Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

«Γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;», Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο


Ο Γ. Ιωάννου σε ηλικία 4 ετών (1931)


Χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος"

Πλάνης καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης, ο Γιώργος Ιωάννου, χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος", υπήρξε απόλυτα προσηλωμένος στο δεδομένο συμ­βάν, σε πράγματα, συχνά ανάξια λόγου, μικρά δράματα της κάθε μέρας, ιστορίες τρυγημένες από κάθε πρόσφορο στόμα. Το πείσμα της πεζογραφίας του να μιλήσει για "ό,τι νιώθει αναφαίρετα δικό της" βρίσκει τον τρόπο και το χώρο που της ταιριάζει: σύντομα αφηγήματα, απαλλαγμένα από την υποτιθέμενη αναμέτρηση με τα μεγάλα προβλήματα της ζωής, γραμμένα σε καθαρά ελληνικά, χωρίς φιοριτούρες, εύκολο λυρισμό,  ναρκισσισμό και άλλα ευνόητα κουσούρια που ταλαιπωρούν αδόκιμες πένες. 

"Με σοφία γυρολόγου αυτός ο αφηγητής αναδιφεί και αποστραγγίζει τη (συλλογική) μνήμη του για να διηγηθεί, όχι όμως για να δώσει πνοή σε συμβάντα που ως διά μαγείας ζουν στη σκηνή της σελίδας. 

Ο Ιωάννου χρονογραφεί, και χρονογραφεί υπέροχα, αλλά (μάλλον «επειδή») δεν μπορεί να επιτύχει την αναπαράσταση ενός «μύθου» ή, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, μιας ανακουφιστικής «πλο­κής». Έτσι εκεί που θα περιμέναμε αφηγηματικές μεθοδεύσεις, έχουμε καλλιέργεια αισθημάτων. Και φυσικά η σειρά των υποκαταστάσεων είναι μεγάλη: ο μυθιστοριογράφος γίνεται ιστοριογράφος, ο διηγηματογράφος χρονικογράφος, ο δραματουργός απλός συλλέκτης ανεξίτηλων εντυπώσεων.

Μένοντας μεταξύ απομνημονεύματος και μυθο­πλασίας, ο ρεαλισμός του Ιωάννου, δείχνει να έχει απαλλαγεί από το σαράκι που λέγεται επινοημένη ιστορία και πλα­σματικός κόσμος. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο που ο Ιωάννου, έξοχος πάντα παρατηρητής, μεταφέρει και εγκαθιστά τη δράση του στην καθημερινότητα. Η έλλειψη δημιουργικότητας που αλλού θα βρει βοήθεια αν όχι στο άμεσο; " 

[ με τη ματιά του Κωστή Παπαγιώργη και χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το "Ένας πεζογράφος" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "Σιαμαία και Ετεροθαλή", εκδόσεις Ροές, (σελ. 114-126) ] 



Θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος;

Προχτές ξανάρθε στο σπίτι το γνωστό Αποκριάτικο θέμα: θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος; Και αν ναι, τι καρναβάλια; Στο τέλος, μετά από αρκετή συζήτηση και φωνές, απο­φασίσαμε εμείς οι μεγάλοι να μην ντυθούμε, μα να ντύσουμε μόνο το μικρό μας αδερφάκι, που είναι πέντε χρονών και τα χαίρεται πολύ κάτι τέτοια.

Και αμέσως πήραμε ν’ αραδιάζουμε τις διάφορες ιδέες μπροστά στον μικρό, που από χαρούμενος άρχισε να γίνεται ανήσυχος, ακούγοντας τις ολοένα πιο έξαλλες εμπνεύσεις μας. Πρώτα πρώτα, είπα­με, βέβαια, τα γνωστά· τσολιάς, πιερότος, ιππότης, μαρκήσιος, λόρ­δος... Ύστερα πιάσαμε τα πρωτότυπα· πουλί, ψάρι, δέντρο, λουλού­δι, ζώο... «Ναι, αλλά τι ζώο;» είπε κάποιος. Και τότε, πάλι, παρέλασαν τα ζώα, από τα πιο συνηθισμένα ως τα πιο σπάνια. Στο τέλος αποφασίσαμε να ντύσουμε τον μικρό μας λαγουδάκι. Να τον κάνουμε έναν ωραίο πηδηχτό λαγό, με ωραία μεγάλα αυτιά.




Ο δαιμόνιος Έλληνας ζαχαροπλάστης.....


Ο πατέρας μου που μας άκουγε λέει:

«Όταν πάτε στο συνοικισμό, στη θεια σας, να προσέχετε τα σκυλιά, μη μας δαγκάσουν τον Δημητράκη».

Εμείς, βέβαια, δεν καταλάβαμε και είπαμε «τι λέει ο πατέ­ρας;», Αλλά αυτός όπως αποδείχτηκε, ήθελε να μας πει και πάλι μια αστεία ιστορία από τις τόσες που ξέρει.

«Μια φορά, είπε ο πατέρας, ένας πολύ έξυπνος, δαιμόνιος, Έλλη­νας στην Αμερική, για να γίνει αγαπητός στους πελάτες του και προ­παντός στα παιδιά τους, ντύθηκε τις Αποκριές κούνελος και φορώντας αυτή τη στολή ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του να μοιράσει τα γλυκίσματα ­ που του είχαν από μέρες παραγγείλει.

Στο δρόμο ένιωθε να τον κοιτάνε με ευχαρίστηση κι αυτό τον γέμιζε χαρά. Και ήταν πραγματικά ένας έξοχος κούνελος εφάμιλλος μ’ αυτούς που βλέπουμε στα έργα με τα κινούμενα σχέδια. Τον έβλεπες κι αμέσως σε πιάνανε τα γέλια. Έτσι όπως περπατούσε κατακίτρινος, πορτοκαλής μάλλον, με τα μεγάλα του αυτιά και την κοντή χαμηλή ουρά του αποπίσω ανασηκωμένη. Αμ, εκείνα τα δυο μεγάλα δόντια; Ήθελε δεν ήθελε του εξασφαλίζανε μόνιμα ένα ανοιχτόκαρδο κουνελίσιο χαμόγελο.




Φτάνει, λοιπόν, στην πρώτη βίλα — όλο βίλες είχε η περιοχή — κατεβαίνει απ’ τ’ αυτοκίνητο και προχωρεί καμαρωτά με το ωραίο, όλο λαμπρούς φιόγκους, πακέτο στα χέρια. Περνάει πηδηχτός το δρομάκι του κήπου και μέσα του όλο έλεγε· «Τι έκπληξη! τι έκπληξη, θα τους κάνω τώρα!». Χτυπάει τό κουδούνι και παίρνει το πιο κουνε­λίσιο του χαμόγελο. Και αληθινά, η κυρία του σπιτιού, μετά την πρώ­τη έκπληξη — τρομάρα μάλλον — βάζει κάτι τρανταχτά γέλια, που αν τα γειτονικά σπίτια ήταν κοντά θα την είχαν ακούσει. «Μπράβο σας! μπράβο σας! θαυμάσια Ιδέα!». Και του δίνει ένα γενναίο φιλο­δώρημα.

Μα την ίδια στιγμή, ο κούνελος νιώθει μια γερή σουβλιά στο δεξί πόδι του και μπήγει μια κραυγή, που ωστόσο την κατάφερε να είναι αρκετά κουνελίσια. Και σκύβοντας, τι να δει! Ένα τόσο δα σκυλάκι, ένα πεκινουά, εξαγριωμένο και με τα δόντια έξω, προσπαθούσε, αν ή­ταν δυνατό, να τον κατασπαράξει. «Ω!», ξαναβγάζει μια κραυγή. «Αχ, σας δάγκασε;» ρωτάει χαριτωμένα η κυρία. «Μη φοβάστε όμως, είναι μπολιασμένο το χρυσό μου. Ζηλεύει, ξέρετε, πολύ. Χτες δάγκωσε το μανάβη, πόσο μάλλον εσάς μ’ αυτή τη στολή που φορέσατε...». Ο κούνελος, τι να κάνει, έκανε πως δεν κατάλαβε. Ξαναπήρε το χαμόγελό του και έφυγε πηδηχτός. «Εδώ θα μας ζητήσουνε και ρέστα», σκέφτηκε.



Στο επόμενο σπίτι, ήτανε πιο προσεχτικός, γιατί, βέβαια, όλα εκείνα τα εξοχικά είχανε και από κάποιο σκύλο. Περπάτησε, λοιπόν, όσο πιο ελαφρά μπορούσε στον κήπο και χτύπησε όσο πιο απαλά κι ευγενικά γινόταν το κουδούνι. Μα, δεν του άνοιγε κανείς, θα έλειπαν ίσως. 


Απάνω όμως στο τρίτο κουδούνισμα ακούει αποπίσω του ένα λαχανιασμένο γάβγισμα και ταυτόχρονα νιώθει την ουρά του να ξερι­ζώνεται με αγριότητα από τα δόντια ενός μαύρου σκύλου, όχι και πο­λύ μεγάλου στο μέγεθος. Άφησε την ουρά του στα δόντια του σκύλου και έτρεξε να σωθεί. Μα, ο σκύλος σαλτάρησε και πάλι το κατόπι του. 

Πέτρες δεν είχε εκεί πέρα για ν’ αρπάξει. Έσκυψε να βγάλει μια από αυτές με τις οποίες ήταν στρωμένο το δρομάκι του κήπου. Μα, αυτό ακριβώς το σκύψιμό του εξαγρίωσε το σκύλο ακόμα χειρότερα. Φαίνεται σκύβοντας κουνήθηκαν πολύ παράξενα τ’ αυτιά του, φάντα­ξαν τα δόντια και τα μάτια, ποιος ξέρει, πάντως ο σκύλος έγινε επιθετικότερος. 

Ευτυχώς, ο εφευρετικός ζαχαροπλάστης είχε τη θαυμάσια ιδέα να του πετάξει, την τελευταία στιγμή, το κουτί με τις σοκολάτες κι αυτό κάπως τον σταμάτησε. Αγαπούσε τις σοκολάτες ο αγριόσκυλος. Αυτές τον μάραναν...




Στα επόμενα σπίτια ο κούνελος βρήκε δεμένα τα σκυλιά κι έτσι ξεθάρρεψε και πάλι. Η σπουδαία, μάλιστα, υποδοχή που του έκαναν οι πελάτες του και τα μεγάλα φιλοδωρήματά τους, τον παρηγόρησαν για τις τρομάρες του, τού γέμισαν την καρδιά χαρά και τον έκαναν να χοροπηδάει, όσο ποτέ, χαριτωμένα.

Όμως στο έβδομο ή όγδοο σπίτι δεν πρόλαβε καν ν’ ανοίξει την πόρτα και νιώθει ένα φοβερό θηρίο να ορμάει πάνω του. Σχεδόν μαζί με το σάλτο ακούστηκε και το γάβγισμα. Το τεράστιο λυκόσκυλο — γιατί λυκόσκυλο ήτανε αυτή τη φορά — του έβγαλε με το πρώτο το ένα του αυτί — το κουνελίσιο, βέβαια — και το δάγκωνε κάτω με λύσ­σα. Αλλά, ξαφνικά, ξαναόρμησε και του έβγαλε και τ’ άλλο. 


Ο κού­νελος κατατρομαγμένος πρόσφερε το πακέτο με τις σοκολάτες. Το πέταξε δηλαδή, για να μπορέσει να σωθεί. Μα, αυτά εδώ δεν είχαν πέραση. Ο σκύλαρος αυτός δεν ήταν από κείνους που ξεγελιούνται με σοκολάτες. Έκανε νέα έφοδο και άρπαξε τον δυστυχισμένο κούνελο, αυτή τη φορά, απ’ το μπράτσο. Έχωσε τα δόντια του βαθιά. 

«Πανα­γία μου», κραύγασε στα Ελληνικά ο Έλληνας και τράβηξε με δύναμη το χέρι. Η μισή στολή του σερνόταν κιόλας απ’ το στόμα του αγριόσκυλου, που ετοιμαζόταν να ξαναορμήσει. Μόνο το πρόσωπό του καλύπτονταν απ’ την κουνελίσια μάσκα κι αυτό ίσως ήταν το χει­ρότερο.




Ένα λαμπρό σχέδιο που δε λογάριασε τους σκύλους....


Εκείνη την κρίσιμη στιγμή άνοιξε σιγά σιγά η πόρτα της βίλας και πρόβαλε ένα μικρό αγόρι, να, σαν τον Δημητράκη μας. Ο σκύ­λος, μόλις ένιωσε το παιδί, ημέρεψε κάπως, έστρωσε η ραχοκοκαλιά του, γλύκανε λίγο το γάβγισμα και άρχισε να κουνάει αδιόρατα την ουρά. Απ’ αυτό βρήκε ευκαιρία ο καημένος ο πλασιέ να υποχωρήσει σιγά σιγά και να χωθεί με μια κίνηση στο αυτοκίνητό του. 

Τράβηξε, φυσικά, για το νοσοκομείο. Σκυλιά είναι αυτά, μπορείς να τους έχεις εμπιστοσύνη; Και στο δρόμο μόνο που δεν έκλαιγε. Τέτοιο λαμπρό σχέδιο και να καταλήξει έτσι!.. Όλα τα είχε βάλει στο λογαριασμό, εκτός από τους σκύλους. Πού να φανταστεί;».

Όλοι μας είχαμε σωπάσει πια. Η ιστορία αυτή που είχε αρχίσει τόσο αστεία τελείωνε αρκετά θλιβερά. Και μόνο ο Δημητράκης ρώτη­σε:


 «Μπαμπά, γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;». Αλλά δεν έλαβε απάντηση.




Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος (σελ. 136-138)
 ("Ελεύθερη Γενιά.", τ. 28, Φεβρ. 1979)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου