσε να γίνει άνθρωπος.» (Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 437)

Στα χωριά της Κρήτης - ή όπου αλλού - οι άνθρωποι επινοούσαν κι επινοούν ακόμα, τρόπους για να βιώσουν ή να ερμηνεύσουν το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, τρόπους, να θυμούνται, να τιμούν ή να ξεχνάνε. Τρόπους κάποτε και «να συντρίβουν τα παλιά καλούπια, και τα πιο ιερά, όταν αυτά πια δεν τους χωράνε»

Στην πρώτη ιστορία η «φωνή» είναι ενός παπά, γέρου, αμόρφωτου, «που τέλεψε πια το πάλεμα» κι η ματιά του συμφιλιωμένη με το θάνατο - του μοναχογιού του το θάνατο -γαληνεμένη, αγγίζει με τρυφερότητα τον ξένο που χτυπάει μεσάνυχτα την πόρτα του. Δεν θα μοιραστεί μαζί του το πένθος του, δεν θα του «κοινοποιήσει τη λύπη του» κι οι γυναίκες θα χαμηλώσουν την ένταση του μοιρολογιού στο μέσα δωμάτιο, «να μην ακούσει και στενοχωρηθεί» ο ξένος.

Στη δεύτερη ιστορία, ένας λεβέντης «αποδήμησε» στα είκοσι του και το νυχτερινό ψυχόρμητο ξόδι αναλαμβάνουν οι τέσσερις καλύτεροί του φίλοι. Όμως μέσα στο πένθος η ζωή διεκδικεί το μερδικό της, και ζωή χωρίς ηδονή δε νοείται. Αν και αγκάθι στα βουρκωμένα μάτια των πενθούντων ο νεκρός, δεν αργεί και πολύ κάτω από τη μορφή που θρηνεί να «σκάσει μύτη» η άλλη μορφή, εκείνη που ενασμενίζεται τη ζωή. «Μισή ώρα, μια ώρα μετά» η ανάγκη του πιοτού, του μεζέ αναζωπυρώνεται και πάλι, οι υπηρεσίες της σάρκας ξανακερδίζουν τα δικαιώματά τους:

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, πίνουμε μια;

- Αμ’ τι; πεθαμένοι είμαστε; πίνουμε!


Κι επειδή - όπως ο θυμόσοφος λαός διατείνεται - «Ούτε γάμος άκλαυτος ούτε ξόδι αγέλαστο», γρήγορα, συνεπικουρούσης της ρακής, το κέφι διαχέεται μέσα στη νεκροκάμαρα. Πιστή στην αλληλουχία και στη διάρκεια, η ζωή απεχθάνεται το αναπότρεπτο. Η ευωχούμενη ιλαρότητα θα κορυφωθεί στην «βέβηλη» για το εξόδιο τελετουργικό πρόταση:

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια…. Πηδούμεν τον;

Όπερ και έπραξαν……. κι όποιος νογάει....


άνεια και λοξές ματιές: Κωστή Παπαγιώργη, Ζώντες και τεθνεώτες, εκδόσεις Καστανιώτης)


Amparo Guerreiro,ιερέας (Ε.Φ.Ε.Κ) 

Στου παπά το σπίτι.....


Την άλλη μέρα βραδιάστηκα κοντά σ' ένα χωριό∙ πεινούσα, ήμουν κουρασμένος ολημέρα να περπατώ στα κατσάβραχα• δε γνώριζα κανένα στο χωριό και μήτε κάτεχα τ’ όνομά του. Μα ήμουν ήσυχος• ήξερα, όποια πόρτα κι αν χτυπήσεις σε κρητικό χωριό, θα σου ανοίξει• θα στρωθεί για το χατίρι σου τραπέζι και θα κοιμηθείς στα πιο καλά σεντόνια του σπιτιού. Ο ξένος είναι ακόμα στην Κρήτη ο άγνωστος θεός• κι όλες μπροστά του οι πόρτες κι οι καρδιές ανοίγουν.

Μπήκα στο χωριό, νύχτωσε πια, οι πόρτες όλες σφαληχτές, μέσ’ στις αυλές τα σκυλιά μυρίστηκαν τον ξενομπάτη κι άρχισαν να γαβγίζουν. Πού να πάω; ποια πόρτα να χτυπήσω; 

Εκεί που καταφεύγουν όλοι οι ξένοι, στο σπίτι του παπά. Οι παπάδες στα χωριά μας δεν είναι μορφωμένοι, λίγα τα γράμματά τους, δεν μπορούν να συζητούν θεωρητικά για τα δόγματα του χριστιανισμού• μα ζει ο Χριστός μέσα στην καρδιά τους, και κάποτε τον βλέπουν με τα μάτια τους, πότε στο προσκεφάλι ενός λαβωμένου στον πόλεμο, πότε, την άνοιξη, να κάθεται κάτω από μιαν ανθισμένη μυγδαλιά.

Μια πόρτα άνοιξε, μια γριούλα με το λυχνάρι στο χέρι πρόβαλε να δει ποιος είναι ο ξένος που μπήκε τέτοια ώρα στο χωριό. Στάθηκα.


Καλοσύνη (http://www.nikiforakis.com/cretan_school)

—Πολλά τα έτη, κυρά μου, της είπα γλυκαίνοντας τη φωνή μου να μην τρομάξει, είμαι ξένος, δεν έχω πού να κοιμηθώ• κάμε μου τη χάρη να μου δείξεις το σπίτι του παπά.

—Μετά χαράς, παιδί μου• θα κρατώ και το λυχνάρι να μη σκοντάψεις. Ο Θεός, ας είναι καλά, αλλού έριξε το χώμα, αλλού τις πέτρες• σ' εμάς έλαχαν οι πέτρες• κοίτα χάμω πού πατάς κι ακλούθα μου.

Μπήκε μπροστά με το λυχνάρι, στρίψαμε τη γωνιά, φτάσαμε σε μια δοξαρωτή πόρτα• απόξω ήταν κρεμασμένο ένα φανάρι.

—Να το σπίτι του παπά, είπε η γριούλα.

Σήκωσε το λυχνάρι, έριξε το φως στο πρόσωπό μου, αναστέναξε• έκαμε κάτι να πει, το μετάνιωσε.

— Ευχαριστώ, κυρούλα, της είπα, και να με συμπαθάς- καληνύχτα.

Με κοίταζε, δεν έφευγε.

— Αν το καταδέχεσαι, είπε, κόπιασε να κονέψεις στο φτωχικό μου.


Amparo Guerreiro, μοναχός (Ε.Φ.Ε.Κ) 

Μα εγώ χτυπούσα κιόλας την πόρτα του παπά. Άκουσα βαριά βήματα στην αυλή, η πόρτα άνοιξε, πρόβαλε μπροστά μου ένας γέροντας με χυμένα μακριά μαλλιά στους ώμους, με κάτασπρα γένια• χωρίς να με ρωτήσει ποιος είμαι και τι θέλω, άπλωσε το χέρι.
— Καλώς όρισες, μου 'πε• είσαι ξένος; κόπιασε μέσα.

Μπήκα• άκουσα φωνές, πόρτες ανοιγόκλεισαν, μερικές γυναίκες τρύπωξαν στη διπλανή κάμαρα βιαστικές κι εξαφανίστηκαν. Μ' έβαλε ο παπάς και κάθισα στον καναπέ.

—Να συμπαθάς τη γυναίκα μου, την παπαδιά, είπε∙ είναι λίγο αδιάθετη, εγώ θα σου μαγερέψω, θα σου βάλω σοφρά να δειπνήσεις, θα σου στρώσω το κρεβάτι να κοιμηθείς.

Η φωνή του ήταν βαριά και θλιμένη• τον κοίταξα∙ ήταν χλωμός πολύ και τα μάτια του πρησμένα και κατακόκκινα σαν να 'χε κλάψει. Δεν έβαλα τίποτα κακό στο νου μου, έφαγα, κοιμήθηκα, και το πρωί ήρθε ο παπάς και μου 'φερε σ' ένα δίσκο ψωμί, τυρί και γάλα. Άπλωσα το χέρι, τον ευχαρίστησα και τον αποχαιρέτησα.

— Πήγαινε στην ευκή του Θεού, παιδί μου, μου 'πε∙ ο Χριστός μαζί σου.

Έφυγα. Στην άκρα του χωριού ένας γέρος πρόβαλε∙ έβαλε το χέρι στο στήθος, με χαιρέτησε.

— Και πού πέρασες τη νύχτα, παιδί μου; με ρώτησε.

— Στου παπά το σπίτι, γέροντα, αποκρίθηκα. Ο γέρος αναστέναξε.

— Ε, τον κακομοίρη, είπε, και δεν κατάλαβες τίποτα;

— Τι να καταλάβω;

— Ο γιος του, ο μοναχογιός του, πέθανε χτες το πρωί• δεν άκουσες τις γυναίκες που τον μοιρολογούσαν;




— Δεν άκουσα τίποτα, γέροντα∙ τίποτα.

— Τον είχαν στη μέσα κάμαρα του σπιτιού και θα τον μοιρολογούσαν σιγανά, να μην ακούσεις και να στενοχωρηθείς. Άε στο καλό!

Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει.

— Τι κλαις; έκαμε ο γέρος ξαφνιασμένος• είσαι νέος, δε συνήθισες ακόμα το θάνατο• άε στο καλό!


Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ΚΒ΄, Κρήτη (σελ. 307-309)




Στο σπίτι του πεθαμένου....

Σ’ ένα χωριό της Κρήτης, στα Λευκά Όρη. Ένας όμορφος λεβέντης πέθανε, κι οι τέσσερις καλύτεροί του φίλοι σηκώθηκαν.

- Πάμε να τον ξενυχτίσουμε, είπαν, ν’ αλαφρώσουμε τις γυναίκες από το μοιρολόι;

Πάμε, έκαμαν όλοι με πνιμένη φωνή.

Ήταν το καλύτερο παλικάρι του χωριού, είκοσι χρονών, κι o θάνατός του ήταν μαχαιριά στην καρδιά τους.

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια; είπε ένας - μου ’φεραν σήμερα μια ρακή, μουρνόρακη, που και νεκρούς ανασταίνει - να γεμίσω μια μπουκάλα να την κρατώ;

- Και μένα σήμερα η κερά μου ξεφούρνισε - να πάρω δυο τρεις κριθαροκουλούρες μαζί μου;

- Κι εγώ έχω ακόμα λουκάνικα χοιρινά - να κρατώ καμιά οργιά;

- Εγώ θα φέρω τα ποτήρια, είπε ο τέταρτος - και δυο τρία αγγούρια δροσιστικά.

Πήρε καθένας την κουμάνια του, την έχωσε κάτω από το κοντό τσόχινο καπότο του και βράδυ πια μπήκαν κι οι τέσσε­ρις στο σπίτι του πεθαμένου.

Ο νεκρός, στολισμένος με βασιλικούς και μαντζουράνες, ήταν ξαπλωμένος στην κάσα του, απάνω σε στρίποδα, στη μέση του σπιτιού, με τα πόδια κατά την πόρτα· γύρα του οι γυναίκες μοιρολογιούνταν.

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος
Mani. Pirgos Dirou. 1962. Woman at graveside

Αντέστε να κοιμηθείτε, γυναίκες, είπαν οι φίλοι καλησπε­ρίζοντας· εμείς θα τον ξενυχτίσουμε.

Μπήκαν οι γυναίκες μέσα, μαντάλωσαν τις πόρτες. Οι φί­λοι ζύγωσαν τα σκαμνιά, απίθωσαν τη ρακή και τους μεζέδες στα πόδια τους και κοίταζαν με βουρκωμένα μάτια το νεκρό. Δε μιλούσαν. Πέρασε μισή ώρα, πέρασε μια ώρα. Τέλος ένας σήκωσε τα μάτια από το νεκρό.

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, πίνουμε μια;

- Άμ’ τι πεθαμένοι είμαστε; πίνουμε! αποκρίθηκαν όλοι.

Έσκυψαν, σήκωσαν τους μεζέδες, ένας άναψε ένα χαρτί, έψησε τα λουκάνικα. Μοσκομύρισε η νεκροκάμαρα. Γέμισαν τα ποτήρια, τ’ αγκάλιασαν μέσα στις φούχτες, για να μην ακούγουνται, και σκούντρηξαν.

- Ο Θεός να τόνε συχωρέσει· και στα δικά μας!

- Και στα δικά μας· ο Θεός να τόνε συχωρέσει!

Ήπιαν μια, δυο, τρεις, έτρωγαν μεζέδες, πήγαν στον πάτο την μπουκάλα, ήρθαν στο κέφι.

Κοίταζαν πάλι το νεκρό - κι άξαφνα ένας τινάχτηκε απάνω:

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, κι έδειξε με την κόχη του ματιού του το νεκρό - πηδούμεν τον;

- Πηδούμεν τον!

Ανασκούμπωσαν τις φουφούλες, έμπηξαν την άκρα στο ζωνάρι, για να μην τους αμποδάει στο τρέξιμο, μετατόπισαν το νεκρό στο κατώφλι, άνοιξαν την πόρτα της αυλής.

- Χοπ! χοπ! έφτυσαν στις απαλάμες τους, πήραν φόρα κι άρχισαν να πηδούν το νεκρό.

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 
ΚΗ΄, Η επιστροφή του Ασώτου (σελ. 434-35)


Γρήγορο πεντοζάλι, Από το αρχείο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης, Ηράκλειο.



Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

«Τι γίνηκε η Άννα;», Μ. Καραγάτσης, Η πλάνη του έρωτα



Ο αριστοκρατικός κύκλος της πόλης, η νεολαία, η ορχήστρα .......

Σε κάποια επαρχιακή πόλη, χωμένη στο μυχό ενός γραφικού μυθολογικού κόλπου, γίνηκε αυτή η ιστορία. Δεν την πήρε κανείς από τούς ταχτικούς θαμώνες της Διακοσμητικής χαμπάρι. Μα εγώ την ξέρω, και έχω λόγους να την ξέρω. Άλλωστε τα ασήμαντα αυτά γεγονότα γίνηκαν τόσο κοντά μου, ώστε μπορώ να πω, ότι μ’ ετύλιξαν μέσα στον κύκλο της εξέλιξής των.

Το πιο αριστοκρατικό κέντρο της πόλης είναι η Διακοσμητική. Έτσι λέγεται ένας όμορφος κήπος, που είναι δίπλα στην ήμερη θάλασσα. Το απόγεμα πηγαίνει αρκετός κόσμος. Μα το βράδυ μόνο καμιά τριανταριά άνθρωποι — οι αριστοκράτες της επαρχίας— καθισμέ­νοι ακούν με κατάνυξη τη μουσική. 


Οι κύκλοι είναι ορισμένοι. Να ο κ. νομάρχης με την παρέα του, τον μέραρχο, τον διευθυντή της Εθνικής, τον Πρόεδρο και τον Εισαγγελέα. Κολάρα ψηλά, κα­πέλα σκληρά, μουστάκια σεβαστά. Μαζί τους είναι και μερικές κυρίες, ντυμένες άκομψα, μα φρικωδώς άκομψα. Παραπέρα η παρέα του προέδρου του εμπορικού συλλόγου. Καπαρντίνες τσαλακωμένες, παπιγιόν πε­λώρια, κολάρα μαλακά, καταζαρωμένα, ολομέταξα. 

Και κοντά στη μουσική, σε μια γωνιά, η χρυσή νεολαία, η κομψή νεολαία, σνομπ όσο δεν παίρνει και μιμητική σαν πίθηκος, ντυμένη με την τελευταία μόδα του προπέρσινου φιγουρινιού. 




Στις δέκα και μισή αρχίζει η μουσική. Διά μιας η κουβέντα παύει. Όλοι με προσοχή ακούν το μαρς, το εναρκτήριο μαρσάκι, σπεσιαλιτέ της ορχήστρας, και πρεφερέ όλων.

Ο πιανίστας ανεβοκατεβάζει βαριά τα χέρια του, θέλοντας να δώσει με το παίξιμό του την εντύπωση του περπατήματος στρατού, και κρατάει το χρόνο χτυπώ­ντας κανονικά με το δεξί του πόδι το φόρτε.

Το βιολοντσέλο σκορπάει ρυθμικά βαριούς τόνους, λες και ήταν η μπάντα της φρουράς.



Και ο βιολιστής, το δαιμόνιο αυτό της επαρχιακής πόλης, σκορπούσε δοξαριές, που έδιναν στις κυρίες το δέρμα της κότας όπως λεν στα γαλλικά μυθιστορήματα.

Σαν τελειώσει το κομμάτι όλοι χειροκροτούν, ο βιολιστής υποκλίνεται με άφατη ευγένεια, και χαμογε­λώντας κατεβαίνει από την εξέδρα.




....και η Άννα, η πλατωνική φιλενάδα των μουσικών....

Εκεί μπροστά, κάτω από ένα πελώριο ηλεκτρικό γλόμπο, γενικό εντευκτήριο των
κουνουπιών, σ’ ένα τραπεζάκι κάθεται μόνη της, πάντα μόνη της, η Άννα. 

Τι είναι η Άννα; Θεέ μου, είναι νια, μελαχρινή, νόστιμη, ορεκτική, κομψή, πετακτή, ειρωνική, με μια λέξη η ηρωίς της ιστορίας μας. Οι τρεις μουσικοί καθόσαντε στο τραπεζάκι της στα διαλείμ­ματα, και αρχίζανε μια κουβεντούλα, διακριτική, σι­γαλή, γλυκιά. Την θαύμαζαν τόσο τη μικρούλα τους την Άννα, την αγαπούσαν τόσο! Το χαμόγελό της ήταν η αχτίνα της φτωχικής καμποτίνικης ζωής τους.

Δεν ξέρω τι σχέσεις είχε μαζί τους. Μου φαίνεται ότι ο νεαρός βιολιστής είχε κάνει προόδους στη καρδιά της, αν και οι καλώς πληροφορημένοι ισχυρίζονται ότι κανείς δεν μπορεί να πει ότι της πήρε μια γλυκιά λέξη.

Η Άννα ήταν το μυστήριο της Διακοσμητικής, η επιθυμία της χρυσής νεολαίας, η Χαρά και η Ευτυχία των αγαθών μουσικών.

Και όταν ύστερα από το μαρς, το σκερτσόζο μαρσάκι, ο βιολιστής της γελούσε πάνω απ’ την εξέδρα του παίζοντας με φοβερό επαρχιακό μπρίο τη Ζιγκόρα, όλοι το βρίσκαν αυτό φυσικό, παληό και κανονικό, σαν το νόμο της βαρύτητος, και τη θεωρία της εξελίξεως. 




Ο ανατροπεύς του ισοζυγίου της φτωχικής ζυγαριάς......


Και η ζωή
 θα περνούσε πάντα η ίδια στη Διακοσμητική, αν δεν ερχόταν ο ξένος, ο ανατροπεύς αυτού του ισοζυγίου της φτωχικής ζυγαριάς της ζωής των περιπλανόμενων καμποτίνων. 

Ήταν Αθηναίος από την Αθήνα. Είχε έναν αέρα στο περπάτημά του, στο ντύσιμό του, στο δέσιμο της γραβάτας του, αλλιώτικο, που εσυγκίνησε τις κυρίες. Μόλις έφτασε αμέσως έπιασε παρέα με τη χρυσή νεολαία. Η επιρροή του ήταν φοβερή. Αμέσως τους τράβηξε από τη σκοτεινή γωνιά τους, τους έφερε στο φως, τους γέμισε φλυαρίες, αερολογίες, ιστορίες αθηναϊκές, για ντάνσινγκ, για κούρσες, για μοδιστράκια και για μεγάλες κυρίες. Τα έλεγε αυτά τόσο εύθυμα, τόσο αδιάφορα, τόσο αληθοφανή, που όλοι τον συμπάθησαν, τον εξετίμησαν και τον εθαύμασαν. 


Στην Πλατεία Συντάγματος (1926) 


Σαν βαρέθηκε μιλώντας, άρχισε να κάνει κριτική του περιβάλλοντος. Θεέ μου! Τι ειρωνεία!

Ακόμα Τροβατόρε παίζει η Μουσική εδώ πέρα;


Αυτός ο τύπος συνταξιούχου κουρελή είναι ο νομάρχης; Μα είναι η προσωποποίηση του κράτους που αντιπροσωπεύει. 

Και αυτός ο Διευθυντής της Εθνικής; Μα είναι ντυμένος σαν εισπράκτωρ λεωφορείου! 

Και αυτή η μικρούλα μόνη της ποια είναι; Έχει δυο μικρά ματάκια πονηρά πολύ περίεργα. Η εξήγηση που του δώσαν τον έκανε να σκάσει από τα γέλια. Η πλατωνική φιλενάδα των μουσικών. 

— Και δεν βγαίνει τίποτα;... ρώτησε κλείνοντας το μάτι.

Όλοι μείναν έκπληχτοι. Η Άννα; Α μπα! Ούτε κατά φαντασίαν. Ο Αθηναίος πήρε ένα ύφος κούφο.

— Έτσι λέτε; Ει μη τον δάκτυλον θέσω επί τον τύπον των ήλων ουκ αν πιστεύσω!

Και έστησε αμέσως τις μπατερίες του. 




Τι γίνηκε η Άννα; 


Η χρυσή νεολαία, σκανδαλισμένη, παρακολουθούσε την ιστορία. Η ορχήστρα δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Οι μελωδίες του Ριγολέττου συγκινούσαν τους γέρους υπαλλήλους, όπως πάντα, και τα γκαρσόνια κοιμόσαντε ορθά.

Πώς εξελίχτηκαν έτσι τα γεγονότα; Κανείς δεν μπορεί να το πει. Ένα μεγάλο κενό μπερδεύει τη συνέχεια της ιστορίας. Το βέβαιο είναι ότι όταν η χρυσή νεολαία βγήκε από το καμπαρέ, όπου τελείωσε τη βραδιά της ύστερα από τη Διακοσμητική, είδε στην παραλία να περπατούν, κοντά-κοντά μιλώντας και γελώντας τον Αθηναίο και την Άννα.

Το άλλο βράδυ η νεολαία γύρισε στην ανθισμένη γωνιά της. Όλοι τους ήσαν σιωπηλοί και σκεπτικοί. Το τραπεζάκι που ήταν μπρος στην εξέδρα ήταν αδειανό.
Η ορχήστρα άρχισε. Το εναρκτήριο πεταχτό μαρσάκι. Μα τα χέρια του πιανίστα έπεφταν άτονα πάνω στα κόκκαλα, το βιολοντσέλο έβγαζε βαριούς φθόγ­γους. Όσο για το βιολί, το φτωχό βιολί, έκλαιγε με σιγανά αναφιλητά, που τα κατάπινε από τη ντροπή του.

Και η Άννα; Τι γίνηκε η Άννα;

Την είδε κάποιος εκείνο το βράδυ μέσα σε μια βάρκα να πηγαίνει προς τ’ ανοιχτά τραγουδώντας. Ήταν και ο Αθηναίος μαζί της..


Ιούλιος 1926
Μ. Καραγάτσης, Επαρχιώτικη ιστορία, Νεανικά διηγήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας



Από τον ρομαντικό έρωτα στον πραγματικό...



Στο διήγημα, η προσωπική πλευρά της ηρωίδας είναι αθέατη και παραμένει μυστήριο. Ο λόγος του αφηγητή προβάλλει μόνο την κοινωνική όψη της ιστορίας, πιο προσιτή και κατανοητή από τον αναγνώστη, σε αντίθεση με την προσωπική που, παρά τις όποιες επεξηγήσεις, παραμένει θολή και δυσκολονόητη.

Παρά
 το κενό και τα ερωτηματικά που αφήνονται αναπάντητα, είναι ευδιάκριτη η αντίληψη του νεαρού Καραγάτση για τη διπλή φύση της γυναίκας - παράδεισος και κόλαση μαζί - η οποία βρίσκει την αντιστοιχία της στις δυο αντιθετικές μορφές του έρωτα: τον ρομαντικό ανεκπλήρωτο έρωτα ανάμεσα στους μουσικούς και την Άννα, και το ρεαλιστικό έρωτα ανάμεσα στην Άννα και τον Αθηναίο.

Η πρώτη
 μορφή του έρωτα, αγνή, γεμάτη πάθος, δεν έχει σχέση με την κατάκτηση, την ηδονή, τον αισθησιακό πόθο. Η Άννα για τους μουσικούς είναι η μούσα τους. Για τον βιολιστή, ιδίως, είναι και θα παραμείνει ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Ανεκπλήρωτος ίσως από φόβο. Φόβο να τη πλησιάσει περισσότερο ή φόβο να μη χάσει αυτή τη ρομαντική σχέση που έχει μέχρι τώρα μαζί της. Η Άννα, από τη μεριά της, σίγουρα κολακεύεται από το ενδιαφέρον των μουσικών προς αυτή. Κάθε γυναίκα έχει την ανάγκη να νιώθει ότι αγαπιέται. Το πιο πιθανό είναι να τρέφει και εκείνη στοργικά αισθήματα προς τους μουσικούς, να τους αισθάνεται φίλους της, αλλιώς δεν θα βρισκόταν κάθε βράδυ στο τραπεζάκι κοντά στην ορχήστρα.

Η
 στάση του Αθηναίου απέναντι στην Άννα αντιπροσωπεύει τη ρεαλιστική μορφή του έρωτα. Κατακτητής - θυμίζει ήρωα-εραστή ρομαντικών μυθιστορημάτων - ανώτερος κοινωνικά, με αέρα και άνεση πρωτευουσιάνου, έμπειρος ερωτικά, θέλει να δείξει τη δύναμή του απέναντι στις γυναίκες, τις οποίες ίσως στο βάθος να περιφρονεί.

Δεν πιστεύει στην ιδιότητα της Άννας ως πλατωνικής φιλενάδας των μουσικών.

Νέα,
μελαχρινή, νόστιμη, ορεκτική, κομψή, πετακτή, χαμογελαστή, με δυο μικρά ματάκια πονηρά πολύ περίεργα, που κάθε βράδυ κάθεται μόνη της στο τραπεζάκι μπροστά στην εξέδρα των μουσικών.......

Μάλλον βλέπει σ' αυτήν μια γυναίκα με ανικανοποίητους πόθους, τους οποίους είναι πρόθυμος αυτός να ικανοποιήσει. 

Ίσως να μην έχει και άδικο, αν και η Άννα, όσο κι αν μοιάζει εγκλωβισμένη στον ασφυκτικό κλοιό μιας επαρχιακής πόλης και μιας αντίστοιχα επαρχιώτικης νοοτροπίας, επιδεικνύει ελευθερία και τόλμη στη συμπεριφορά της. Το διακριτικό φλερτ με τους μουσικούς της «Διακοσμητικής» ικανοποιεί τη γυναικεία ματαιοδοξία της αλλά θα αποδειχτεί ισχνότερο από την έλξη του ξενοφερμένου πρωτευουσιάνου.

Ασυνήθιστη σε τέτοιου είδους φλερτ και επιρρεπής στα σκιρτήματα της σάρκας, πέφτει εύκολα στα δίχτυα του. Ο Αθηναίος είναι για εκείνη το διαφορετικό. Ξέρει πώς να φερθεί σε μια γυναίκα, δίνοντάς της τη προσοχή που αναζητούσε, το γλυκό και συγχρόνως τρυφερό λόγο, το χάδι. Ο διακριτικός θαυμασμός, η πλατωνική αγάπη και στοργή των μουσικών δεν καταφέρνει ν' ανταγωνιστεί τα ηδονικά χάδια του Αθηναίου που ξυπνάει τα ερωτικά της ένστικτα και την κερδίζει.


Και μετά; 

Ποια είναι  η «μοίρα» της επιθυμίας στα έργα του Καραγάτση, αρχής γενομένης από το πρώτο διήγημα με το οποίο έκανε την εμφάνισή του στα γράμματα το 1927; 

Ρομαντικός, πλατωνικός,ατελέσφορος και καταδικασμένος υπήρξε ο πρώτος έρωτας του οκτάχρονου, την εποχή της Λάρισας,συγγραφέα, που αντί να ερωτευτεί τις συμμαθήτριές του, αγάπησε τη δασκάλα του», την «Κυρία Νίτσα»

«Η πρώτη μου αγάπη ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ….. Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια»

Ήδη, λοιπόν, από το πρώτο του διήγημα, μοίρα της επιθυμίας στον Καραγάτση είναι να σκοτώνει το αντικείμενό της, ώστε αυτή, και διά της γραφής, να διαιωνιστεί.

Ίσως
 με τον ίδιο τρόπο να εξέπνευσε και ο «έρωτας» του Αθηναίου για την Άννα, όταν η «ηρωίς της ιστορίας» ενέδωσε στην πολιορκία, «το μυστήριο της Διακοσμητικής» διελευκάνθη και η «εκπόρθησις» του κάστρου αποδείχτηκε εύκολη υπόθεση για τον έμπειρο «εκ πρωτευούσης» πολιορκητή.

Antonio Mora, "Bye" 

Η πλάνη του έρωτα

Ο
 έρωτας, για τον νεαρό Καραγάτση, είναι μια πλάνη, η οποία συνίσταται σε μια εξιδανίκευση της libido. Η σαρκική έλξη  είναι εκείνη που προκαλεί την αυταπάτη του έρωτα.

Η ιδέα
 αυτή διαφαίνεται και στο διήγημα [Δύο έρωτες] γραμμένο το 1928.  Ο αφηγητής αναγνωρίζει ότι η αγάπη της γυναίκας ικανοποιεί μόνο τον εγωισμό του και τα σαρκικά του ένστικτα. Αν και έχει αφιερωθεί μόνο σε μια γυναίκα δεν αισθάνεται ότι αγαπάει. Αιτία αυτής της αδυναμίας του να αγαπήσει είναι σύμφωνα με εκείνον η «έκφυλη πείρα» του. Βαθιά μέσα του ελπίζει ότι στο μέλλον θα βρεθεί η γυναίκα μαζί με την οποία θα νιώσει «κάτι πιο λεπτό και πιο βέβαιο». Η πείρα του όμως τον έχει κάνει τόσο δύσπιστο ώστε να γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να του συμβεί και ότι υπάρχει μόνο στην φαντασία του.

Στο «Χειμέριο», θεατρικό μονόπρακτο γραμμένο το 1925, ο νεαρός Καραγάτσης πραγματεύεται επίσης την πλάνη του Έρωτα. Ο ήρωας - αστός όπως ο Αθηναίος της «Επαρχιώτικης ιστορίας» - ποιητής και συγγραφέας όμως αυτός, είναι νέος, ωραίος, επιτυχημένος αλλά τρομερά επιπόλαιος με τις γυναίκες. Συναναστρέφεται με πολλές, όλες κενόδοξες και άπληστες, ζητώντας την ηδονή και προσφέροντας ως αντάλλαγμα ακριβά δώρα. Αφήνει το έργο του έρωτα στη δικαιοδοσία της σάρκας, περισσότερο ως λύση ανάγκης παρά ως μια εξ αρχής εκούσια επιλογή και σταθερή απόφαση. Η ανάγκη της ψυχής ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί παραμένει ζωντανή και ανικανοποίητη.


ΠΗΓΕΣ

  • Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Εισαγωγή στην έκδοση της Εστίας 
  • Axiotidou Evangelia,  Η γυναίκα, ο έρωτας και η πλάνη του, στα Νεανικά Διηγήματα του Μ. Καραγάτση, UNIVERSITEIT VAN  AMSTERDAM ]


Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Η ενάρετος ορνιθούλα κι ο λιμοκοντόρος πετεινός, Εμμανουήλ Ροΐδης


Πόσον απατώνται οι θεωρούντες άλογα τα ζώα...

Εξ όσων ηυτύχησα ή εδυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω, ο μόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζαν ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν. Όσον συναναστρέφομαι τα ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα πράγματα, κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν όλα την ανθρωπίνην υπεροχήν.

Το κυρίως διακρίνον αυτά από ημάς είνε ότι παρέλαβον από τους ανθρώπους όσα έχουσιν ούτοι καλά, και απέφυγαν να μιμηθώσι τα άχρηστα, τα επιβλαβή και τα γελοία. Ουδέποτε έγεινε λόγος μεταξύ αυτών περί επισκέψεων του νέου έτους, ούτε περί καπνίσματος, ούτε περί φόρου επί του καπνού η οιουδήποτε άλλου· δεν χαρτοπαικτούσι, δεν πίνουσι παρά νερόν ή γάλα όταν είνε μικρά· δεν συντηρούν στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέμους, αλλά μόνον μονομαχίας περί πραγμάτων τα οποία ενδιαφέρουσιν αυτά αμέσως και προσωπικώς, περί της νομής λ. χ. πολυχλόου τινός λειμώνος ή της ευνοίας ωραίας τινός ομοφύλου των, γάτας, σκύλας, λεαίνης, φοράδας ή ελαφίνας.

Και αυτούς τους οικογενειακούς δεσμούς περιώρισαν εις μόνους τους αναγκαίους και τους μη οχληρούς. Έχουσι μεν πατέρα και μητέρα, ούτε θείους όμως ούτε εξαδέλφους ούτε πάππους ούτε εγγόνους, και το κυριώτερον ούτε πενθερούς ούτε πενθεράς...

Ζώντα κατά το ευαγγελικόν παράγγελμα με ό,τι στείλη εις αυτά η πρόνοια του Θεού, δεν υπόκεινται εις την υποχρέωσιν να συντάξωσι διαθήκην και αγνοούσιν ότι υπάρχουσιν εις τον κόσμον συμβολαιογράφοι, όπως και δήμιοι, δικαστήρια, ιατροί, ειρκταί, στρατώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία και οικονομικά μαγειρεία. Ταύτα λέγων ουδόλως εννοώ ν' αμφισβητήσω των πραγμάτων τούτων την χρησιμότητα και την ανάγκην, αλλά να είπω ότι δύσκολον είνε να μακαρίσωμεν τον άνθρωπον δι' όσα κατέστησεν αναγκαία η κακή ποιότης του σώματος και της ψυχής του, ή να θεωρήσωμεν ως μικρόν πλεονέκτημα των ζώων το να δύνανται να τρώγουν χωρίς μαγείρους, να ενδύωνται χωρίς ράπτας, να νυμφεύωνται χωρίς παπά, να γεννώνται άνευ της βοηθείας μαμμής και ν' αποθνήσκουν άνευ της συμπράξεως τον ιατρού ή του δημίου.

Τα ανωτέρω αρκούσι, πιστεύομεν, ν' αποδείξωσι πόσον απατώνται οι θεωρούντες άλογα τα ζώα. Αληθές είνε, ότι πλησιάζει να εκλείψη η γενεά των φιλοσόφων θεωρούντων αυτά ως είδος μηχανών, κινουμένων υπό μυστηριώδους τινός δυνάμεως, καθ' ον περίπου τρόπον κινεί ο ατμός τας μηχανάς των ατμόπλοιων ή, στρέφει ο άνεμος τας πτέρυγας των ανεμομύλων. Την δύναμιν ταύτην ωνόμασαν ένστικτον, κατά την συνήθειαν των σοφών ν' αρκώνται να βαπτίζωσιν όσα δεν δύνανται να εξηγήσωσι, και εθεώρουν αυτήν ως ουδέν έχουσαν κοινόν προς την ψυχήν και την διάνοιαν των ανθρώπων και εκ τούτου ανεπίδεκτον αθανασίας. Η γνώμη αύτη απηρχαιώθη πριν ή γηράση, πολλοί όμως απομένουσιν ακόμη οι στέργοντες μεν να παραδεχθώσιν ότι έχουσι και τα ζώα ψυχήν, αλλά πεισματικώς ισχυριζόμενοι ότι τα πάθη, και τα αισθήματα της ζωικής ταύτης ψυχής ουδέν έχουσι κοινόν προς τα της ανθρωπίνης. 


Η σεμνή ορνιθούλα και ο "καρδιοσφάκτης" πετεινός..

Προς πλήρη απόδειξιν ότι και κατά τούτο απατώνται, ότι όχι μόνον εν συνόλω και χονδρικώς, αλλά και εις αυτάς τας λεπτοτάτας του αισθήματος αποχρώσεις ομοιάζουσι πολλάκις ως δίδυμοι αδελφαί αι ψυχαί των ζώων και των ανθρώπων, νομίζω αρκούσαν την κατωτέρω εκ του ορνιθώνος μου ιστορίαν.

Εις τον ορνιθώνα ή μάλλον την αυλήν του αγροτικού εν Χίω πύργου, όπου έμενα το θέρος πριν το κρημνίση ο σεισμός, συνέζη χαριτωμένον και αγαπημένον ανδρόγυνον, αποτελούμενον εκ πετειναρίου και ορνιθούλας, του είδους το οποίον ονομάζουν λειόπτερον οι ορνιθολόγοι και αγνοώ πώς οι ορνιθοτρόφοι. Διακριτικά αυτού σημεία είνε το μικρόν μάλλον ανάστημα, το λευκόν χρώμα, η μεταξίνη των πτερών απαλότης, η χάρις και η ευκινησία. Όταν εκούρνιαζαν κρύπτοντα την κεφαλήν των, ενόμιζε τις ότι βλέπει δυο βώλους χιόνος και τα ανορθωμένα πτερά των ωμοίαζον όταν έσειεν ο άνεμος νιφάδας.

Μόνος ο αγαπών τα ζώα και τερπόμενος εις την λεπτομερή παρατήρησιν, ουχί μόνον των γενών και των ειδών ως ο επιστήμων, αλλά και των ατόμων, κατορθώνει διά του χρόνου να διακρίνη εις την φυσιογνωμίαν και τας εξής αυτών παραλλαγάς, εκ των οποίων δύναται ασφαλώς να εικασθή εκάστου ζώου, όπως και εκάστου ανθρώπου, ο ηθικός χαρακτήρ. 

Ούτω λ. χ. η λευκή ορνιθούλα μου ήτο τύπος καλής συζύγου και οικοκυράς τιμίας, σεμνής, πάντοτε καθαράς και καλοκτενισμένης, άνευ όμως πολυτελείας ή περισσής φιλαρεσκείας. 

Ο πετεινός απ' εναντίας ήτο τύπος λιμοκοντόρου, δανδή, καλλωπιστού, λέοντος, λεβέντη ή όπως άλλως ονομάζονται κατά καιρούς και τόπους οι αγαπώντες να κορδώνωνται, να καμαρώνωνται και να λαμβάνωσιν ήθος καρδιοσφάκτου και κατακτητού. Πλην της συμπεριφοράς και αυτός ο τόνος της φωνής του τον έκαμνε να ομοιάζη λιγωμένον τενορίνον.

Και τοιούτος όμως ων έζη καλά με την όρνιθά του, την επεριποιείτο, την συνώδευεν εις τον περίπατον, και κατά την ώραν του δείπνου την άφινε να πρωτοφάγη. Εις την τοιαύτην διαγωγήν του συνετέλει κατά πολύ και η έμφυτος συνήθεια των πετεινών και των ορνίθων να μη σμίγωσιν, ως οι σκύλοι, με άλλας του γένους των φυλάς παρά μόνον εν ελλείψει ομοφύλων, άλλη δε λειόπτερη κόττα δεν υπήρχεν εις την αυλήν εκείνην καμμία.



Το άστατον πετεινάριον και η κόττα-κοκότα

Το έμφυτον όμως τούτο φυλετικόν αίσθημα δεν ήτο, ως φαίνεται, ικανώς ανεπτυγμένον, ώστε να υπερνικήση τας εφόδους του διεστραμμένου του πετεινού μου ατομικού χαρακτήρος. Πολλά σημεία μ' έκαμναν από τίνων ημερών να υποπτεύω, ότι το αχρείον πετεινάρι, του οποίου εθαύμαζα την συζυγικήν πίστιν, ήρχιζε να κυνηγά μίαν μικράν όρνιθα, η οποία δεν ήτο βεβαίως ομόγυλος του, αλλ' ανήκεν εις άλλην κάπως συγγενή φυλήν την λεγομένην περιβολάρικην. Δεν ήτο μεν όσον η σύζυγός του εύμορφη, αλλά εύχαρις, ζωηρά, πλουμιστή ως πέρδικα και από το πρωί υαλιστή και συγυρισμένη επεριπάτει με κεφαλήν υψηλά, εσείετο ως σεισούρα και πολύ περισσότερο παρά φρόνιμη κόττα ωμοίαζε κοκότα.



Ο άστατος εγλυκοσάλιαζε κατ' αρχάς με κάποιαν συστολήν, αλλά βαθμηδόν κατήντησε να μη φοβήται τίποτε και να μη εντρέπεται κανένα. Ηκολούθει την πλουμισμένην εις όλας τας γωνίας, εξελαρυγγίζετο εκφωνών τους ωραιότερους του σκοπούς και εσκάλιζε το χώμα διά να εύρη σκουλήκια διά την αγαπημένην του. Την εξέθεσε τόσον πολύ, ώστε έπαυσαν να την συναναστρέφονται όσαι όρνιθες εφρόντιζαν διά την υπόληψίν των.

Η εγκαταλειφθείσα σύζυγος θα υπέφερε βεβαίως πολύ, αλλ' η υπερηφάνεια και η αξιοπρέπεια αυτής της επέβαλλαν να κρύπτη την λύπην της. Δεν ηδυνάμην να μη την θαυμάσω όταν την έβλεπα να βηματίζη εις την αυλήν πάντοτε μόνη και να περνά πλησίον του απίστου και της ερωμένης του, υποκρινομένη ότι μόνη δεν βλέπει όσα εβλεπον όλοι. Πολλάκις μ' ήλθεν όρεξις να τουφεκίσω απ' το παράθυρον την αμαρτωλήν όρνιθα διά ν'απαλλάξω την ενάρετον από τα βάσανα της εγκαταλείψεως και της ζηλείας, αλλά μ' επρόλαβεν η θεία δίκη.



Η τιμωρία της πλουμισμένης αμαρτωλής...

Από το πολύ ίσως τσιμποφίλημα εξύπνησεν ένα πρωί η παραλυμένη κόττα με ορνιθοκόρυζαν ή, ως την λέγουν οι Χίοι, τσίφναν, κακήν αρρώστειαν δι' όλα τα πτερωτά. Λησμονήσας τας παρεκτροπάς αυτής εξ ελέους προς τα βάσανα της διέταξα την υπηρέτριαν να κάμη ό,τι ημπορεί διά να την σώση. Αληθές είνε ότι προ τινων ημερών είχα όρεξιν να τουφεκίσω την μοιχαλίδα, αλλ' εις ταύτα δεν υπάρχει αντίφασις καμμία. Οι καλοί άνθρωποι, μετά των οποίων έχω την αξίωσιν να συγκαταλέγωμαι, είνε ικανοί να πράξωσι τα πάντα εν τω βρασμώ της οργής των κατά των αχρείων, αλλά δεν δύνανται να βλέπουν να υποφέρη κανένας.

Η χειρούργισσα έκαμε την εγχείρησιν της τσίφνας καθ' όλους τους κανόνας της τέχνης, εξαιρέσασα διά βελόνης τον φράσσοντα την αναπνοήν υμένα ή λεπάκι, καυτηριάσασα την πληγήν δι'όξους και αλείψασα έπειτα αυτήν διά μίγματος μέλιτος και βουτύρου. Ουδέν όμως ωφέλησε και η αμαρτωλή εξέπνευσε το εσπέρας εντελώς όμως ιατρευμένη, ως ελεγεν ο ιατρός τον Μολιέρου, οσάκις συνέβαινεν ο ασθενής του ν' αποθάνη.


Η επιστροφή του ασώτου....

Την επιούσαν ευρέθη ο άπιστος πετεινός χήρος της ερωμένης του και μαλωμένος με την νόμιμον σύζυγόν του. Η θέσις του ήτο αληθώς αξιολύπητος.

Κατά την ώραν του προγεύματος ήλθε να κλωθογυρίση περί την άσπρην όρνιθα, μετά δειλίας όμως και συστολής, ως σύζυγος αισθανόμενος ότι έχει όλα τα άδικα και μη βέβαιος αν θα συγχωρηθώσιν. Εκείνη εκαμώνετο ότι δεν τον βλέπει. Κατά το γεύμα ήλθε να λάβη την πρώτην παρά την πλευράν της συνήθη θέσιν του, έτι μάλλον ταπεινός και ζαρωμένος, αλλά και πάλιν έμεινε ψυχρά τρώγουσα με μεγάλην όρεξιν τα πίτυρα και το σιτάρι και υποκρινομένη ότι δεν εννοεί την όρεξιν συμφιλιώσεως του μετανοούντος.

Πάντα ταύτα όμως ήσαν κωμωδία, της οποίας εύκολον ήτο να μαντεύση τις την ευτυχή λύσιν. Προ της δύσεως τω όντι του ηλίου ετελείωσεν η παράστασις της κωμωδίας και εισήλθον μαζί εις το αυτό διαμέρισμα του ορνιθώνος. Φαίνεται ότι είχαν πολλά να ειπούν, διότι όταν εξήλθε την επιούσαν εφαίνετο η ορνιθούλα πολύ μεν ευχαριστημένη, αλλά και κάπως κουρασμένη.

Μετά την ανωτέρω αψευδή διήγησιν δύναμαι να ερωτήσω τους υποτιμητάς του πνεύματος των ζώων, ποίαν άλλην αξιοπρεπεστέραν της όρνιθας ταύτης διαγωγήν θα ηδύνατο πολύπειρος μήτηρ να συμβουλεύση την θυγατέρα της εις ομοίαν περίστασιν να τηρήση;

Εμμανουήλ Ροΐδης, Ιστορία ορνιθώνος
«Σκριπ», 1 Ιανουαρίου 1897


«Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν», Ι. Καμπανέλλης




Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν....

Μια και βρέθηκα στην Ισπανία, θα ήταν παράλειψη να μη παρακολουθήσω μια ταυρομαχία. Ομολογώ πως έχει πολύ ενδιαφέρον — τόσο από πλευράς ταυρομάχων, όσο και από πλευράς θεατών. Επειδή τυχαίνει να γράφω, είχα σκεφτεί να γράψω μια ζωντανή περιγραφή. Βγαίνοντας όμως απ’ το θέαμα αυτό σήμερα το απόγευμα, εγκατέλειψα την ιδέα, γιατί δεν μπόρεσα ν’ ανακαλύψω τίποτα το καινούριο. Όλα είναι ειπωμένα πολλές φορές, όλα είναι γνωστά. Έτσι γύρισα στο ξενοδοχείο μου, με την προοπτική να γράψω μόνο ένα γράμμα, και ύστερα να τραβήξω για το ρεστοράντε «Φόρνος».

Καθώς έγραφα το τυπικό: «Εν Μαδρίτη, τη...», ακούω χτύπημα στην πόρτα... Πηγαίνω κι ανοίγω... Ένας γκρουμ μου δίνει ένα γράμμα... Κλείνω την πόρτα... Σκίζω το φάκελο, και διαβάζω.. . Θεωρώ υποχρέωση ένα τέτοιο γράμμα να το φέρω αμέσως στη δημοσιότητα.


Plaza de Toros de Las Ventas, Madrid

Εν Μαδρίτη, τη 25-6-1960 

Αγαπητέ και πολυτιμημένε κύριε Καμπανέλλη,

σήμερα το απόγευμα, στην «κορίδα» της «Πλάσα ντε Τόρος ντε Μαδρίδ», παρακολουθήσατε το θάνατό μου. Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν. Ανάμεσα στις χιλιάδες κυρίες και κυρίους, που χειροκροτήσανε και επευφημήσανε τον «άθλο» του Μανουέλ, είσαστε ο μόνος που μείνατε σιωπηλός. Το πρόσεξα, παρ’ όλο που ήταν οι τελευταίες μου στιγμές, και σκέφτηκα πως ίσως κι εσείς, όπως κι εγώ, να πιστεύετε στην αθωότητά 
μου.

Σας
ορκίζομαι, πολυτιμημένε κύριε, ότι είμαι αθώος, ότι ποτέ δεν έκλεψα, ούτε σκότωσα, ούτε αναμίχθηκα σε καμιά παράνομη πολιτική οργάνωση. Με σκότωσαν, χωρίς να μου απαγγείλουν κατηγορία, χωρίς δίκη, και χωρίς να με ρωτήσουν αν θέλω να πεθάνω. Ξέρω πως είναι αργά πια για να διορθωθεί το κακό, αλλά σας γράφω το γράμμα αυτό, γιατί θέλω εσείς, έστω και μόνο εσείς, να είστε βέβαιος, απόλυτα βέβαιος, για την άδικη εκτέλεσή μου, και μάλιστα με μουσική «πάσο ντόμπλε» και με χιλιάδες «ολέ» και παλαμάκια!


"Toro" aquarelle by  Anne Larose


Τα ξένοιαστα χρόνια.....

Θέλω να
πιστέψετε, πως δεν ξέρω ούτε έκαμα στη ζωή μου τίποτα περισσότερο απ’ όσα θα σας διηγηθώ παρακάτω: Γεννήθηκα στην Κόρντοβα και μόλις πήρα να μεγαλώσω λιγάκι με μεταφέρανε σ’ ένα στάβλο όπου συχνά πυκνά ερχόντανε διάφοροι κύριοι και με κοιτάζανε και μου κάνανε κομπλιμέντα. Εκεί έτρωγα καλά, και σχεδόν κάθε μέρα με βγάζανε σε μιαν αρένα μαζί με δυο τρία παλικαράκια που παίζαμε. Κάναμε πως αγριεύαμε, με πειράζανε, τα κυνηγούσα — περνούσαμε χαρά θεού! Η ζωή κυλούσε τόσο ωραία, κάθε μέρα και κάθε ώρα, που δεν έχω τίποτα το πικρό να θυμηθώ από την εποχή εκείνη... 

Πριν λίγες μέρες, εμένα κι άλλους έντεκα ταύρους, όλους της ηλικίας μου, μας βάλανε σε κάτι βαγόνια του τρένου, που απ’ έξω γράφανε Μαδρίτη... Πήγαμε να τρελαθούμε απ’ τη χαρά μας! Θα βλέπαμε την πρωτεύουσα της Ισπανίας, μπορεί και τον ίδιο το στρατηγό Φράνκο, τον ίδιο τον καουντίλιο, που τόσα είχαμε ακούσει γι’ αυτόν!...

Το ταξίδι μας ήταν πανόραμα... - δεν χορταίναμε να βλέπουμε! Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι χωροφύλακες, με ωραία γυαλιστερά καπέλα, κι είχανε πολυβόλα κρεμασμένα στον όλμο. Τα χωριά, πάλι, ήταν γεμάτα παπάδες που κάνανε παρέα με τους χωροφύλακες: σεργιανούσαν μαζί, κουβεντιάζανε για κρατικά και θρησκευτικά ζητήματα... Πότε τους έβλεπα πάνω σε μια βέσπα ή σε λαμπρέττα: μπρος ο χωροφύλακας, πίσω ο παπάς, να έχει αγκαλιάσει τον πρώτο και να διασχίζουνε αδελφωμένοι τας «εθνικάς οδούς», όπως τις λένε... Οι χωριάτες δουλεύανε ήσυχοι στα χωράφια τους. Δείχνανε φτωχοί βέβαια, πολύ φτωχοί, αλλά δείχνανε ήσυχοι - και η ησυχία είναι μεγάλο αγαθό...

Τέλος, φθάσαμε στη Μαδρίτη!... Η συγκίνησή μας δεν περιγράφεται! Δεν μπορώ όμως να πω το ίδιο και για τη χαρά μας• γιατί, πριν καλά καλά τη δούμε, μας κλειδώσανε σε κάτι θεοσκότεινους στάβλους! Επειδή το ταξίδι μας ήταν μεγάλο και κουραστικό, έκανα τη σκέψη πως μας κλειδώσανε έτσι αυστηρά, για ν’ αναπαυθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Κράτησε, όμως, περισσότερο από τρεις μέρες, και μ’ έπιασε μελαγχολία. Είχα αλλιώς συνηθίσει. Ήξερα βέβαια πως κάποτε η ξένοιαστη ζωή θα τέλειωνε - ότι θα ’πρεπε να δουλέψω. Δεν είχα, όμως, ποτέ φανταστεί ότι θα ζούσα το υπόλοιπο της ζωής μου μέσα σ’ ένα στενό και σκοτεινό στάβλο... 



Στο βάθος μια πόρτα με φως, πολύ φως......

Εκεί που άρχισα να κάνω τις πιο μαύρες και απαισιόδοξες σκέψεις για τη ζωή, ήρθαν δυο συμπαθητικοί άνθρωποι, άνοιξαν την πόρτα της φυλακής μου και μου φωνάξανε: «Έξω, τόρο! Έξω!» 

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου - ούτε στα μάτια μου! Πέρα, στο βάθος του στάβλου, έβλεπα μια πόρτα με φως, πολύ φως! Μου ήρθε να δώσω ένα πήδημα και να γίνω καπνός! Αλλά η ευγνωμοσύνη που ένιωθα και οι καλοί τρόποι που πήρα απ’ τη μητέρα μου, με συγκρατήσανε• μούγκρισα πολλά ευχαριστώ στους δυο συμπαθητικούς ανθρώπους, έτοιμος να κλάψω από χαρά. Ύστερα όρμησα - αχ, η «ελευθερία του ατόμου»!— όρμησα σαν τρελός κατά την πόρτα, που λες πως την είχε ξεχειλώσει το φως!... Ο ήλιος, ο ήλιος!... 


«Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!»..

Μόλις βγήκα, το φως με ζάλισε, με τύφλωσε, δεν μπορούσα να δω πού είμαι. Όμως ρουφούσα καθαρό αέρα, έβλεπα φως. ένιωθα ήλιο στο πετσί μου — κι άκουγα και «πάσο ντόμπλε»! (Ψοφάμε μεις οι Σπανιόλοι για «πάσο ντόμπλε»!) 

Άκουγα και φωνές: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!» Χιλιάδες φωνές: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!» Τα μάτια μου είχανε πια συνηθίσει το φως• σηκώνω το κεφάλι — και τι να δω! Βρισκόμουνα καταμεσής σε μιαν αρένα, τελείως διαφορετική από κείνη που ήξερα. Τούτη ήταν σωστό θαύμα αρχιτεκτονικής, και γύρω γύρω, ως ψηλά στον ουρανό, χιλιάδες κυρίες και κύριοι χειροκροτούσανε και φωνάζανε: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!...»

Επειδή από φυσικού μου είμαι μετριόφρων ταύρος, άργησα να καταλάβω ότι όλες αυτές οι τιμές αφορούσαν εμένα. Αυτό θα το παρατηρήσατε κι εσείς!... Ευτυχώς, μόλις μπήκα στο νόημα, άρχισα να τρεχολογώ όσο μπορούσα πιο ταυρικά και να κόβω βόλτες στην αρένα... Η ζωηράδα μου άρεσε, κι οι φωνές και τα παλαμάκια πληθύνανε... «Αφού τους αρέσει», σκέφθηκα, «ας κάνω κι άλλες βόλτες — και μάλιστα πιο ταυρικές! Άνθρωποι είναι, στενοχώριες έχουνε - ας χαρούνε μια στάλα!» 

Καθώς βολτάριζα, λοιπόν, για δεύτερη φορά, είδα ότι, όπως στην Κόρντοβα έτσι και δω, μπήκαν στην αρένα για να παίξουμε τρία παλικαράκια. Αυτά, όμως, ήταν πλουσιόπαιδα, φορούσανε μεταξωτά πουκάμισα, κι οι κόκκινες μπέρτες που ανεμίζανε στα μάτια μου ήταν κι αυτές από ακριβό ύφασμα. («Μαδρίτη!» σκέφτηκα- «πρωτευουσιάνικη αρχοντιά!...») 


«...Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!»

Παίζαμε. παίζαμε, φωνάζαμε, κυνηγιόμασταν... — ο κόσμος μάς καμάρωνε και διασκέδαζε. Μόνο που τα παλικαράκια το παρακάνανε, και παραλίγο -χωρίς να το θέλω!— να χτυπήσω με τα κέρατά μου τον Ανσέλμο Ντίας... Ύστερα όμως - θυμάστε! — η μουσική σταμάτησε κι ακούστηκαν σάλπιγγες... Μ’ αρέσανε οι σάλπιγγες... Ο κόσμος σταμάτησε τις φωνές- έγινε σιωπή. Κοίταξα να δω πού είναι ο Ανσέλμο, για να του πω να προσέχει λιγάκι!... Πόσο άσχημα θα ένιωθα, αν έτρωγε καμιά κερατιά εξ απροσεξίας! Όταν τον είδα όμως ήταν αργά. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτα! Κρατούσε δυο μακριά ξύλα, τυλιγμένα με κίτρινο και κόκκινο κρόσσι, κι ερχότανε αργά προς τα μένα... Οι κυρίες και οι κύριοι φωνάζανε: «Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!» Νόμιζα πως θα συνεχίζαμε το παιγνίδι μας — και όλος χαρά φώναξα κι εγώ: «...Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!» Η άρθρωσή μου όμως δε με βοήθησε, και στραπατσάρισα τ’ όνομά του! Μόνο το «.. ,μμμο...» είπα σωστά! Δεν έκανα όμως τίποτα το ασυγχώρητο - και, στο κάτω κάτω, η πρόθεσή μου ήτανε αγνή!...

Όπως είδατε, ο Ανσέλμο το πήρε κατάκαρδα! Στύλωσε σαν καμάκια τα δύο ξύλα, κιτρίνισε από το κακό του, κι άρχισε να με κοιτά σα να του είχα σκοτώσει τη μάνα!... Αυτόματα κέρδισα και την αντιπάθεια του κοινού, που φώναζε με πολύ κακές παραινέσεις: «Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα, πικαδόρ!» Οι φωνές αυτές κάνανε ακόμα πιο αιμοβόρο τον Ανσέλμο... Το ’βλεπα στα μάτια του, και στα αργά του βήματα... Αίφνης, διέκρινα και το χειρότερο: Τα κροσσωτά ξύλα είχανε στις άκρες δυο κοφτερά σιδερένια δόντια!... 


Στην αρχή καθησύχασα• σκέφτηκα πως το κρίμα μου δεν ήταν τόσο βαρύ και πως αδίκως φοβήθηκα... Να όμως που ο Ανσέλμο πηδά εκεί που δεν το περίμενα, και μου τα μπήγει στη ράχη!... Σκούζω απ’ τον πόνο, με παίρνουν τα αίματα! Οι κυρίες κι οι κύριοι φωνάζουν (σι σενιόρ): «Μπράβο, Ανσέλμο!...» Δε βαστώ, χάνω την υπομονή μου και φωνάζω: «...Ε, άι στο διάβολο!... Αστεία είν’ αυτά;...»! Κι όμως δεν έπρεπε να το πω! (Ήταν το δεύτερο μοιραίο λάθος!...) Απανωτά ο κόσμος ξαναφώναζε: «Βένγκα, πικαδόρ! Βένγκα!», κι ο Ανσέλμο, με δυο άλλα τέτοια κακά μαραφέτια, καρατάριζε πάλι την περίσταση να μου τα καρφώσει!...



«Μπράβο, Ανσέλμο! Μπράβο!...»

Μ’ έπιασε απελπισία, πίκρα, απόγνωση. Ήταν λόγος, επειδή έκανα ένα λάθος στην άρθρωση, να με τιμωρήσουν έτσι αυστηρά; Σας ερωτώ, έστω και τόσο αργά... Δεν υπήρξα ποτέ κακός ταύρος• μα, όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούσα ν’ αφήσω αμολητό τον Ανσέλμο, να κάνει στη ράχη μου ό,τι του καπνίσει! Έσκυψα, του ’δειξα τα κέρατά μου, και του είπα: «Λυπάμαι πολύ, αλλά αν με ξαναπειράξεις, θα φας κουτουλιά!» Πού όμως να τον αφήσει ο κόσμος — και ιδιαίτερα εκείνη η χοντρή κυρία με τα πολλά δαχτυλίδια... Τι ματαιόδοξοι που είμαστε μεις οι Σπανιόλοι! Φρενιάζει ο Ανσέλμο, πηδά να με καρφώσει — πηδώ κι εγώ να του τη δώσω!... Τι το ’θελα πάλι! Πιο σβέλτος εκείνος πετυχαίνει, εγώ κουτουλώ στον αέρα, γίνομαι ρεζίλι, κι όλη η αρένα γελά εις βάρος μου, και φωνάζει: «Μπράβο, Ανσέλμο! Μπράβο!...»

Τέσσερα σιδερένια δόντια μού σκίζανε τη ράχη, και καθώς έτρεχα με δάκρυα στα μάτια να βρω ένα χριστιανό να ζητήσω μια εξήγηση για όλ’ αυτά, το αίμα μου χάραζε δρομάκια πάνω στην άμμο... 

Ο Ανσέλμο χαιρετούσε τις κυρίες και τους κυρίους, που του στέλνανε «μπράβο» και φιλιά• και στα δικά μου δίκαια παράπονα κανένας δεν έδινε την παραμικρή σημασία... Έτρεξα τότε κοντά στον Ανσέλμο, αποφασισμένος να του ζητήσω συγγνώμη και να του υποσχεθώ ότι θα πάρω μαθήματα ορθοφωνίας - έτσι που να του φωνάξω μια μέρα τ’ όνομα πιο γλυκά και σωστά, ακόμα κι απ’ την Κάρμεν Σεβίλλια! Αυτό ήταν το τρίτο μοιραίο μου λάθος! Ο κόσμος, που με είδε να τρέχω, νόμισε πως ήθελα να χτυπήσω τον Ανσέλμο μπαμπέσικα από πίσω — με συγχωρείτε! Έβαλε τις φωνές, κι ο Ανσέλμο πήδηξε το φράχτη και βγήκε απ’ την αρένα!...

Ύστερα βαλθήκανε να με γιουχάρουνε όλοι μαζί, κυρίες και κύριοι• ιδιαίτερα εκείνη η χοντρή κυρία με τα δαχτυλίδια, που σας είπα και πριν... Έτσι με πήρε για καλά η κάτω βόλτα, έχασα την ψυχραιμία μου και βάρεσα μια γερή κουτουλιά στο φράχτη!


«Ολέ, Μανουέλ!...»  


Απανωτά ακούστηκαν πάλι οι σάλπιγγες... — κι ο κόσμος, που με γιουχάϊζε, φώναξε τώρα: «Ολέ, Μανουέλ!...»

Μόλις
 τον πρωτοείδα, θέτε επειδή είχα ανάγκη να ελπίζω σε κάτι καλύτερο, θέτε επειδή είναι ωραίο παιδί, τον πήρα με καλό μάτι. Κι έπειτα - δεν είμαι ξιπασμένος, πιστέψτε με!- αλλά ήταν τόσο ωραία ντυμένος, με τόσο καλό γούστο, ώστε εύκολο ήτανε να φανταστώ ότι ένας τόσο καλόγουστος νέος θα ’ναι συνάμα και καλόκαρδος... Τον κοίταζα με τι χάρη χαιρετούσε τον κόσμο και με τι σβελτάδα σφεντόνισε πέρα το μαύρο πλατύγυρο καπέλο, με τι κομψότητα άπλωσε την κόκκινη μπέρτα του!... Σχημάτισα για τον Μανουέλ την καλύτερη γνώμη!... Δεν ήξερα, βέβαια, τι ήρθε να κάνει... - πάντως ο νους μου δεν πήγε στο κακό... Ίσως ήθελε κι αυτός να παίζαμε λιγάκι... Ας παίζαμε... Έπρεπε βέβαια να δει ότι το χάλι μου δεν ήταν για παιγνίδια. Αλλά εμείς οι Σπανιόλοι αγαπάμε τα σκληρά 
παιγνίδια...


Στην αρχή,
 ήρθε κοντά μου και μου χάιδεψε τα κέρατα... Ένιωσα αυτή τη στοργή να φτάνει ως τα φυλλοκάρδια μου!... Να, όμως, που αυτοί οι αναίστητοι που μας βλέπουνε το παίρνουνε στραβά και ουρλιάζουνε: «Μπράβο, Μανουέλ!» «Μπράβο, Μανουέλ!», αντί: «Μπράβο, τόρο!...» Γιατί, έτσι και το ’θελα, σου τον εξάπλωνα στο λεπτό για θάψιμο τον Μανουέλ! ... Το πιο δυσάρεστο είναι π’ ούτε ο ίδιος ο Μανουέλ με κατάλαβε•στράφηκε όλο καμάρι στο κοινό, και τσέπωσε τα «μπράβο!» όλα δικά του!... «Πάει», είπα• «μου τον χαλάσανε κι αυτόν!...» Και όντως• πριν καλά καλά το σκεφτώ, γυρίζει ο Μανουέλ, και με μια νταηλίδικη πόζα μού κοτσάρει κατάφατσα την μπέρτα!... Το πλήθος φωνάζει: «Βένγκα, τόρο!...» Εμένα το λένε! «Ας τους κάνω», λέω, «το χατίρι, μήπως και με συμπαθήσουνε μια στάλα...» Ορμώ, αλλά ο Μανουέλ γλιστρά ένα βηματάκι πλάι, και μου ξεφεύγει!... Γέλια για μένα, «μπράβο!» για τον Μανουέλ — που μου ξαναμοστράρει την μπέρτα!... «Γιατί όχι;» λέω- «αυτό δε με πονά- κι έπειτα, ο κόσμος μού δίνει τώρα, λίγη σημασία• μου φωνάζει: Βένγκα, τόρο!...» Χιμώ ξανά και ξανά, ίσαμε τριάντα φορές!... Μόνο που έχω γίνει ρεντίκολο, έχω λαχανιάσει, ο Μανουέλ με παίζει όπως η γάτα το ποντίκι, ο κόσμος έχει σηκωθεί και τον αποθεώνει, το όνομά του πάει ως τα σύννεφα, κι εγώ χιμώ και ξαναχιμώ και δεν καταφέρνω τίποτα!...

Από την χρυσή περίοδο της ταυρομαχίας (1920-1930), στην αρένα της Μαδρίτης. 
Ο Marcial Lalanda σε ένα άψογο πέρασμα με την κάπα που λέγεται "πέρασμα της πεταλούδας".(quite de la mariposa). Με μικρά βήματα προς τα πίσω, ο matador ελέγχει την κίνηση του ταύρου μετακινώντας την κάπα αριστερά και δεξιά πίσω από την μέση του! Αυτό απαιτεί μεγάλη γνώση των ταύρων αλλά και την προβολή κυριαρχίας της σκέψης του ταυρομάχου πάνω στο ζώο.( Φωτό από το βιβλίο του Ernest Hemingway "Death in the afternoon").

Ο Manuel Benitez el Cordobes -που τολμούσε να κάνει κι αυτό.
[Πηγή: http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=3552]

Γιατί μπορεί να γίνουμε φονιάδες, Μανουέλ!

Ακούω εκείνη τη χοντρή κυρία... («Μα τι διάβολο! Δεν έχει άντρα, παιδιά, σπίτι; Δεν έχει τίποτα πιο καλό να κάνει, απ’ το να βλέπει να πιλατεύουνε ένα φουκαρά ταύρο;... Κι εσύ, ρε Μανουέλ, χαρά θεού παιδί, γιατί μου τα κάνεις αυτά;... Έχουμε τίποτα να μοιράσουμε;... Εγώ είμαι ταύρος, εσύ άνθρωπος... Δεν τρώμε το ίδιο φαί, ούτε σου πείραξα το κορίτσι σου!... Μόνο που στραπατσάρισα τ’ όνομα του Ανσέλμο — αυτό είναι όλο... Φώναξέ τόνε δω, να του ζητήσω συγγνώμη!... Να, μα το θεό, παρά να γίνουμε φονιάδες, φώναξέ τόνε, να του ζητήσω συγγνώμη!... Γιατί μπορεί να γίνουμε φονιάδες, Μανουέλ!...»)


Όπως βλέπετε, πολυτιμημένε κύριε, εξήντλησα όλα τα όρια συμφιλιώσεως. Και, επιπλέον: παρ’ όλο που ήμουν πτώμα στην κούραση, εξακολουθούσα, για χατίρι όλων, να κυνηγώ την μπέρτα του!... Σε μια στιγμή, του ξέσκισα με μια ξώφαλτση κερατιά το γιλέκο! Σύσσωμη η αρένα φωνάζει: «Μπράβο, τόρο! Βένγκα, τόρο!...» Μεθυσμένος, και χωρίς να ελέγχω τον εαυτό μου, ορμώ ξανά, χτυπώ στα γεμάτα τον Μανουέλ — τον τινάζω πέρα, και τρώει άμμο!... Οι κυρίες και οι κύριοι σηκώνονται πάνω, σκίζουν τα λαιμά τους, με αποθεώνουν!... Ιδιαίτερα η χοντρή κυρία με τα δαχτυλίδια!... Πίστεψα εκείνη τη στιγμή, ότι το κοινό δεν ήταν άδικο μαζί μου, ούτε υπέρ των ταυρομάχων. Πίστεψα, ακόμη, ότι ο μόνος τρόπος να σώσω την αξιοπρέπειά μου, και πιθανόν και την ακεραιότητά μου, ήταν ν’ αφήσω κατά μέρος την υπερβολική καλοσύνη και να βαράω κι εγώ!... 

Όρμησα να ξαναβαρέσω τον Μανουέλ! Αυτό όμως ήταν το τέταρτο μοιραίο λάθος μου... Με την ταυρική μου αφέλεια εξώθησα τα πράματα εις τα άκρα: ο Μανουέλ πήρε τα χτυπήματά μου σαν απόφασή μου να χτυπηθούμε έως θανάτου! Σηκώθηκε, πέταξε την μπέρτα του πέρα, και ζήτησε ένα ξίφος! Οι σάλπιγγες ξανακούστηκαν — ο κόσμος κράτησε την ανάσα του... «Μανουέλ», του είπα, «εγώ δεν θέλω να σκοτωθούμε- εσύ θέλεις;...» Δε μου απάντησε. .. Με κοίταξε όμως μ’ έναν τρόπο που μιλούσε κι έλεγε: «Τελειώνουν τ’ αστεία. Ή εσύ ή εγώ!...»




Ή εσύ ή εγώ!...

Έτσι
σιωπηλά και αδικαιολόγητα πάρθηκε η απόφαση να τον σκοτώσω ή να με σκοτώσει... Ήθελα, βέβαια, να φωνάξω και να ρωτήσω ποιος με ρώτησε μένα, αν θέλω να πεθάνω ή να γίνω φονιάς;. .. Αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια!... Ο κόσμος φώναζε μανιασμένα κι ο Μανουέλ ζύγιαζε πού να με τρυπήσει... Στάθηκα αντίκρυ του και ζύγιασα και ’γω την κερατιά που θα μ’ έσωζε μια και καλή!... Τινάχτηκα, με μια σβελτάδα που μόνο τέτοιες ώρες την αποχτάει κανείς!

Ο Μανουέλ ξαφνιάστηκε, έκανε να παραμερίσει, έμπλεξε κι έπεσε! «Μπράβο, τόρο!» φώναξε ο λαός της Μαδρίτης, και η χοντρή κυρία ξεφώνιζε: «Δεν υπάρχει κανείς ταυρομάχος εδώ;...»

Στρέφω
 τρέχοντας κι αντικρίζομαι πάλι με το Μανουέλ... Ξαναζυγιάζεται κείνος, ξαναζυγιάζομαι ’γω... Βλέπω μια τελευταία φορά πόσο ωραίο παλικάρι είναι... - ύστερα τον χάνω... και νιώθω ένα ζεστό κύμα στο λαιμό!...



"Faena"...που πάει να πει σπάνιο χτύπημα

Σαν μπόμπα σκάει ένα ουρλιαχτό... — κι ο ουρανός γεμίζει καπέλα! Ο Μανουέλ, πιο πέρα, υποκλινόταν ταπεινά... ταπεινά... Τώρα δεν κρατούσε το ξίφος του... Τρόμαξα, κι έψαξα μήπως και το δω πεσμένο στην άμμο... Μα δεν το είδα!... Σε λίγο ένιωσα τη λαβή στη ράχη μου — και την άκρη του ν’ αγγίζει το δεξί μπροστινό μου πόδι!... Το αίμα μου ’πνιγε τα μάτια, το στόμα!... Χίλιοι κακούργοι φουντώσανε μέσα μου. «Τώρα θα σκοτωθούμε για καλά!» μούγκρισα — και τράβηξα καταπάνω του. Μα κείνος μου ’ρίξε μια ψιλή περιφρονητική ματιά και ρώτησε κάποιονε τι ώρα είναι... Αυτό με τσάκισε - ή, μάλλον: μου ’δωσε να καταλάβω...
Γονάτισα στα μπροστινά πόδια — κι ύστερα έπεσα...

Το θάνατό μου τον είπανε: «φαένα» - δηλαδή: σπάνιο χτύπημα!... Έτσι, αφού μου καρφώσανε το στιλέτο στο λαιμό από λύπηση - σα δεν ντρέπονται!...— μου κόψανε τα δυο αυτιά και παρασημοφορήσανε τον Μανουέλ!... Κι όταν εμένα με σούρνανε τ’ άλογα έξω (ίσως για πούλημα στο ρεστοράντε «Φόρνος»), οι πικαδόροι περιφέρανε απλωτά την μπέρτα του Μανουέλ κι ο κόσμος έριχνε μέσα λεφτά και λουλούδια! (Ιδιαίτερα δε εκείνη η χοντρή κυρία...)

Έτσι πλήρωσα με το θάνατό μου, σήμερα το απόγεμα, ένα λάθος που δεν το ’θελα. (Εκτός αν οι λόγοι που με θανατώσανε είναι άλλοι, και αποφύγανε να μου τους μαρτυρήσουνε... — πράμα που το θεωρώ ακόμη χειρότερο.)

Με άπειρο σεβασμό... — και με την ευχή: Αν τύχει ποτέ και γίνετε ταύρος, να ’χετε καλύτερο τέλος.
Ο ταύρος που σκότωσε
στις 25 Ιουνίου 1960
ο ματαντόρ Μανουέλ Μοντίλλια 

 

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο ταύρος
Πρώτη δημοσίευση: περ. Εικόνες, το 1960 ή 1961
Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία
Ανθολόγηση-επιμέλεια Δημήτρης Παπακώστας, εκδόσεις Ωκεανίδα