Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

«Εσύ μητέρα, καμία άλλη, παρά μόνο εσύ», Τουλούζ Λωτρέκ


Στη φωτογραφία ο Ανρί Τουλούζ- Λωτρέκ 
– ο «τοσοδούλης» όπως τον αποκαλούσαν οι συμμαθητές του – μωρό 

Ο «τοσοδούλης»

O Ανρί ντε Τουλούζ- Λωτρέκ (Henri Marie Raymond de Toulouse-Lautrec-Monfa, γεννήθηκε στο μεσαιωνικό Hôtel du Bosc του Αλμπί - όμορφης πόλης κοντά στην Τουλούζ στις 24 Νοεμβρίου του 1864 και ανήκε σε ξεπεσμένη οικογένεια ευγενών της νοτιοδυτικής Γαλλίας, που μπορούσε να καυχιέται ότι οι πρόγονοί της φτάνουν ακόμα και στην εποχή του Καρλομάγνου.

Οι
 γονείς του συνδέονταν μεταξύ τους με συγγένεια πρώτου βαθμού, πρακτική που ήταν ευρύτερα διαδεδομένη εκείνη την εποχή προκειμένου να διατηρηθεί η περιουσία της οικογένειας μεταξύ των μελών της. 

Ο Ανρί Τουλούζ- Λωτρέκ με τον πατέρα του, Alphonse de Toulouse-Lautrec και το θείο του (1877)


Η μητέρα του καλλιτέχνη
Adèle Adèle Zoé Tapié de Céleyran (περίπου 1860)


Adèle Zoé Tapié de Céleyran. 1861


«Η ουλή» γεννάει το ποίημα – ίσως και κάθε έργο τέχνης…..

Με παρομορφωμένο κορμί και εύθραυστη υγεία, που οφειλόταν σε κληρονομική νόσο των οστών και που επιβαρύνθηκε από δύο ατυχήματα, το 1878 και 1879, ο Τουλούζ - Λωτρέκ, θα στραφεί προς τη ζωγραφική. Η φυσική του μειονεξία κάνει αδύνατη τη στρατιωτική σταδιοδρομία, την οποία επέλεγαν συνήθως οι δευτερότοκοι γιοι της οικογένειας και τον αποκλείει από τις κοινωνικές και αθλητικές δραστηριότητες της τάξης του.

Οι πρόγονοι και συγγενείς του άλλωστε, είχαν πάθος με το κυνήγι, τα άλογα και τη ζωγραφική. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της γιαγιάς του, Gabrille: 

« Αν κάποιος από τους γιους μου σκοτώσει ένα πουλί στο κυνήγι, εξασφαλίζει ταυτόχρονα τρεις απολαύσεις: να το σκοτώσει, να το φάει και να το ζωγραφίσει». 


Φωτογραφία της οικογένειας στο Château du Bosc (1896) 
Αριστερά καθισμένος ο Τουλούζ- Λωτρέκ σε ηλικία 22 ετών


Η καλλιτεχνική κλίση του Τουλούζ - Λωτρέκ εκδηλώθηκε, σύμφωνα με δική του μαρτυρία, το 1868, στη βάφτιση του ξαδέλφου του Raoul Tapié de Ceyléran. Ο μικρός Ανρί, ο οποίος τότε ήταν μόλις 4 ετών, καθώς ακόμα δεν γνώριζε να γράφει τ' όνομά του, σκέφτηκε: 

«Θα ζωγραφίσω ένα βόδι». Από εκείνη τη μέρα, το παιδί θα σχεδιάζει σε σχολικά τετράδια και σε περιθώρια βιβλίων, γεμίζοντας τις σελίδες τους με ζωηρές εικονογραφήσεις. Οι αποδείξεις αυτής της πρώτης παιδικής δραστηριότητας φυλάσσονται κατά εκατοντάδες με πολύ ζήλο από τη μητέρα του, η οποία το 1882 θα αστειευτεί μιλώντας για το «δικό μας μελλοντικό Μιχαήλ Άγγελο»

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η περιθωριοποίηση και απόρριψη που αντιμετώπιζε ο Τουλούζ- Λωτρέκ όξυνε το αίσθημα πικρίας και την κυνική φλέβα του, η οποία στο εξής θα τείνει να μετατρέπει οποιαδήποτε εικόνα σε καρικατούρα, ακόμα και τη δική του.Είτε αυτό ισχύει είτε όχι, από εκείνα ήδη τα χρόνια είναι γεγονός ότι καταφεύγει στην καλλιτεχνική δραστηριότητα ως ένα είδος αναπλήρωσης. 



...σαν να κρύβεται πίσω από τα αντικείμενα...

Στη μοναδική γνωστή αυτοπροσωπογραφία του ζωγράφου σε ελαιογραφία, ο καλλιτέχνης επιλέγει να ζωγραφίσει τον εαυτό του σε επιφυλακτική πόζα. Η αποστασιοποίησή του από το θεατή υπογραμμίζεται, αφενός μέσω του καθρέφτη, που κάνει την αντανάκλαση της εικόνας του θολή, και αφετέρου μέσω του «φράγματος» που δημιουργούν τα αντικείμενα του πρώτου πλάνου. Κυρίαρχος ένας μελαγχολικός τόνος, καθώς ο νεαρός καλλιτέχνης μοιάζει σαν να κρύβεται πίσω από τα αντικείμενα, τόσο που η μορφή του δεν υπερέχει καθόλου σε σχέση μ' αυτά. 


Αυτοπροσωπογραφία σε καθρέφτη (1882-83)
Αλμπί, Μουσείο Τουλούζ - Λωτρέκ

«Juno Lucina»

Ο
Τουλούζ - Λωτρέκ είχε μια βαθιά και στοργική σχέση με τη μητέρα του. Αυτή είναι η κυρίαρχη προσωπικότητα στην παιδική του ηλικία, που τον προστατεύει και τον φροντίζει κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ανάρρωσης του, μετά το σπάσιμο των ποδιών του.

Η κόμισσα Adèle de Toulouse-Lautrec. (1882)


Ο νεαρός Ανρί, που τη χαρακτηρίζει σ' ένα γράμμα «Juno Lucina» (Ζωοδότρια Ήρα), την αποδίδει εδώ με την αυταρχικότητα της Μητέρας, αλλά και με την πυραμιδοειδή ιερατική όψη μιας Παρθένου. 

Η κόμισσα απεικονίζεται σε εσωτερικό χώρο - ανύπαρκτες οι αναφορές, όμως κατά πάσα πιθανότητα ο πίνακας εκτελέστηκε στο εξοχικό σπίτι του Malromé, κοντά στο Μπορντώ. Η κυρίαρχη λευκή τονικότητα, σβησμένη με απαλές πράσινες γραμμές, συμβάλλει στο να δοθεί στη μητέρα του καλλιτέχνη αγγελική και ταυτόχρονα αυστηρή όψη. 


Η μητέρα του καλλιτέχνη, κόμισσα Αντέλ ντε Τουλούζ - Λωτρέκ (περ. 1883) 
Αλμπί, Μουσείο Τουλούζ - Λωτρέκ


«Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με όμορφα χέρια, που πήγαινε καθημερινά στην εκκλησία», γράφει ο  Paul Leclercq, φίλος του ζωγράφου.

Ο
δεσμός του Τουλούζ-Λωτρέκ με τη μητέρα του έδωσε το έναυσμα για ψυχολογικές ερμηνείες που βλέπουν στην κόμισσα, χωρισμένη με το σύζυγό της, μια κτητική μητέρα, νοσηρά δεμένη με το μοναδικό της γιο (ένας αδελφός του είχε πεθάνει σε βρεφική ηλικία). 

Portrait of Madame la Comtesse Adèle de Toulouse-Lautrec, 1882. 


Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη γενναιοδωρία αυτής της γυναίκας, η οπoία με τη μεγάλη της δωρεά έκανε εφικτή τη δημιουργία του μουσείου του Αλμπί αφιερωμένου στο γιο της. Περισσότεροι από 200 πίνακες και άλλες τόσες σπουδές, αφίσες και λιθογραφίες, μας επιτρέπουν να έχουμε μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα για το έργο του Τουλούζ-Λωτρέκ.


Adèle de Toulouse-Lautrec



Countess Adele Zoe de Toulouse Lautrec, 1883

«...βιολετί μαλλιά και χαρακτηριστικά στο κίτρινο του λεμονιού.....»

Ο πίνακας -προσωπογραφία της μητέρας του καλλιτέχνη φιλοτεχνήθηκε το καλοκαίρι του 1886 στο σαλόνι του εξοχικού σπιτιού στο Malromé, το οποίο η κόμισσα είχε επιπλώσει προσωπικά και πράγματι αντανακλά τον επιφυλακτικό και αυστηρό χαρακτήρα της, όπως τον περιγράφουν οι σύγχρονοί της. Στον πίνακα αυτό πάντως, ο Τουλούζ-Λωτρέκ εκδηλώνει ιδιαίτερη ευαισθησία για τον εσωτερικό κόσμο της μητέρας του και λεπτότητα στον τρόπο με τον οποίο την αποδίδει, απορροφημένη από την αγαπημένη της ασχολία, το διάβασμα.

Ο Τουλούζ - Λωτρέκ θα εκθέσει αυτή την προσωπογραφία της μητέρας του σε ομαδική έκθεση στην Τουλούζ με το ψευδώνυμο «Treclau» (αναγραμματισμός του Lautrec). Οι αντιδράσεις των κριτικών δεν είναι πολύ θετικές, όπως γίνεται σαφές από την κριτική του J. de Lahonde στη Le Messager de Toulouse:

«Ιδού ο παράξενος πίνακας υπογραμμένος με το ευδιάκριτο ψευδώνυμο Treclau. Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να ενθαρρύνουμε παρόμοιες απόπειρες. [...] Οι περισσότεροι επισκέπτες οπισθοχώρησαν τρομοκρατημένοι μπροστά στο θέαμα των βιολετί μαλλιών και των χαρακτηριστικών στο κίτρινο του λεμονιού, που φέρνουν στο νου λιωμένα λαχανικά. 

Όμως, αν απομακρυνθούμε τρία-τέσσερα βήματα, στην απόσταση απ’ όπου κανονικά θα κοιτάζαμε έναν πίνακα σε μια αίθουσα, συνειδητοποιούμε ότι αυτή η φαινομενική βαρβαρότητα είναι στην πραγματικότητα υπολογισμένη, ότι το προφίλ αποκτά αξία και στερεότητα, παρά τις αβέβαιες πινελιές. […..]

Ο κύριος Treclau έχει ενταχθεί πλέον στην παρέα της οποίας ο [Εμίλ] Μπερνάρ είναι αρχηγός. […. ] 

Του συνιστούμε θερμά να λιποτακτήσει.»

Η κόμισσα Αντέλ ντε Τουλούζ - Λωτρέκ στο σαλόνι της (1886) 
Αλμπί, Μουσείο Τουλούζ - Λωτρέκ

«Γερο-τρελέ»

Σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του, λέγεται ότι μπήκε στο δωμάτιό του ο πατέρας του, προσωπικότητα ιδιαίτερα εκκεντρική που εμφανιζόταν σπάνια. Όλοι εξέφρασαν την έκπληξή τους, εκτός από τον Henri, ο οποίος είπε: 

«Καλέ πατέρα, το ήξερα ότι δεν θα έχανες το σκότωμα». 

Ο πατέρας του, όπως συνήθιζε, συμπεριφέρθηκε ιδιαίτερα εκκεντρικά: πρότεινε να κόψουν το μούσι του Henri, όπως όριζαν κάποια αραβικά έθιμα, και να χρησιμοποιήσουν τα κορδόνια του για να διώξουν τις θορυβώδεις μύγες. 

«Γερο-τρελέ», ήταν τα τελευταία λόγια του Henri.

Ο πατέρας του Τουλούζ-Λωτρέκ, Alphonse de Toulouse-Lautrec με σκοτσέζικη ενδυμασία


Ο πατέρας του Τουλούζ-Λωτρέκ, μεταμφιεσμένος σε ιππότη του μεσαίωνα


Γυναίκες ζωντανές, χωρίς προσποιήσεις...

Χάρη στην αγάπη του για τη γυναίκα, ο Τουλούζ-Λωτρέκ «παραδίδει στην αθανασία» καλλιτέχνιδες, χορεύτριες, ηθοποιούς, μοντέλα, τραγουδίστριες και αμέτρητα κορίτσια της νύχτας που σήμερα θα είχαμε ξεχάσει. 

Τη γυναίκα ζωγράφισε ο Lautrec σε άπειρες συνθετικές παραλλαγές με οίστρο ψυχής και φαντασίας και με αδιάβλητο πάντα γνώμονα την αλήθεια της. Πεπεισμένος ότι η τέχνη δεν καθυποβάλλεται στη δοκιμασία της καταδυναστευτικής κοινωνικής ευυποληψίας, απενοχοποίησε το βλέμμα από συμβατικούς περιορισμούς προκειμένου να πραγματευθεί ανεπιτήδευτα και απροσποίητα την καθημερινότητα ενός μικρόκοσμου στο πλαίσιο του οποίου εγνωσμένα ενέγραψε και τη δική του μοίρα.

Η
ψυχή του, ενώ έσφυζε από ζωή και ασίγαστα τον ωθούσε σε παρορμητικές εξάρσεις και εξάψεις, έφερε αθεράπευτα το τραύμα των δυσαναλογιών ενός δύσπλαστου σώματος με το οποίο ο άνδρας καλλιτέχνης έπρεπε να λειτουργήσει. Μέσα στη νεφελωμένη ψυχή του ο κόσμος των αισθήσεων αντικατοπτριζόταν με αδυναμίες, ανασφάλειες και μια βαθιά εξπρεσιονιστική αγωνία. Τις γυναίκες που δεν μπορούσε να έχει γήινα και φυσικά τις κατέκτησε με τη σχεδιαστική του δεινότητα.

«Τα επαγγελματικά μοντέλα πάντα φαίνονται αφύσικα, ενώ εκεί οι γυναίκες είναι ζωντανές. Είναι αυτές που είναι χωρίς προσποιήσεις.» 

Ξεκινώντας από τη μητέρα του, στα χέρια τής οποίας πέθανε αλκοολικός και συφιλιδικός σε ηλικία μόλις 37 ετών, λέγοντάς της «Εσύ μητέρα, καμία άλλη, παρά μόνο εσύ», ο Τουλούζ-Λωτρέκ προέβαλλε καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου του με μεγάλη δύναμη και ευαισθησία τη γυναικεία φιγούρα»


Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, επιμελήτρια της έκθεσης «Τoulouse Lautrec» που διοργανώθηκε στο Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης το 2010



Ο Lautrec  στο Malromé με τη μητέρα του, 1898



Ο Lautrec με την μητέρα του στον κήπο του  Malromé. 
Foto Natanson, 1900

Πηγές
 
  • Τουλούζ Λωτρέκ, μεγάλοι ζωγράφοι, Βιβλιοθήκη Τέχνης, η Καθημερινή
  • https://dimartblog.com/2016/09/09/toulouse-lautrec/
  •  http://www.limnosfm100.gr/component/k2/item/1223.html
  •  http://www.aloj.us.es/galba/MONOGRAFICOS/LAUTREC/fotosfamiliares.htm
  • http://www.amolenuvolette.it/root/image/abrupt_clio_team.folder/toulouse%20lautrec%201873-1901.folder/

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

«....ήταν απ' αυτούς τους ανεξάρτητους τύπους….», Maria Stone, Υπέροχο πλάσμα


Yoko Tanji, Japanese Illustrator 

Φοβόμουνα μην πληγωθώ.......

Εντάξει
, τα 'θελα κι εγώ, όμως αυτός με πολιόρκησε. Με ακολούθησε, με περιτριγύριζε. Έκανε κύκλους γύρω μου, αργά, σταθερά, ώσπου με πλησίασε και με άγγιξε. Τρυφερά. Εγώ φοβόμουν στην αρχή, φοβόμουνα τη δέσμευση• ζούσα για χρόνια μόνη, όχι ακριβώς ευτυχισμένη, μα βολεμένη στις ρουτίνες μου. Φοβόμουνα μην πληγωθώ. Όμως εν τέλει δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ σ’ αυτές τις πράσινες ματάρες και την καστανόξανθη χαίτη. Του άνοιξα το σπίτι μου και την καρδιά μου.
Και ξαφνικά η ζωή μου άλλαξε. Επιτέλους είχα κάποιον δικό μου, κάποιον άλλο να σκεφτώ εκτός από το άθλιο σαρκίο μου. Μετά απ’ όλη αυτή τη μοναξιά κάποιος μ’ αγάπησε. Η τύχη μου γύρισε. Ένοιωθα εκείνο το ξεχασμένο συναίσθημα: ευτυχία! Πολλές φορές με τσάκωνα να σιγοτραγουδάω. Είχα κάποιον ν' αγαπάω και να φροντίζω - όχι ότι ήθελε και πολλή φροντίδα, ήταν απ' αυτούς τους ανεξάρτητους τύπους. Ευγενικός και τρυφερός, μα αισθανόμουν ότι πάντοτε κρατούσε μια ανεπαίσθητη απόσταση. Είναι νωρίς, έλεγα μέσα μου, θα συνηθίσει.

Aurélia, Corinne Reignier. Woman with black cat


Όταν ερχόταν στο κρεβάτι μου ήταν αξιολάτρευτος....

Τον φώναξα «υπέροχο πλάσμα». Ήταν. Ήταν η ομορφιά και η τελειότητα ενσαρκωμένες. Δεν χόρταινα να κοιτάξω αυτά τα πράσινα μάτια που μισόκλειναν ράθυμα και το λεπτό, μυώδες σώμα του. Μερικές φορές μοιραζόμασταν ένα καλό γεύμα. Ποτέ δεν έτρωγε πολύ, μα πάντα χαμογελούσε ικανοποιημένος. Όταν ερχόταν στο κρεβάτι μου ήταν αξιολάτρευτος. Στην αρχή τρυφερός, ύστερα άγριος (μερικές φορές μου άφηνε σημάδια, μα ήξερα πως δεν το κάνει επίτηδες) και πάντα παιχνιδιάρης, του 'λεγα γλυκόλογα και οι μικρές φωνούλες του με κάνανε να λιώνω. Όταν χορταίναμε χάδια και παιχνίδια φώλιαζε στην αγκαλιά μου με κλειστά τα μάτια κι εγώ χάιδευα το απαλό κορμί του. Τρυφερά. Όμως ποτέ δεν καταδέχτηκε να μείνει και να κοιμηθεί μαζί μου. Όσο κι αν τον παρακαλούσα. πάντα μου γύρναγε την πλάτη κι έφευγε. Μα πάντα ξαναρχόταν.

Πέρασαν έτσι μερικοί ευτυχισμένοι μήνες. Μα το υπέροχο πλάσμα μου αντί να συνηθίσει μαζί μου άρχισε να γίνεται νευρικό. Μερικές φορές τον έβλεπα να με κοιτάει σιωπηλός λες και με ζύγιζε, λες και περίμενε να κάνω κάποιο λάθος. Εκείνη η μικρή απόσταση μεγάλωνε. Όλο και πιο συχνά χανότανε τα βράδια, δεν απαντούσε, έκανα μέρες να τον δω. Κι όταν ερχόταν, τις μισές φορές ήταν απόμακρος, ούτε να πλησιάσει το κρεβάτι. Πολλές φορές δε μ' άφηνε ούτε να τον αγκαλιάσω. Εγώ ήμουν τρομοκρατημένη και του '
κανα όλα τα χατίρια, ανεχόμουν κάθε του καπρίτσιο, δεν τόλμαγα να τον πιέσω γιατί φοβόμουν μην τον χάσω.

Gato by Nuno Rodrigues: PAINTED BY MOUTH


I will not reign, 
to serve I disdain, 
the cat I remain

Δεν βασιλεύω
Δεν καταδέχομαι να υπηρετώ
Παραμένω η Γάτα

[Από την πλακέτα που βρίσκεται στο γατόσπιτο της οδού Άγρας 21 στο Μετς]



Noma Bliss


Ήταν πολύ καλό για να 'ναι αληθινό.....

Δεν τα κατάφερα. Την τελευταία φορά που ήρθε ήταν πολύ ψυχρός. Κατάλαβα ότι δεν θα τον ξαναδώ. Ήταν πολύ καλό για να 'ναι αληθινό.

Πλάνταξα στο  κλάμα. Έκλαιγα βδομάδες. Ό,τι κι αν έκαναν οι φίλοι μου ήμουν απαρηγόρητη.

Ακόμα είμαι. Πέρασε καιρός, σιγά σιγά ξαναβρήκα τους μοναχικούς ρυθμούς μου, όμως μου λείπει το υπέροχο πλάσμα. Πολύ. Τα άδεια βράδια ανοίγονται μπροστά μου σα βάραθρα που χάσκουν να με καταπιούν. Προσπαθώ να τα γεμίσω με δουλειά μα δε γεμίζουν. Οι φίλοι μου μου λένε «βρες κάποιον άλλον» όμως, όσους κι αν είδα, κανείς δεν είναι σαν κι αυτόν. Όσο κι αν ψάξω δεν το πιστεύω ότι θα ξαναβρώ τόσο τρυφερό και όμορφο γάτο.


Maria Stone, Υπέροχο πλάσμα, 
Η αποτυχημένη πριγκίπισσα και άλλες ιστορίες με κακό τέλος, 
εκδόσεις ΚΟΑΝ


Yoko Tanji, Japanese Illustrator 




Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

«Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά - εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.», Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο

Ο Γιώργος Ιωάννου:Τοξότης... όχι Σκορπιός.

Τοξότης, όχι Σκορπιός......


Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο με πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» 

Γράφτηκαν στο διάστημα 1961 - 1964  στο Καστρί της Κυνουρίας όπου πρωτοδιορίστηκε ο συγγραφέας και  στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου αποσπάστηκε για δύο χρόνια και  ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. 

"Με την παραμικρή αφορμή φεύγω στην έρημο. Βαθιά στην ανοιχτή έρημο, είναι σα θάλασσα• πάντοτε έκαμνα το συνδυασμό τους. Εδώ έχω ανακαλύψει χίλιους τρόπους για να κουκουλώνω, σαν τη γάτα, τη λύσσα μου. Δίνω λύσεις φανταστικές μέσα στην πιο ιδανική απομόνωση και απεραντοσύνη.[.......]

Πέφτω μπρούμυτα και σκαλίζω με τα δάχτυλα την άμμο. Πιο μέσα βρίσκω μια κίτρινη σκόνη σα θειάφι. Στην επιφάνεια όμως είναι σαν το σπυρωτό σιμιγδάλι, που κάμναμε χαλβά στα γενέθλιά μου. Αυτό γινόταν βέβαια, πριν φυτευτεί μέσα στη γη ο πρώτος άνθρωπός μας, και πριν διαπιστώσω με απογοήτευση, ότι τόσα χρόνια δεν ανήκα στον αστερισμό του Σκορπιού αλλά του Τοξότη. Έτσι με είχαν διαβεβαιώσει, όχι φυσικά από πρόθεση, αλλά κάνοντας λάθος. Προτιμούσα το Σκορπιό• και εκτός αυτού έχασα περισσότερο την εμπιστοσύνη μου και κάθε όρεξη για γιορτασμούς αμφίβολων γενεθλίων."


Γιώργος Ιωάννου, Ο ξενιτεμένος, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο Γιώργος Ιωάννου στη Λιβύη το 1961

Κακά μαντάτα πάλι - κυρίως απ’ τον εαυτό μου.


Όσο να δέσει κάποιος μέσα μου,
έχει πεθάνει.

Γ. Ιωάννου, Γύρω μου νύχτα μέρα, 
(από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα,1963)

Τα κοπάνησα στην καντίνα απόψε. Και δεν πρέπει καθόλου να πί­νω, γιατί πολλά λέω και κάνω συνήθως. Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα — μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο. Κακά μαντάτα πάλι - κυρίως απ’ τον εαυτό μου.

Αλλά κι αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει. Αμέσως μόλις μπήκα, γύρω μου σχηματίστηκε μια παρέα. Με κερνούσαν συνέχεια και με κανένα τρόπο δε μ’ άφηναν να τους κεράσω. Ζηλεύω πολύ αυτές τις συντροφιές. Έχω χάσει άδικα των αδίκων τα χρόνια μου με κεί­νους τους άνοστους λογοτέχνες. Τα παιδιά αυτά με αγαπούν, το παραδέχομαι. Η αγάπη τους όμως είναι ίδια με κείνη, που έχουμε για τον καλόβολο συνταξιδιώτη. Κορυφώνεται κατά το μέσο του ταξιδιού, για ν’ αρχίσει να σιγοσβήνει όσο τελειώνουν τα χιλιόμε­τρα. Στο τέλος μπορεί να μην πούμε ούτε αντίο. Όποιος έχει μιλή­σει τα περισσότερα και τα ειλικρινέστερα είναι ο χαμένος. Το ’χω υπόψη μου αυτό το παιχνίδι, κι όμως θέλω με όλη μου την καρδιά να ξαναμιλήσω.



Το Νέον της Ομόνοιας το 1970 (Φωτό: Ανδρέας Μπέλιας)

Τί­ποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα...

Έχω την υποψία.πως σ’ όλο αυτό το διάστημα καθόταν στο απέ­ναντι τραπέζι αυτός που πρόκειται να γίνει φίλος μου. Έπινε δήθεν αδιάφορα, μα εγώ ξέρω πως το μάτι του και το αυτί του ήταν εδώ σε μένα. Να δούμε ποιος απ’ τους δυο μας θα προσπέσει. Πάν­τως θα βουρλιζόμαστε έτσι για πολύ καιρό. Είναι βαρύς από μυ­στικά κι αυτός το διαισθάνομαι• και θα πρέπει να σκέφτεται ολοένα το ίδιο πράγμα. Θα δοκιμάσω κι αυτουνού την αντοχή με αποκαλύψεις και θα δούμε. Μ’ αυτή τη μέθοδο έχω χάσει όλους τους ανθρώπους μου σιγά σιγά.Ο πιο στενός μου φίλος, πάντως, πήγε τελευταία από γάμο.

Η ανιζέτα είναι αψιά, ιδίως όταν την ανακατεύεις με μπύρα. Τί­ποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα. Μ’ ένα γρόσι στο τζιου - μποξ άρχισαν τα ζεϊμπέκικα του Μητσάκη:

Όσο βαριά ειν τα σίδερα...

Κάποιος χορεύει και μάλιστα καλά. Αγαπάει, λένε, απελπισμένα ένα ανήλικο.


Κάποιος με παρατηρεί, με σκέφτεται δυνατά, νιώθω σα βάρος. Άναψαν κιόλας οι ιστορίες για το πώς ξεγλίστρησε ο καθένας μας απ’ την όλο στοργή πατρίδα.


Henri Cartier-Bresson, Χορευτής ζεϊμπέκικου, Πειραιάς 1953

Με τρέφει η απελπισία, αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.

Στο μώλο ο γερανός αρπάζει με τις δαγκάνες του βράχους και τους ξαναβυθίζει στο πέλαγος. Είναι φορτωμένοι απολιθώματα ψα­ριών και οστράκων. Δεν είναι ανάγκη να ’σαι σοφός για να κατα­λάβεις τι έχει συμβεί.Οι πέτρες είναι βέβαια κατά μας• απ’ το πέλαγο και πέρα αρχίζει, θαρρείς, η πατρίδα. Ο γερανός με το φω­τάκι του συνεχίζει να στρέφεται• μια προς εμάς, μια κατά τη θά­λασσα, και κει χαμηλώνει. Έτσι, μου φαίνεται, θ’ αρπάξει και μέ­να καμιά μέρα.

Μια τέτοια νύχτα γλυκιάς χαράς θα τρέξω κατά το μώλο. Μέ­σα στο μεθύσι μου και στην άφθαρτη ακόμα εκτίμηση των φίλων. Όταν με ξαναβρούνε θα με σηκώσουνε στους ώμους τους. Εδώ ευτυχώς δεν υπάρχουν νεκροθάφτες. Ο φιλαράκος μου ο δύτης θα μ’ έχει βγάλει απ’ τη θάλασσα. Όλα τα έχω προβλέψει. Με τρέφει η απελπισία• αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.


Ο Γιώργος Ιωάννου στη Λιβυκή έρημο το 1962


Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον..

Ο Νταντίνης πλαγιάζει απόψε, κινδύνεψε πάλι τη ζωή του. Τον ζητούσα στο μώλο, μόλις βγήκα απ’ τα γραφεία. Μου είπαν πως ζαλιζόταν όταν ανέβηκε απ’ τη θάλασσα. Ξαναφόρεσε το φόρεμα και βυθίστηκε, όσο να συνέλθει. Με υποδέχτηκε στην κάμαρά του με γέλια και φωνές. Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον. Μ’ έφαγαν πολλά πράγματα, δεν ξέρω ποιον άτιμο να πρωτοδείρω. Παρατηρημένο τέλος πάντων• κάθε βράδυ έχω νέες αφορμές για πιοτό και απανωτά τσιγάρα.

Ένα σφουγγάρι, μου είπε, έβλεπε• ριζωμένο όμως πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως κατεβαίνει. 


Αν και ήξερε καλά τον κίνδυνο, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τ’ αφήσει. Αμολήθηκε, κι αμέσως ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρος. Το ξερίζωσε εντούτοις• κι ούτε ξέ­ρει με τι χέρια το κατόρθωσε αυτό.

Μαύρο και γλιστερό σαν πάθος, κείτονταν σ’ ένα πανέρι το σφουγ­γάρι. Θα γίνει όμορφο κι αυτό στον ήλιο και στον αέρα.


Σφουγγαράδες, Αίγινα, 1950-55, Βούλα Παπαϊωάννου 
 Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

Μα, για ένα φιλότιμο.......

Και γιατί το ’κανες αυτό; Αφού κανένας απολύτως δε σ’ έβλεπε, γιατί το ’κανες; του φώναξα.

Μα, για ένα φιλότιμο, απάντησε ήσυχα. Και κατόπι πρόσθεσε με σημασία: Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά - εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.


Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Η αμαρτία της μόρφωσης δεν κρύβεται εύκολα....

Ο Γ
. Ιωάννου καταγράφει τα λαϊκά πλήθη όπως στις κοινωνικές ταινίες του Κούνδουρου, του Κακογιάννη ή του Αλέξη Δαμιανού. Στους προσφυγικούς μαχαλάδες, παρατηρεί τις μάνες, τις συζύγους, παρατηρεί σχολαστικά τους άντρες. Άλλοι θα φύγουν μετανάστες και άλλοι θα παραμείνουν για να πολλαπλασιάσουν την Ελλάδα του. Λιτοδίαιτοι, αδύνατοι αλλά σφιχτοδεμένοι Έλληνες, χωρίς νωθρότητα και βουλιμία, περιτμημένοι από την κατοχική ανεπάρκεια αλλά δουλεμένοι και εργατικοί. «Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους». Κατά βάθος δε θα ήθελε να ξεφύγει ποτέ από κοντά τους, να μη συγχρωτίζεται τους «άνοστους λογοτέχνες». 
Θεόδωρος Γρηγοριάδης Πηγή: www.lifo.gr


Εργάτες σε αλευρόμυλο στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1961 [Φωτογράφος Henri Cartier-Bresson.]


Ομολογώ πως αισθάνομαι πολύ άσχημα, όταν τα πρωινά, καθώς τρέχω με την τσάντα κάτω απ’ τη μασχάλη, διασταυρώνομαι με τις παρέες των εργατών. Κατεβαίνουν απ’ τις συνοικίες τους βιαστικοί και στραφτεροί, όλο ζωντάνια και ελεύθερο βάδισμα. Ποιος ξέρει σε τι κρεβάτια πλάγιασαν κι απόψε κι έχουν αυτή τη λάμψη. [....]
Ανεβαίνω στο γραφείο κι αμέσως ζαρώνει η καρδιά μου. Οι αγαπητοί μου συνάδελφοι καταφθάνουν λαχανιασμένοι. Κάθε πρωί μελετώ σχολαστικά τήν καλημέρα τους, το ύφος τους και τη ματιά τους. 

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε και μαζεύτηκαν όλες οι μπαγιάτικες φάτσες πάνω στο δικό μου το κεφάλι. Εκείνο όμως που με απελπίζει περισσότερο είναι, πως το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και σε όλα τα άλλα γραφεία. Αυτό το διεπίστωσα μόνος μου τελευταία, όταν πάνω στην αγανάκτησή μου, είπα ν’ αλλάξω και πάλι δουλειά, για να μην τους βλέπω όλη μέρα μπροστά μου. 

Κατόπι σκέφτηκα πως θα τους έχει αποξεράνει έτσι, σώμα και καρδιά, το πολύ διάβασμα, το κλείσιμο ή η βαθιά σκέψη. Σηκώθηκα και ξαναπήγα στις διάφορες μεγάλες σχολές για να τους δω νεαρούς και φρέσκους φρέσκους. Χώθηκα βέβαια στις αίθουσες των πρωτοετών. Εδώ, είπα, μέσα σ’ αυτό το φυτώριο, θα φανεί το πράγμα. Και όμως η εντύπωσή μου ήταν εξίσου αποκαρδιωτική• το επόμενο κύμα, δεν αποκλείεται, να είναι χειρότερο. Κι αν υπάρχει κανείς ζωηρός και ανοιχτόκαρδος, γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως θεωρείται πνευματικώς ύποπτος και βρίσκεται σε καραντίνα. Δεν είναι επομένως το διάβασμα αυτό που φταίει. Ο τύπος προϋπάρχει και μάλιστα με το παραπάνω. Κάτι άλλο θα πρέπει να ξεδιαλέγει τους ανθρώπους από δω ή από κει. Εκείνο πάντως που βάζει σε σκέψεις είναι ότι οι πιο πολλοί γραμματισμένοι κατάγονται απ’ το λαό.


Σκέφτομαι μήπως πρέπει ν’ αλλάξω επάγγελμα και όχι μονάχα γραφείο. Τώρα όμως είναι μάλλον αργά• ούτε τέχνη ξέρω, ούτε για να πάω μαθητευόμενος έχω την ηλικία και το κουράγιο, αλλά ούτε τα χαρτιά και τα κατάστιχα χωνεύω. Θα ήθελα, είναι αλήθεια, προ πολλού να ήμουν εργάτης• παράλληλα όμως να έχω αυτή την ίδια ψυχή, τις ίδιες γνώσεις και τα ίδια μυαλά. 

Για να εξακριβώσω περισσότερα έχω, κατ’ επανάληψη τρυπώσει στους τόπους της δουλειάς τους. Κάθε επάγγελμα έχει τους δικούς του τύπους, αλλά σε ορισμένα πλειοψηφούν οι καλύτεροι. Ανάμεσά τους υπάρχουν έξυπνα πλάσματα, που ούτε να τα ονειρευτούν θα μπορούσαν στα γραφεία. Εντούτοις μόνοι τους ομολογούν πως δε στάθηκε δυνατό να προχωρήσουν άλλο στα γράμματα. Αυτό το λίγο όμως που κάνουν τώρα, το κατέχουν καλά, όσο ουδέποτε οι μορφωμένοι τα δικά τους. Από δω θα πηγάζει αυτή η αυτοπεποίθησή τους και η ψυχική τους όμορφιά. Επιπλέον είναι και η σκληραγωγία. [.......]

Εγώ αντίθετα λυπάμαι που η αμαρτία της μόρφωσης δεν κρύβεται εύκολα. Αλλιώς θα είχα αναμιχθεί τελείως μαζί τους, καθώς μάλιστα υπάρχει στις παρέες τους τόση δίψα για αληθινή φιλία και εκτίμηση. Εξάλλου έχω καθήκον να μείνω πιστός στην καταγωγή μου.

Πάντως
, ποτέ μου δε θα ξεχάσω πόσο χάρηκα, όταν κάποτε γυρίζοντας με καράβι απ’ τα ξένα με ρώτησαν οι τελωνειακοί, προτού δουν τα χαρτιά μου, αν είμαι ναυτικός. Ώστε μπορούσα να είμαι σαν αυτούς, εφόσον κι αυτοί οι πεπειραμένοι γελιούνται τόσο.

Γιώργος Ιωάννου, Εξαίσια αστική μας κοινωνία, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο Γιώργος Ιωάννου μπροστά στο ξενοδοχείο Ομόνοια. Φωτ. Ανδρέας Μπέλιας


Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση...

«Το πρώτο βιβλίο του Γ. Ιωάννου, το "Για ένα φιλότιμο", απαρτίζεται από εικοσιδύο μικρά αφηγήματα ή σκίτσα ή χρονικά, ιδίως από τη ζωή του έμμεσα αυτοβιογραφούμενου συγγραφέα. Όλα είναι στο πρώτο πρόσωπο κι έχουν την εξωτερική μορφή της απλής, ξερής, ασυγκίνητης και ασχολίαστης καταγραφής [...].

Το μικρό αυτό βιβλίο έχει ολότελα προσωπικό τόνο και χαρακτηρίζεται από την εξομολόγηση• θα έλεγε κανείς πως ο Γιώργος Ιωάννου εξομολογείται εδώ για να λυτρωθεί, πως αυτό τού είναι μια άμεση και ακατανίκητη ανάγκη υποκειμενική.»

Απόστολος Σαχίνης


«Σκάβοντας αδιάκοπα μέσα του δίχως έλεος, τρίβοντας το δέρμα του πάνω στα πράγματα και μιλώντας επίμονα σε πρώτο πρόσωπο χωρίς περιστροφές, ο Ιωάννου ανοίγει έναν δρόμο μέσα από τις πληγές του. Η αλήθεια του αντιμάχεται τις τεχνητές κατασκευές, το ύφος του επιβάλλεται γυμνό: δεν ναρκισσεύεται, δεν μεγαληγορεί, δεν ψευτίζει. Χρειάζεται να έχεις μέσα σου μεγάλα αποθέματα ειλικρίνειας για να μη φοβάσαι την κοινότοπη έκφραση, την τριμμένη λέξη, την απλή κουβέντα - αν και, φαντάζομαι, ένα έμπειρο μάτι δεν θα δυσκολευτεί ν’ αναγνωρίσει, πίσω από τον λιτό πεζογράφο, τον άνθρωπο που πάλεψε χρόνια με τις λέξεις, θητεύοντας στην ποίηση [...].

Π. Μουλλάς

Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση. Ίσως γι αυτό είμαι τόσο πελαγωμένος και δεν ξέρω τι μου γίνεται. Κάποτε νόμιζα πως, αν μιλήσω, θα πέσει ο ουρανός να με πλακώσει. Τότε ὀμως ήμουν είκοσι χρονώ και όταν ήμουν στα είκοσι. δε μου φάνηκε τίποτα που έγινα εικοσιένα• μάλλον ήταν καλύτερα γιατί πήγα φαντάρος. Ο πανικός μ' έπιασε μετά τα τριάντα, και τώρα δεν ξέρω από πού να κρατηθώ. 


Γιώργος Ιωάννου, Τα κελιά, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Δεν ξέρω αν αυτά που σκέφτομαι προάγουν ή όχι την ανθρώπινη υπόθεση. Κι όχι βέβαια πως δε μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Το πρώτο όμως που προσπαθώ, είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον. Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως.

Γιώργος Ιωάννου, Ώρα για το κουκούλι, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο συγγραφέας οφείλει να μιλάει καθαρά κι εγώ πέρασα από πολύ δύσκολες καταστάσεις, καθώς από νωρίς προσανατολίστηκα στη μη απόκρυψη των πραγματικών σχέσεων και αισθημάτων μου. Όλα, βέβαια, μέσα στην πραγματικότητά μου και την εν γένει ιδιοσυγκρασία μου. 

Η αποδοχή των κειμένων μου και των λεγομένων μου από τους πιο πολλούς γύρω μου, μού έφερε ένα είδος λύτρωσης από τις πραγματικά τρομερές εσωτερικές πιέσεις, φοβίες και μοναξιές, που ένιωθα προτού μιλήσω, όπως εγώ ήθελα, και που με οδηγούσαν κατ' ευθείαν προς την ψυχασθένεια. Ιδίως αφότου έγραψα σε πεζό λόγο και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο, αίροντας έτσι και «αμαρτίες» που δεν είχα ο ίδιος διαπράξει, και παρ’ όλα αυτά έγινα αποδεχτός και όχι μόνον δεν διώχτηκα ανοιχτά, αλλά προκάλεσα και την έκφραση εκτίμησης πολλών, ένιωσα να σηκώνεται ένα μεγάλο βάρος από την ψυχή μου, να θραύεται το κέλυφος της απομόνωσης και να πλημμυρίζομαι από αδιατάρακτη ηρεμία.

Από συνομιλία του Γιώργου Ιωάννου με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο, Περιοδικό Η λέξη, τεύχος 39, Νοέμβρης 1984



Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Καληνύχτα ντε!…Φκιάξτε τον, έναν καλύτερο κόσμο!…, Δ. Χατζής, Μαργαρίτα Περδικάρη

Ο Δ. Χατζής με τον Ν. Καρβούνη στο βουνό
 Σπύρος Μελετζής, Με τους αντάρτες στα βουνά, ΑΘήνα 1996


... κύριε Χατζή, θα γράψουμε ή θα ψοφήσουμε. Και έγραψα..

«….κάπου εκεί στα χρόνια της δικτατορίας, υπήρξε η ανάγκη να εξηγηθώ καθαρά με τον εαυτό μου, όπως σ’ όλους τους ανθρώπους έρχεται μια τέτοια ώρα, και είπα

«Κύριε Χατζή, μου φαίνεται ότι τελειώσαμε. Συγγραφέας Ουγγαρέζος δεν μπορείς να γίνεις, ελληνικά θέματα αν γράψεις, θα γράψεις ψέματα, μια φανταστική Ελλάδα, που δεν την έχεις μπροστά σου σαν βίωμα αυτή την εικόνα, και συνεπώς πρέπει να τελειώσουμε».

Αυτή την παραίτηση την αποδέχτηκα και, να σου πω την αλήθεια, μια τέτοια παραίτηση είναι μια αιώνια περηφάνια. Αν έχω κάποιες περηφάνιες στη ζωή μου η μία είναι η τίμια αυτή παραίτηση. Αυτό το πράγμα το είπα στον καθρέφτη.

…. Και ήρθα στην Ελλάδα μόνο και μόνο για να το παίξω κορόνα-γράμματα. Όχι από νοσταλγία. Στην Ελλάδα ήρθα για να παίξω κορόνα-γράμματα τον εαυτό μου. Κύριε Χατζή, θα γράψουμε ή θα ψοφήσουμε. Και έγραψα.»


Ιωάννινα, Τα ταμπάκικα (1948) 

Η ζωή μας κρίνεται από τον αγώνα που κάνουμε για να ξεπεράσουμε τη μοναξιά.

Πίσω από κά
θε βιβλίο μου είναι μια απέραντη μοναξιά και πολλές φορές μια συντριπτική ήττα του ανθρώπου, αν τολμάω να μιλάω εγώ για τον εαυτό μου. Ωστόσο, νομίζω πως η ιστορία της μοναξιάς του κάθε ανθρώπου είναι η ιστορία του αγώνα του να την ξεπεράσει. Είναι πάρα πολύ εύκολο να μιλούμε για μοναξιά. Ωστόσο, επειδή είναι απαράδεκτη στον άνθρωπο, η ζωή μας κρίνεται από τον αγώνα που κάνουμε για να την ξεπεράσουμε. Και ο αγώνας για να την ξεπεράσουμε είναι ο αγώνας να πλησιάσουμε τους άλλους. Και για να πλησιάσουμε τους άλλους πρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και πρέπει να γνωρίσουμε και τους άλλους.

Δεν έγραψα πολλές ερωτικές ιστορίες. Σχεδόν κανένα ερωτικό διήγημα δεν έχω γράψει σε όλο μου το έργο. Ο έρωτας όμως περνάει σαν μια κόκκινη κλωστή μέσα από όλο το έργο μου.


Η Μαργαρίτα ήταν ξαδέλφη μου

(Ρ.Θ.): Γύρω από τη Μαργαρίτα Περδικάρη, κ. Χατζή, ίσως επειδή τα γεγονότα περιγράφονται με ακρίβεια, ίσως επειδή συμβαίνουν μέσα στα ιστορικά χρονολογικά πλαίσια, έχει δημιουργηθεί ένα ερωτηματικό: Είναι πρόσωπο υπαρκτό ή όχι;

(Δ.Χ.): Ως τώρα έλεγα ότι δεν είναι υπαρκτό. Ότι εμπνεύστηκα από τις πολλές Μαργαρίτες της Κατοχής που πέθαναν με τον ίδιο τρόπο. Τώρα όμως πια δεν έμεινε ούτε ένας απ’ την οικογένειά της και μπορώ να το πω. Η Μαργαρίτα υπήρξε. Ήταν μάλιστα και ξεδελφούλα μου!
(Ρ.Θ.): Την έλεγαν Μαργαρίτα;

(Δ.Χ.): Ναι, την έλεγαν Μαργαρίτα. Μόνο που το επίθετό της δεν ήταν Περδικάρη αλλά Μολυβάδα. Κι αυτό δεν το ’λεγα τόσα χρόνια για να μη θίξω την οικογένειά της που ήταν θαυμάσιοι άνθρωποι όλοι τους. Η πωρωμένη και διεφθαρμένη οικογένεια των Περδικάρηδων δεν είχε καμιά σχέση μ’ αυτούς. Ήταν μόνο δημιουργήματα της φαντασίας μου. Δικές μου…κακίες.

(Ρ.Θ.): Άλλα κοινά στοιχεία είχε με την ηρωίδα;

(Δ.Χ.): Τελείωσε κι αυτή το Αρσάκειο και επέστρεψε στα Γιάννενα. Δικτυώθηκε με την Αντίσταση και οι Γερμανοί την σκότωσαν, όχι όμως δια τουφεκισμού, όπως γράφω στο βιβλίο, αλλά μετά από φρικτά μαρτύρια. Την κρέμασαν ανάποδα, της έβγαλαν νύχια και δόντια…

(Ρ.Θ.): Η ιστορία δηλαδή εξελίσσεται στα Γιάννενα;

(Δ.Χ.): Στα Γιάννενα, αλλά κι οπουδήποτε αλλού. Σε κάθε ελληνική επαρχία. Στο βιβλίο οι νύξεις για τα Γιάννενα είναι σαφέστερες γιατί δεν μπορώ να απαλλαγώ από την επιρροή των πραγματικών γεγονότων.

Ο Δ.Χατζής σε συνέντευξη που του πήρε η Ρένα Θεολογίδου για το περιοδικό «Επίκαιρα», με τίτλο «Η Μαργαρίτα ήταν ξαδέλφη μου!» 


Hero Hokwerda, «Η Μαργαρίτα Περδικάρη και η Μαργαρίτα Μολυβάδα», Διαβάζω, 180, (1987)

Dmitri Kessel, Δεκέμβριος 1947 
Γιάννενα, τζαμί Ασλάν πασά.


...και τιμήν εσύ θρήνων θε να ’χεις ......


… e tu on ore di pianti, Ettore, avrai / ove fia santo 

e la-crimato il sangue / per la patria versato, e finche 

l sole / risplindera su le sciagure umane

Ugo Foscolo, «Dei Sepolcri», 292-5


και τιμήν εσύ θρήνων Έκτορα θε να ’χεις / όπου σέβας και δάκρυα θα τιμούν το αίμα / όσο για την πατρίδα εχύθη κι ως ότου ο ήλιος / θε ν’ ακτινοβολεί στις συμφορές τ’ ανθρώπου 


Ούγος Φώσκολος, Οι Τάφοι, (μετ. Γ. Καλοσγούρος)



Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος)

Η Μαργαρίτα δεν ήταν απ’ το δικό τους τον κόσμο...

Όταν
οι Γερμανοί την τουφέκισαν, στις αρχές του καλοκαιριού του 1944, λίγο πριν από την απελευθέρωση, η Μαργαρίτα δεν είχε πατήσει ακόμα τα είκοσι χρόνια της. Το λιγνό κορμί της βάσταξε μ’ απίστευτη αντοχή όλες τις κακουχίες της φυλακής, το στόμα της έμεινε κλεισμένο σ’ όλα τα μαρτύρια που μαθεύτηκε πως της κάνανε. Και στάθηκε μπροστά στο απόσπασμα χαμογελώντας το πικρό χαμόγελο της οικογένειας των Περδικάρηδων. Αυτό το τελευταίο για το χαμόγελο το 'πε ο παπάς, που, με την απαραίτητη παρουσία του στις θανατικές εκτελέσεις, επικυρώνει, στ’ όνομα του Καίσαρος, την απόδοση της ψυχής στο Θεό. Ο ίδιος είπε πως, όταν σήκωσαν τα ντουφέκια, η μικρή Μαργαρίτα κούνησε το χέρι της κ’ είπε ένα ακατανόητο καληνύχτα, μάλιστα δεν είπε καληνύχτα, είπε ακριβώς — «καληνύχτα ντε…».
Ήταν η πρώτη γυναίκα στη δική μας πόλη που πέθαινε με τέτοιον τρόπο. Ως τα τότες οι γυναίκες εκεί ξέρανε μόνο να πεθαίνουν αμίλητες στο κρεβάτι ή το στρώμα τους απ’ αρρώστιες κι από γεράματα, πεθαίνανέ πάνω στη γέννα ή τη λεχωνιά τους, από το μαράζι της φτώχειας, της κακής παντρειάς ή της ξενιτιάς των αντρών τους και των παιδιών τους — τέτοια πράματα π’ ο καθένας τα βρίσκει πολύ φυσικά. Αν πεις και για τις γυναίκες από το δικό της το σόι, οι γυναίκες των Περδικάρηδων πέθαιναν από γεροντοχτικιό, από κρίσεις νευρικές και καρδιακές – γεροντοκόρες το πλείστον. Τελευταία στο σόι τους η Μαργαρίτα πέθανε κι αύτη ανυμέναια.

Ήτανε δυό χρόνια που ‘χε τελειώσει το Αρσάκειο στην Αθήνα, όπου τη στείλανε να σπουδάσει, καθώς ήταν ή αράδα της κ’η παλιά παράδοση της οικογένειας. Γυρίζοντας, διορίστηκε δασκάλα μέσα στην πόλη κ’ έμεινε μαζί με τους άλλους στο παλιό δίπατο σπίτι, όπου ζούσαν τα τελευταία απομεινάρια της αξιομνημόνευτης αυτής οικογένειας των Περδικάρηδων, όλοι μαζί και κρατώντας μια μεγάλη κι απλησίαστη αρχοντιά. Κανένας δεν ήξερε μα μήτε κ’ οι ίδιοι θα μπορούσαν να πούνε τι λογής ήταν η αρχοντιά τους, πότε την είχανε και πότε τέλος πάντων τη χάσανε. Η κοινωνία μας ωστόσο βρέθηκε αναγκασμένη ν’ αναγνωρίσει πώς πάνω σ’ αυτό δεν είχανε κάνει κανένα ποτέ στραβοπάτημα, καμιά υποχώρηση, καμιά παραχώρηση.

Οι γυναίκες τους φκιάχναν ακόμα τα μαλλιά τους με την μόδα την παλιακή, πίσω και πολύ ψηλά, πολύ σφιχτά μαζωμένα— «πάπια» που το λέγανε, γιατί ‘ταν στ’ αλήθεια σαν το κεφάλι της πάπιας αυτός ο σφιχτοδεμένος ο κότσος που πεταζότανε πίσω. Φορούσαν ακόμα τ’ αρχοντικά κοντογούνια τους — μαύρο κατηφέ μ’ ένα πλατύ σειρήτι, γούνα γκριζωπή, από το γιακά και σ’ όλο το πέτο που κατέβαινε και σ’ όλο το γύρο, μπροστά και πίσω και με τη μέση σφιχτή, στενή.

Αυτές οι γυναίκες, χωρίς να κατηγοράνε κανέναν στα φανερά —τέτοια πράματα των παρακατιανών δεν τα καταδέχονταν— ξέραν έτσι να δείχνουν την καταφρόνια τους για τους τυχάρπαστους, τους αμαρτωλούς και τους ξιπασμένους, τραβώντας λίγο τα λεπτά τους τα χείλια, π’ ο καθένας το ‘βρίσκε καλύτερο να τις σκιάζεται. Ήταν ένα είδος ιερές χήνες του καπιτωλίου για την αρετή της πόλης μας.

Οι άντρες φορούσανε μαύρα κι αυτοί — χειμώνα και καλοκαίρι. Δεν πατούσανε ποτές τους στα καφενεία, συχνάζανε μόνο στα φαρμακεία, τα συμβολαιογραφεία και το Γραφείο των Ελεών της ιεράς Μητροπόλεως — όπως έκαναν οι παλιοί. Κανένας δεν δούλευε και μπορούσαν έτσι να μένουν μακριά από κάθε είδους χυδαίες συνάφειες με τον όχλο των παρακατιανών και να καταφρονούνε καθετί τωρινό, ανθρώπους και γνώσεις και πράματα. Είχανε κ’ οι τρεις τους κάτι μικροσυντάζεις και η οικογένεια ζούσε με αψεγάδιαστη αξιοπρέπεια μ’ αυτά τα λίγα που της είχανε μείνει.




Γεράσιμου Σταύρου, "Καληνύχτα Μαργαρίτα", Κύπρος 1976


Με το δίκιο του λοιπόν, ο καθένας τους λογάριαζε μέσα στα στηρίγματα της κοινωνίας και της πατροπαράδοτης τάξης. Η κλίκα του Μητροπολίτη είχε πάντα κ’ έναν Περδικάρη στα ψηφοδέλτια των ενοριακών επιτροπών και με τον καιρό οι αυστηροί κι ανεπίληπτοι αυτοί άνθρωποι είχαν γίνει ένας μόνιμος παράγοντας στη διοίκηση των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων της πόλης μας. Ξεχωριστά οι καταστάσεις για τα «βοηθήματα» που μοιραζόντουσαν στους φτωχούς είχε σχεδόν καθιερωθεί να ‘χουν πάντα την υπογραφή ενός απ’ αυτούς κ’ ιδιαίτερα του γιατρού και φιλόσοφου Περικλή Περδικάρη, που λογαριαζόταν για αρχηγός της οικογένειας κ’ ήταν επίτροπος στον ιερό ναό του άγιου Αντωνίου, του νεομάρτυρος και θαυματουργού. Εκεί, σ’ αυτόν το ναό, είχαν δημιουργηθεί κάτι δύσκολα ζητήματα, σχετικά με το ποιος θα πρέπει να παίρνει τα λάδια και τα πρόσφορα που φέρναν οι προσκυνητάδες στον άγιο — η Μητρόπολη δηλαδή, να τα παίρνει, οι εφημέριοι της ενορίας ή οι κατευθείαν απόγονοι του αγίου. Αναγνωριζόταν απ’ όλους πως ο Περικλής Περδικάρης είχε βάλει μια τάξη σ’ αυτά τ’ ανακατωμένα ζητήματα. Γενικότερα αναγνωριζότανε σ’ αυτόν, σαν προνόμιο και σαν χρέος του, να μην έχει στη ζωή του άλλη δουλειά και φροντίδα, όξω απ’ την αψηλή αυτή αποστολή της άσκησης της φιλανθρωπίας μέσα στην πόλη.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, όταν πιάστηκε η Μαργαρίτα γίνηκε σούσουρο τόσο μεγάλο. Ο καθένας δυσκολευότανε να πιστέψει πως το χαϊδεμένο στερνοπαίδι των Περδικάρηδων θα μπορούσε να ‘ναι ένας παράγοντας τόσο σημαντικός Κάι μάλιστα τόσο έμπιστος μέσα στο κίνημα της Αντίστασης. Η ίδια δεν είχε δείξει και δεν είχε κάνει τίποτα που να την ξεχώριζε από τους άλλους δικούς της, μέσα στα δυο αυτά χρόνια που ζούσε μαζί τους. Πλάσμα καχεκτικό, μαζωμένο, απέραντα μοναχικό, με μια λύπη χυμένη στο πρόσωπο, φαινότανε πιο πολύ να σκιάζεται τούς ανθρώπους, παρά να γνοιάζεται για το μέλλον της ανθρωπότητας. 


Θελήσανε, λοιπόν, αμέσως να συνδυάσουνε την υπόθεση με τις κλίκες τις τοπικές, άλλοι να εκθέσουν την κλίκα του Μητροπολίτη, οι μητροπολιτικοί να σπεκουλάρουν πάνω σ’ αυτήν, γιομίσανε την πόλη διάφορες διαδόσεις. Η Μαργαρίτα τους έκοψε το βήχα. Μαθεύτηκε πως αυτό τ’ ανέσωτο πλάσμα είχε πει στους Γερμανούς απ’ την πρώτη στιγμή πώς ήτανε κομμουνίστρια, πως οι σύντροφοι της ήτανε κι αυτοί κομμουνιστές και πως μάταια θα την βασανίζανε να τους μαρτυρήσει. Όσο για τους Περδικάρηδες, είπε πως αυτοί δεν είχαν ιδέα τι κρυβότανε στο κατώι του σπιτιού τους. Παλιανθρώποι, σπεκουλάντες, κ’ οι άλλοι που πάντοτε τα ξέραν όλα ξέμπλεξαν μαζί της. Κατάλαβαν. Η Μαργαρίτα δεν ήταν απ’ τον δικό τους τον κόσμο. Η υπόθεση δεν είχε ζουμί γι’ αυτούς. Την παράτησαν, λοιπόν, με την ευχαρίστηση πως δε θ’ οργούσανε να την ντουφεκίσουν οι Γερμανοί, όπως βαθύτατα ποθούσανε να τούς ιδούνε να κάνουν για όλα αυτά τα καταραμένα αποπαίδια που είχαν πληθύνει — να τα ξεκάνουνε τουλάχιστο προτού να φύγουν.

Απόμεινε μονάχα το μυστήριο, πως γίνηκε και την πιάσανε, πως τη βρήκανε δηλαδή, εκεί μέσα, στην Περδικαρέικη κατακόμβη. Ήταν ολοφάνερο πως κάποιος την είχε προδώσει και γι’ αυτό, καθώς λέγανε, οι χωροφυλάκοι, που πήγανε σπίτι, τραβήξανε γραμμή στο κατώι, σα να το ‘ξεραν από πριν. Εκεί βρήκαν το μικρό πολύγραφο, κάτι πάκα χαρτί, σωληνάρια με μελάνι — ένα μικρό εκδοτικό μηχανισμό της παρανομίας. Η Μαργαρίτα τα ‘βαζε όλα μέσα σε μια μεγάλη παλιακή κασέλα, που βρισκόταν εκεί πεταμένη από χρόνια και τα σκέπαζε από πάνου μ’ ένα σωρό κουρελιασμένα παλιόρουχα. Οι αράχνες κρεμότανε στο ταβάνι, το σαράκι άλεθε σιγά-σιγά την ξεχασμένη κασέλα, ο σκόρος έτρωγε τ’ αχρηστεμένα παλιόρουχα. Κανένας άλλος δεν πατούσε ποτές εκεί μέσα.

Πως μπορούσανε, λοιπόν, να τη βρούνε τη μικρή Μαργαρίτα, χωρίς κάποιος να την έχει προδώσει;

Αθήνα 1951. Ξυλογραφία Β. Κατράκη.

Μια ζωή στο ψέμα...

Το
 μαύρο ρούχο της οικογένειας δεν της είχε λείψει κι αυτηνής από πάνω της. Μ’ αυτό μεγάλωσε, μέσα σ αυτό πέθανε. Μόνο που το καλοκαίρι, γυρίζοντας απ’ τ’ Αρσάκειο για τις παύσεις, ερχότανε τα τελευταία χρόνια μ’ έναν άσπρο γιακά, πικέ, μεγάλον, που κλειούσε μπροστά στο λαιμό της μ’ ένα φιόγκο, κ’ οι στενές κορδελίτσες του κρεμότανε κάτω ως το χώρισμα του στήθους, πάνω στο μαύρο ρούχο. Τα μαλλιά, χωρισμένα στη μέση και δεμένα πίσω σφιχτά — λίγο ακόμα και θα ‘τανε σαν την «πάπια» — τα μεγάλα τα μάτια τα λυπημένα κάτω απ’ το μέτωπο πού στρογγύλευε λίγο, τα μακριά της ποδάρια και τ’ άχαρο ντύσιμο, όλα, δίνανε μια εικόνα αδεξιότητας, συστολής, σχεδόν γελοία.

—Ήρθε και το μυξιάρικο, κακολογούσανε και κρυφογελούσαν τα κορίτσια της πόλης τις πρώτες μέρες του καλοκαιριού που αρχινούσανε τ’ ακούραστο ανεβοκατέβασμα στο δρόμο του περιπάτου, παρέες-παρέες.


Βούλα Παπαϊωάννου, Καλαμπάκα, 1945 

Αυτή 'τανε πάντα ολομόναχη. Δεν πλησίαζε κανένα κορίτσι, μήτε τις παλιές συμμαθήτριες, μήτε τα κορίτσια της γειτονιάς της, μήτε τις πλούσιες, μήτε τις φτωχές. Ο γυρισμός της το καλοκαίρι δημιουργούσε για την οικογένεια τα πιο δύσκολα ζητήματα. Η Μαργαρίτα δεν ήξερε καθόλου τη ζωή τους, την πραγματική ζωή της αψεγάδιαστα αξιοπρεπούς οικογένειας των Περδικάρηδων μέσα σε κείνο το δίπατο σπίτι που φαινότανε να ρεύει σιγά-σιγά. Κι αφού γίναν έτσι τα πράματα κ’ είχε φύγει από κοντά τους μόλις έπαιρνε και μεγάλωνε, τώρα τους ερχότανε δύσκολο να τη φανερώσουν. Χωρίς κι αυτοί να νιώσουνε πώς, βρέθηκαν και μέσα στο ίδιο το σπίτι τους μπλεγμένοι μ’ αυτό το ψέμα που σκέπαζε τη ζωή τους.

Τον άλλο καιρό, το χειμώνα, η θεία Κατερίνα μπορούσε να σηκώνεται το πρωί να βάζει μια πατσαβούρα βρεμένη πάνω στο ξύλο και να κοπανάει δυνατά με το κιφτεντένι —το μεγάλο μαχαίρι πού κόβουνε τον κιμά— για ν’ ακούν οι γειτόνισσες πως αγόρασαν πάλι και φκιάχνανε κρέας στο Περδικαρέικο. Μπορούσαν να κάθονται νηστικοί και μπορούσαν ακόμα να βρίζονται και να φτυούνται. Η Μαργαρίτα, λοιπόν, δεν έπρεπε να έδει τίποτα απ’ αυτά. Από την αρχή της άνοιξης ακόμα καταπιάνονταν όλοι να λογαριάσουν τι θα γίνει το καλοκαίρι που θα ‘ρθει «το παιδί» — να τοιμάσουν τα ρούχα της, το δωμάτιο, το κρεβάτι της, να μαζευτούν τα λεφτά που χρειάζονταν.

Ο Περικλής πίστευε πάντα πως η θεία Κατερίνα — αδελφή δική του, μεγαλύτερη στα χρόνια, είχε ακόμα κάτι κρυμμένο χρυσάφι. Έπρεπε, λοιπόν, να δώσει για «το παιδί» και να τα δώσει από τώρα και να τα δώσει σ’ αυτόν — να ‘ναι ήσυχος.

— Όλα, όλα μου τα φάγατε, ούρλιαζε τότες η Κατερίνα, σόι καταραμένο — και σήκωνε τα χέρια της όσο πιο ψηλά την άφηνε η καμπούρα της να τους καταραστεί κι άλλη μια φορά.

Τα δάκρυα ξανάρχιζαν και τρέχαν ποτάμια απ’ τα μάτια της, μόνο που της θύμιζε τέτοια πράγματα, για λεφτά και χρυσάφια. Ο άντρας της —Καναβός και με τ’ όνομα— γύρισε καπότες από τη Βλαχιά με μια σακούλα λίρες, σακούλα, όχι σακουλίτσα. Και του ρίχτηκαν οι Περδικαραίοι να τον φαν ως το κόκκαλο. Ο άνθρωπος ήρθε κι απόρεσε ήταν και φιλότιμος και λίγο στενόκαρδος και τον πήρε απελπισία και βγήκε μια φορά στο παράθυρο και τις πέταξε τις λίρες στο δρόμο και μαζώχτηκαν οι φτωχοί και τις παίρνανε —να γλυτώσει μονάχα απ’ τη ζητιανιά και την κλάψα σας— τον φάγατε τον άνθρωπο, τέτοιον άνθρωπο, σαν τον πλάτανο κι ακόμα ζητάτε απ’ την έρημη τη γυναίκα που την ορφανέψατε και την έχετε δω μέσα και…

Ο ιατροφιλόσοφος Περικλής πολύ λίγο μπορούσε να θυμώνει μ’ αυτές της τις κατηγορίες για τα παλιά —κάπως υπερβολικές εξάλλου. Ξαναγυρίζοντας την κουβέντα στα τωρινά, θύμιζε στην Κατερίνα πως αυτός την είχε τώρα στην πλάτη του, όσο που ο θεός να τον λυπηθεί και να την σηκώσει.

— Ψέματα, ψέματα, αγρίευε πάντα ή Κατερίνα για μια τέτοια αδικία. Εσύ ζεις από μένα, με τα λεπτά που παίρνεις απ’ τη Μητρόπολη — και να μην ξαναπάς!

— Σσσσ, ανατρίχιαζε αυτός σ’ αύτη την κουβέντα και γύριζε το κεφάλι του τρομαγμένος, μη μπορούσε να τους ακούσει κανείς.

Ήταν αλήθεια πως ο βασικός πόρος της ζωής του ήταν τα φιλανθρωπικά Ιδρύματα της πόλης. Κάθε φορά που μοιράζονταν τα βοηθήματα στους φτωχούς - έβαζε κι αυτός στη τσέπη ένα στρογγυλούτσικο ποσό. Όχι φυσικά - για λογαριασμό του, μα γι’ αυτή τη θεία την Κατερίνα που ‘ταν χήρα, για την άλλη, ..την ξαδέρφη τη Φωτεινή που ‘ταν η καημένη γεροντοκόρη, για την Αντιγόνη, τη μάνα της Μαργαρίτας που περίμενε πάντα τη σύνταξη της… Αποδείξεις γι’ αυτό το ποσό δεν υπογραφότανε — το βοήθημα σε τέτοια ευυπόληπτα πρόσωπα λογαριαζότανε μυστικά με ευθύνη της αυτού Σεβασμιότητος. Σε αντάλλαγμα ο Περικλής Περδικάρης υπόγραφε ανεξέλεγκτα τις παραφουσκωμένες καταστάσεις που του δίνανε.

Η θεία Κατερίνα τα ‘ξερε αυτά και σε τέτοιες περιπτώσεις θυμότανε πάντα να ζητήσει το μερτικό της για ν’ αποστομώσει τον Περικλή. Η νύφη τους η Αντιγόνη, η μάνα της Μαργαρίτας, χήρα κι αυτή, έμπαινε σε λίγο στη μέση. Ο θειος Στέφανος με το παράλυτο χέρι είχε πάντα την τέχνη ν’ αγριεύει περισσότερο τον καβγά τους κ’ η κόρη του η Φωτεινή, η γεροντοκόρη, άρχιζε πάλι να μιξοκλαίει γι’ αύτη τη μεγάλη απονιά των συγγενών της απέναντι στα δυο «κορίτσια», δηλαδή σ’ αυτήν και τη Μαργαρίτα. Ο μόνος που δεν έμπαινε μέσα σ’ αυτούς τους καβγάδες ήταν ο θειος Βασίλης. Με τρόπο που ‘ταν ολότελα μυστικός κι ανεξήγητος τα κατάφερνε, χωρίς να ‘χει πεντάρα, να ‘ναι πάντα μεθυσμένος.

Ο παραλογισμός και το ψέμα της ζωής όλης της οικογένειας είχε βρει στη Μαργαρίτα το πρόσχημα που χρειαζότανε. Η ζωή κ’ η ευτυχία της Μαργαρίτας ήταν η ζωή κ’ η φροντίδα ολονών τους και του καθενού τους ξεχωριστά. Στ’ όνομα το δικό της είχανε πια μια ηθική και λογική βάση για να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, να βρίζονται, να φτυούνται, να καταριούνται, όλο το χειμώνα.



Γιαννιώτικο αρχοντόσπιτο, όπως το φωτογράφησε το 1926 
ο αρχιτέκτονας Αριστοτέλης Ζάχος.


...αυτή η μαραμένη κοριτσίστικη μορφή στο παράθυρο τ’ αρχοντικού σαράβαλου....

Με τ
ον ερχομό της το καλοκαίρι ο πόλεμος λυσσομανούσε μέσα στο σπίτι — μόνο σιωπηλός τώρα, μουλωχτός, πίσωθέ της, πίσω από τις πόρτες, να μην ακούσει «το παιδί», να μην ιδεί «το παιδί», να μη νιώσει τίποτα. Έξω να βγει, δεν την άφηναν καθόλου μονάχη της —κανένας δεν ξέρει τί μπορεί να της πούνε— πάντα κάποιος βρισκόταν να ‘ναι μαζί της. Μέσα στο ίδιο το σπίτι, λίγο να σάλευε, να χανότανε κάπου για λίγο, να κάνε κάτι ασυνήθιστο — τρόμαζαν όλοι κι αναστατώνονταν. Συχνά τούς είδε να σταματούν απότομα την κουβέντα τους, να κρύβουνε κάτι στα βιαστικά, ν’ αλλάζουνε τρόπο μπροστά της. Και να κολλούν αμέσως στα χείλια τους —γι’ αυτήν— ένα χαμόγελο μακαριότητας.

Αυτό το ετοιμασμένο ψέμα την τύλιγε, την φάσκιωνε από την πρώτη μέρα του γυρισμού της κάθε καλοκαίρι και την έπνιγε. Δεν άνοιγε κανενός τους την πόρτα, δεν έμπαινε στην κουζίνα, δε γύριζε μέσα στο σπίτι, δε ρωτούσε τίποτα — χαμογελούσε σ’ όλους κι αυτή. Τον πιο πολύ καιρό κλεινότανε στο δικό της το δωμάτιο, έβαζε την καρέκλα στο παράθυρο, και καθόταν εκεί, χωρίς να κλαίει και χωρίς να διαβάζει. Οι γειτόνοι κ’ oι περαστικοί την ξέρανε κάθε καλοκαίρι —όλο το καλοκαίρι— αυτή τη μαραμένη κοριτσίστικη μορφή στο παράθυρο τ’ αρχοντικού σαράβαλου των Περδικάρηδων.

Το βράδυ ερχότανε κάθε μέρα βαρύ, μουδιασμένο, για όλους μέσα στο σπίτι, σαν το τέρμα μιας δύσκολης κι άκαρπης προσπάθειας — μια μέρα ακόμα.

— Πλάγιασε πια;

— Ναι…


Τότες ησυχάζαμε και πριν να πάνε να κοιμηθούνε, ξεκινούσαν ένας-ένας και περνούσαν να την ιδούν:

— Καληνύχτα, έλεγε προστατευτικά, μισανοίγοντας την πόρτα, ο θείος ο Περικλής.

— Καληνύχτα, έλεγε κι αύτη.

— Καληνύχτα Μαργαρίτα μου, έλεγε τραυλίζοντας λίγο κι ο θειος ο Βασίλης.

— Καληνύχτα θειε.

— Και μη διαβάζεις το βράδυ — τα μάτια σου - γενικώς μη διαβάζεις.

— Γενικώς να μη διαβάζω; .

—Αστρονομία μονάχα.


—Αστρονομία;

— Καληνύχτα, χρυσό και μαλαματένιο, θεοφχημένο παιδάκι
, μου, δύο λεφτά πιο ύστερα κ’ η θεία Κατερίνα κουνώντας όλο της το κορμί.

— Καληνύχτα θείτσα.

— Καληνύχτα κι ο θείος Στέφανος με το παράλυτο χέρι. Αυτός την κοίταζε πάντα, μέσα-μέσα στα μάτια σα να πάσκιζε να διαβάσει μη κρύβανε τίποτα.

Βιαστική, τάχατες περαστική, έλεγε κ’ η Φωτεινή τη μελιστάλαχτη καληνύχτα της.

— Καληνύχτα κι αυτηνής και περίμενε — ποιος άλλος λείπεται ακόμα;

— Μαργαρίτα μου, τώρα καληνύχτα, έλεγε τέλος κ’ η μάνα της μ’ ένα τόνο κυριαρχικής επιβολής στη φωνή της.

—Αχ καληνύχτα, έλεγε πάλι και τους μετρούσε — πέρασαν όλοι;

Τότες έσβηνε το φως κι άνοιγε μέσα στο σκοτάδι τα μάτια της. .

— Καληνύχτα, ντε, έλεγε μόνη της κ’ ένα γέλιο πικρό χαραζότανε πάνω στα χείλια της.

Πριν κοιμηθεί ξαναμετρούσε, κάθε βράδυ, τις μέρες, πόσες λείπαν ακόμα για να γυρίσει στο σκολειό της. Γυρίζοντας το φθινόπωρο, είχε συνηθίσει κ’ ήτανε κ’ εκεί μοναχή της, και λυπημένη, με τα μάτια ανοιγμένα, σα να ζητούσανε κάτι να βρούνε, κάτι να ξεδιαλύνουν και μια φλόγα τα ‘καιγε μέσα. Τα κορίτσια το ξέρανε πως αυτή μπορούσε να κρατιέται και να σωπαίνει πως ποτές δεν αγρίευε, δεν πεισμάτωνε κι ούτε ξεχνιόταν ποτές της αυτή ν’ αμελήσει ν’ αναβάλει κάτι. Και ποτέ δεν έπαιζε η Μαργαρίτα. Κάποτε μόνο στο μεγάλο το θάλαμο. Όταν άρχιζαν το βράδυ και ξεφώνιζαν οι άλλες και πετούσαν τα μαξιλάρια αυτή, με τα χέρια περασμένα πίσω απ’ το κεφάλι, τούς φώναζε δυνατά:

— Καληνύχτα, ντε…

Ήτανε τ’ αστείο της Μαργαρίτας. Το μοναδικό της αστείο. Και τα κορίτσια χαίρονταν όλα και γελούσαν όλα που τ’ άκουγαν. Ο θάλαμος γιόμιζε από την ίδια φωνή, ώσπου να ‘ρθει η επιμελήτρια, να σταθεί στην πόρτα να σβήσει το φως και να τους πει κι αυτή μια φορά:

— Καληνύχτα, ντε…

Οι άλλες ησυχάζαμε πια ευχαριστημένες με τ’ αστείο της Μαργαρίτας. Αυτή απόμενε ακόμα με τα χέρια δεμένα πίσω απ’ το κεφάλι.


Girl by the Window, 1896-98 Edvard Munch

Με την άφοβη τώρα περηφάνια της απέραντης ορφάνειας....

Όταν τέλειωσε πια το σκολειό της και γύρισε να μείνει μαζί τους, τότες όλα φανερωθήκανε μοναχά τους, πολύ-πολύ γρήγορα. Στους άλλους μέσα στο σπίτι δε χρειάστηκε μήτε να μιλήσουν γι’ αυτά μήτε να της εξηγήσουν τίποτα. Και σ’ αυτήν δε χρειάστηκε μήτε να ρωτήσει μήτε και να ξαφνιαστεί. Ήταν όλα σα να τα ‘ξερε από πρώτα, από πάντα. Και κάτι περισσότερο ακόμα: σαν έτσι και μόνον έτσι να ‘πρεπε να ‘ναι.
Οι Περδικαραίοι ριχτήκανε στο μικρό της μιστό — το μοναδικό σίγουρο εισόδημα μέσα στο σπίτι. Αυτή δεν έκανε καμιά προσπάθεια να γλυτώσει. Τους τα ‘δωσε όλα – σκέφτηκε πως έτσι, θα ‘τανε το καλύτερο και γι’ αυτούς και για κείνη. Κι ωστόσο γίνηκε αίτια κι ανακατεύτηκαν πλιότερο ακόμα. Ο τροχός της ζωής τους γύριζε πάλι γύρω απ’ αυτήν — μονάχα απ’ την ανάποδη πια. Η υστερική αγάπη του παλιού καιρού ζητούσε τώρα με την ίδια υστερία, τ’ αντάλλαγμά της.

Η μάνα της πρώτη, διατύπωσε ορθά-κοφτά την αξίωση να μη δίνει τίποτα σε κανέναν από τους άλλους. Να της δίνει τακτικά το μιστό της για να ζήσουν οι δύο τους και να φκιάξουνε και την προίκα της. Ο θείος ο Περικλής διαμαρτυρήθηκε ως το θεό για την ιδιοτέλεια της νύφης του κι απαίτησε να μείνει αυτός, σαν αρχηγός της οικογένειας, ο πραγματικός κηδεμόνας της Μαργαρίτας. Και πολύ περισσότερο μάλιστα που ‘χε γι’ αυτό και την ρητή παραγγελία του πατέρα της, προτού να κλείσει τα μάτια του. Πάνω σ’ αυτό η θεία Κατερίνα, που δεν είχε καμιά απαίτηση από το «παιδί», αφού τέτοιος ήταν αυτός ο αδελφός της και ζητούσε να της φάει το μιστό της και τέτοια οχιά η νύφη της η Αντιγόνη, αξίωσε να της πληρώσουν οι δυό τους αυτοί, κι όχι «το παιδί», την αξία τριών χρυσών δαχτυλιδιών που τα ‘χε πουλήσει για τη σπουδή της Μαργαρίτας. Η ξαδέρφη η Φωτεινή άρχισε κ’ έκλαιγε νυχθημερόν για την απονιά των συγγενών της. Κάθε βράδυ πήγαινε στο δωμάτιο της Μαργαρίτας ως την ώρα που θα κατάφερνε να την κάνει να κλάψουν μαζί. Ο πατέρας της Φωτεινής, ο θειος Στέφανος με το παράλυτο χέρι, ήταν ο μόνος που δεν ζητούσε τίποτα απ’ τη Μαργαρίτα. Προτιμούσε να της αδειάζει κάπου-κάπου την τσάντα, εξασφαλίζοντας πάντοτε ένα ατράνταχτο άλλοθι έτσι που να ενοχοποιούνται όλοι οι άλλοι και να μεγαλώνει η φασαρία που τη χαιρότανε πάντα με την ψυχή του. Ο θειος ο Βασίλης τέλος, ο σοφός αστρονόμος έλυσε τα ζητήματα του απευθείας με τη Μαργαρίτα. Της εξήγησε πατρικότατα πως αυτός δεν είχε ούτε συμφέροντα ούτε διαφορές μέσα στην οικογένεια και δεν είχε πια ούτε ρίζες ούτε ανάγκες σε τούτον τον κόσμο. Ζούσε μόνο με το πνεύμα. Το μόνο που χρειαζότανε ήτανε κάτι για το καθημερινό του ρακί — μικροπράματα, που μπορούσε να του δίνει ιδιαιτέρως χωρίς να γίνεται θόρυβος. Έτσι — και αυτό ήτανε το μεγάλο μυστικό της ζωής του που της το φανέρωνε γιατί την αγάπαγε τόσο πολύ — θα γλύτωνε ο καημένος από κείνον τον κερατά — εννοούσε τον νεκροθάφτη που μαζί ξέθαβαν τη νύχτα τους πεθαμένους και τους γδύνανε — και στο τέλος δεν του ‘δινε τίποτα — τον είχε στο χέρι και τον γελούσε μ’ αυτό το λίγο ρακί, τ’ άλλα τα ‘τρωγε μόνος του.

Αυτό που τα κορίτσια στο σκολειό το λέγανε σπίτι, δεκαεφτά χρονών, η Μαργαρίτα το είδε να γκρεμίζεται ολόβολο πάνω της, μαζί με το καθετί που μπορούσε να ‘ναι δεμένο μαζί του — συγγένεια, αγάπη, συμπόνια. Μέσα στους ατέλειωτους καβγάδες της οικογένειας ένα ένα γκρεμιζόντανε κι όλα τ' άλλα. Έμαθε για τον πατέρα της που ίσαμε τότες η μάνα της της έθρεφτε την ψυχή με το μεγαλείο και την σοφία του. Ο φαρμακοποιός Γρηγόριος Περδικάρης, ήταν ο βρωμερότερος από τους παιδεραστές μέσα στην πόλη αυτή που δεν είχε και λίγους — παπάδες, επιτρόπους, μαγαζάτορες κι άλλους ενάρετους κ’ ευυπόληπτους πολίτες. Στα τελευταία του χρόνια είχε τόσο βουλιάξει μέσα στο πάθος του, που χρειάστηκε να κλείσουν το φαρμακείο και να τον μαζώξουνε σπίτι. Ο Καναβός, ο περιώνυμος σύζυγος της θείας Κατερίνας, ο λιροφόρος, είχε, λέει, σκοτώσει έναν άνθρωπο, στη Βλαχιά. Μπορεί και να μην είχε σκοτώσει, μα στο σπίτι έτσι φωνάζανε. Η θεία Κατερίνα, τον καιρό που έλειπε αυτός, είχε μαγαρίσει το κορμί της μ’ ένα τουρκάκι. Μπορεί κι αυτό να μην είχε γίνει, μα στις ώρες του μεγάλου ερεθισμού, οι Περδικάρηδες της το φωνάζανε. Ο θειος ο Περικλής κουβαλούσε ακόμα στο σπίτι το μερτικό του από τα λάδια του Αγίου. Ο θειος ο Στέφανος ήτανε συφιλιδικός από το πάθος που είχε, κι όταν ζούσε η γυναίκα του, στις πιο βρώμικες πόρνες. Άλλα τρομερά και κάπως σκοτεινά πράματα λεγότανε για τη Φωτεινή. Ο θείος Βασίλης θα μπορούσε στ’ αλήθεια να 'ν’ ένας άνθρωπος ανάμεσά τους —είχε καρδιά— αν δεν ήταν παραδομένος στην αστρονομία, το μεθύσι και το μίσος για το νεκροθάφτη.


Η αρετή των Περδικάρηδων βούλιαζε μέσα στην πιο μεγάλη ανηθικότητα. Η Μαργαρίτα άκουσε κ’ έμαθε για τις κλεψιές στη Μητρόπολη, στις εκκλησιές, στο δημαρχείο, για την ατιμία που βασίλευε παντού. Εκκλησία, δικαιοσύνη, διοίκηση, αρχές κι αρχοντικά, γκρεμίζονταν όλα, όλος ο κόσμος της — αυτός που ήξερε κ’ ήταν παιδί του.

Τον πρώτο καιρό έκλαψε πάρα πολύ. Κάθε μέρα, κάθε νύχτα. Και κρυφά καμιά φορά στο σκολειό και μέσα στο σπίτι μαζί με τούς άλλους σαν άρχιζαν και κλαίγαν ύστερα απ’ τους καβγάδες. Και μοναχή της τη νύχτα. Έβλεπε πως η ζωή της δε θα ξέφευγε ποτές απ’ τη μοίρα των Περδικάρηδων — την αρρώστια, την τρέλα, το ψέμα. Κ’ έβλεπε ακόμα πως μήτε στη δυστυχία των απλών ανθρώπων δεν θα ‘χε αυτή το δικαίωμα. Αυτή έπρεπε να σφίγγει τα χείλια της, να ζει σαν τους άλλους και να κάνει πως τις δέχεται όλες αυτές τις αρχές της πατροπαράδοτης τάξης που είδε να κουρελιάζονται. Αλλιώς, χειρότερη ακόμα καταδίκη την περίμενε μέσα στη μικρή επαρχιακή πόλη, λίγο να ξέφευγε: η γελοιότητα. Γι’ αυτό και μέσα στην πόλη, μέσα στο σκολειό της, κανένας δεν την είδε ποτές του να κάνει κάτι, που μπορούσε να την ξεχωρίζει απ’ τούς άλλους της οικογένειας.

Σιγά-σιγά, μέρα με μέρα, έφκιασε μέσα της μια ιδέα, την έδεσε, την οργάνωσε μοναχή της, μέρα με μέρα, νύχτα με νύχτα, δάκρυ με δάκρυ: Όλοι τους έχουν στον κόσμο μια χαρά, μιαν ελπίδα, μιαν αγάπη, μιαν αυταπάτη. Αυτή δεν είχε τίποτα. Δεν ήτανε, λοιπόν, σ’ αυτό τον κόσμο πλάσμα τόσο ορφανό σαν αυτήν. Ανέσωτη σαν άνθρωπος, ασήμαντη σα γυναίκα, μυαλό λιγοστό και ψυχή φοβισμένη, χωρίς κανένα ταλέντο και χωρίς κανέναν στον κόσμο, και φασκιωμένη μέσα σε χίλια σκοινιά, που, το ‘ξερε, μήτε θα μπόραγε μήτε θα πρόφταινε να τα κόψει ποτές της. Μια μοίρα που δε μπορούσε τίποτα άλλο να κάνει να την αλλάξει, να τη γλυκάνει, να την ξεφύγει, να την ξεγελάσει, να ξεγελάσει τον εαυτό της — τίποτα. Μονάχα να την κοιτάζει κατάματα.

Απόλυτη απελπισία… Απ’ αυτή την επίγνωση κρέμασε τότες την ύπαρξη της και τη δικαιολογία της υπαρξής της. Και βύζαξε το φαρμάκι της αψηλής περηφάνιας πως μπορούσε να την κοιτάζει κατάματα — τη ζωή και τη μοίρα της, «με την άφοβη τώρα περηφάνια της απέραντης ορφάνειας», όπως είπε ο ποιητής.




La mélancholie by Edmond De Grimberghe

Τα παιδάκια τα ξέραν όλα....

Ολόγυρα της εκείνον τον καιρό λυσσομανούσε ο μεγάλος, ο φοβερός παγκόσμιος πόλεμος. Οι άνθρωποι πεινούσαν κ’ εκεί, κρυώνανε, είχαν όλοι τους να θρηνήσουν κάποιο δικό τους που χάσανε, που κάθε μέρα χανότανε κάποιος. Τόση δυστυχία να ‘ναι στον κόσμο, η Μαργαρίτα το δε με κάποια κατάπληξη στην αρχή. Είδε τους ανθρώπους, σάμπως να ‘ρχόντανε τώρα κοντύτερα της, με τα βάσανα τους κι αυτοί, με τον πόνο τους, με τα δάκρυα τους. Και δυσφόρησε, σάμπως να ‘ρχόντανε να της καταπατήσουν την ιερή περιοχή της μοναχικής της απελπισίας. Δεν ήταν μαζί τους. Δεν τους ήθελε συντρόφους της δυστυχίας. Ξεχώρισε τον εαυτό της, με το δικό της πόνο και τη δική της τη μοίρα, απ’ όλους τους άλλους, με τα βάσανα τους που της φαινόταν περαστικά και τα λογάριαζε ανάξια, με τα δάκρυά τους που δεν ήτανε παρά δάκρυα φοβιτσιάρικα. Θα ‘θελε να ‘μενε μόνη, όπως πρώτα. Χωρίς φόβο και χωρίς ελπίδα, όπως πρώτα.


Το κύμα ωστόσο της δυστυχίας και του χαλασμού την έζωνε απ’ ολούθε, την έφτανε κάθε μέρα. Τα παιδάκια στο σκολειό, με τα τρομαγμένα μηνύματά τους, της φέρνανε κάθε μέρα τον αντίλαλο του. Ήτανε πολλά που οι γονείς τους, τ’ αδέρφια τους, άλλοι δικοί τους, είχανε κιόλας βαφτιστεί στη φωτιά, πέθαναν της πείνας, σκοτώθηκαν στον πόλεμο, τους σκότωσαν οι Γερμανοί, τους πήρανε στα στρατόπεδα, άλλοι φύγανε, χαθήκανε ξαφνικά — και τα παιδάκια δεν έλεγαν πού. Αυτήν την εμπιστεύονταν της τα ‘λεγαν όλα— θέλαν όλα να της τα πούνε:

— Ναι, Μαργαρίτα… το 'πε ο πατέρας μου… Και καθώς ήταν έτσι μικρούλα δεν την λέγαν δασκάλα, Μαργαρίτα μονάχα.

Της λέγαν τα δικά τους, για το σπίτι τους που δεν είχαν ψωμί, που δεν είχαν φωτιά. Φέρνανε τα νέα για τους Γερμανούς που σκοτώνανε, που σκοτώνανε πάλι και χτες και προχτές — και ποιους σκότωσαν και ποιους έχουν πιάσει. Και λέγανε τα παιδιά και για τους κακούς, τους μαυραγορίτες που θησαυρίζανε με την πείνα του κόσμου, για τους μεγαλουσιάνους και τους αρχόντους μέσα στην πόλη και πως ήτανε κι αυτοί με τους Γερμανούς. Και δεν καθόντανε πια με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στον ατράνταχτο θρόνο της πατροπαράδοτης τάξης. Είχανε βγει και βαρούσαν κι αυτοί, άλλοι στα κρυφά, άλλοι με τα χέρια των Γερμανών, άλλοι φανερά. Η «Σάλπιγξ» έγραφε κάθε φορά να τους σκοτώσουν όλους. Η κυρία Αντιγόνη συμφωνούσε ολόψυχα, προτιμώντας άλλωστε τούς ξανθούς καλοθρεμμένους γερμαναράδες από τους ψωραλέους νομάρχες του ελληνικού κράτους. Κι ο γνωστός μας λοχαγός ο Λιαράτος, είχε πάλι φανατιστεί με τις μηδαμινότητες του όχλου που τολμούσαν να σηκώνουν κεφάλι, έγινε αρχηγός των «Ταγμάτων Ασφαλείας» στην πόλη κι ανεβοκατέβαινε στη γερμανική κομαντατούρα. Τα παιδάκια τα ξέραν όλα. Ξέραν όλα τα νέα των ανταρτών στα βουνά, ξέραν όλα τα τραγούδια της Αντίστασης. Και ζούσαν κι αυτά την ελπίδα των ανθρώπων για έναν κόσμο καλύτερο με το τέλος αυτού του πολέμου.

Η Μαργαρίτα τ’ άκουγε που της τα λέγαν και χαμογελούσε — πικρά στην αρχή. Ύστερα, σιγά-σιγά, αν ήτανε πολύ τρομαγμένα τους έλεγε κάτι να ξεθαρρέψουν — τους έλεγε αυτά που θέλαν ν’ ακούσουν. Αν ήτανε κάποιο πολύ λυπημένο, το 'παιρνε αυτή να το γαληνέψει, τ’ αγκάλιαζε κι άκουγε την καρδούλα του να χτυπάει κοντά στη δική της. Αν ήτανε πάλι χαρούμενα και ξεφώνιζαν και κορόιδευαν τους Γερμανούς, πάλι θα 'πρεπε να ‘ναι μαζί τους. Και μια φορά, δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, τους είπε μέσα στην τάξη, πως την είχε κι αυτή την ίδια ελπίδα που ‘χαν όλοι οι άνθρωποι μ’ αυτόν τον πόλεμο που κοντεύει πια να τελειώσει κ’ οι Γερμανοί τσακίζονται τώρα παντού και θα τσακιστούνε για πάντα και θα φύγουνε κι από κει και τότε…


Για το σχολείο - Γιάννενα 1960 
Φωτογραφία Κώστας Μπαλάφας

Το πρώτο βήμα προς τους ανθρώπους...

Εκείνη τη μέρα γύρισε σπίτι ταραγμένη. Μέσα στη μικρή κάμαρη που γνώρισε το δικό της μαρτύριο, σταύρωσε τα χέρια κι αναλογίστηκε για πρώτη φορά τη δυστυχία των ανθρώπων στα τέσσερα πέρατα του κόσμου και τότε και πρώτα και πάντα. Και την ελπίδα. Και πώς λουλουδιάζει και γίνεται θέληση των ανθρώπων να τραβήξει η ζωή παραπέρα… Κι αν είχε κι αυτή μια μικρούλα ελπίδα μέσα στη μεγάλη ελπίδα των ανθρώπων; Κουταμάρες… Μα της τριβέλιζε πια το μυαλό…

Η αυλή των Περδικάρηδων γειτόνευε πίσω με την αυλή των Στουρναίων. Ταπεινής σειράς άνθρωποι, φτωχοί μεροκαματιάρηδες, δεν αξιωθήκανε ποτές περισσότερο από την καλημέρα τους. Ο πατέρας ήτανε τσαγκάρης, πεθαμένος από χρόνια. Η μάνα ξενοδούλευε ν’ αναστήσει τα δύο ορφανά που της άφησε, ώσπου πέθανε κι αυτή. Η κόρη τους η Αγγελικούλα, συνομήλικη με τη Μαργαρίτα, είχε μεγαλώσει μαζί της. Μαζί πήγανε στο δημοτικό, μαζί κ’ ύστερα ως τον καιρό που ‘φυγε η Μαργαρίτα. Από τότε πια δεν τις αφήσανε να ξαναΐδωθούνε.

Η ξερολιθιά του μεσότοιχου της αυλής είχε γκρεμιστεί κ’ οι κότες της Στούρναινας μπαίνανε στην αυλή των Περδικαραίων. Η Αγγελικούλα πηδούσε κάθε λίγο το χώρισμα, τάχα να τις μαζέψει. Ήθελε να ξαναδεί τη Μαργαρίτα. Βλέποντας την αυτή πηδούσε από πάνω και βρισκότανε κι αυτή στην αυλή. Έτρεχε κοντά της ανοίγοντας της τα χέρια.

— Μαργαρίτα, ακουγόταν από πάνω η φωνή. Κάποιος απ’ όλους την είχε παραμονέψει πάλι.

— Ορίστε. Τα χέρια της πέφταν σα μαραμένα. Τα μάτια της γυρνούσαν στην Αγγελικούλα γεμάτα δάκρυα.

—Έλα, χρυσό μου, μια στιγμούλα πάνω. — Αύριο, Αγγελικούλα, ναι;

— Αύριο
, έλεγε κ’ ή Αγγελικούλα κ’ ήτανε κι αυτή λυπημένη.

Έτσι γινότανε κάθε καλοκαίρι. Γυρίζοντας τώρα ένα απόγευμα από το σχολειό της η Μαργαρίτα τράβηξε και στάθηκε μπροστά στην πόρτα της Αγγελικούλας. Η καρδιά της χτυπούσε πολύ δυνατά. Στάθηκε μια στιγμούλα ακόμα, αναποφάσιστη, ύστερα χτύπησε. Κανένας δεν πήγε ν’ ανοίξει. Έσκυψε το κεφάλι και γύρισε πίσω, πήγε στο σπίτι.

Νύχτες και νύχτες το ‘χε σκεφτεί, το γιατί θα πήγαινε, γιατί θα πήγαινε τώρα. Είχε σχεδιάσει το τι θα της έλεγε γι’ αύτη την επίσκεψη, είχε πολύ προσπαθήσει να μαντέψει πως τάχα θα της φερνόταν εκείνη, πως θα τη δεχόταν, τι θα της έλεγε, τι θα γινόταν κατόπι. Όλα παίρνανε μέσα στο νου της τη σημασία τεράστιου γεγονότος. Δεν ήτανε μονάχα το πρώτο βήμα προς τους ανθρώπους. Ήταν μαζί και κάτι άλλο — κι όλα μαζί ήτανε κάτι πολύ περισσότερο. Ο αδελφός της Αγγελικούλας, ο Νικόλας ο Στούρνος, ήτανε κομμουνιστής από τους πρώτους σ’ αυτή την πόλη κι όλα αυτά τα χρόνια βρισκότανε στην εξορία πρώτα, ύστερα στο στρατόπεδο. Η Μαργαρίτα το ‘ξερε. Και πήγαινε τώρα σ’ αυτή την πόρτα να χτυπήσει.

Και δεν της άνοιξαν, κανένας δεν ήρθε να της ανοίξει της Μαργαρίτας. Ξαναπήγε κι άλλο βράδυ, πάλι κανένας δεν άνοιξε. Δεν ήτανε μέσα ή την είδε και δεν την ήθελε πια; Ξαναδόθηκε για λίγο στην παλιά της απελπισία. Αφέθηκε να ξαναβουλιάξει μέσα σ’ αυτήν, να ξαναβρεί την αταραξία του τίποτα. Και τρόμαξε πως δεν μπορούσε πια να τη βρει. Η γκρεμισμένη ξερολιθιά του μεσότοιχου που τη χώριζε από κείνο το σπίτι, η πόρτα που δεν της άνοιξαν, η Αγγελικούλα που δεν την ήθελε, ο Νικόλας, που ‘τανε κομμουνιστής, κ’ οι άνθρωποι που δυστυχούσανε γύρω τους μ’ αυτή τη μεγάλη ελπίδα στην καρδιά — τη βασανίζανε πια μέρα και νύχτα. Από τώρα κ’ ύστερα θα ‘τανε πολύ χειρότερα γι’ αυτήν. Μόνη, κατάμονη πάλι — και χωρίς την απελπισία.

Ένα βράδυ, γυρίζοντας από το σκολειό της, ανέβηκε στο δωμάτιο της, άφησε την τσάντα της και κάθισε κει περιμένοντας να νυχτώσει. Κοιμηθήκανε μέσα στο σπίτι — αυτή κατέβηκε στην αυλή. Έβρεχε. Πήδησε — την πήδησε επιτέλους την γκρεμισμένη ξερολιθιά — και μπήκε στην αυλή της Στούρναινας. Ένα μικρό φως έφεγγε στο παράθυρο, κόκκινο, σα ματωμένο, γλυκό. Στάθηκε μέσα στη βροχή και το κοίταξε. Όλα μοιάζανε μ’ όνειρο. Χτύπησε με το δάχτυλο της το τζάμι.

—Ήρθες; είπε η άλλη και της έπιασε τα χέρια, σα να την περίμενε πάντα.

Τίποτ’ άλλο δεν έγινε.



Λίγο-λίγο, βράδυ με βράδυ, μαζί με την παλιά κοριτσίστικη φιλία που ξαναρχότανε, μέσα στο μικρό δωμάτιο με το κόκκινο φως, ξεθαρρεύαν η μια με την άλλη. Τελειώνοντας το σκολειό της η Μαργαρίτα τραβούσε κάθε βράδυ τρία βήματα παραπάνου και πήγαινε πρώτα λιγάκι σ’ αυτήν. Ξαναμιλούσαν εκεί για τα ίδια μηνύματα που φέρναν και τα παιδιά στο σκολειό, για τον πόλεμο, για τα μέτωπα, για το μεγάλο ξεσήκωμα των ανθρώπων, για τη Ρωσία. Ο Νικόλας μέσα σ’ αυτά βρισκόταν πάντα στη μέση, βρισκότανε πάντα μπροστά τους. Η Αγγελικούλα τα χαιρόταν όλα με χορτάτη καρδιά. Η Μαργαρίτα μ’ αχόρταγη δίψα — ως αργά τη νύχτα κάποτε.

— Μη βγεις καλύτερα απ’ την πόρτα, έλεγε η Αγγελικούλα — η αστυνομία δεν την καλόβλεπε πια.

Βγαίνανε μαζί στην αυλή κ’ η Μαργαρίτα πηδούσε πάλι το γκρέμισμα. Κι όταν ο Νικόλας, με την κατάρρευση των Ιταλών ξέφυγε κι αυτός απ’ την εξορία, και γύρισε κρυφά κ’ έμεινε μέσα στην πόλη, η Αγγελικούλα της το ‘πε το μυστικό — την άνοιξη του 1944 δεν είχε τίποτα να της κρύψει.

— Και ξέρεις… Του ‘πα και του Νικόλα…

— Και τί;

— Για σένα, ντε…

— Για μένα;

— Ναι, του το 'πα
— στάθηκε μια στιγμή και την κοίταξε με τ’ αγαθά της τίμια μάτια — του το 'πα. Πως είσαι δική μας.

Η Μαργαρίτα άπλωσε και της έπιασε τα χέρια.

— Ναι, είπε γρήγορα, σα να ξερίζωνε την καρδιά της. Έγειρε υστέρα το κεφάλι της πάνω στο μεγάλο στήθος της Αγγελικούλας κι άφησε τα δάκρυα της να τρέχουν….



Τάσσος, Δύο γυναίκες (1952)


...τόσο μεγάλο πράμα να 'τανε «δική μας»....

Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε μέσα σ’ ένα ατέλειωτο όνειρο από κυνηγητά και γλυτωμούς, μέσα σε τόπους άγνωστους, ματωμένους, ήμερους, άγριους, όμορφους, μ’ ανθρώπους πού κλαίγανε, βογκούσαν, φωνάζανε, .πέφτανε και σηκώνονταν και γελούσαν κι αλάλαζαν, μιλιούνια ανθρώπους ολόγυρα της. Η μορφή του Νικόλα πήγαινε κ’ ερχόταν και ξαναρχόταν ανάμεσα τους. Και κάποτε στάθηκε, λέει, και την κοίταξε:

—Εσύ ‘σαι, Μαργαρίτα;

— Ναι.

— Δική μας;

— Σου το 'πε η Αγγελικούλα;…


Την πήρε απ’ το χέρι και χαθήκανε μέσα στ’ όνειρο, μέσα στα μιλιούνια, πιασμένοι απ’ το χέρι.

Από χρόνια δεν τον είχε ξαναδεί. Τον θυμόταν, όπως ήτανε μικρός, με μια μεγάλη κουρεμένη κεφάλα, ξυπόλυτος και με μια κόμματα στα χέρια. Το πρωί που ξύπνησε είχε ακόμη μια τελευταία εντύπωση πως κρατούσε μέσα στην αγκαλιά της αυτήν την κεφάλα. Μισόγυμνη ακόμα, πετάχτηκε πάνω και χωρίς να ξέρει γιατί κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μπορεί και να μην ήτανε τόσο άσχημη… Μέσα στην ανοιξιάτικη μέρα, το όνειρο την κρατούσε σφιχτά, το κορμί της τρανταζόταν κάθε λίγο, ένα δείλιασμα ξεχυνότανε στην καρδιά της. Ήτανε, λοιπόν, τόσο μεγάλο πράμα να 'τανε «δική μας»;

— Και τι είπε ο Νικόλας, Αγγελικούλα; τη ρώτησε το βράδυ.

— Ναι, είπε κάτι. Κ’ είπε και για σένα… Λοιπόν, ο Νικόλας θα ‘φευγε πια. Και θα πήγαινε
και κείνη μαζί του — στο βουνό. Λοιπόν αυτό — θα πήγαινε και κείνη μαζί του. Και τ’ άλλο — θέλεις να 'ρθεις μαζί μας; Μπορείς αν θέλεις, είπε ο Νικόλας.

— Όχι, αποκρίθηκε γρήγορα σαν να ‘ταν έτοιμη. Θα μείνω εδώ…

Μια στιγμή σταμάτησε. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της, έσφιξε τα δόντια της, έσμιξε τα φρύδια, όλο το πρόσωπο της σκοτείνιασε:

— Όχι, ξανάπε. Θα μείνω εδώ. Κανένας δε με ξέρει. Μπορώ να κάνω πολλά. Να του πεις να μου δώσει…

Τ’ όνομά του μονάχα δεν είπε. Η Αγγελικούλα την τράβηξε στην αγκαλιά της κι άφησε τα δάκρυα της και τρέχαν. Αυτή δεν έκλαψε.

Ύστερα, oι δυο τους μαζί κουβαλήσανε νύχτα το μικρό πολύγραφο στο κατώι. Και προτού να φύγουν ένα βράδυ, η Αγγελικούλα φώναξε τη Μαργαρίτα στην αυλή τους… Ο άνθρωπος με τη μεγάλη κεφάλα στεκότανε δίπλα της. Ένιωσε το χέρι της να τρέμει μέσα στη ζεστή χερούκλα που το 'σφιγγε δυνατά. Αυτός είδε τα μάτια της, δυό μεγάλα μάτια που λάμπανε μέσα στο σκοτάδι:

— Και, λοιπόν, γεια σου Μαργαρίτα… Δεν είπε τίποτα. — Όταν γυρίσουμε…
Της εφάνηκε λόγος φτωχός, πενιχρός για κείνη την ώρα.

— Εγώ δε χρειάζομαι τίποτα πια…

Της άφησε το χέρι κι ακούμπησε τα δικά του πάνω στους ώμους της. Την πείραξε πού ‘τανε ψηλότερός της. Τάνυσε το κορμί της ακέριο, άπλωσε τα χέρια της και δεν τρέμαν καθόλου — του χάιδεψε το κεφάλι. Έτσι όπως την κράταγε από τούς ώμους την τράβηξε και την φίλησε. Η Αγγελικούλα, λίγο πιο πέρα, έβλεπε κ’ έκλαιγε.

— Χαίρε, συντρόφισσα Μαργαρίτα.

— Χαίρε Νικόλα, δικέ μου Νικόλα. Αγγελικούλα χαίρε…


"Αυτός είδε τα μάτια της, δυο μεγάλα μάτια που λάμπανε μέσα στο σκοτάδι"
Βούλα Παπαϊωάννου


....χαίρε Μαργαρίτα, συντρόφισσα Μαργαρίτα....

Ύστερα —ένας μικρός, ένας μπόμπιρας τόσος δα, στέκεται το βράδυ πίσω απ’ τη γκρεμισμένη ξερολιθιά και της δίνει το στένσιλ. Μέσα στα έξη φαντάσματα που στριφογυρίζουν τη μέρα στο δίπατο σπίτι των Περδικάρηδων, ακόμα ένα φάντασμα σαλεύει τώρα μέσα στη νύχτα. Ο μικρός πολύγραφος δουλεύει αθόρυβα — ένα θρούχ μονάχα της οργκαντίνας κάθε φορά. Και της φτάνει τόσο της Μαργαρίτας για να ξανακούει μέσα στην καρδιά της την ίδια φωνή — χαίρε Μαργαρίτα, συντρόφισσα Μαργαρίτα. Όμορφα νοικοκυρεμένα ετοιμάζει το πακέτο που θα ‘ρθει τ’ άλλο βράδυ να το πάρει ο μικρός — εκεί στην ξερολιθιά του μεσότοιχου. Ένα παιδί που χαμογελάει και της κλείνει το μάτι:

—Εντάξει Μαργαρίτα.

— Αύριο βράδυ.

— Στις 7;

—Όχι, στις 7.30 να ‘ρθεις.

— Δε θα 'ρθω εγώ, θα ‘ρθει ο γέρος. Στη γωνιά του σκολείου…


Τάσσος (Αλεβίζος), «Το κορίτσι με τα μικρά δένδρα»


Κακή φωτιά, πολύ κακή........

Μέσα σ’ αυτόν τον καιρό, η ξαδέρφη η Φωτεινή πέθανε από καρδιακή προσβολή πάνω σε μια κρίση υστερίας. Ο θείος ο Στέφανος έπεσε κι αυτός στο κρεβάτι απόπληκτος. Ήτανε ο καιρός που ο κόσμος ολόκληρος αλάλαζε με τις νίκες στη Ρωσία, σ’ όλα τα μέτωπα, με το τέλος του πολέμου που κόντευε. Η οικογένεια είχε τις δικές της καινούργιες περιπλοκές: Η κληρονομιά της Φωτεινής κ’ η φροντίδα για τον Στέφανο. Οι καβγάδες φτάσανε πάλι στ’ άκρα, μ’ όλο που η κληρονομιά της Φωτεινής ισοδυναμούσε με το μηδέν κ’ η φροντίδα για τη Στέφανο ήτανε κι αυτή τιποτένια — πολύ λίγα πράματα χρειαζότανε πια. Ύστερα από πολλά βρέθηκε τέλος σωστό να κληρονομήσει η Μαργαρίτα τη Φωτεινή κ’ η μάνα της να φροντίζει το Στέφανο. 

Η Μαργαρίτα δεν είχε καμιάν αντίρρηση για όλα αυτά — απολύτως καμιά, όπως είπε. Φαινότανε έτσι πως θα ησύχαζαν πια, όταν ένα καινούργιο περιστατικό έφερε την πιο μεγάλη αναστάτωση. Η θεία Κατερίνα ανακάλυψε πως από το σεντούκι της Φωτεινής λείπανε δυο μαξιλάρια, ένα λινό τραπεζομάντηλο, κ’ ένα βάζο από πορσελάνη. Στ’ όνομα του «παιδιού» ζήτησε με φοβερές κατάρες να ‘ρθουνε πίσω τα κλοπιμαία. Όλοι τους αρνήθηκαν την κατηγορία. Ο θειος Στέφανος, σαν κατάκοιτος έμεινε έξω από κάθε υπόνοια. Από τους άλλους όλους, κατάρες και βρισιές διασταυρώθηκαν με τους πιο φοβερούς όρκους. Μα σα δεν έβγαινε τίποτα, φαινόταν με τον καιρό να ξεχνιέται κι αυτό.

Ο κατάκοιτος Στέφανος ωστόσο εξομολογήθηκε μυστικά στην Κατερίνα πως τα πολύτιμα είδη κλέφτηκαν μέσα στο σπίτι και κλέφτηκαν υστέρα από το θάνατο της Φωτεινής του. Ήταν σίγουρος πέρα για πέρα, η ίδια του τα χε δείξει λίγο πριν απ το θάνατο της. Όσο γι’ αυτόν, να της πει την αλήθεια, πολύ φοβόταν για το Βασίλη.

Η θεία Κατερίνα μίλησε τότες και με το Βασίλη.

— Και γιατί να τα κλέψω τα μαξιλάρια; είπε ο φιλήσυχος αστρονόμος. Εγώ μονάχα λίγο ρακί χρειάζομαι. Η Μαργαρίτα μου το δίνει.

— Σου το δίνει;

— Και βέβαια, περηφανεύτηκε αυτός. Καλό το κορίτσι.

— Καλάθια… Και που τα βρίσκει για να σου δώσει;

— Ξέρω γω που τα βρίσκει; Μια φορά έχει…

Η θεία Κατερίνα βάλθηκε τότες να ψάχνει μέσα στο σπίτι μοναχή της και κρυφά από τους άλλους. Έψαξε πρώτα στης Αντιγόνης — τίποτα. Ύστερα στου Περικλή — πάλι τίποτα. Ξανάψαξε στην κασέλα της Φωτεινής, μα γελάστηκε — δεν ήταν. Άλλες δυό φορές στο δωμάτιο του Βασίλη – μήτε κει δεν ήταν.

— Είναι, είναι, μέσα στο σπίτι, 'γω που στο λέω, φώναζε ο Στέφανος.

Θυμήθηκε τ’ άνοιγμα στο ταβάνι π’ ανέβαιναν οι μαστόροι στη στέγη. Πήρε τη σκάλα κι ανέβηκε πάνου, στο χώρισμα του ταβανιού και της στέγης, ξέσχισε τα χέρια της, κόντεψε να σκοτωθεί, μήτε κει δεν ήταν τίποτα — έκρυψε μόνο τα χέρια της να μη τα δούνε. Και κάθε μέρα από τότες, απ’ το πρωί ως το βράδυ, τρύπωνε μέσα στα δωμάτια των αλλουνών, κοίταζε κάτω απ’ τα κρεβάτια τους και τα στρώματα, κάτω απ’ τις σκάλες, από τους «γίκους» — τους σωρούς με τα σκεπάσματα και τα ρούχα — σ’ όλο το σπίτι.


Γεράσιμου Σταύρου, "Καληνύχτα Μαργαρίτα", Αθήνα, 1971

Όταν βρήκε το μικρό πολύγραφο μέσα στην κασέλα του κατωγιού, απόμεινε ξαφνιασμένη. Τέτοιο πράμα δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της, δεν ήξερε τι είναι. Ήταν σίγουρη μόνο πως δε βρισκότανε μέσα στο σπίτι — τίνος ήταν; Και τα σωληνάρια; Ξεβίδωσε ένα, το μελάνι της μουντζούρωσε τα χέρια — μυστήριο πράμα. Άνοιξε τα πακέτα, σκέτο χαρτί. Ένα κερόχαρτο της έκαμε την πιο μεγάλη εντύπωση — ήταν αχτύπητο ακόμα. Η Μαργαρίτα το ‘χε πάρει την περασμένη μέρα και θα το τέλειωνε την ίδια νύχτα.

Το φως ήτανε λιγοστό μέσα στο κατώι. Η Κατερίνα πήρε το κερόχαρτο, σκέπασε τ’ άλλα προσεχτικά, όπως ήταν, κι ανέβηκε πάνου. Κλείδωσε την πόρτα της, έβαλε τα γυαλιά της και καταπιάστηκε να διαβάσει τα γράμματα. Μια-δυό αράδες της φτάνανε — μιλούσαν για τους Συμμάχους, βρίζαν τους Γερμανούς. Άφησε το διάβασμα και πάσκιζε να καταλάβει — δεν καταλάβαινε τίποτα.

Ξαφνικά σα να φωτίστηκε ό νους της.

—…Και που ξέρω εγώ που τα βρίσκει; Μια φορά έχει…

-Έχει;…

Έβαλε το χαρτί στον κόρφο της κ’ έτρεξε να βρει τον Περικλή. Τον πήρε και τον έφερε στο δωμάτιο. 


— Ώστε, έτσι λοιπόν με τις λίρες;

— Ποιες λίρες πάλι
, της είπε βαριεστημένος. Γι’ αυτό μ’ έφερες εδώ;

— Ας τα αυτά Περικλή… Τις λίρες, σου λέω…

— Κατερίνα τρελάθηκες… Τι λίρες μου κοπανάς εδώ πέρα;

— Τις εγγλέζικες τις λίρες και ξέρεις εσύ…
Κούνησε το κεφάλι του και σηκώθηκε να φύγει.

Αυτή τον άρπαξε από το μπράτσο.

— Περικλή, σου λέω πως τα ξέρω — είδα με τα μάτια μου.

Αυτός τίναξε το χέρι του, ήθελε νά φύγει, τρελάθηκε ολότελα η κακομοίρα. Αυτή έβγαλε από τον κόρφο της το κερόχαρτο και του το ‘βαλε μπροστά στα μάτια.

— Κι αυτό; Δεν είναι λίρες εγγλέζικες; Και τα κρύβετε από μένα και τα τρώτε μοναχοί σας. Μου τα ‘πε εμένα ο Βασίλης… από μεθυσμένο μαθαίνεις…
Ο Περικλής πήρε το κερόχαρτο στά χέρια του. Στέριωσε τα γυαλιά του, βάλθηκε κι αυτός να διαβάσει — σήκωσε τα μάτια του και την ξανακοίταξε.

— Τι είν’ αυτό βρε Κατερίνα;

— Τώρα πες μου πως δεν είναι δική σου δουλειά.

— Δεν καταλαβαίνω τίποτα,
της είπε και μια την κοίταζε, μια πάσκιζε να διαβάσει πιο κάτω. 


Η Κατερίνα ξαφνιάστηκε με τον τρόπο του.

— Δεν ξέρεις, αλήθεια;

— Όχι, σου λέω… Που το βρήκες αυτό;

-Έλα.


Τον πήρε και κατεβήκανε στο κατώι. Αυτός κοίταζε σα χαμένος, ύστερα σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε καλά-καλά.

— Όχι, Όχι. Κατερίνα, αυτά δεν είναι λίρες.

— Εμ τι 'ναι κάνε;

— Κακή φωτιά, πολύ κακή — δεν καταλαβαίνω… Της έπιασε το χέρι. Μην πεις τίποτα σε κανέναν.

– Τι θα κάνεις;

— Μην πεις μοναχά…


Ήταν έτσι ταραγμένος πού φοβήθηκε κι αυτή.



— Καλά — δε λέω.

Γεράσιμου Σταύρου, "Καληνύχτα, Μαργαρίτα", Θέατρο της Δευτέρας


Αυτός πήρε το κερόχαρτο, το δίπλωσε, τράβηξε γραμμή για το γραφείο του Μητροπολίτη και του μήνυσε με το διάκο που στεκόταν απόξω για μια εντελώς ιδιαίτερη ακρόαση. Μπήκε, κάθισε, κοίταξε την πόρτα κ’ έδωσε το χαρτί στον Σεβασμιότατο. Αυτός διάβασε τις πρώτες αράδες, σταμάτησε, σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε.

— Ε, ναι, είπε αδιάφορα. Είναι των κομμουνιστών, αυτά που βγάζουν. Που το βρήκες;

— Των κομμουνιστών, Σεβασμιότατε, ακριβώς.

— Και λοιπόν, τι; Κάθε μέρα τέτοια.

— Κάθε μέρα;

— Τι έπαθες Περικλή; Τι σε νοιάζει εσένα;

— Ξέρετε που τα τυπώνουν, Σεβασμιότατε;

— Κανένας δεν τους ξέρει, ούτε μπορούν να τους βρούνε.

— Λοιπόν, Σεβασμιότατε, μάλιστα, κάθε μέρα. Εγώ ξέρω πού τα τυπώνουν.


Ο Μητροπολίτης κατέβασε τα φρύδια και τον κοίταξε καλά.

— Αυτό θα ‘ταν πολύ ενδιαφέρον. Πώς μπορείς να το ξέρεις;

— Σεβασμιότατε, Σεβασμιότατε, αυτά τα χαρτιά τυπώνονται σπίτι μου.


Ο άγιος πατήρ δε μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια:

— Πάει, τρελάθηκεο Περικλής ο Περδικάρης…

Δυστυχώς όχι… δεν είχε τρελαθεί καθόλου. Κάθισε και του τα ‘πε όλα, για τα μαξιλάρια, για το Στέφανο, για το ρακί του Βασίλη, για την Κατερίνα, για τη Μαργαρίτα κι όσο τα ‘λεγε τόσο το πρόσωπο της αυτού Σεβασμιότητος γινότανε σκυθρωπότερο. Στο τέλος του είπε:

— Άφησε μου το εδώ αυτό το χαρτί και μην ανησυχείς εσύ… Μόνο να μην πείτε τίποτα σε κανέναν…

Ο Περικλής έφυγε ησυχασμένος, ο Σεβασμιότατος ωστόσο ανησυχούσε στα σοβαρά. Αυτή η υπόθεση μπορούσε να του κοστίσει πολύ ακριβά — οι Περδικάρηδες ήτανε δικοί του άνθρωποι — τρέχα γύρευε να τα ξεμπλέξεις με τους Γερμανούς. Το ίδιο μεσημέρι φώναξε στο γραφείο του το διευθυντή της αστυνομίας για μια επείγουσα εθνική υπόθεση. Επιθυμούσε, όπως του είπε, να του την εμπιστευθεί προσωπικά. Κατά τη γνώμη του δεν έπρεπε να γίνει καθόλου θόρυβος. Η Μαργαρίτα θα του ‘δινε εύκολα τα ονόματα των κομμουνιστών, μπορούσαν κιόλας να μη το φανερώσουν καν πως τους τα ‘δωσε αυτή. Όλο να παρουσιαστεί σα μια επιτυχία της αστυνομίας που τους είχε ανακαλύψει.

Ο Διευθυντής της αστυνομίας συμφώνησε πέρα για πέρα, έδωσε την υπόσχεση του να ενεργήσει με μυστικότητα και με σύνεση, φίλησε το σεβάσμιο χέρι και σαν βρέθηκε μοναχός του ξανασκέφτηκε καλύτερα την υπόθεση. Προτιμούσε να κανονίσει τη δουλειά μοναχός του απευθείας με τους Γερμανούς όταν το κορίτσι θα του ‘δινε τα ονόματα — για φαντάσου όμως, αδερφέ μου, που πήγαν και τον τρύπωσαν τον πολύγραφο;…



Τάσος (Αλεβίζος), «Κορίτσια με περιστέρια»


Παραδώσανε «το παιδί» τους στο θάνατο......

Το βράδυ η Μαργαρίτα δεν γύρισε σπίτι. Ο Περικλής κ’ η Κατερίνα είπανε το μυστικό τους και στους άλλους και ξανάρχισαν και βρίζονταν — για τα δικά τους, πάλι, τα ίδια, και κανένας δεν το στοχάστηκε πως μπορεί να το 'χανε παραδώσει «το παιδί» τους στο θάνατο.

Το πρωί μαθεύτηκε πως από την ελληνική αστυνομία πήρανε τη Μαργαρίτα στη Γκεσταπό. Το ίδιο βράδυ μαθεύτηκε σ’ όλη την πόλη πως τη βασανίζανε κι αυτή δεν έλεγε τίποτα. Το σκοινί της ανάκρισης άρχιζε και τελείωνε σ’ αυτήν. Η Αυτού Σεβασμιότης είχε εκτεθεί στα μάτια των Γερμανών. Ο διευθυντής της αστυνομίας λύσσαξε για την γκάφα του — γιατί να πιστέψει και να βιαστεί να την πιάσει — ένα τέτοιο φαρμακωμένο τέρας;

Τότε το κατάλαβαν πια κ’ oι Περδικάρηδες — την είχανε παραδώσει στους Γερμανούς. Ήταν η τελευταία πράξη της ζωής τους, να θανατώσουν το ίδιο τους το παιδί. Πολύ γρήγορα πέθανε, πρώτος ο θειος Στέφανος. Κάτω από το στρώμα του βρέθηκαν τα μαξιλάρια και το τραπεζομάντηλο. Το βάζο το ‘χε κρύψει μέσα στο στρώμα του — κ’ είχε γίνει κομμάτια. Αργότερα, μέσα σε λίγον καιρό πέθαναν και οι άλλοι, η Κατερίνα, η Αντιγόνη, ο Περικλής. Τελευταίος απ’ όλους ο θειος Βασίλης, αφού σβαρνίστηκε κάμποσο, αδέσποτος πια, στα καπηλειά της πολιτείας, μεθώντας, βρίζοντας, το νεκροθάφτη, τους Γερμανούς, το Μητροπολίτη και κλαίγοντας για τη Μαργαρίτα του.

Γι’ αυτήν όλα τέλειωσαν πολύ-πολύ γρήγορα — τα μαρτύρια, οι ανακρίσεις, η δίκη. Είχε, λέει, ένα χαμόγελο στα χείλια όλον αυτόν τον καιρό, ένα φως μέσα στα μάτια και τα ‘κανε μεγαλύτερα ακόμα — ομορφότερα ακόμα. Ήταν όμορφα τα μάτια σου, Μαργαρίτα!…

Την τελευταία στιγμή, μπροστά στο απόσπασμα, γύρισε τα μάτια κατά την πόλη που τη σκέπαζε ακόμα η καταχνιά. Ένας κόσμος από τρελούς, υστερικούς, εκφυλισμένους και ληστές γκρεμιζόταν, μαζί με τα σαράβαλα σπίτια τους — όλη η πολιτεία της παρακμής που τη γέννησε. Το πικρό χαμόγελο της οικογένειας ανέβηκε στα χείλια της κ’ έκανε με το χέρι της εκείνη την αόριστη χειρονομία που είπε ο παπάς σα ν’ απόδιωχνε την εικόνα:

— Καληνύχτα ντε!…

— Φώυαρ!…


Πίσω από τις μεγάλες κορφές της Πίνδου ανεβαίνει ο ήλιος. Ξημερώνει σε λίγο. Ο Νικόλας κ’ η Αγγελικούλα, ο καινούργιος κόσμος! Σε σας γυρίζει η τελευταία σκέψη όσο κρατάει ακόμα μέσα στ’ ανοιγμένο κρανίο ο τελευταίος σπασμός της ζωής:

— Φκιάξτε τον, έναν καλύτερο κόσμο!…



Δημήτρης Χατζής, Μαργαρίτα Περδικάρη, Το τέλος της μικρής μας πόλης, 
εκδόσεις Το Ροδακιό, σελ. 181- 211



Οι Περδικάρηδες

Μια χρεοκοπημένη οικογένεια της «Μικρής μας πόλης», που αρνείται να δει την εξαθλίωσή της και παραμένει προσκολλημένη στο παρελθόν. Επειδή το μέλλον της είναι αβέβαιο, δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, προκειμένου να επιβιώσει.

Τα μέλη της, κυνικά και διεφθαρμένα, αντιπρόσωποι της κοινωνικής ελίτ και δείκτης του ήθους της κοινωνίας μιας κοινωνίας η οποία ψυχορραγεί μαζί τους. Κανένας Περδικάρης δεν εργάζεται εκτός από την ηρωίδα.

Άντρες και γυναίκες είναι ντυμένοι στα μαύρα, χρώμα που υποδηλώνει το τέλος, βιολογικό, κοινωνικό και ηθικό που τους περιμένει.

Οι Περδικάρηδες καταφρονούν τον όχλο. Και μεταξύ τους όμως οι σχέσεις δεν είναι υποδειγματικές. Τίποτα στον τρόπο ζωής τους ή στο χαρακτήρα τους δεν είναι υγιές.

Στο τέλος, η οικογένεια, ανίκανη να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κακουργήματός της, θα παραδώσει τη Μαργαρίτα στους Γερμανούς νομίζοντας ότι εκείνη θα καταδώσει τους συντρόφους της και η ίδια θα γλιτώσει. «Κανένας δεν το στοχάστηκε πως μπορεί να το 'χανε παραδώσει «το παιδί» τους στο θάνατο.»


Γιάννης Μόραλης, Αγάπη - Ελπίς, 1934



Όλες οι Μαργαρίτες ζουν. Η Μαργαρίτα είναι η καρδιά του ανθρώπου, δεν πεθαίνει..

Ο τελευταίος απόγονος μιας βαθιά χρεοκοπημένης οικογένειας είναι η αθώα και ηρωική Μαργαρίτα. Παρά την αθωότητα και το νεαρό της ηλικίας της ή μάλλον γι’ αυτό και μόνο, πρέπει να πεθάνει γιατί είναι το μόνο ζωντανό και με μέλλον μέλος αυτής της οικογένειας και αυτής της κοινωνικής τάξης.

Το διήγημα ξεκινά με τη δήλωση του συγγραφέα, πως όταν τουφεκίστηκε δεν είχε ακόμα κλείσει τα είκοσί της χρόνια. Η έκβαση δηλαδή της ιστορίας είναι δηλωμένη από την αρχή. Ο ηρωικός της θάνατος τη διαφοροποιεί από τις πατροπαράδοτες γυναίκες της πόλης, που πέθαιναν από τα βάσανα ή από γεράματα.

Η εξέλιξη της νεαρής Μαργαρίτας είναι μάλλον απροσδόκητη. Παιδί μοναχικό και εσωστρεφές, όσο καιρό σπουδάζει ζει μέσα στο ψέμα, άβουλη και πειθαρχημένη.

Όταν όμως επιστρέφει στο σπίτι, η πραγματική κατάσταση της οικογένειάς της γρήγορα θα πέσει στην αντίληψή της. Η ανηθικότητα θα της προκαλέσει συνειδησιακή κρίση και θα την οδηγήσει τελικά στη μεταστροφή της, για την οποία ευθύνη έχουν και η Αγγελικούλα με το Νικόλα. Αντιμέτωπο με τη σάπια κοινωνική πραγματικότητα, το στερνοπαίδι των Περδικάρηδων θα κάνει τη δική του επανάσταση, διαψεύδοντας ό,τι αναμενόταν από αυτό.

Παιδί του κατεστημένου, αντί να το υπηρετήσει δραπετεύει και το αντιμάχεται. Θα ενταχθεί στην Αντίσταση και θα υπηρετήσει την υπόθεση της πατρίδας με αφοσίωση και ελπίδα για τον καινούργιο κόσμο που υπόσχονται οι νεοαποκτηθείσες προοδευτικές πεποιθήσεις της. Με τη δύσκολη αυτή επιλογή της θα έχει κι ένα κέρδος ανέλπιστο. Η μοναξιά της θα αντικατασταθεί από τη συντροφικότητα. Θα βρει ανθρώπους με τους οποίους η όμορφη ψυχή της μπορεί να επικοινωνήσει.

Παρόλο που αποστασιοποιείται από την οικογένεια και τον κόσμο που τη γέννησε, η Μαργαρίτα δε θα σωθεί. Η Μαργαρίτα συλλαμβάνεται, ανακρίνεται και τελικά εκτελείται, χωρίς να αρνηθεί τις πεποιθήσεις της και χωρίς να καταδώσει κανέναν. Χάνεται, όχι όμως ως απολογητής του χαλασμένου κόσμου που τη γέννησε, αλλά ως αποστάτης του και προάγγελος του καινούργιου.



Γιώργος Σικελιώτης, Κορίτσια με περιστέρια 


Ένας κόσμος  φεύγει, ένας άλλος έρχεται.....

Η Μαργαρίτα πεθαίνει αλλά δοξάζεται. Πραγματικά νεκρός πέφτει ο κόσμος της οικογένειας και της τάξης της που χάνεται στο ζοφερό σκότος της τελευταίας της νύχτας. Ο θάνατός της, είναι η νίκη της ζωής πάνω στη σήψη και το θάνατο της κοινωνίας που τη γέννησε και την οποία συνειδητά πρόδωσε. Το βιολογικό της τέλος σηματοδοτεί την αρχή του νέου κόσμου που θ’ αντικαταστήσει τον κόσμο του παρελθόντος.
Ωστόσο, με το τέλος του διηγήματος δεν προκύπτει με βεβαιότητα η έναρξη μιας νέας εποχής. Η τελευταία σκέψη της Μαργαρίτας εκφράζει όμως τον πόθο της και την ελπίδα ότι ο καλύτερος κόσμος για τον οποίο πεθαίνει είναι εφικτός, γιατί υπάρχουν κι άλλοι που αγωνίζονται γι’ αυτόν, όπως ο Νικόλας και η Αγγελικούλα.

Τα τελευταία της λόγια πριν την εκτέλεσή της – Καληνύχτα ντε!… – είναι ένας ειρωνικός αποχαιρετισμός προς τον ανήθικο, παρακμασμένο κόσμο που τη γέννησε και τον οποίο αποστράφηκε και αρνήθηκε.




Καληνύχτα, Μαργαρίτα......



Τον Μάρτιο του 1967, ενάμιση μήνα πριν από την επιβολή της Δικτατορίας, ο Μάνος Κατράκης με το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο ανέβασε στο Θέατρο Βεάκη την παράσταση "Καληνύχτα, Μαργαρίτα" του Γεράσιμου Σταύρου, βασισμένη στο διήγημα του Δημήτρη Χατζή "Μαργαρίτα Περδικάρη" από τη συλλογή διηγημάτων "Το τέλος της μικρής μας πόλης". Πρωταγωνιστούσε ο ίδιος με την Έλλη Φωτίου. Φυσικά η πρώτη εκείνη παρουσίαση του έργου απαγορεύτηκε αμέσως από το καθεστώς.
Το έργο ξανανέβασε στο Θέατρο Άλφα το 1971 η Έλλη Φωτίου με τον Στέφανο Ληναίο σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία, ενώ το 1984 οι δύο πρωταγωνιστές το παρουσίασαν και στο "Θέατρο της Δευτέρας"


Το έργο ανέβηκε επίσης το 1996 στο Θέατρο Κάππα σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους οι: Ελένη Κούρκουλα (Μαργαρίτα), Κώστας Ρηγόπουλος, Ντίνα Κώνστα, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Γαροφάλου, Πάνος Σκουρολιάκος κ.α.

Ο συνθέτης Σπήλιος Μεντής έγραψε για την πρώτη παράσταση τρία όμορφα μουσικά θέματα και δύο ωραιότατα τραγούδια σε δικούς του στίχους που ερμήνευσε αισθαντικά η Πόπη Αστεριάδη. Οι τίτλοι των τραγουδιών είναι: "Τραγούδι αγάπης και θανάτου", "Καληνύχτα Μαργαρίτα".



Τραγούδι αγάπης και θανάτου



Όλοι μας λένε πως
"η αγάπη είναι σκλαβιά"
μα γω τη νιώθω 
την αγάπη λευτεριά, 
γιατί μονάχα αυτή
σου ανοίγει τα φτερά
για να πετάς
σαν αγαπάς. 

Όταν θα νιώσεις
τον πικρό το χωρισμό
για το ταξίδι 
που δεν έχει γυρισμό 
άλλη αγάπη 
θα σου δώσει τα φτερά
να μην ξεχνάς
και ν΄αγαπάς και ν΄αγαπάς.



Καληνύχτα Μαργαρίτα


Καληνύχτα, Μαργαρίτα, περιστέρι της αυγής
γύρνα γύρω σου και κοίτα για στερνή φορά να δεις,
καληνύχτα, Μαργαρίτα, πρώτο φως της χαραυγής.

Καληνύχτα Μαργαρίτα, είχες μια μικρή ζωή,
ήσουν μια καρδιά μεγάλη κι είχες μια βαθιά ψυχή,
καληνύχτα, Μαργαρίτα, καληνύχτα απ' τη ζωή.