Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Χρήστος Βακαλόπουλος, "εξαίσιος καφενόβιος, αγκυροβολημένος στο παρόν, ένας άντρας του ενεστώτος χρόνου"


Οι νεκροί - σιωπηλοί των σιωπηλών - υπάρχουν πλέον μονάχα στην καρδιά μας.....

Αποσπάσματα και συρραφές από ένα βιβλίο που περιεχόμενο έχει το πένθος και πιλότο το βλέμμα ενός σκληραγωγημένου είρωνα, που τόσο καίρια είχε διαισθανθεί το ανούσιο, ώστε είχε την ευγένεια να το καταδικάζει με τις μακριές σιωπές του.
Σαν τα παιδιά, λοιπόν, που παίζουν μπροστά στον ανδριάντα του αγέλαστου προγόνου, αλλάζουμε ψίθυρους και βλέμματα για να ξαναβρούμε την ανασφαλή άνεση των ζωντανών. Οι νεκροί - σιωπηλοί των σιωπηλών και οι δυο τους πια - υπάρχουν πλέον μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα.


Ο Κωστής Παπαγιώργης αποχαιρετά το φίλο του Χρήστο Βακαλόπουλο,
"Γεια σου Ασημάκη", εκδόσεις Καστανιώτη (1993)


Στασίδι στην Καλλιδρομίου.....

Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ με ακρίβεια πότε έπιασε στασίδι ο Χρήστος στο «Cafe» της Καλλιδρομίου - είναι βέβαιο, πάντως, ότι δεν πάνε πάνω από έξι επτά χρόνια.[από το 1993 που εκδόθηκε το βιβλίο, λίγο μετά το θάνατο του Βακαλόπουλου στις 29 Ιανουαρίου του ίδιου χρόν
ου]

Το
 «Dolce» («Φίλιον» σήμερα), ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ήταν ο δημόσιος χώρος που τον τραβούσε. Περνούσε από ’κει τακτικά, σχεδόν κάθε μεσημέρι, και — έχοντας 
ουσιαστικά συναντηθεί με τον εαυτό το — απολάμβανε το πήγαιν’ έλα της Σκουφά, αλλάζοντας κουβέντες με τους παρακαθήμενους, τρώγοντας κρουασάν και πίνοντας εσπρέσο. Ύστερα, μόλις το μεσημέρι με τα καμώματά του ξεθύμαινε, έπαιρνε το δρόμο για την Ασημάκη Φωτήλα 30-32 και αραιά τον πρώτο καιρό, έκανε κατά τις τέσσερις το απόγευμα σκάλα στο «Παρασκήνιο».


"Παρασκήνιο", Καλλιδρομίου, Η σαββατιάτικη λαϊκή αγορά

Οι πόλεις ψιθυρίζουν.....

Αν και ήταν γέννημα θρέμμα της πρωτεύουσας και της οχληρής πολυκοσμίας, είχε την λεπτότητα να μην αισθάνεται φτηνές μνησικακίες γι’ αυτό που είναι σήμερα η Αθήνα. «Οι πόλεις ψιθυρίζουν», έγραφε, «γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν έτσι όπως τις κάρφωσαν στο έδαφος» (Οι πτυχιούχοι, σελ. 90, εκδόσεις Ερατώ. 1984)

Δεν ξέρω αν μπήκε ποτέ στον πειρασμό να κάνει έναν περίπατο γύρω από το λόφο του Στρέφη — οπού παλιά έκανε σκασιαρχείο ο πατέρας του —, πάντως για όλη την περιοχή της Καλλιδρομίου είχε κάνει από νωρίς πολύ ειδικές σκέψεις: 

«Η Τσιμισκή είναι στυγνή και μονοκόμματη, ενώ η Βουλγαροκτόνου διαθέτει τη γλύκα της υπερηφάνειας. Καθόλου παράξενο που στη Βουλγαροκτόνου μαζεύτηκαν οι ταβέρνες και τα μπαρ. Από την άλλη, οι Βυζαντινοί κατέφυγαν στα Εξάρχεια γιατί όταν κινδυνεύουν ανηφορίζουν γρήγορα προς το Στρέφη και το Λυκαβηττό, καβαλάνε τα σύννεφα και γίνονται καπνός. Διάλεξαν τους κάθετους δρόμους, αυτούς που αγγίζουν τους λόφους, κι άφησαν τους παράλληλους στους ήρωες του ’21» (Οι πτυχιούχοι, σελ. 156)

«Σκεφτόμαστε με τον Άλκη να γράψουμε ένα μυθιστόρημα στους δρόμους. Θα γράφαμε ένα κομμάτι στη γωνία Ιπποκράτους και Λασκάρεως κι από κάτω θα γράφαμε: η συνέχεια στη γωνία Ιπποκράτους και Κομνηνών. Όλοι οι τοίχοι της πόλης θα γέμιζαν με τα κομμάτια του μυθιστορήματος. Για μια βδομάδα όλα τα αυτοκίνητα θα κυκλοφορούσαν από γωνία σε γωνία για να διαβάσουν τις συνέχειες». («Υπόθεση Best-Seller, σελ. 59, εκδόσεις Καστανιώτης»

Η σαββατιάτικη λαϊκή αγορά, που αρχίζει από τη Χαριλάου Τρικούπη και τελειώνει λίγο πριν από τη Σπυρίδωνος Τρικούπη, ξέρω ότι άρεσε ιδιαίτερα στο Χρήστο. Ήταν, άλλωστε, το χαρμόσυνο γεγονός της γειτονιάς του. Αυτή η φωνακλάδικη παράσταση με τους αεικίνητους μανάβηδες που πασχίζουν να σε φορτώσουν με μήλα, λάχανα, ντομάτες και κουνουπίδια ήταν δωρεάν χαρά για έναν άνθρωπο παρατηρητικό, που κοίταζε τα πάντα και δεν αγόραζε τίποτα. Ποτέ δεν τον θυμάμαι να κρατάει μια νάιλον σακούλα με φρούτα (τα λίγα πορτοκάλια, στο δυάρι του, τα ψώνιζε η μητέρα του). Παρότι περνούσε μέσα από όλες αυτές τις γεύσεις, το μόνο που επιθυμούσε ήταν ο καφές. 



Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (άκρη δεξιά) με τους ηθοποιούς (από αριστερά) Χαρά Αγγελούση, Ανδρέα Τσάφο και Γιώτα Φέστα ‒από την πρώτη ταινία μικρού μήκους του Βακαλόπουλου «Βεράντες» (1984). Η φωτογραφία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του «Οι πτυχιούχοι». 

Μας πήρε καιρό να σιγουρέψουμε τις κουβέντες μας...

Στην αρχή, εφόσον ήμουνα ο μόνος γνωστός του στο «Παρασκήνιο», ερχόταν από σκοπού για ν’ αλλάξουμε μερικές κουβέντες — που, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, μας πήρε πολύ καιρό να τις σιγουρέψουμε. Ο λόγος; Κάτι απλό και κωμικό, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα.

Στην πρώτη πρώτη επαφή με έναν άνθρωπο, η παρεξήγηση παραμονεύει για να πιάσει δουλειά. Μοιάζοντας ο καθένας μας με τα σκυλιά του Ηράκλειτου, που γαβγίζουν όλους τους ξένους, μόλις νιώθουμε την ξένη παρουσία, σπεύδουμε να σηκώσουμε λοίδορα το φρύδι. Ενώ στις χρόνιες συναναστροφές οι ατέλειες και τα κουσούρια είναι καθημερινό και νόστιμο ψωμί, στην πρώτη αντιμετώπιση κάθε στραβοτιμονιά μπαίνει κάτω από μεγεθυντικό φακό.

Τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας μας, από το ’82 ως το ’86 πάνω κάτω, στις σπάνιες φορές πού τύχαινε να τον συναντήσω — πάντα βράδυ, δηλαδή, σε κάποιο από τα γνωστά μπαρ — ήμουνα μονίμως εκτός εαυτού, οπότε κάθε επαφή ήταν αδύνατη. «Θα σου εξηγήσω τι εννοώ», πρόλαβα να του πω ένα χειμωνιάτικο βράδυ στο «Βαλτάσαρ», σαν απολογία για κάτι κρυάδες που του είχα γράψει με ψευδώνυμο σε ένα βραχύβιο περιοδικό. «Δεν έχω αντίρρηση, αλλά πώς θα γίνει αυτό, αφού, όποτε σε βλέπω, είσαι πιωμένος;» μου απάντησε με τη γνωστή του ψυχράδα. Μόλις έβλεπε τα παρατράγουδα ο Χρήστος, είχε την συνήθεια να παίρνει το αόρατο καπέλο του και να αλλάζει συντροφιά. 

Αφότου όμως αρρώστησα, είχαμε πια την άνεση να καθόμαστε ήσυχοι τα απογεύματα και να χαιρόμαστε τον καφέ του Αρβανίτη. «Είδες που έχουν και οι αρρώστιες τα καλά τους;» σχολίαζε με κείνο το λαρυγγόφωνο γέλιο του, που είχε κάτι σκιές βραχνάδας.




«Στην αρχή σνομπάκιας, μετά κόμπλας και αμήχανος». 

Εξωτερικά, η θωριά του ανθρώπου ήταν πάντα περιποιημένη και άθιχτη. Το ψαρό μαλλί, φροντισμένο και σταθερό, ζητούσε κάθε τόσο ένα ελαφρό πέρασμα του δεξιού χεριού. Χωρίς γένια — ξυριζόταν καθημερινά —, με μακό φανελάκι, καθαρό πουκάμισο, μπλουτζίν και, τους κρύους μήνες, πλεχτό και σακάκι. Αν τον έκρινες «ρουχομορφικά», έβλεπες έναν άνθρωπο που έχει μια σωστή αναλογία με τα ρούχα του. Μη ξέροντας την στενή σχέση του με το σπίτι, τον ρωτούσα πόθεν η τόση καθαριότητα• και η απόκριση ήταν ένα σταθερό και αυτάρεσκο χαμόγελο. 

Πάνω του δεν είχε καμιά από τις κινήσεις του παρορμητικού, του σουρουκλεμέ ή της φύσης που τάχα δεν βολεύεται με τον εαυτό της. Καθόταν λίγο σκυφτός στο τραπέζι, έπαιζε το γόνατο πάνω κάτω και το δεξί χέρι πήγαινε διαρκώς στον αντίστοιχο μηρό. Ίσως τα πόδια του περίσσευαν λίγο. Δεν ξέρω αν έδινε την εντύπωση πως υπήρχε ειδικός λόγος, πάντως η κινησιολογία του είχε κάτι το μελετημένο, λες και όλα είχαν σταθμισθεί άπαξ διά παντός.

Βάδιζε με βήματα λίγο πιο μεγάλα από το συνηθισμένο και έστρεφε την μύτη του παπουτσιού ελαφρά προς τα έξω, αν και μικρός είχε παίξει ποδόσφαιρο. Στους ώμους παρουσίαζε ένα ανάλαφρο κύρτωμα, όπως όταν πιάνουν τα πρώτα κρύα και βρεθείς νύχτα μόνο με το πουκάμισο, αν και νομίζω ότι όλα ξεκινούσαν από την μέση. Το πανωκόρμι του είχε μια ανεπαίσθητη κλίση προς τα μπρος, όπως όταν φτύνουμε με σφιγμένα χείλη και σημαδεύουμε προσεχτικά το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. 

Στομάχι ούτε κατά διάνοια, χνότο καθαρό και βλέμμα που κοίταζε λίγο κατάματα κι ύστερα χανόταν «εκτός πεδίου», σάμπως να παρακολουθεί τους θαμώνες ενός φανταστικού μπαρ. Όταν γελούσε έδειχνε ούλα και δόντια πέρα πέρα, όπως οι Αμερικάνοι ηθοποιοί, αλλά οι οδοντοστοιχίες του δεν είχαν τίποτα το αμερικάνικο. Λίγο προτού πεθάνει, μετά από ένα αποκαλυπτικό χαμόγελο, τον ρώτησα αν έφτιαξε τα δόντια του- και με συστολή απάντησε ότι βρήκε καιρό και γι’ αυτό. Να ζεις με πολλά χαλασμένα δόντια — από τις χημειοθεραπείες, όπως έμαθα— και να πεθαίνεις με το στόμα λαμπίκο είναι φλέγμα αμειγώς βακαλοπουλικό.

Φυσιογνωμικά ήταν το αντίθετο του στρογγυλοπρόσωπου και του baby face. Η μορφή του άρχιζε με ένα μάλλον στενό μέτωπο και ολοκληρωνόταν μετά από ώρα σε ένα ισχυρό πιγούνι. Είχε κάτι το σκελετωμένο αυτό το πρόσωπο; Πιθανώς άφηνε την εντύπωση ότι είχε δεχθεί μια ύπουλη επίθεση από τα μέσα, που σταμάτησε, ευτυχώς, προτού κάνει εμφανείς καταστροφές. Για να θυμίσουμε κριτήρια του 19ου αιώνα, που έχουν πλέον εγκαταλειφθεί, εφόσον η έμφαση συγκεντρωνόταν γύρω από το στόμα και όχι στα μάτια, θα πρέπει να ανήκε στην κατηγορία των ατόμων που ανακάλυψαν το νου τους λόγω χαρακτήρα, αντί να σπαταλήσουν το μυαλό τους για να φέρουν σε λογαριασμό έναν ανοικονόμητο ψυχισμό. 

Χωρίς σπλήνα τα τελευταία χρόνια και με ένα χρώμα που θύμιζε καμιά φορά μεσογειακή αναιμία, ήταν ένας άνδρας γοητευτικός, που δεν κοκκίνιζε ποτέ. Γενικά οι συγκινήσεις του, κι αν προδίδονταν, έψαχναν τον προδότη τους στον τόνο της φωνής ή στις αμήχανες χειρονομίες.

«Πώς σου είχε φανεί;» ρωτούσα σε ένα μπαρ μια κοπέλα που τον γνώρισε στο Παρίσι. «Στην αρχή σνομπάκιας, μετά κόμπλας και αμήχανος»



...το καλό χαρτί στα δικά του χέρια και το γέλιο στα χείλη του.

Εν πάση περιπτώσει, ο Βακαλόπουλος είχε τη δική του εκφραστική. Αρχικά δεν ήταν φλύαρος. Η πολυλογία, απτό γνώρισμα αδυναμίας — αφού μιλώντας ακατάσχετα ζητάς να πείσεις, με αποτέλεσμα να πείθεις, τελικά, για το αντίθετο—, δεν ήταν μέσα στις ζωτικές ανάγκες του. Του ταίριαζε η συζήτηση με τις μεγάλες παύσεις, όπως κανείς ξεφυλλίζει ένα ενδιαφέρον σύγγραμμα και μέσα μέσα εντοπίζει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο τόνος του υποδήλωνε πάντα την υπόμνηση: πρόσεξε κι αυτό! Η ρητορική του ήταν μια τεράστια αρμάθα από εισαγωγικά. Δεν υπήρχε συνάντηση μαζί του που να μην κάνει —μιλώντας για τα πιο άσχετα πράγματα— μια αξιοπρόσεχτη ανακοίνωση. Ειδικότερα, είχε ανάγκη τη σημαντική σκέψη, που συνάγεται από ένα ευτελές πράγμα.

Αν η φωνή του ομιλητή είναι νερό που πάνω του ιριδίζουν νοήματα και συγκινήσεις, ο Χρήστος διέθετε —πώς να το πω;— ένα σοφό νερό, που δεν δεχόταν εύκολα το ξένο θυμικό.

Συχνά στις συζητήσεις ο άλλος σου κλέβει την έμφαση και σ’ αφήνει σύξυλο να σκέφτεσαι: «Μα καλά, με κοροϊδεύει; Με διδάσκει με τα δικά μου λόγια;» Αυτός σπάνια έκλεβε συγκινή
σεις. Όχι πως του περίσσευαν, αλλά στη συνάφεια δεν παραδινόταν. Ήταν χαρακτήρας δηλωτικός, με ισχυρό κέντρο και εξπρεσιονιστικά κίνητρα, όχι ψυχισμός άμορφος, που μετά από κάθε συνάντηση κουβαλάει στην πλάτη του, όπως πολλοί από μας, την ξένη σφραγίδα. Μιλούσε με κάποια χαρτοπαικτική υστεροβουλία: στο τέλος το καλό χαρτί ήταν συνήθως στα δικά του χέρια και το γέλιο στα χείλη του.




Ήθελε να περισώσει το απαρατήρητο...

Οι υπερευαίσθητοι άνθρωποι, αν δεν χάνονται σε παιδαριώδεις ονειροπολήσεις, καταλήγουν ρέκτες της παρατήρησης, με αποτέλεσμα να γίνεται η καρδιά τους μια απίθανη κρύπτη από ιδιότυπα συμπεράσματα. Από πολύ νέος ο Βακαλόπουλος αιχμαλώτιζε περιστατικά και, κοιτώντας τα από τις πιο διαφορετικές γωνιές, σαν ζωγράφος που ετοιμάζεται να απεικονίσει ένα πρόσωπο, τα ξεψάχνιζε κανονικά. Αυτό τον βοήθησε να αναδειχθεί σε φοβερό παρατηρητή — και, κατ’ επέκταση, σε μέγιστο γνώστη του δημόσιου βίου. 

Ό,τι έλεγε για πράγματα κοινού ενδιαφέροντος είχε μια βαθύτητα που ξάφνιαζε ομόσπονδους και άσπονδους φίλους. Ήταν ένα σπάνιο είδος βιρτουόζου των κοινωνικών σχέσεων — δεινότητα που τον εξώθησε, με τον καιρό, να έχει το φέρεσθαι ενός αυτομαθούς εμπειρογνώμονα, που σε κάθε συνάντηση έπρεπε να πει το λογάκι του.

«Κάθε βδομάδα άλλαζε γνώμη», μου παρατήρησε ένας κοινός φίλος. Αξίζει να πούμε ότι οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι είναι, κατά κανόνα, κοιλόγνωμοι. Ευπαθείς σαν το ζυγό του φαρμακοτρίφτη, με το παραμικρό σαρίδι αποφαίνονται. Ο Χρήστος λάτρευε τη στιγμή, συνεπώς δεν σκεφτόταν τις γενικές αρχές, όταν μυριζόταν λαγό. Σε έναν ανήσυχο νου το βασικό δεν είναι η πίστη στις γενικές πεποιθήσεις — που αυθωρεί γίνονται παρωπίδες—, αλλά η εμπιστοσύνη στο ένστικτό του που βλέπει τις παραμικρές διαφορές. Ο Χρήστος είχε αυτό τον καημό. Ήθελε να περισώσει το απαρατήρητο. 

Ήταν, άλλωστε, το διακριτικό του σημείο. Με τις πρώτες επαφές καταλάβαινε αν ο άλλος κουβαλάει κάποια προσωπική μοίρα, μια δική του ματιά, ή αν είναι το γνωστό άθροισμα από τις πλαστογραφημένες κουβέντες που κάνουν ασταμάτητα το γύρο της πόλης. Ζώντας ανάμεσα σε ανυποψίαστους, δηλαδή ανάμεσα σε άτομα που δεν έχουν ανακαλύψει τον εαυτό τους —τέτοιοι είναι πάντα οι «άλλοι»—, τι άλλο μένει σε έναν έξυπνο άνθρωπο από το να το παραξηλώσει; Εξ ου και οι επιθέσεις και οι κατηγορίες.

Θυμάμαι κάποιο μεσημέρι στο «Παρασκήνιο», που είχε δεχθεί την απροσδόκητη επίθεση από έναν μεθυσμένο φίλο. Τα πυρά ήταν συμβατικά, αλλά επικίνδυνα: «Και ποιοι είστε εσείς, που τολμάτε να γράφετε; Και τι είναι αυτά που λέτε; Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι» κ.τ.λ., κ.τ.λ. Ο Χρήστος ήταν ιδανικός στο να βρίσκει απαντήσεις σε ανάλογες εχθρικές απορίες, μόνο που ο πυρφόρος κατήγορος δεν ρωτούσε, απαντούσε μόνος του, για να απολαμβάνει βαθύτερα το θυμό του, πλάθοντας με κάθε νέο ουίσκι και μια νέα απορία. Η παράσταση πήγε του μάκρους και θα είχε άσκημη κατάληξη, αν ο Βακαλόπουλος δεν ήταν προικισμένος με κείνη τη δυσεύρετη ικανότητα να σβήνει τα λόγια του άλλου, όπως παλιά οι νεωκόροι βύθιζαν τα αναμμένα κεριά στο νερό. 

Γενικά, δε νομίζω ότι ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που τα ξένα λόγια λεηλατούν το μέσα τους, ούτε μάντεψα ποτέ ότι ανάλογα περιστατικά τον έκαναν να κοιμάται στα καρφιά. Στα ώριμα χρόνια του, δηλαδή την εποχή της Καλλιδρομίου, έδινε την εντύπωση ότι είχε γλιτώσει από το φτηνό πνεύμα της διχόνοιας και από τους γνωστούς διχασμούς προσωπικότητας. Φιτίλι και λάδι καίγονταν και φώτιζαν, χωρίς να επιτρέπουν να σκεφτείς αν είναι δύο πράγματα που ενώθηκαν στην τύχη ή από εξωτερική ανάγκη. Το λάδι του το έκαψε γρήγορα ο Χρήστος —τουλάχιστον λίγο πιο γρήγορα από εμάς—, αλλά όσο ζούσε είχε άγγελο.



«Καθημερινός με τα καθημερινά, αιώνιος με τα αιώνια»

Σάμπως να ζούσε σαρανταοκτάωρα και όχι εικοσιτετράωρα, όπως όλος ο κόσμος, ο Χρήστος είχε βρει τον καιρό να κάνει περίτεχνες σκέψεις για το καθημερινό φέρεσθαι. Επειδή και του λόγου μου ασκούμαι χρόνια στην τέχνη του ωρολογοποιού της καθημερινής ζωής, ομολογώ ότι σχεδόν στα πάντα, στην παραμικρή «βίδα», τον έβρισκα υποψιασμένον και ξεσκολισμένον. 

Παρόμοιοι άθλοι στην αυτοδιδαχή δεν οφείλονται ποτέ σε επίκτητες γνώσεις, αλλά σε μια χρονοβόρο δοκιμασία του εγώ, που μέσα από επίπονους συγχρωτισμούς πρέπει να περισώσει κάποια από τα χρώματά του. Η λεπτή απόλαυση στις συζητήσεις μαζί του πήγαζε όχι μόνο από τη γνώση της ψυχοπαθολογίας του φιλόδοξου — γιατί, συχνά, αυτό ήταν το θέμα—, αλλά κυρίως από συμπεράσματα που είχαν γίνει σάρκα του. Σε αυτό ήταν συνεπής μέχρις αφέλειας: έδινε τον εαυτό του ως παράδειγμα.

Δεν γίνεται αλλιώς. Η φρικαλέα μόδα να ρετάρει κανείς για πράγματα που δεν κουβαλάει πάνω του, άρα δεν τα έχει πληρώσει, να γίνεται μεγαλοδικηγόρος ξένων υποθέσεων και ξένων πόνων, δεν ήταν του γούστου του. Στο Χρήστο έβρισκα κάτι ανακουφιστικές ανακωχές του ασίγαστου πολέμου που ζούμε όλοι μας ανάμεσα στον άνθρωπο εν γένει και στην αβόλευτη ιδιαιτερότητα μας. Η ανθρωπότητα πέφτει πάνω σου να σε ισοπεδώσει εν ονόματι των πολλών, ενώ εσύ, παιδί συμπτώσεων και περίπλοκων συγκυριών, στην κυριολεξία έκθετο της τύχης, έχεις ανάγκη να ζεις με την ανεπανάληπτη φωνή σου, τους συνειρμούς σου και τον αργαλειό του ακάματου διαβόλου που μοχθεί μέσα σου. Άριστος στις μιμήσεις, ο Χρήστος είχε μάθει σειρά ολόκληρη από απατηλά σφυρίγματα, για να ξεγελάει το ποδοβολητό.

Συνάμα, ήταν παλιοσειρά της καθημερινής ζωής και γενναιόδωρος υποστηρικτής της, επειδή είχε τρόπο να γλυτώνει από το συρφετό, ανεβαίνοντας — όποτε μπορούσε— την αθέατη κλίμακα που διαθέτει κάθε προφυλαγμένη εσωτερικότητα. Το παλαιό σχήμα «καθημερινός με τα καθημερινά και αιώνιος με τα αιώνια» ισχύει πάντα. Δεν έχει σημασία αν «κάηκε» η αιωνιότητα. Μας έμεινε το κενό της. Και το κενό, αν μη τι άλλο, προσφέρεται για ταξίδι. Κάθε άνθρωπος που «φεύγει», που «σαλτάρει», που «χάνεται», εκεί αρμενίζει. Η αιωνιότητα είναι ένα αδιανόητο δάσος από πεθαμένους. Είναι πια ζήτημα ψυχής τι κάνει ο καθένας με αυτό το ζήτημα — και, επιπλέον, πρόβλημα καθημερινής ζωής. Στο «καφενείο για πεθαμένους» του Χάινε, μου αρέσει να φαντάζομαι το Χρήστο στην ίδια στάση, με τον ίδιο καφέ, με τα ίδια λόγια, τα ίδια ρούχα, με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει ότι η αυταπάτη δεν θα τον σώσει. Το αιώνιο, με άλλα λόγια, μπορεί να είναι και μια πολύ καθημερινή υπόθεση. Απλώς χρειάζεται μυαλό.




Κι οι «μαχαιριές» μέσα στο πρόγραμμα....

Οι υπερωρίες στα διανοητικά ζητήματα φέρνουν συνήθως μοναξιά, μελαγχολία, ή οδηγούν —όπως στην περίπτωσή του— σε αυστηρή επιλογή προσώπων. Το τρανταχτό «ναι», που κρύβει μια σταθερή φιλία, έχει για προσάναμμα ποικίλες απορρίψεις.

Ο Χρήστος είχε την δική του ιστορία με την επίδειξη ταυτότητος, με το μικρό και το μεγάλο θέατρο της καθημερινής ζωής. Η στάση του είχε τραφεί από δίκες ημετέρων, όπου η καταδίκη, όταν απαγγελθεί, εκφράζεται με την τήρηση μιας απόστασης ασφαλείας. Ας μην ξεχνάμε ότι ανδρώθηκε —το ’67 ήταν μόλις 11 χρονών— σε μια εποχή που το σκάφος της αθηναϊκής ζωής γνώριζε αλλόκοτους κλυδωνισμούς. 



Στο μεγάλο στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του — γιατί ο Χρήστος ζούσε ένα στοίχημα —  βασικό του μέλημα ήταν να διασωθεί μέσα από μια γενιά ανθρώπων που σταμάτησαν στα «λεφτά», στην «πρέζα», στην «τρέλα», στην εύκολη «επιτυχία» ή «αποτυχία», στην «οικογένεια» ή στην «φυγή». Πέρα από το γεγονός ότι θέτει ευθέως το θέμα της επιβίωσης μέσα στην κοινότητα, κάθε συντροφιά μοιάζει με μαχαίρια που αλληλοτροχίζονται. Άρα οι «μαχαιριές» είναι μέσα στο πρόγραμμα.

Όταν βλέπουμε ανθρώπους με τα δικά μας παλιά κουσούρια, γινόμαστε μανούλες στην τέχνη της περιφρόνησης. Τα πιο ανθεκτικά εφόδια είναι τα ναυάγια των άλλων. Δεν με ξάφνιαζε, λοιπόν, που έβλεπα το Χρήστο να σχολιάζει μονίμως τα ξένα παραπατήματα. Πάνω σ' αυτό περιττεύουν οι ντροπές και οι υποκρισίες. Εφόσον πάντα αφορά ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, η κριτική των άλλων ασκείται με διάφορα συστήματα από απωθήσεις, μικρότητες και στενοκεφαλιές, όπου, μόνο αν υπάρχει μυαλό, ενδέχεται να μη μοιάσεις με ό,τι επικρίνεις.



Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος....

Ο Βακαλόπουλος ήταν η Ευτυχία από το πολύ μυαλό. Ένας τέτοιος άνθρωπος αποκλείεται να μη χορηγεί στον εαυτό του κάποια περιθώρια εξαχρείωσης απέναντι στην αλλότρια ανικανότητα. Έλεγε και ξανάλεγε: «Όχι στα λεφτά, καλύτερα να ζούμε μόνο με καφέ». Άλλωστε η φαυλότητα έχει ένα μεγάλο μεράκι: φοράει κουδούνια. Κι ό,τι κουδουνίζει, το δείχνουν από μακριά. Έτσι γινόταν πάντα κι έτσι θα γίνεται.

«Λάθος επάγγελμα για έναν φιλόδοξο», συνήθιζε να λέει για ένα γνωστό γιαπόπαιδο, που όπου βρεθεί χτυπάει το τούμπανο. 

Για κάποιον άλλο, που έχει διαβεί την ηλικία των ψευδαισθήσεων χωρίς να τις αποχωριστεί, ήταν πιο κατηγορηματικός: «Είναι πλέον ένας τσακισμένος άνθρωπος»

 «Ευτυχώς που γράφει και ξέρουμε τι τρώει», σχολίαζε γελώντας για τα γραφτά κάποιου, που έχει ζηλέψει τη δόξα του Αμιέλ και δεν χάνει την ευκαιρία να περιγράφει το δείπνο του. 

Όταν άκουγε για αποστόλους ιδεών, η επωδός ήταν γνωστή: «Αυτός δεν γαμάει, είναι φανερό»

 «Περίεργος τύπος», έλεγε για ένα γνωστό νούμερο, «έρχεται, πίνει δύο ποτά και μετά φεύγει τρεκλίζοντας»

Αντίθετα, έβρισκε πάντα επαινετικά λόγια για πρόσωπα που, αργά ή γρήγορα, βρήκαν τρόπο να τους βγει η καραμπόλα. Αυτή ήταν μια από τις έμμονες ιδέες του Χρήστου. Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος.

Όταν χάσεις στα χαρτιά, μετά δεν έχει νόημα να παίρνεις σβάρνα τις ρούγες και να δείχνεις με παράπονο πόσο καλή ήταν η χαρτωσιά σου. Οριστικά ταγμένος με τους κερδισμένους της παρτίδας, ο Χρήστος παρωδούσε τη συμπεριφορά όλων όσοι δε λένε να κοιμηθούν εκεί που έστρωσαν. 




Τα ψυχωτικά τετ-α-τετ, τα μαγαρισμένα ψιθυρίσματα και οι φτηνές συνενοχές δεν τον ενθουσίαζαν. Στη νεοελληνική συνάφεια όλα κρίθηκαν στις μεγάλες παρέες που σε περνούν διά πυρός και σιδήρου, όχι στα στέκια των απόμερων σπερμολόγων. Στα φροντιστήρια της κακίας, άλλωστε, διδάσκουν πάντα οι χαμένοι. Αμισθί, φυσικά.

Ο Χρήστος ήξερε από πρώτο χέρι τον τρόπο που οι άλλοι — απολύτως απαραίτητοι και άχρηστοι, κατά την περίπτωση — σε καταβροχθίζουν και σε εμέσουν ανά πάσα στιγμή. Γνώριζε, μάλιστα, ότι για να κατακτήσεις κάτι πρέπει υποχρεωτικά να περάσεις από αυτή την κανιβαλική δοκιμασία. Αν το ’χεις, θα αντέξεις• αν δεν το ’χεις, θα σε φάνε λάχανο. Ό,τι ξεστόμιζε, λοιπόν, για πρόσωπα και πράγματα βασιζόταν σε μια πεπειραμένη εκτίμηση των ψυχοφθόρων κινδύνων της συντροφιάς — που, μαγαζάκι χωρίς πόρτα, διημερεύει και διανυκτερεύει για να γλωσσοδέρνεται.

Ο άνθρωπος που συναναστράφηκα αρκετά χρόνια ήταν η χαρακτηριστική φιγούρα των δημόσιων χώρων — γέννημα θρέμμα του «γεια χαρά, κάτσε». Άτομο με ειδικό στιλ εισόδου στο κατάστημα, ερευνητικό βλέμμα που ψάχνει την καλή συντροφιά και αποφεύγει τους ψειριασμένους.

Ο Βακαλόπουλος ήξερε να κάτσει εκεί που πρέπει, ήξερε πώς θα «τσιμπήσει» στην ενδιαφέρουσα συζήτηση και, πάνω απ’ όλα, ήξερε πότε θα φύγει. Νομίζω ότι οι  αναχωρήσεις του ήταν ένα από τα πιο αξιοπρόσεχτα στοιχεία της κινησιολογίας του — που, χωρίς υπερβολή, μπορούμε να την ταυτίσουμε με ένα σημαντικό μέρος του χαρακτήρα του — αυτού τουλάχιστον που επεδείκνυε στους χώρους όπου εμφανιζόταν τακτικά: «Βρούτο», «Dolce», «Παρασκήνιο», «Ένοικο» και «Άμα λάχει».



Το παρελθόν όλων μας στα λαϊκά τραγούδια έχει γραφτεί.....

Τα τραγούδια είναι καλό να σ' τα μάθουν οι παρέες. Όπως είναι πολύ καλό - ψυχοσωτήριο στην κυριολεξία - να συναναστραφείς συντροφιές που πίνουν και τραγουδάνε - ......

«Οι άνθρωποι των γραμμάτων δεν γλεντάνε!», μου έλεγε συχνά και η σκέψη του ήταν τόσο σωστή, ώστε ίσχυε εν μέρει και για τον ίδιο. 

Κατά μία έννοια το παρελθόν όλων μας έχει "γραφτεί" στα λαϊκά τραγούδια. Ακόμα κι αν δεν έχεις, το τραγούδι σου χαρίζει αμέσως τη βαθύτητα ενός παρελθόντος. Τι σημασία έχει αν δεν είσαι βασάνης;Τραγουδάς και γίνεσαι. Όπως στους έρωτες μόνο οι άτυχες στιγμές αντέχουν στο χρόνο, στο τραγούδι εκδηλώνεται μια σπαραξικάρδια ανάγκη των συμποτών να θυμηθούν ή να επινοήσουν δυστυχίες. 

Μη λυπάσαι που φεύγω.....

Στην δέκα και είκοσι το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου του 1993 ο Χρήστος πεθαίνει.

Στην κηδεία του, (1η Φεβρουαρίου στο Νεκροταφείο Ζωγράφου), οι μουσικοί της τελευταίας του ταινίας "Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε", ζητούν την άδεια να παίξουν κάτι την ώρα της ταφής. Διακριτικά, σε χαμηλούς τόνους, παίζουν το "Μη λυπάσαι που φεύγω", ένα λαϊκό  τραγούδι που είχε διαλέξει ο Χρήστος για την ταινία.

Πηγές
  • Κωστή Παπαγιώργη, Γεια σου, Ασημάκη, εκδόσεις Καστανιώτη
  • http://christosvakalopoulos.gr/



Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

"Ένα βιβλίο που σπέρνει βελόνες στο στρώμα μου, σε τι μου χρησιμεύει;", Μάξιμ Γκόρκι


Την ξέρω τη ζωή, μια σοβαρή ανάπαψη ζητάω.....


Δεν
 είμαι κανένα παιδάκι: είμαι σαράντα χρόνων, μάλιστα, Κύριε ! Ξέρω τη ζωή όπως ξέρω τις ρυτίδες πάνω στο μάγουλό μου ή πά­νω στην παλάμη μου. Δεν περιμένω πια τίποτε να μάθω από κανένα. Έχω οικογένεια και για να εξασφαλίσω κάποια καλοπέραση, αναγκάστηκα να σκύβω τη ράχη είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Είναι μια βαριά και πολύ δυσάρεστη αγγαρεία να σκύβει κανένας τη ράχη. Μα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, και τώρα να ησυ­χάσω από τους κόπους της ζωής, Κύριε, σας παρακαλώ να με πιστέψετε.

Ησυχάζοντας, μ' αρέσει να διαβάζω. Το διάβασμα είναι μια μεγάλη ευχαρίστηση για τον πολιτισμένο άνθρωπο, κ’ εκτιμώ το βι­βλίο, τo αγαπώ πολύ. Μα δεν ανήκω στην κα­τηγορία των περιέργων εκείνων ανθρώπων, που ρίχνονται στο βιβλίο που θα δουν σαν πεινασμένοι στο ψωμί, για να 'βρουν σ’ αυτό καμιά καινούργια φράση ή για να γυρέψουν να τους δείξει το πώς πρέπει να ζούμε.

Ξέρω το πώς πρέπει να ζει κανένας, μά­λιστα, το ξέρω...

Το βιβλίο μου το διαλέγω μόνος μου, και διαβάζω μόνο τα καλά βιβλία, που είναι γραμ­μένα με αίσθημα. Μου αρέσει όταν ο συγγρα­φεύς μπορεί να μου δείξει τα έντιμα και φω­τεινά μέρη της ζωής, όπως και όταν λέγει και τ’ άσκημα πράγματα. Δε συλλογίζεται κανένας αν είναι και τόσο καλό το ψητό, όταν μένει ευχαριστημένος από τη σάλτσα.

Σ’ εμάς τους ανθρώπους που εργαστήκαμε πολύ στη ζωή μας, το βιβλίο πρέπει να μας παρηγορεί, πρέπει να μας νανουρίζει, όπως η παραμάνα νανουρίζει το παιδί. Να η γνώμη μου, Κύριε.

Μια ανάπαψη σοβαρή, είναι δικαίωμά μου ιερό! Ποιος θα τολμούσε να το πει πως δεν είναι σωστό;




..καμιά αυθάδεια, όλα απλά, όμορ­φα.....


Λοιπόν, μια μέρα, αγόρασα ένα βιβλίο κά­ποιου της μόδας συγγραφέα μας.

Το αγόρασα, το πήγα σπίτι και το βράδυ, κόφτοντας τα φύλλα του προσεχτικά, άρχισα να το διαβάζω.

Πρέπει να σας το πω: είχα κάποια προ­κατάληψη, αρχίζοντας το διάβασμά του. Δεν πιστεύω στα καινούργια ταλέντα. Αγαπώ τον Τουργκένιεφ. είναι γλυκός κ’ευχάριστος συγγραφεύς. Όταν τον διαβάζεις, είναι σα να πίνεις γάλα παχύ με την κρέμα του από πάνω και σκέφτεσαι: «Πέρασε πολύς καιρός από τότε που συνέβησαν αυτά τα πράγματα, δεν είναι πια σημερινά, τα 'χουμε ζήσει». Αγαπώ ακόμα τον Γκοντσάρωφ, έγραφε κατά τρόπο ήσυχο, σταθερό και πειστικό.

Αρχίζω λοιπόν το βιβλίο... Ε! τι διάβολο! Γλώσσα θαυμάσια, ακριβής, όλα λέγονται χωρίς προκατάληψη, όλα είναι τέλεια ζυγιασμένα, πολύ καλά!....Τέλειωσα ένα μικρό διή­γημα, έκλεισα το βιβλίο κι’ άρχισα να συλλογίζουμαι.

Μια θλιβερή εντύπωση... μα μπορεί κανείς να εξακολουθήσει το διάβασμα χωρίς φόβο. Δεν υπάρχει σ’ αυτό τίποτε το σκληρό, δεν υ­πάρχουν σκεπασμένοι σαρκασμοί, ούτε υπαι­νιγμοί κακοί για τις πλούσιες τάξεις, ούτε καμιά προσπάθεια για να παρουσιαστούν οι αφανείς άνθρωποι σαν υποδείγματα κάθε α­ρετής και τελειότητος. Με μια λέξη, καμιά αυθάδεια, όλα είναι πολύ απλά, πολύ όμορ­φα.

Διαβάζω ακόμα ένα διήγημα. Πολύ, πολύ καλά. Μπράβο !...Κι’ άλλο !... Λένε πως όταν ένας Κινέζος θέλει να φαρμακώσει το φίλο του που για τον ένα ή τον άλλο λόγο επιθυ­μεί να τον βγάλει από τη μέση, τον προσκαλεί σπίτι του και του προσφέρει ζαχαρωτά από ζιγγίβερη (πιπερόριζα). Τα ζαχαρωτά αυτά είναι γλυκύτα­τα, έχουν μια γεύση σπάνια και τα τρώγει κανείς για αρκετή ώρα με μια ευχαρίστηση απερίγραπτη. Έρχεται όμως μια στιγμή που ο άνθρωπος πέφτει σαν ένας όγκος χάμω και τότε τετέλεσται. Ποτέ πια δε θα ξαναφάγει, γιατί ο ίδιος τώρα θα χρησιμέψει για τροφή στα σκουλήκια.

Έτσι κι’ αυτό το βιβλίο το διάβασα μονο­κοπανιάς, ήμουν στο κρεβάτι όταν το τελεί­ωσα, κι αφού το τελείωσα, έσβησα τη λάμ­πα κι ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ. Είχα ξαπλώ­σει πολύ ήσυχος. Γύρω μου βασίλευε, η ησυ­χία και η σιωπή.




..κι άρχισα να συλλογίζομαι:όλη μου η ζωή  μια βλακεία... 

Άξαφνα νοιώθω κάτι το εξαιρετικό. Μου φάνηκε πως από πάνω μου, στο σκοτάδι, άρχισαν να πετούν και να στριφογυρίζουν βουΐζοντας φθινοπωρινές μύγες. Ξέρετε τις ενοχλητικές αυτές μύγες, που πετυχαίνουν έτσι καλά, να κάθουνται πότε, στη μύτη σας, πότε στα δυο αυτιά σας και πότε γύρω-γύρω στο σαγόνι σας; Τα ποδαράκια τους, σας γαργαλούν κατά τρόπο φοβερά ερεθιστικό.

Ανοίγω τα μάτια — δε βλέπω τίποτα. Μα στην ψυχή μου, υπάρχει κάτι το θαμπό, το θλιβερό. Θυμάμαι άθελα ό,τι είχα διαβάσει. Ορθώνονται μπροστά μου τα πρόσωπα των σκοτεινών ηρώων. Είναι όλοι τους άνθρωποι καχεκτικοί, μετριοπαθείς, που δεν έχουν καθόλου αίμα στις φλέβες. Η ζωή τους είναι α­νόητη... και πληχτική.

Δεν μπορώ να κοιμηθώ.

Αρχίζω να συλλογίζουμαι: Έζησα σαράν­τα χρόνια, σαράντα χρόνια, σαράντα χρόνια. Το στομάχι μου λειτουργεί άσχημα. Η γυναίκα μου λέγει πως είμαι... χμ !.. πως δεν αγαπώ πια με τόσο πάθος όπως πριν από πέντε χρόνια.Ο γιος μου είναι ένας ηλί­θιος. Οι σημειώσεις του είναι πολύ άσχημες είναι τεμπέλης. άλλο δεν κάνει από του να πατινάρει αδιάκοπα και να διαβάζει ηλίθια βιβλία... Θα 'πρεπε να δω τι πράγμα είναι αυ­τά τα βιβλία. Το σχολείο είναι ένα απαίσιο ίδρυμα, κολοβώνει τα παιδιά. Η γυναίκα μου έχει πέντε σωστές ζαρωματιές, σαν ποδάρι χή­νας στην άκρη των ματιών της, κι ωστόσο έχει ακόμα αξιώσεις. Το επάγγελμά μου— εί­μαι δημόσιος υπάλληλος— είναι κατά βάθος μια τέλεια βλακεία, αν θέλει κανείς να το εξετάσει λογικά.

Και γενικά όλη μου η ζωή... αν ήθελε κα­νείς να την εξετάσει λογικά...



Το καταραμένο βιβλίο

Εδώ, τράβηξα τα χαλινάρια της φαντα­σίας μου κι’ άνοιξα τα μάτια. Τι διάβολο ! Τι είναι αυτή η φαντασμαγορία!

Βλέπω — κοντά στο κρεβάτι μου — ένα βιβλίο, ένα τόμο ξερό, λεπτό, κουρνιασμένο πάνω σε κάτι μακριά λεπτούτσικα πόδια, που κουνά, το κεφάλι του σα να μου λέει — ναι!

Με τις σελίδες του που θρουΐζουν ανάλα­φρα, μου λέει:

— Να' σαι λογικός!

Το πρόσωπό του είναι μακρύ, φουρκισμέ­νο και θλιβερό συγχρόνως, και τα μάτια του, που λάμπουν με μια τρομερή λάμψη, μου κά­νουν τρυπίτσες-τρυπίτσες την ψυχή:

«Σκέψου λιγάκι, σκέψου καλά, γιατί έζησες σαράντα χρόνια; Τι έδωσες στη ζωή καθ’ όλο αυτό το διάστημα; Ούτε μια καινούργια σκέψη δε γεννήθηκε στο μυαλό σου. Δεν πρόφερες ούτε μια λέξη πρωτότυπη ολόκληρα σαράντα χρόνια. Ποτέ δεν πετάχτηκε μέσα από το στήθος σου μια λέξη καθαρή και δυ­νατή, κι’ όταν ακόμα ερωτεύτηκες, συλλογι­ζόσουν πάντα: « Θα' ναι τάχα καμιά γυναίκα ­που μου κάνει;»
«Τη μισή ζωή σου την έστειλες να πάει να σπουδάσει και κατά το διάστημα της άλλης μισής, ξέχασες εκείνα που είχες μάθει. Και πάντα άλλη σκέψη δεν είχες από την καλο­πέρασή σου, τα αναπαυτικά σου έπιπλα και το καλό φαγί.

Είσαι μια νούλα. ένας αναίσθητος, ένας περιττός στον κόσμο, και κανείς δεν έχει την ανάγκη σου. Θα πεθάνεις και τι θα μείνει από σένα; Τίποτε! Θα 'σαι σα να μην έζησες ποτέ !»


Τότε το καταραμένο βιβλίο περπάτησε πάνω μου, καλοκάθισε πάνω στο στήθος μου και το ζουλούσε. Οι σελίδες του έτρεμαν, με σκέπαζαν και μου μουρμούριζαν :

«Άνθρωποι σαν και σένα υπάρχουν χιλιά­δες και χιλιάδες στον κόσμο. Όλη σου η ύ­παρξη περνά σαν της χελώνας μέσα στο ζε­στό καβούκι της και γι’ αυτό η ζωή σου φαίνεται τόσο πληχτική, τόσο τεφρή!»

Άκουγα αυτά τα λόγια και θαρρούσα πως δάχτυλα λεπτά, κρύα, τρύπωναν μέσα στην καρδιά μου και περπατούσαν εκεί. Μ’ έπνιγε κάποια αγωνία, κι’ ένιωθα κάποια στενοχώ­ρια και κάποια ανέκφραστη ανησυχία να με πιάνει ολόκληρο.

Ποτέ η ζωή δε μου φαινόταν πολύ φωτει­νή. τη θεωρούσα σαν ένα καθήκον, που θα γινόταν σιγά-σιγά συνήθεια ή, για να εξη­γηθώ καλύτερα, ζούσα χωρίς να τη σκέφτουμαι. Ζούσα. αυτό ήταν όλο. Μα τώρα το α­νόητο αυτό βιβλίο μου ζωγράφισε τη ζωή με χρώματα τόσο ανυπόφορα, πένθιμα και ά­σκημα!

«Οι άνθρωποι υποφέρουν, θέλουν κάτι, ε­πιδιώκουν κάτι, και συ με τίποτε άλλο δεν καταγίνεσαι παρά, με την υπηρεσία σου. Ούτε συ ο ίδιος βρίσκεις σ’ αυτό καμιά ευχαρίστηση, ούτε και τους άλλους ευχαριστείς. Γιατί ζεις;»
Οι ερωτήσεις αυτές με βασάνιζαν, με δάγ­κωναν, με ροκάνιζαν. δεν μπορούσα να κοι­μηθώ. Κι ο άνθρωπος πρέπει να κοιμάται, Κύριε!

Μέσ’ απ’ τις σελίδες του βιβλίου, τα μάτια των ηρώων καρφώνονταν πάνω μου, θέτοντάς μου αυτή την ερώτηση:

«Γιατί ζεις;»

— «Αυτό δε σας ενδιαφέρει !» θα 'θελα ν’ απαντήσω, μα δεν μπορούσα. Βουΐσματα ακαθόριστα και μουρμουρητά αντηχούσαν στ’ αυτιά μου. Μου φαινόταν ότι ο ωκεανός της ζωής είχε αρπάξει το κρεβάτι μου και το 'παιρνε μαζί του πάνω στα κύματα, λικνίζοντάς με μέσα στο άπειρο. Οι θύμισες του πε­ρασμένου καιρού προκαλούσαν μέσα μου κάτι σα ναυτίαση. Ποτέ δεν πέρασα μια τόσο τα­ραγμένη νύχτα, σας το ορκίζουμαι, Κύριε.

Και σας ρωτώ, μα την αλήθεια, τι χρησι­μεύει στον άνθρωπο ένα βιβλίο που τον ανη­συχεί και τον εμποδίζει να κοιμηθεί; Ένα βιβλίο πρέπει να μου μεγαλώνει την ενέργειά μου, μα όταν σπέρνει βελόνες στο στρώμα μου, σε τι μου χρησιμεύει; πείτέ μου το, αν ευαρεστείσθε!

Πρέπει ν’ αποσύρουν από την κυκλοφορία τέτοια βιβλία, μάλιστα, Κύριε, γιατί ο άν­θρωπος έχει ανάγκη να του προσφέρουν κάτι ευχάριστο. Τα δυσάρεστα πράγματα και μόνος του μπορεί να τα δημιουργήσει.



Art works by Jonathan Wolstenholme

Πώς πήρε τέλος η υπόθεση...

Πώς
 πήρε τέλος η υπόθεση; Κατά τον απλούστερο τρόπο. Το πρωί σηκώθηκα θυμω­μένος, κακός σαν το διάβολο. πήρα τον τόμο αυτό και τον πήγα στο βιβλιοδέτη.

Και μου τον έδεσε.

Ένα πολύ γερό δέσιμο και πολύ βαρύ. Το βιβλίο βρίσκεται τώρα τοποθετημένο στο κάτω-κάτω ράφι της βιβλιοθήκης μου, κι όταν είμαι σε διάθεση, το αγγίζω ελαφρά με τη μύτη της μπότας μου και το ρωτώ:

— Ποιος από τους δυο μας νίκησε τον άλλο; Ε;.....


Art works by Jonathan Wolstenholme


Μάξιμ Γκόρκυ, Ένα ανησυχαστικό βιβλίο, (Εντυπώσεις ενός μυαλωμένου ανθρώπου)
Ο αναγνώστης, (αρθ. 2), μτφρ. Γεωργίου Σημηριώτη, Μικρή Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Ανατολής, Σολωμού 12 
(Σε ακριβή ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1926)

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Αχ Μαργαρίτα μάγισσα! Αργύρης Χιόνης, "Το δούρειον θήλυ"

Emile Vernon, Starlight (detail)

Η αγάπη κάστρα καταλεί, 
μπεντένια ρίχνει κάτου 
και παλικάρια του σπαθιού
τα ρίχνει του θανάτου.
Αγνώστου
  Δυο βασιλιάδες κάποτε σε πόλεμο...

Ήτανε κάποτε δύο βασιλιάδες που βασίλευαν σε όμορα βασίλεια και, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ήθελαν και οι δύο να καταργήσουν τα μεταξύ τους σύνορα, όχι για να συμβασιλεύσουν σε ένα μεγαλύτερο βασίλειο, αλλά για να γίνει ο ένας από τους δύο, αφού θα εξολόθρευε τον άλλον, μεγαλύτερος βασιλιάς μεγαλύτερου βασιλείου.

Επόμενο ήταν, λοιπόν, να βρίσκονται, σχεδόν διαρκώς, σε εμπόλεμη κατάσταση και να διεξάγουν μάχες, που, ωστόσο, έληγαν πάντα με ισοπαλία, καθότι, καθώς φαίνεται, οι δυο στρατοί τους ήσαν ισοδύναμοι. Λέω «σχεδόν διαρκώς» γιατί υπήρχαν και κάποιες περίοδοι ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης, όταν αμοιβαίως εξαντλούνταν οι οικονομικοί πόροι και το ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή όταν δεν υπήρχαν πλέον θησαυροί στα θησαυροφυλάκια και στρατιώτες στους στρατώνες των δύο αυτών επιφανών και φιλοδόξων βασιλέων.


Εδώ, ωστόσο, πρέπει να κάνω μια παρένθεση για να πληροφορήσω τους αναγνώστες (πράγμα που έπρεπε να είχε γίνει στην αρχή) ότι τα δύο εν λόγω βασίλεια βρίσκονταν στην έξω και μακριά από μας Εσπερία και στην ακόμη εξώτερη νήσο Αλβιώνα• άκουγαν δε το ένα στο όνομα Horn και το άλλο στο όνομα Corn.

Η πληροφορία δόθηκε, η παρένθεση έκλεισε, η ιστορία συνεχίζεται. 



..μια εκπάγλου ωραιότητος χωριατοπούλα.. 

Σε μία, λοιπόν, από αυτές τις περιόδους ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης, ο επιφορτισμένος με τη στρατολόγηση παλλακίδων αυλικός, ο κόμης Pander, περιπλανώμενος εν υπηρεσία, με την ακολουθία του, στην κομητεία της Χορνουάλης, έπεσε πάνω σε μια χωριατοπούλα εκπάγλου ωραιότητος, που, με ανασκουμπωμένα μανίκια, μεσοφόρια και φουστάνια, έπλενε μ’ έναν κόπανο στην όχθη ενός ποταμού, ξεμπράτσωτη, γυμνοπόδαρη και ξαναμμένη, σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια. Το όνομα αυτής Mayflower.

Σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια τα πήρε ο ποταμός και την ωραία κόρη Mayflower την πήρε ο κόμης Pander, δώρο για να την πάει στον αφέντη του, τον βασιλιά του Horn, που, όταν τη ρίξανε στα πόδια του, ημίγυμνη, έχασε το μυαλό του απ' τα κάλλη της. Δεν το ’χασε ωστόσο εντελώς, γιατί ήταν πονηρός κι αμέσως είδε ότι στα χέρια του είχε, επιτέ­λους, το όπλο που θ' αφάνιζε τον μισητό εχθρό του, τον βασιλιά του Corn. 


Eugene de Blaas, The Laundress

....από αγριολούλουδο τζοβαΐρι....

Χωρίς
λοιπόν ούτε στιγμή να χάσει, φώναξε τις κυρίες των τιμών και τους παρέδωσε αυτό το αγριολούλουδο, με τη ρητή εντολή να το μεταμορφώσουνε σε τζοβαϊρι, άξιο να στολίζει στέμμα εστεμμένου. Δήλωσε δε, μαγαλοφώνως, ότι αυτή θα ήταν στο εξής, η ευνοούμενή του και όποιος ή όποια (και τόνισε ιδιαίτερα αυτό το όποια, γιατί στων θηλυκών τα μάτια είδε να λάμπει κιόλας του φθόνου η φλόγα) επιχειρούσε να πειράξει έστω και μια τρίχα της κεφαλής της, έστω και το πιο μικρό νυχάκι του πιο μικρού δαχτύλου των ποδιών της, θα αντιμετώπιζε την μήνιν της μεγαλειότητος του και την εσχάτη των ποινών.
Ωσάν βρεγμένες γάτες απεχώρησαν, πισωπατώντας, οι κυρίες των τιμών κι οδήγησαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της την καινούργια του στέμματος ευνοούμενη.


Την άλλη κιόλας μέρα, άρχισε η μεταμόρφωσή της από αγριολούλουδο σε τζοβαΐρι, άρχισε δηλαδή η διαπαιδαγώγησή της και, επειδή δεν ήταν μόνο πανωραία αλλά και πανέξυπνη, μέσα σ’ ένα χρόνο μόνο έμαθε να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν γεννημένη σε παλάτι, να παίζει μαντολίνο, να άδει μαδριγάλια και, πάνω σε καμβά, περίτεχνα, πουλιά, λουλούδια κι ελάφια να κεντά με σταυροβελονιά. Διδάχτηκε επίσης κι αφομοίωσε (πράγμα πολύ σημαντικό για τους απώτερους σκοπούς του βασιλιά) την τοπική διάλεκτο του Corn.


Emile Vernon, Starlight

Κι ο βασιλιάς άνοιξε την αγκαλιά του στην ομορφιά και στο θάνατο μαζί....

Ολόκληρο το διάστημα αυτό, επί τριακόσιες δηλαδή εξήντα πέντε νύχτες μόνο μ’ αυτήν κοιμότανε ο βασιλιάς και, την τριακοσιοστή εξηκοστή και έκτη μέρα μάτωσε η καρδιά του όταν, εις ένδειξιν φιλίας και καλών προθέσεων, την έστειλε πεσκέσι στον βασιλιά του Corn. Έτσι 'ναι, βλέπετε, οι βασιλιάδες πάντοτε βάζουν το κοινό συμφέρον πά­νω απ' την προσωπική τους ευτυχία.

Ο βασιλιάς του Corn, σαν είδε το θεσπέσιο θηλυκό, ένιωσε να του λύνονται τα γόνατα και την καρδιά του σαν τρελή να πεταρίζει. Ο ακαριαίος έρωτας τόσο πολύ τον τύφλωσε, ώστε ούτε στιγμή δεν πέρασε από το κεραυνόπληκτο μυαλό του η σκέψη ότι οι προθέσεις του αντιπάλου του μπορεί να μην ήταν τόσο καθαρές. Δεν ήξερε, ο άμοιρος, δεν είχε ως τότε μάθει πως η μεγάλη ομορφιά χέρι με χέρι με το θάνατο βαδίζει. Έτσι, ανυποψίαστος, άνοιξε και στους δυο την αγκαλιά του.

Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μη κλέβουμε από την αιωνιότητα, μόλις η Mayflower διάβηκε σαν αερικό του παλατιού την πύλη, άλλαξε η τάξη των πραγμάτων κι ήρθαν τα πάνω κάτω στο βασίλειο του Corn. Ο βασιλιάς έπαψε να ασχολείται με τη διακυβέρνηση της χώρας κι άλλο δεν έκανε παρά να διοργανώνει γλέντια, τσιμπούσια και χορούς για χάρη της χαράς του, για της καρδιάς του την καρδιά, όπως ονόμαζε τη νέα ερωμένη του. Στο μεταξύ, αφού τόσο οι στρατηγοί όσο και οι λοιποί αξιωματικοί παίρνανε μέρος στα όργια, εγκατέλειπαν οι φρουροί τα πόστα τους και τα στρατόπεδα οι φαντάροι, σκότωναν οι αγρότες τους φοροεισπράκτορες και οι ληστές σκότωναν τους αγρότες κι άδειαζαν τα κελάρια τους. Όπως καταλαβαίνετε, σύντομα, πολύ σύντομα, είχανε γκρεμιστεί οι τέσσερις πυλώνες που στηρίζουνε συνήθως μια ευνομούμενη κοινωνία: ησυχία τάξη, ασφάλεια και οικονομία.

Henri Lévy, Death and the Maiden (detail), 1900

..το αχλάδι έτοιμο να σωριαστεί στο χώμα...

Ο
βασιλιάς του Horn, σαν έμαθε από τους κατασκόπους του, που είχε στείλει επιτόπου, ότι το αχλάδι ήταν έτοιμο να σωριαστεί, με ένα «Αχ!», στο χώμα, εισέβαλε, με έναν μόνο λόχο, στο βασίλειο του Corn κι έφτασε, δίχως ν’ ανοίξει ούτε ρουθούνι, ως τα ανάκτορα.

Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει και, καθώς τις πόρτες τις ξεμπάρωτες άνοιγαν οι στρατιώτες, αντίκρισε ο βασιλιάς στου θρόνου την τεράστια σάλα πάνω σε πάγκους, σε ανάκλιντρα και σε τραπέζια, αλλά και καταγής, κορμιά ανδρών και γυναικών, γυμνά και ημίγυμνα, ατάκτως απ’ τη μέθη και τον ύπνο ερριμένα. Ο χώρος όλος έζεχνε κρασίλα, ξερατά, σπέρμα…

Πήρε μαζί του δυο ακολούθους και, δρασκελώντας τα ημιθανή κορμιά, για το βασιλικό τράβηξε κοιτώνα. Σαν έφτασε εκεί, άφησε έξω, ως φρουρούς, τους άνδρες του, μπήκε αθόρυβα μες το δωμάτιο, αθόρυβα έκλεισε την πόρτα πίσω του και αθόρυβα πλησίασε την κλίνη όπου, ντυμένοι μόνο με τη γύμνια τους, κείτονταν ο βασιλιάς του Corn και η ωραία Mayflower. 


Roberto Ferri – Il sepolcro degli amanti 

Ναι, τα καταφέραμε, αλλά είσαι πόρνη......

Δίχως κανένα δισταγμό, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, σαν έτοιμος από καιρό, σήκωσε το σπαθί το φονικό και, κατεβάζοντάς το με ορμή πάνω στου κοιμισμένου εχθρού του το λαιμό, αξύπνητο τον έστειλε στον Άδη.

Από το γδούπο που ’κανε η κομμένη κεφαλή, καθώς στο δάπεδο έπεφτε, ξύπνησε αλαφιασμένη η καλλονή. Δεν κράτησε πολύ ωστόσο η ταραχή της…


Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, χαμογέλασε, μ’ εκείνο το χαμόγελο που ’λυνε γόνατα και είπε: 

«Τα καταφέραμε, αγάπη μου, έτσι δεν είναι; Έκανα ό,τι μου ’πες και τα καταφέραμε, έτσι δεν είναι;»

«Ναι , έτσι ακριβώς, αλλά είσαι πόρνη, κεράτωσες το βασιλιά σου, εμένα, το βασιλιά του Horncorn!» της αποκρίθηκε αυτός και ξανασήκωσε το αμείλικτο σπαθί του.



Roberto Ferri. Nella morte avvinti, 2010 (λεπτομέρεια)

Στα χέρια των λέξεων....

Ελπίζω ο αναγνώστης να μου συγχωρήσει αυτή τη φλυαρία, αλλά, ως γνωστόν, μία από τις ελάχιστες απολαύσεις που έχει ο συγγραφέας είναι να εγκαταλείπεται, κάποτε κάποτε, στα χέρια των ερωμένων του, των λέξεων, και ν' αφήνει να τον σέρνουν από τη μύτη όπου αυτές θέλουν.
  • Τα αγνοημένα από την επίσημη Ιστορία τοπωνύμια Horn και Corn, καθώς και το πάντα παρόν Cape Horn (Ακρωτήριο Χορν, στο ακρότατο, προς Νότο, άκρο της μακρότατης Χιλής) έχουν μάλλον κοινή μητέρα τη λατινική λέξη cornu ( = κέρας).
  • Τα ουσιαστικά horn και corn δεν δηλώνουν μόνον το κέρας ζώου, αλλά και ό,τι άλλο έχει σχήμα κέρατος. Ενδεικτικά μόνο, αναφέρω εδώ κάποια παραδείγματα:
  • Horn, πέραν του κέρατος ζώου, ονομάζονται η κεραία ή το κεράτιον εντόμου ή κοχλίου, το μουσικό όργανο κέρας, το κυνηγετικό κέρας (hunting horn), η κόρνα (σάλπιγγα ή κέρας) του αυτοκινήτου, κ.π.α.
  • Corn, πέραν του κέρατος ζώου (βλ. unicorn), είναι ο στάχυς των σιτηρών και, κατ' έπέκταση, τα ίδια τα σιτηρά, το μουσικό όργανο κέρας ή κορνέτα (cornet), ο τύλος (επί το κοινότερον κάλος) στα πόδια, στο μέτωπο ή στο μυαλό, κ.π.α.
  • Είναι, ίσως, σκόπιμο, να αναφέρω εδώ και κάποια επίθετα που έχουν ως ρίζα τα ουσιαστικά corn ή horn. Πρόκειται για τις λέξεις: corny ( = τυλώδης, σιτοφόρος), horned (= κερασφόρος) και horny ( = κερατοειδής, κεράτινος, σκληρός, εξού και στη slang, καυλωμένος).
  • Τέλος, με ρίζα το horny, το ουσιαστικό horniness δηλώνει την τύλωση, τη σκλήρυνση και, στη slang πάντα, την καύλα.

Cernunnos, θεοποιημένο πνεύμα των αρσενικών ζώων με κέρατα για τους Κέλτες, όπως ο Πάνας στην ελληνική μυθολογία ή ο Μινώταυρος στο Μινωικό πολιτισμό.


  • Το ουσιαστικό τής αγγλικής γλώσσας pander σημαίνει «μαστροπός», «μαυλιστής», «προαγωγός». Ω θεοί, οποία, ταυτότης μεταξύ ονόματος και ιδιότητος!
  • Επειδή τα αγγλικά τα έμαθα στην πιάτσα και είναι πολύ πιο φτωχά από τα ήδη αρκετά φτωχά ελληνικά μου, η μόνη σχετική λέξη πού γνώριζα μέχρι τότε ήταν η λέξη pimp ( = νταβατζής).Έτσι, μετά την ανακάλυψη του pander, προσέφυγα εκ νέου στο λεξικό — στο ελληνοαγγλικό αυτή τη φορά — για να δω αν υπήρχε και άλλος Άγγλος μαστροπός. 
  • Υπήρχε όντως και ονομαζόταν procurer, λέξη πού σημαίνει, επίσης, «προμηθευτής» και θυμίζει πολύ τη γαλλική λέξη procureur, η οποία ωστόσο δεν σημαίνει ούτε «μαστροπός» ούτε «προμηθευτής», αλλά «επίτροπος», «πληρεξούσιος» ή «εισαγγελέας ».
  • Η σύζυγος παρ’ όλ' αυτά του κυρίου επιτρόπου ή εισαγγελέως ονομάζεται procureuse, λέξη που, προς όνειδος της ιδίας και του επιφανούς συζύγου της, σημαίνει επίσης «μαστροπός» ή «εκμαυλίστρια».

    José Frappa (1854-1904), Phryne

  • Η ηρωίδα μας οφείλει το όνομά της στο πολυετές ποώδες φυτό λευκάνθεμον του γένους των αγγειοσπέρμων δικοτύλων, της τάξεως των αστερωδών και της οικογένειας των συνθέτων (compositae). Λευκάνθεμον, λοιπόν, ή ασπρολούλουδο ή αστρολούλουδο ή άστρο ή, τέλος και κυρίως, μαργαρίτα.
  • Παραπέμπω, εν προκειμένω», τον φιλομαθή και φιλόμουσο αναγνώστη στο γλυκύτατο άσμα «Μαγιοπούλα» των Ιάκωβου Καμπανέλλη και Μίκη Θεοδωράκη, και, πιο συγκεκριμένα, στους στίχους του ρεφραίν:

Αχ Μαργαρίτα μαγιοπούλα
αχ Μαργαρίτα μάγισσα!


  • Τόσο τα βασίλεια του Horn και του Corn, όσο και το μεγάλο βασίλειο του Horncorn έχουν σβήσει — αν γράφτηκαν ποτέ — απ’τον χάρτη και την Ιστορία. 
  • Δεν συνέβη, ωστόσο, το ίδιο και με τη Mayflower, το μαγιολούλουδο, τη μαγιοπούλα μάγισσα. 
  • Πολλά, πάρα πολλά χρόνια αργότερα, και πιο συγκεκριμένα το 1620, ένα δούρειο πλοίο (αυτό ήταν όντως ξύλινο), μήκους 27 μέτρων και βάρους 180 περίπου τόνων, απέπλευσε από το Σαουθάμπτον της Αγγλίας και, μετά από ταξίδι 66 ημερών, κατέπλευσε στη Μασσαχουσέττη της Αμερικής, όπου, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Πλύμουθ, αποβίβασε τούς επιβάτες του, 102 φανατικούς πουριτανούς, ιδρυτές του πρώτου μόνιμου αποικιακού οικισμού της Νέας Αγγλίας. 
  • Το πλοίο αυτό έφερε το όνομα «Mayflower» και είχε νηολογηθεί στο όνομα Άγγλων εμπόρων που αποκαλούνταν «Τυχοδιώκτες του Λονδίνου».

Alton S. Tobe, Boarding The Mayflower

Αργύρης Χιόνης, Το δούρειον θήλυ, Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, 
εκδόσεις Κίχλη [σελ. 25-31, 143-146]


Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε....
  • Μύθοι, υπαρκτοί ή επινενοημένοι, που δεν απέχουν από την ιστορική αλήθεια. 
  • Η γυναίκα εργαλείο, πολιορκητικός κριός που ανοίγει διάπλατα σφραγισμένες πόρτες και εκπορθεί ισχυρά βασίλεια. 
  • Η εξουσία ανίσχυρη μπροστά στην ομορφιά κι η ομορφιά χέρι χέρι με το θάνατο.
  • Ο έρωτας παντοδύναμος, καστροχαλαστής, ανδροκτόνος.
  • Κι η Μαργαρίτα, η "μάγισσα" που καίγεται στη φωτιά που άθελά της άναψε.


Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

«Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του», Ναζίμ Χικμέτ, ένα παραμύθι


Η λογοτεχνία αρχινάει και τελειώνει με το παραμύθι

Για μένα
, όλη η λογοτεχνία, για όλα τα είδη της, αρχινάει με το παραμύθι και τελειώνει με το παραμύθι. Μα πάλι, το παραμύθι είναι πολύ κοντά στην ποίηση. Το παραμύθι με το ρυθμό του, την επανάληψή του, τη λακωνικότητά του, τη φαντασία του, την αγάπη του, την τραγωδία του, την άπλα του, το αντικείμενό του και τον άνθρωπό του, τη δουλειά του, στη φύση και στη δημιουργία του που δε συναπαντηθηκε με το ταίρι του, αλλά και με τις ελπίδες μας, τους φόβους μας, τις αγάπες μας με όλη τη βαθύτητά τους, όλη την απλοχωριά που τα καινούργια αντικείμενα τα κουβαλάνε οι καινούργιοι άνθρωποι, τα καινούργια ζώα με τη δημιουργία τους, είναι βέβαια πολύ κοντά στην ποίηση.

Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα


Στη γλώσσα επάνω να ήτανε μια γλώσσα σαν μουσική ακόμα όλων των λαών, όλων των πραγμάτων, όλων των θέσεων της κουλτούρας δεν είναι συνεταιριστικό πράγμα ακόμα. Τη μουσική της Ασίας όταν την ακούσει ο Ευρωπαίος, δε θα μπορέσει με το πρώτο να την καταλάβει. Ο Μπετόβεν με όλη την πολιτιστική αντικειμενικότητα δεν είναι ένας συνθέτης που θα τον καταλάβουνε αμέσως. Μα το παραμύθι είναι όλων των λαών, όλων των εποχών και της κουλτούρας. Το πιο βαθύ αράπικο παραμύθι ο Γιάπιονας ή ο Εγγλέζος θα το καταλάβει αμέσως και θα το αγαπήσει. Ο Ρώσος είτε είναι εργάτης είτε είναι κολχόζνικος είτε είναι γνώστης του ατόμου, στο πιο βαθύ τούρκικο παραμύθι αμέσως θα καταλάβει τη γλύκα. Ένα παιδί απ’ τις Ινάες μαζί με τον πατέρα του μπορούνε ν’ ακούσουνε το ίδιο παραμύθι. Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα.

Αργά ή γρήγορα όλοι οι λαοί, πάνω κάτω, τους ίδιους κοινωνικούς δεσμούς γνωρίσανε. Λίγο πιο βαριά, λίγο πιο δυνατά, λίγο πιο περιστροφικά αυλακώνουνε από μια μεγάλη νερομάνα σε μια μεγάλη θάλασσα με σταθερή κατεύθυνση, με ξεχωριστή σημασία, που δεν κοιτάζει στην ωρίμανση λογιώ λογιώ πανοραμάτων τις ξεχωριστές λοξοδρομήσεις. Έτσι τα παραμύθια, λίγο πολύ, το ένα στο άλλο θα μοιάζουνε. Οι διανοούμενοι συναγωνίζονται γύρω απ’ αυτήν την ομοιότητα. Πολλές ιδέες σπρώχνονται μπροστά. 


Το παραμύθι να τ’ ακούς απ’ το να το διαβάζεις είναι καλύτερο. Ν’ αρχίσω να διηγούμαι:


 Ήτανε κάποτε κι έναν καιρό...



Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς. Αυτός ο βασιλιάς, μια μέρα των ημερών, έβγαλε κράχτες στους δρόμους:

- 'Οποιος βρει για μένα τον προφήτη Ηλία και μου τον φέρει, αυτουνού θα του δώσω ό,τι ζητήσει, έτσι οι κράχτες εφώναξαν.

Ποιος θα βρει τον Προφήτη Ηλία; Ο Προφήτης Ηλίας κατέβαινε στο μπαϊράμι του προφήτη Ηλία στη γη. Στους καλούς τους ανθρώπους, μια φορά τους φανερωνότανε στα μάτια τους, μα στους πολύ καλούς ανθρώπους. Όσοι θ’ απαντούσανε θα ζητούσαν, απ’ εκείνον ό,τι η καρδιά τους το θελήσει. Κι ο προφήτης τους το έδινε. Αλλά εκείνο που διέταξε ο βασιλιάς για τον προφήτη ήτανε εύκολο να το βρει;



Khizr and Elijah Praying in Mecca
Illuminated Manuscript collection of Stories of the Prophets


Σ’ εκείνη την πολιτεία ζούσε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος. Τα παιδιά του και τα μωρά του δεν ήσανε και λίγα. Με τη βία συντηριότανε, πολλές φορές τα βράδια κοιμόντουσαν νηστικά. Να, αυτός ο άνθρωπος σαν άκουσε τους ντελάληδες, είπε στη γυναίκα του:


- Όπως και να είναι όλοι μας απ’ την πείνα θα πεθάνουμε, το πιο καλό έχω να πάγω στον πατισάχ και να του πω πως θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σ’ αυτόν. Σαράντα μέρες θα ζητάω προθεσμία. Θα θέλω και για σας χρήματα πολλά, τόσο, ίσαμε να πεθάνετε. Σαράντα μέρες ύστερα ο βασιλιάς θα με κρεμάσει εμένα, θα με μακελέψει, σημασία δε δίνω. Τουλάχιστον εσένα και τα παιδιά μας θα γλιτώσω απ’ την πείνα.


"Χαμάλης" (Hamal, Istanbul)

Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Για να τον κάνει ν’ αλλάξει ιδέα είπε του κόσμου τα λόγια, έκαμε ό,τι ερχόταν απ’ το χέρι της. Αλλά του κάκου. Ο άνθρωπος πήγε στο βασιλιά:

- Βασιλιά μου, του είπε, εγώ θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σε σένα. Θέλω τόσες μέρες διορία και τόσα λεφτά, τα παιδιά μου και τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα.

Ο βασιλιάς έδωσε στους ανθρώπους του διαταγή. Ο δικός μας ο άνθρωπος σαράντα μέρες κουβάλησε τρόφιμα στο σπίτι του με τα λεφτά που πήρε απ’ τον πατισάχ. Τα παιδιά και τα μωρά σαράντα μέρες ως να χορτάσουνε φάγανε και ήπιανε.


Στις σαράντα και μια μέρα, ο βασιλιάς φώναξε τον άνθρωπο σιμά του:

- Βρήκες τον προφήτη; τον ρώτησε.

Ο άνθρωπος του αποκρίθηκε:

- Δεν μπόρεσα να τον βρω βασιλιά μου, του είπε. Αν θέλεις και την αλήθεια και να τον βρω δεν μπορώ. Τα παιδιά μου, τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα, σου είπα αυτό το ψέμα.

Ο βασιλιάς θύμωσε. Αλλά στον άνθρωπο ποια ποινή να δώσει, πρώτα ήθελε μαζί με τους βεζυράδες να κουβεντιάσει. Ρώτησε τον πρώτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις για τον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο πρώτος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Σαράντα κομμάτια να κάνεις αυτόν τον άνθρωπο και κάθε του κομμάτι να δώσεις στους χασάπηδες να κρεμάσουνε από ένα τσιγκέλι.

Ακριβώς εκείνη την ώρα ένα παιδάκι παρουσιάστηκε στη μέση:

- Ο καθένας, είπε το παιδί, σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει το παιδί. Γύρισε και ρώτησε στο δεύτερο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο δεύτερος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Να γδάρετε το δέρμα του και να το γεμίσετε άχυρο.
Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε στον τρίτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις εσύ να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο τρίτος βεζύρης έδωσε αυτήνε την απόκριση:

- Βασιλιά μου, αυτός ο άνθρωπος για να πει το ψέμα, αιτία είναι η πείνα. Λιγάκι κι εσείς να έχετε έλεος, αν έχετε λιγάκι ευσπλαχνία να χαρίσετε σε αυτό τον άνθρωπο.

Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε το παιδί:

- Ποιος είσαι εσύ; Από πού βγήκες; Όλο λες: «ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του». Τι θες να πεις με αυτά τα λόγια;

Το παιδί έδωσε αυτή την απόκριση:

- Εκείνο που θέλω να πω είναι αυτό: ο πρώτος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε χασάπης. Γι’ αυτό είναι που σύμφωνα με το επάγγελμά του για ποινή να μακελέψεις σου το ζήτησε. 


Ο δεύτερος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε παπλωματάς. Κι εκείνος σου ζήτησε σύμφωνα με το προηγούμενο επάγγελμά του. 

Ο τρίτος ο βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε εργάτης. Η φτώχεια, η πείνα τι είναι, τις ξέρει. Και κείνος, για λόγο της πείνας, τον άνθρωπο που είπε ψέματα ήθελε να τον σχωρέσεις. 

Όσο η σειρά ήρθε σε μένα: Εγώ είμαι ο Προφήτης. Στα μάτια των καλών ανθρώπων φαίνομαι. Ούτε για σένα, ούτε για τους βεζύρηδές σου, αλλά αυτού του φτωχού ανθρώπου και στον τρίτο βεζύρη σου ήρθα για να δειχτώ στα μάτια τους. Άφησε λεύτερο τον άνθρωπο. Εκείνο που είπε το έκαμε, εμένα μ’ έφερε μπροστά σου.


Prophet Elijah Rescuing Nur ad-Dahr from the Sea, a scene from the Hamzanama 
(Persian miniature by Mir Sayyid Ali )


Ο βασιλιάς κι οι βεζύρηδες εμείνανε κατάπληκτοι. 


Ο Προφήτης, ο φτωχός άνθρωπος κι ο τρίτος βεζύρης επειδή ξέρανε πως κακό δε θα κάμνανε, τα χέρια τους, τα βραχιόνια τους, ελεύθερα κουνώντας αφήσανε το παλάτι και φύγανε.

The ascent of Elijah toward heaven
( Northern Russian icon , 1290)

Nαζίμ Χικμέτ, Ο Προφήτης, Παραμύθια (Ναζίμ Χικμέτ, τα έργα του, βιβλίο δεύτερο, 
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή)