Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

"Ένα βιβλίο που σπέρνει βελόνες στο στρώμα μου, σε τι μου χρησιμεύει;", Μάξιμ Γκόρκι


Την ξέρω τη ζωή, μια σοβαρή ανάπαψη ζητάω.....


Δεν
 είμαι κανένα παιδάκι: είμαι σαράντα χρόνων, μάλιστα, Κύριε ! Ξέρω τη ζωή όπως ξέρω τις ρυτίδες πάνω στο μάγουλό μου ή πά­νω στην παλάμη μου. Δεν περιμένω πια τίποτε να μάθω από κανένα. Έχω οικογένεια και για να εξασφαλίσω κάποια καλοπέραση, αναγκάστηκα να σκύβω τη ράχη είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Είναι μια βαριά και πολύ δυσάρεστη αγγαρεία να σκύβει κανένας τη ράχη. Μα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, και τώρα να ησυ­χάσω από τους κόπους της ζωής, Κύριε, σας παρακαλώ να με πιστέψετε.

Ησυχάζοντας, μ' αρέσει να διαβάζω. Το διάβασμα είναι μια μεγάλη ευχαρίστηση για τον πολιτισμένο άνθρωπο, κ’ εκτιμώ το βι­βλίο, τo αγαπώ πολύ. Μα δεν ανήκω στην κα­τηγορία των περιέργων εκείνων ανθρώπων, που ρίχνονται στο βιβλίο που θα δουν σαν πεινασμένοι στο ψωμί, για να 'βρουν σ’ αυτό καμιά καινούργια φράση ή για να γυρέψουν να τους δείξει το πώς πρέπει να ζούμε.

Ξέρω το πώς πρέπει να ζει κανένας, μά­λιστα, το ξέρω...

Το βιβλίο μου το διαλέγω μόνος μου, και διαβάζω μόνο τα καλά βιβλία, που είναι γραμ­μένα με αίσθημα. Μου αρέσει όταν ο συγγρα­φεύς μπορεί να μου δείξει τα έντιμα και φω­τεινά μέρη της ζωής, όπως και όταν λέγει και τ’ άσκημα πράγματα. Δε συλλογίζεται κανένας αν είναι και τόσο καλό το ψητό, όταν μένει ευχαριστημένος από τη σάλτσα.

Σ’ εμάς τους ανθρώπους που εργαστήκαμε πολύ στη ζωή μας, το βιβλίο πρέπει να μας παρηγορεί, πρέπει να μας νανουρίζει, όπως η παραμάνα νανουρίζει το παιδί. Να η γνώμη μου, Κύριε.

Μια ανάπαψη σοβαρή, είναι δικαίωμά μου ιερό! Ποιος θα τολμούσε να το πει πως δεν είναι σωστό;




..καμιά αυθάδεια, όλα απλά, όμορ­φα.....


Λοιπόν, μια μέρα, αγόρασα ένα βιβλίο κά­ποιου της μόδας συγγραφέα μας.

Το αγόρασα, το πήγα σπίτι και το βράδυ, κόφτοντας τα φύλλα του προσεχτικά, άρχισα να το διαβάζω.

Πρέπει να σας το πω: είχα κάποια προ­κατάληψη, αρχίζοντας το διάβασμά του. Δεν πιστεύω στα καινούργια ταλέντα. Αγαπώ τον Τουργκένιεφ. είναι γλυκός κ’ευχάριστος συγγραφεύς. Όταν τον διαβάζεις, είναι σα να πίνεις γάλα παχύ με την κρέμα του από πάνω και σκέφτεσαι: «Πέρασε πολύς καιρός από τότε που συνέβησαν αυτά τα πράγματα, δεν είναι πια σημερινά, τα 'χουμε ζήσει». Αγαπώ ακόμα τον Γκοντσάρωφ, έγραφε κατά τρόπο ήσυχο, σταθερό και πειστικό.

Αρχίζω λοιπόν το βιβλίο... Ε! τι διάβολο! Γλώσσα θαυμάσια, ακριβής, όλα λέγονται χωρίς προκατάληψη, όλα είναι τέλεια ζυγιασμένα, πολύ καλά!....Τέλειωσα ένα μικρό διή­γημα, έκλεισα το βιβλίο κι’ άρχισα να συλλογίζουμαι.

Μια θλιβερή εντύπωση... μα μπορεί κανείς να εξακολουθήσει το διάβασμα χωρίς φόβο. Δεν υπάρχει σ’ αυτό τίποτε το σκληρό, δεν υ­πάρχουν σκεπασμένοι σαρκασμοί, ούτε υπαι­νιγμοί κακοί για τις πλούσιες τάξεις, ούτε καμιά προσπάθεια για να παρουσιαστούν οι αφανείς άνθρωποι σαν υποδείγματα κάθε α­ρετής και τελειότητος. Με μια λέξη, καμιά αυθάδεια, όλα είναι πολύ απλά, πολύ όμορ­φα.

Διαβάζω ακόμα ένα διήγημα. Πολύ, πολύ καλά. Μπράβο !...Κι’ άλλο !... Λένε πως όταν ένας Κινέζος θέλει να φαρμακώσει το φίλο του που για τον ένα ή τον άλλο λόγο επιθυ­μεί να τον βγάλει από τη μέση, τον προσκαλεί σπίτι του και του προσφέρει ζαχαρωτά από ζιγγίβερη (πιπερόριζα). Τα ζαχαρωτά αυτά είναι γλυκύτα­τα, έχουν μια γεύση σπάνια και τα τρώγει κανείς για αρκετή ώρα με μια ευχαρίστηση απερίγραπτη. Έρχεται όμως μια στιγμή που ο άνθρωπος πέφτει σαν ένας όγκος χάμω και τότε τετέλεσται. Ποτέ πια δε θα ξαναφάγει, γιατί ο ίδιος τώρα θα χρησιμέψει για τροφή στα σκουλήκια.

Έτσι κι’ αυτό το βιβλίο το διάβασα μονο­κοπανιάς, ήμουν στο κρεβάτι όταν το τελεί­ωσα, κι αφού το τελείωσα, έσβησα τη λάμ­πα κι ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ. Είχα ξαπλώ­σει πολύ ήσυχος. Γύρω μου βασίλευε, η ησυ­χία και η σιωπή.




..κι άρχισα να συλλογίζομαι:όλη μου η ζωή  μια βλακεία... 

Άξαφνα νοιώθω κάτι το εξαιρετικό. Μου φάνηκε πως από πάνω μου, στο σκοτάδι, άρχισαν να πετούν και να στριφογυρίζουν βουΐζοντας φθινοπωρινές μύγες. Ξέρετε τις ενοχλητικές αυτές μύγες, που πετυχαίνουν έτσι καλά, να κάθουνται πότε, στη μύτη σας, πότε στα δυο αυτιά σας και πότε γύρω-γύρω στο σαγόνι σας; Τα ποδαράκια τους, σας γαργαλούν κατά τρόπο φοβερά ερεθιστικό.

Ανοίγω τα μάτια — δε βλέπω τίποτα. Μα στην ψυχή μου, υπάρχει κάτι το θαμπό, το θλιβερό. Θυμάμαι άθελα ό,τι είχα διαβάσει. Ορθώνονται μπροστά μου τα πρόσωπα των σκοτεινών ηρώων. Είναι όλοι τους άνθρωποι καχεκτικοί, μετριοπαθείς, που δεν έχουν καθόλου αίμα στις φλέβες. Η ζωή τους είναι α­νόητη... και πληχτική.

Δεν μπορώ να κοιμηθώ.

Αρχίζω να συλλογίζουμαι: Έζησα σαράν­τα χρόνια, σαράντα χρόνια, σαράντα χρόνια. Το στομάχι μου λειτουργεί άσχημα. Η γυναίκα μου λέγει πως είμαι... χμ !.. πως δεν αγαπώ πια με τόσο πάθος όπως πριν από πέντε χρόνια.Ο γιος μου είναι ένας ηλί­θιος. Οι σημειώσεις του είναι πολύ άσχημες είναι τεμπέλης. άλλο δεν κάνει από του να πατινάρει αδιάκοπα και να διαβάζει ηλίθια βιβλία... Θα 'πρεπε να δω τι πράγμα είναι αυ­τά τα βιβλία. Το σχολείο είναι ένα απαίσιο ίδρυμα, κολοβώνει τα παιδιά. Η γυναίκα μου έχει πέντε σωστές ζαρωματιές, σαν ποδάρι χή­νας στην άκρη των ματιών της, κι ωστόσο έχει ακόμα αξιώσεις. Το επάγγελμά μου— εί­μαι δημόσιος υπάλληλος— είναι κατά βάθος μια τέλεια βλακεία, αν θέλει κανείς να το εξετάσει λογικά.

Και γενικά όλη μου η ζωή... αν ήθελε κα­νείς να την εξετάσει λογικά...



Το καταραμένο βιβλίο

Εδώ, τράβηξα τα χαλινάρια της φαντα­σίας μου κι’ άνοιξα τα μάτια. Τι διάβολο ! Τι είναι αυτή η φαντασμαγορία!

Βλέπω — κοντά στο κρεβάτι μου — ένα βιβλίο, ένα τόμο ξερό, λεπτό, κουρνιασμένο πάνω σε κάτι μακριά λεπτούτσικα πόδια, που κουνά, το κεφάλι του σα να μου λέει — ναι!

Με τις σελίδες του που θρουΐζουν ανάλα­φρα, μου λέει:

— Να' σαι λογικός!

Το πρόσωπό του είναι μακρύ, φουρκισμέ­νο και θλιβερό συγχρόνως, και τα μάτια του, που λάμπουν με μια τρομερή λάμψη, μου κά­νουν τρυπίτσες-τρυπίτσες την ψυχή:

«Σκέψου λιγάκι, σκέψου καλά, γιατί έζησες σαράντα χρόνια; Τι έδωσες στη ζωή καθ’ όλο αυτό το διάστημα; Ούτε μια καινούργια σκέψη δε γεννήθηκε στο μυαλό σου. Δεν πρόφερες ούτε μια λέξη πρωτότυπη ολόκληρα σαράντα χρόνια. Ποτέ δεν πετάχτηκε μέσα από το στήθος σου μια λέξη καθαρή και δυ­νατή, κι’ όταν ακόμα ερωτεύτηκες, συλλογι­ζόσουν πάντα: « Θα' ναι τάχα καμιά γυναίκα ­που μου κάνει;»
«Τη μισή ζωή σου την έστειλες να πάει να σπουδάσει και κατά το διάστημα της άλλης μισής, ξέχασες εκείνα που είχες μάθει. Και πάντα άλλη σκέψη δεν είχες από την καλο­πέρασή σου, τα αναπαυτικά σου έπιπλα και το καλό φαγί.

Είσαι μια νούλα. ένας αναίσθητος, ένας περιττός στον κόσμο, και κανείς δεν έχει την ανάγκη σου. Θα πεθάνεις και τι θα μείνει από σένα; Τίποτε! Θα 'σαι σα να μην έζησες ποτέ !»


Τότε το καταραμένο βιβλίο περπάτησε πάνω μου, καλοκάθισε πάνω στο στήθος μου και το ζουλούσε. Οι σελίδες του έτρεμαν, με σκέπαζαν και μου μουρμούριζαν :

«Άνθρωποι σαν και σένα υπάρχουν χιλιά­δες και χιλιάδες στον κόσμο. Όλη σου η ύ­παρξη περνά σαν της χελώνας μέσα στο ζε­στό καβούκι της και γι’ αυτό η ζωή σου φαίνεται τόσο πληχτική, τόσο τεφρή!»

Άκουγα αυτά τα λόγια και θαρρούσα πως δάχτυλα λεπτά, κρύα, τρύπωναν μέσα στην καρδιά μου και περπατούσαν εκεί. Μ’ έπνιγε κάποια αγωνία, κι’ ένιωθα κάποια στενοχώ­ρια και κάποια ανέκφραστη ανησυχία να με πιάνει ολόκληρο.

Ποτέ η ζωή δε μου φαινόταν πολύ φωτει­νή. τη θεωρούσα σαν ένα καθήκον, που θα γινόταν σιγά-σιγά συνήθεια ή, για να εξη­γηθώ καλύτερα, ζούσα χωρίς να τη σκέφτουμαι. Ζούσα. αυτό ήταν όλο. Μα τώρα το α­νόητο αυτό βιβλίο μου ζωγράφισε τη ζωή με χρώματα τόσο ανυπόφορα, πένθιμα και ά­σκημα!

«Οι άνθρωποι υποφέρουν, θέλουν κάτι, ε­πιδιώκουν κάτι, και συ με τίποτε άλλο δεν καταγίνεσαι παρά, με την υπηρεσία σου. Ούτε συ ο ίδιος βρίσκεις σ’ αυτό καμιά ευχαρίστηση, ούτε και τους άλλους ευχαριστείς. Γιατί ζεις;»
Οι ερωτήσεις αυτές με βασάνιζαν, με δάγ­κωναν, με ροκάνιζαν. δεν μπορούσα να κοι­μηθώ. Κι ο άνθρωπος πρέπει να κοιμάται, Κύριε!

Μέσ’ απ’ τις σελίδες του βιβλίου, τα μάτια των ηρώων καρφώνονταν πάνω μου, θέτοντάς μου αυτή την ερώτηση:

«Γιατί ζεις;»

— «Αυτό δε σας ενδιαφέρει !» θα 'θελα ν’ απαντήσω, μα δεν μπορούσα. Βουΐσματα ακαθόριστα και μουρμουρητά αντηχούσαν στ’ αυτιά μου. Μου φαινόταν ότι ο ωκεανός της ζωής είχε αρπάξει το κρεβάτι μου και το 'παιρνε μαζί του πάνω στα κύματα, λικνίζοντάς με μέσα στο άπειρο. Οι θύμισες του πε­ρασμένου καιρού προκαλούσαν μέσα μου κάτι σα ναυτίαση. Ποτέ δεν πέρασα μια τόσο τα­ραγμένη νύχτα, σας το ορκίζουμαι, Κύριε.

Και σας ρωτώ, μα την αλήθεια, τι χρησι­μεύει στον άνθρωπο ένα βιβλίο που τον ανη­συχεί και τον εμποδίζει να κοιμηθεί; Ένα βιβλίο πρέπει να μου μεγαλώνει την ενέργειά μου, μα όταν σπέρνει βελόνες στο στρώμα μου, σε τι μου χρησιμεύει; πείτέ μου το, αν ευαρεστείσθε!

Πρέπει ν’ αποσύρουν από την κυκλοφορία τέτοια βιβλία, μάλιστα, Κύριε, γιατί ο άν­θρωπος έχει ανάγκη να του προσφέρουν κάτι ευχάριστο. Τα δυσάρεστα πράγματα και μόνος του μπορεί να τα δημιουργήσει.



Art works by Jonathan Wolstenholme

Πώς πήρε τέλος η υπόθεση...

Πώς
 πήρε τέλος η υπόθεση; Κατά τον απλούστερο τρόπο. Το πρωί σηκώθηκα θυμω­μένος, κακός σαν το διάβολο. πήρα τον τόμο αυτό και τον πήγα στο βιβλιοδέτη.

Και μου τον έδεσε.

Ένα πολύ γερό δέσιμο και πολύ βαρύ. Το βιβλίο βρίσκεται τώρα τοποθετημένο στο κάτω-κάτω ράφι της βιβλιοθήκης μου, κι όταν είμαι σε διάθεση, το αγγίζω ελαφρά με τη μύτη της μπότας μου και το ρωτώ:

— Ποιος από τους δυο μας νίκησε τον άλλο; Ε;.....


Art works by Jonathan Wolstenholme


Μάξιμ Γκόρκυ, Ένα ανησυχαστικό βιβλίο, (Εντυπώσεις ενός μυαλωμένου ανθρώπου)
Ο αναγνώστης, (αρθ. 2), μτφρ. Γεωργίου Σημηριώτη, Μικρή Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Ανατολής, Σολωμού 12 
(Σε ακριβή ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1926)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου