Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

«Ας γελάσω για όλα αυτά τα χάλια γιατί δε θέλω να κλάψω…» Μ. Καραγάτσης



Πορτρέτο του Μ. Καραγάτση, φιλοτεχνημένο από τη σύζυγό του Νίκη.
 [Πηγή: anemourion.blogspot.gr]




«Ένας άνθρωπος πιο λίγος σ’ αυτόν τον κόσμο… Μικρό το κακό! Πέθανε το γουρούνι μου! Ψόφησε ο γάιδαρός μου! Ας γελάσω! […]» 

Μ.Καραγάτσης, Το χαμένο νησί, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»


Ο Μ. Καραγάτσης σε μπαλ-μασκέ στο σπίτι του τεχνοκριτικού της «Καθημερινής» Αγγέλου Προκοπίου (αριστερά), μεταμφιεσμένος σε πειρατή. Δίπλα στον Καραγάτση, η ηθοποιός Ελσα Βεργή [Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

«....Αγαπώ το φωτεινό, το γνωστό Σήμερα»


Ο Καραγάτσης είναι Μορφή. Τριάντα ολόκληρα χρόνια βασίλεψε αδιαφιλονίκητα στα ελληνικά γράμματα αυτός ο λεβέντης, που τίποτε δε φοβήθηκε. Ούτε από τα όσα λέγονται, ούτε από τα όσα γίνονται, ούτε κι από τα όσα γράφονται. Ένιωθε πως το χρέος του ήταν να χαίρεται το σήμερα, όπως προβάλλει την κάθε μέρα παρθένο κι ολόδροσο με την ευκή του Θεού. Πίστευε πως μόνο μόνο οι δειλοί, μόνο οι αβέβαιοι για τον εαυτό τους, παραγνωρίζουν το μέγιστο τούτο δώρο· και τους συμπονούσε, όταν τους έβλεπε να το εξευτελίζουν πασχίζοντας να οικονομηθούν στο συμβατικό ανθρώπινο Πάνθεο, ανάμεσα στους άλλους χλιαρούς απαθανατισμένους, που για να πληροφορηθείς τα ξεχασμένα ονόματά τους πρέπει να διαβάσεις τα χρυσωμένα γράμματα.

Ο Καραγάτσης ήξερε να ζει. Τρυγούσε το σήμερα από τον ακήρατο αφρό του ως το πικρό κατακάθι. Κι όλα τα ήθελε να είναι ολόγυρά του άφθονα:οι φίλοι, τα αισθήματα, οι πράξεις, τα λόγια, τα πράγματα.Επόμενο είναι πως μια τέτοια ζωή έχει αμέτρητες χαρές και λύπες πάμπολλες· κι επακόλουθο είναι, πως και το έργο που βγαίνει από μια τέτοια ζωή, θα έχει τις δυνατές και τις αδύναμες στιγμές του.

Ίσως, δεν γινόταν το έργο να είναι αλλιώτικο από ό,τι ήταν ο ίδιος: η έκφραση της πλησμονής και η άρνηση του μέτρου.Το μέτρο είναι μια υποχώρηση για να συνεννοηθούμε, ένας συμβιβασμός για να υπάρξουμε. Ο Καραγάτσης, όμως, δε νοιαζόταν να υπάρξει μόνο. Απαιτούσε να ζήσει. Και την έζησε τη ζωή του όσο λίγοι τη ζουν, είτε ως άτομα ενυπόστατα είτε ως υποψήφιες προτομές.

Έτοιμος την κάθε στιγμή να αγωνιστεί, να πει αδίσταχτα εκείνο που νόμιζε, να αντιδικήσει με όποιον κι αν ήταν, δικαίωνε καθημερινά την πνευματική του παρουσία. Και το ίδιο έτοιμος να φάει να πιει και να γιορτάσει, χαιρόταν ανυπόκριτα την ηδονή της ύλης. 


Μπαλ-μασκέ στο σπίτι του Μ. Καραγάτση. 
 Ο συγγραφέας με τη Ρηνιώ Παπανικόλα, το 1957. 
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]



«...άλλη ζωή δεν υπάρχει»

Ως μαχητής δε θριαμβολογούσε. Κι ενώ ως άνθρωπος ήταν ανυπόμονος και καμιά φορά οξύς, είχε απέραντη συγκατάβαση για τις αδυναμίες των άλλων και τη διάθεση πάντα να βοηθήσει.
Ήξερε πως στη ζωή έχουν όλα την καλή και την ανάποδή τους όψη. Η αυτάρκεια την ανάγκη, η νίκη την ήττα και η ζωή το θάνατο. Και ήξερε και κάτι ακόμη, πάρα πολύ σημαντικό: πως όσο κι αν σε συντρέχει το ριζικό, πως όσα πολλά κι αν μπορείς κι όσα πολλά κι αν κατορθώνεις, έρχεται κάποτε κι η στιγμή που θα πρέπει να αποδείξεις το αν είσαι πραγματικά ή αν φαίνεσαι μόνο παλικάρι.

Όταν έφτασε και για τον Καραγάτση αυτή η στιγμή, την αντιμετώπισε με την αντρεία του Διγενή και με τη σοφία του Νέστορα. Ο ίδιος όμως την είπε με τόσα λίγα:

«Εμένα ο θάνατος δε μου χτύπησε μόνο την πόρτα· την άνοιξε κι αντικρυστήκαμε».

Έπειτα από ένα τέτοιο συναπάντημα, φυσικό ήταν ο Καραγάτσης να βιάζεται. Αρχίζει να γράφει το «10», δουλεύοντας με ξεχωριστό κέφι, όμως δεν είναι γραφτό να το τελειώσει. Ο θάνατος που συνεχώς περίμενε στην ανοιχτή πόρτα, την κλείνει μια μέρα πίσω του και μένουν με τον Καραγάτση, για λίγο οι δύο τους, ενώπιος ενωπίω. Το τι να είπαν κανένας δεν το έμαθε. Υπάρχει ωστόσο μια παράγραφος στο μυθιστόρημα, που ίσως βοηθάει να μαντέψουμε κάτι:

«Αυγάτισε άξαφνα η καταχνιά· σκέπασε με ασάφεια τα πάντα. Τα δεμένα φορτηγά στου Ξαβέριου και στη Ζώνη, πήραν μορφή ονειρική. Η καμπάνα του Άι Νικόλα άρχισε ν’ αργοσημαίνει τον Όρθρο. Καναδυό ευσεβείς σταυροκοπήθηκαν βιαστικά· οι περισσότεροι δεν έδωσαν σημασία· δεν πίστευαν σε Θεό και Διάβολο, μόνοι τους έπρεπε να τα βγάλουν πέρα σε τούτη τη ζωή, άλλη ζωή δεν υπάρχει».

Το πως άλλη ζωή δεν υπάρχει, το πως όλα εδώ αρχίζουν κι εδώ τελειώνουν, σε τούτη τη ζωή και για μερικούς, μάλιστα, πολύ σύντομα, το δικαιολογημένο αυτό και τόσο ανθρώπινο παράπονο, το αφήνει ο Καραγάτσης να του ξεφύγει μόλις σε ένα κατοπινό γράμμα του. Αλλά και το συγκαλύπτει αμέσως με μια κατ’ επίφαση θετική προσέγγιση:

«Φαντάζουμαι πως όταν πεθάνω — πράμα που δε θα αργήσει — θα γραφτούν πολλά για το έργο μου και την προσωπικότητά μου. Το μεν έργο μου ίσως αμφισβητηθεί. Για την προσωπικότητά μου ήδη η κοινή γνώμη έχει διαμορφώσει την πεποίθηση πως είμαι άνθρωπος τίμιος, ευθύς, εύψυχος, αυθόρμητος, με μυαλό ξεκάθαρο και καλά οργανωμένο. Ακόμα και οι εχθροί μου παραδέχονται δημοσία αυτές τις ιδιότητές μου. Συνεπώς δεν αμφιβάλλω ότι θα μου αναγνωριστούν και μετά θάνατο....»

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1960 το απόγευμα, είχε κιόλας φτάσει στο 1517 χειρόγραφο του «10». Έβγαλε τα γυαλιά του, έκλεισε το στυλόγραφό του, σηκώθηκε να περπατήσει μερικά βήματα όπως το συνήθιζε κι ύστερα χαμογέλασε ικανοποιημένος. 

— Πολύ τα διασκεδάζω αυτά που γράφω για τους εργατοπατέρες, είπε. Βρήκα κι ωραίο ψευδώνυμο του Φώτη Μακρή. . . Ξαναφόρεσε τα γυαλιά του και διάβασε το τέλος του διαλόγου: «Κάνεις λάθος. Υπάρχει η συνδικαλιστική οργάνωση, που οδηγεί τον αγώνα». «Ποιος; σάρκασε ο Παυλόπουλος. Ο Πότης Κοντός κι η συμμορία του; Ας γελάσω!» Και γέλασε ο ίδιος ο Καραγάτσης με παιδιάστικη χαρά και νεανική ευφορία.

«Ας γελάσω!» Είναι οι δυο τελευταίες λέξεις που έγραψε. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας τον βρήκε ο θάνατος. Τον βρήκε όμως καλόκεφο κι όμορφο κι ετοιμασμένο.

Κι ας ήταν μόλις πενήντα δυο χρονώ...

Νίκος Πολίτης, Ο καλός κ’ αγαθός, Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ» 14, Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση (Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του), σελ. 49-52

Τα προσωπικά αντικείμενα του Καραγάτση, επάνω στο γραφείο του, την ημέρα του θάνατον του. Η τελευταία σελίδα του τετραδίου με το μυθιστόρημα «10» που έμεινε ατελείωτο…




«Θεωρείς τη λογοτεχνία επάγγελμα; Ας γελάσω!» 

Μ.Καραγάτσης, Ο Κίτρινος Φάκελλος, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»


«Ας γελάσω!»

«Ας γελάσω!», – μια φράση χαρακτηριστική της εκρηκτικής ιδιοσυγκρασίας και της περιπαικτικής διάθεσης που διακατείχε τον Μ. Καραγάτση ως άτομο, λογοτέχνη, ακόμα και κριτικό. Άνθρωποι από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον, φίλοι και παρέες, επισημαίνουν το χιούμορ – ενίοτε σκοτεινό και βαρύ -, την ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό, ακόμα και τη ροπή του συγγραφέα προς τις φάρσες. 

Ο αυτασαρκασμός δεν θα τον εγκαταλείψει ούτε και όταν βρίσκεται άρρωστος στο κρεβάτι, γνωρίζοντας πλέον ότι η κατάσταση της υγείας του είναι σοβαρή και μη ανατρέψιμη. Έτσι, στην τελευταία επίσκεψη της Ιουλίας Ιατρίδη στο σπίτι του, θα την υποδεχτεί με τα εξής λόγια: «Με βλέπεις; Ωραίο λείψανο δε θα κάνω;» 



....θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό

Γεννήθηκα
 στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιο. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια - σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι - τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά». 


Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου". Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά... Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ. Καθηγητής - γέρος πια - ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών...

Κάποτε
 σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τόρριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί...

Έγραψα
πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωές μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεΐζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πώς το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ. Σπύρο Μελά.

Δεν επείραξα
ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου, όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πως ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.  

ΑΜΗΝ 

Μ. Καραγάτσης



Φιλόλογος ή Δικαστικός κλητήρας; That is the question.

«Είναι δέκα χρόνια τώρα που καταπιάστηκα με τη φιλολογία. Διάβασα πολύ, έγραψα λίγο. Ομολογώ ότι δεν έχω το γνώθι σ’ αυτόν, ή μάλλον δεν έχω καμμιάν γνώμη για τον εαυτό μου. Πλέω σε μια φοβερή αβεβαιότητα. Τα χειρόγραφα μου (δεν είναι και πολλά) τάχω στοργικά κλεισμένα σ' ένα συρτάρι. Τους ρίχνω ταχτικά ναφθαλίνη, γιατί δεν έχω το θάρρος να τα εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης. Ποτέ όμως δεν τα πήρα υπό μάλης, για να τριγυρίσω τα γραφεία των διαφόρων περιοδικών. Αυτό το κουράγιο δεν το είχα.

 Με δισταγμό ανίχνευσα το έδαφος στο διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Έστειλα κάτι παληό και μισόχρωμο. Επαινέθηκε, και πήρα το θάρρος. Μα αυτός ο έπαινος δεν ήταν σίγουρη απάντηση στην απορία μου. 

Κάνω τίποτα μουτζουρώνοντας χαρτί ή όχι; Κάθε υπομονή έχει και τα όρια της. Σας στέλνω μερικά δημιουργήματα μου, και σας παρακαλώ να με κρίνετε. Σας υπόσχομαι να δεχτώ την κρίση σας με βουδική γαλήνη. Οπωσδήποτε, όμως, κρίνοντάς με, θα κάνετε ένα ψυχικό, που αναμφίβολα, θα επηρεάσει την τύχη σας από ημέρα της Κρίσεως! Φιλόλογος ή Δικαστικός κλητήρας; That is the question. Σ' αυτό απαντήστε μου».

(Απόσπασμα επιστολής του Μ. Καραγάτση προς τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, λίγο καιρό μετά τον πρώτο έπαινο που απέσπασε το 1927 στον Α' Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Συμμετείχε με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα» που εκτός από τον έπαινο είχε αποσπάσει και τις ευμενείς κρίσεις του ίδιου του Ξενόπουλου)


Είμαι μια ευπρεπής μετριότητα...

Επί 25 χρόνια οι κριτικοί επιμένουν να διαφωνούν ριζικώς για το έργο μου. Οι μισοί ισχυρίζονται πως είναι καλό. Οι άλλοι μισοί πως είναι κακό. 

Περιττό να πω πως εγώ διαφωνώ και με τους μεν και με τους δε. Και τούτο διότι οι μεν υπέρ-επαινούν το έργο μου βασιζόμενοι στα χειρότερα στοιχεία του. Οι δε κατά, το κατηγορούν παρεξηγώντας τα καλύτερα στοιχεία του. 

Τολμώ να νομίζω πως είμαι ο καλύτερος κριτικός στο έργο μου. Και αυτό για 2 λόγους. Πρώτον, επειδή δεν καβάλησα το καλάμι, να πιστεύω πως είμαι μεγαλοφυής συγγραφέας. Δεύτερον, επειδή δεν κατατρύχομαι από νοσηρό πνεύμα κατωτερότητας, να νομίζω πως είμαι ντιπ κατά ντιπ αποτυχημένος. Απλούστατα, είμαι μια ευπρεπής μετριότητα...
Μ. Καραγάτσης (Σε μια σπάνια ραδιοφωνική του συνέντευξη)


Ημερήσια εκδρομή στην αρχαία Κόρινθο. 
Από αριστερά η Μαρίνα Καραγάτση, ο πατέρας της, η μητέρα της Νίκη και δύο αρχαιολόγοι συμφοιτητές της Μαρίνας.[Πηγή: anemourion.blogspot.gr] 

Τούρτα κάθε 28 Οκτωβρίου....

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: .....για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μου άρεσε πάντα να εκδηλώνω παραμορφωμένα τα αισθήματά μου. Πώς λοιπόν να καταλάβεις κι εσύ η δόλια τι ένιωθα για σένα. (Παύση) Βρε Νίκη, το ξέρεις ότι κοντά σου ποτέ μου δεν βαρέθηκα;

ΝΙΚΗ : Από καβγάδες όμως άλλο τίποτα. Με μούρλανες με τα νεύρα σου.


ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ :
Δεν το αρνούμαι. Πράγματι, και καβγαδίζαμε και στεναχωρούσε ο ένας τον άλλον. Ναι. Ήμουν δύστροπος, στραβοκέφαλος, ανοικονόμητος, ανυπόφορος. Όχι όμως ψεύτης και κάλπης. Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το παραδεχτείς. Αλλά κι εσύ βρε παιδί μου όταν πεισμάτωνες - αχ αυτό το φοβερό αντριώτικο πείσμα σου - όλο «όχι » έλεγες. Μεταμορφωνόσουν σε ένα τεράστιο απειλητικό «όχι» που με έκανε έξω φρενών.

ΝΙΚΗ (Γελώντας):
Αλήθεια, θυμάσαι, Δημήτρη, που κάθε 28 Οκτωβρίου μου έφερνες μια τούρτα, για να γιορτάσουμε, λέει, την ονομαστική μου εορτή; 


ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Γελώντας σηκώνει τό ποτήρι τον με το νερό προς τη Νίκη) : Στην υγειά σου. Να ’σαι καλά. Αλήθεια, πού πήγες και τη θυμήθηκες αυτήν την ιστορία; 

Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι [Το αυλιδάκι], 
εκδόσεις Άγρα (σελ 202-203)

Από αριστερά ο Μιχάλης Τσαγκαράκης, η Μαρίνα και ο Μ. Καραγάτσης το 1957 στο Μόναχο.[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

«Οι Γιώτηδες.....»

Ο
 Δημητράκης συνεχώς με τα νεύρα του και τις αϋπνίες του.[....] Η Νίκη ποτές δεν μου παραπονείται, ποτές δεν μου μιλεί για τις καβγάδες των. Πάντοτες ο Δημητράκης. Τον τελευταίο καιρό όμως η κατάστασις έχει χειροτερεύσει. Πρόκειται για αυτήν την παλιογυναίκα την Γιώτα, τη γυναίκα του φίλου του, του Γιώτη. Δεν είναι αυτό το πραγματικό της όνομα. Ο Δημητράκης όμως, πάντοτες πρωτότυπος, έτσι απεφάσισε να τη φωνάζει χαϊδευτικά : «Γιώτα-Γιώτα» που είναι τα αρχικά του ονόματός της και του επιθέτου της. Και τον άνδρα της, άκουσον άκουσον, τον ονόμασε Γιώτη. Τι να είπεις... 

Φαίνεται λοιπόν πως αυτοί οι δύο, Δημητράκης και Γιώτα, έχουν σχέσεις από τον καιρό της Κατοχής. Η Νίκη πότες δεν είπε το παραμικρόν. Όποτε όμως ανέφερα αυτό το όνομα ή την εωτούσα τι κάνουν οι Γιώτηδες, απαντούσε κάπως ειρωνικώς.
Μαρίνα Καραγάτση, Το Ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι (Η γιαγιά Μίνα), εκδόσεις Άγρα (σελ. 81-82)


Στη φωτογραφία αριστερά ο Καραγάτσης στρατιώτης. Δεξιά το πορτρέτο που φιλοτέχνησε η γυναίκα του, Νίκη, με βάση αυτή τη φωτογραφία. 
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

Πώς έγινα φασίστας...

Το μικρό μαγαζί έχει ένα μειονέκτημα, που καμμιά φορά διώχνει τον καταναλωτή και τον οδηγεί στο «μεγαθήριο». Το μειονέκτημα αυτό δεν είνε κανών. Κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά εξαίρεσις μερικών ασυνειδήτων εμπόρων, που προσπαθούν να κερδίσουν εξαπατώντας τον πελάτην. [....]

Τις παραπάνω σκέψεις μου τις γέννησε η ανάμνησις ενός επεισοδίου μου – τον καιρό της κατοχής – με κάποιον ασυνείδητο παπουτσή της οδού Σταδίου. Η γυναίκα μου τού είχε παραγγείλει ένα ζευγάρι άσπρα παπούτσια και του προπλήρωσε, όπως ήταν τότε συνήθεια, όλη την αξία. Τα παπούτσια, όμως, που της παρέδωσε ήταν κακής ποιότητας και ακατάλληλα για το πόδι της. Με άλλα λόγια, ο ασυνείδητος επαγγελματίας, έχοντας πληρωθή προκαταβολικώς, επάσαρε στην πελάτισσα κάποιο έτοιμο ζευγάρι που του είχε απομείνει, ισχυριζόμενος τάχα ότι το έφτιαξε επί μέτρω! Επρόκειτο, δηλαδή, περί καθαράς απάτης. Κι όταν η γυναίκα μου του απέδειξε πως η …. παραγγελία δεν έμπαινε στο πόδι της, την εξύβρισε σκαιώς και της εδήλωσε. 

Αυτά είνε τα παπούτσια σου! Αν θέλεις τα παίρνεις! Αν δεν θέλης, μη σώσης και τα πάρης. Άλλά δεν σου φτιάχνω ούτε και σου επιστρέφω τα χρήματα.

Εκείνον τον καιρό, δεν υπήρχε κράτος και δικαιοσύνη για να βρω το δίκηο μου. Αποφάσισα λοιπόν ν’ αντιμετωπίσω την απάτη με απάτη. Και να εκμεταλλευθώ τις … φυσικές μου ιδιοτυπίες, δηλαδή τα ξανθά μου μαλλιά και τα γαλανά μου μάτια, που με κάνουν να μοιάζω με βόρρειο. Φόρεσα χακί πουκάμισο, χακί παντελόνι σορτ, και πηγαίνω στο μαγαζί του ως άνω εντιμοτάτου επαγγελματίου. Μπαίνω μέσα φουριόζος και χαιρετώ ναζιστί:


- Χάιλ Χίτλερ!

- Χάιλ Χίτλερ, μου απαντάει ο αγνός αυτός Έλλην. Τί επιθυμεί ο Κύριος;

- Να μου ντίνη αμέσως πίσω το λίρα που εκλέψατε από το κυρία Καραγάτση! Σβαϊνφόλκ! Φερφλούχτε!

Φαίνεται πως ήμουνα αγριεμένος, αν κρίνω από τα μούτρα του παπουτσή που είχαν πανιάσει.

- Αμέσως χερ ομπερστί, μου λέει τραυλίζοντας από το φόβο του. Ήταν παραξήγησις. Η κυρία δεν κατάλαβε.

- Εγώ κατάλαβα πως εσύ είσαι γκουρούνης! Να μου ντίνη αμέσως το λίρα, μη σε στείλω Χαϊνταρι! Γκοτφέρντουμ!

- Όχι χερ Γκενεράλ! Μη με κάψης τον κακόμοιρο! Να η λίρα … Ήταν παρεξήγησις…

Ετσέπωσα τη λίρα μου, εχτύπησα τα τακούνια κ’ εχαιρέτησα πάλι φασιστί.

- Χάιλ Χίτλερ!

- Χάιλ Χίτλερ! Μουρμουρίζει κι ο εξουθενωμένος παπουτσής

Και με συνοδεύει ως την πόρτα με τραγικά χαμόγελα και κωμικές υποκλίσεις.[....]

Μ. Καραγάτσης, Πώς έγινα φασίστας, 
περιοδικό Αντί (αφιέρωμα στον Μ. Καραγάτση, σ. 8-9)



Παρουσιάστηκες συ για Καραγάτσης και ΄γω για Μαραμπούς
17.10.1939
Θυμάσαι, Κόλια, ένα κοριτσάκι, που μια συννεφιασμένη μέρα του περσινού χειμώνα το κοροϊδέψαμε, σ’ εκείνο το δρομάκι πίσω απ’ τον «Ευαγγελισμό»; Παρουσιάστηκες συ για Καραγάτσης και ΄γω για Μαραμπούς. Ούτε χάσαμε ούτε κερδίσαμε κι οι δύο στην αλλαγή. Δυο παλιάνθρωποι που σκαντζάρουν τα πασαπόρτια τους, πάντα παλιάνθρωποι μένουν.

Δεν ξέρω πώς, μου ήρθε, εδώ και λίγες μέρες, κέφι να ξαναδώ το κοριτσάκι, έτσι, για να του πω πως λυπάμαι για την ανόητη φάρσα που του έκανα. Το φώναξα. Ήρθε. Και πήγαμε κάπου μακριά και μιλήσαμε.

Με ρώτησε πώς και τη θυμήθηκα, μετά τόσον καιρό. Δεν ήξερα τι ν’ αποκριθώ. Αναμάσησα τα αιώνια βρομερά λογοτεχνικά ψέματα, γιατί δεν είχε την απαιτούμενη φιλοσοφική προδιάθεση να δεχτεί την ομολογία της κυνικής αλήθειας. Άκουσε τις υποκριτικές δικαιολογίες μου με αγγελική αφέλεια, και μου είπε: «Δίχως άλλο δεν θα ΄χετε φίλους».

Τότε η πηγή της ψευτιάς στείρεψ’ εντός μου, και αποκρίθηκα: «Φίλους; Έχω έναν, μα δεν είναι δω. Λείπει ταξίδι». Κι έτσι ήρθε η κουβέντα για σένα. Και κράτησε πολύ.[......]
Γεια χαρά,



Μ. Καραγάτσης

Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση, Εισαγωγή-
Επιμέλεια Μαίρη Μικέ, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010




Τι θυμούνται οι πεθαμένοι, κοντά στις ρίζες των δέντρων; 

Εφυολόγος
και οξύτατα εφυογράφος, είχε αλλάξει τον αδόξαστο σε βαρύγδουπα ονόματα της ελληνικής σκηνής, με ένα καθαρά καραγάτσειο προτέρημα όταν λάθευε στην προ-κριση (και είχε λαθεμένα κρίνει την Μαίρη Αρώνη) δεν δίσταζε το ίδιο ευτόλμως να ανακαλέσει... αυτοκρινόμενος! 

Η φήμη ήθελε τον Καραγάτση αγνοούντα τη θλιβερή καθημερινότητα. Και κυρίως την πολιτική τύρβη. Πολύ πιθανόν, όμως θα ήθελα να καταθέσω δύο μαρτυρίες. Το βιβλιαράκι του, με τίτλο ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ όπου εκθέτει την άποψη του για την ανάγκη να επιλέγονται τα υποψήφια πολιτικά πρόσωπα, από τους εν δράσει διακρινόμενουs πολίτες 
(ει οι φιλόσοφοι βασιλεύουσιν κατά Μάρκον Αυρήλιον) και, σε πρακτικό επίπεδο, θυμάμαι να επιζητεί συνάντηση του κόμματος των ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ στις εκλογές του 1956, με την ακραία του καιρού αριστερά. Γνωστά τα αποτελέσματα, αλλά και τότε και τώρα - και πάντα; - αντί των διακρινομένων με γνώση και δράση... ο Γουλιμής.

 Έκτοτε ο Καραγάτσης δεν αναμείχθηκε με τα κομματικά. Τον ίδιο πάνω κάτω καιρό ετόλμησα ένα ατόπημα: Υπήκοος στα σοσιαλιστικορεαλιστικά μου αισθητικά ιδεώδη(;) κατέκρινα το μυθιστόρημα του Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ. Δεν έκρινε την... κρίση μου, αλλά για διάστημα πάνω από ένα χρόνο δεν μου ξανάπε καλημέρα. Και πως τα έφεραν οι καιροί... Τριάντα χρόνια μετά τη ΜΕΓΑΛΗ ΦΥΓΗ του, λεηλάτησα το μυθιστόρημα για την τηλεόραση, ενώ νωρίτερα ήδη είχα καταπιαστεί με τη σεναριοποίηση του ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ και του ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ ΛΙΑΠΚΙΝ. 

Δεν χάρηκα την τιμή να με... περιλούσει κατά τον σαρκαστικότατο τρόπο του. ...Τι θυμούνται οι πεθαμένοι, κοντά στις ρίζες των δέντρων; κατά πως έγραφε ο Σεφέρης στην Κορυτσά, τον χειμώνα του ’37.




Η Μαρίνα Καραγάτση υπό το στοργικό βλέμμα του ποιητή Νίκου Καββαδία.
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

..εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου

«Εμένα, εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου. Στη Μύκονο, στην Άντρο. Κλεισμένος σε μια κάμαρα, πλάι στο κύμα, έγραφα την ιστορία της φυλής των Ελλήνων. Γαμημένη ιστορία ξεκωλιάρας φυλής. Είναι αφάνταστο πώς κατέχουμε την τέχνη να κυλιόμαστε στο βούρκο και να περιπλανιόμαστε στ’ αστέρια. Σαράντα αιώνες αυτό το βιολί. Περισσότεροι ναι, λιγότεροι όχι. Πώς να τους ξεγράψεις, τους αφιλότιμους;»

(από επιστολή του Μ. Καραγάτση στον Νίκο Καββαδία, Αθήνα 27.9.49)

Ο Καραγάτσης με τον ποιητή Αντώνη Βουσβούνη, το 1957.



..στιγμές που τα έχανε σα μικρό παιδί.....

Ένοιωθε την ανάγκη του «άλλου» ο Καραγάτσης, του φίλου που του εμπιστεύονταν, πότε ρομαντικά πότε κυνικά, τα πάντα της ατομικής του ζωής. Ήταν βαθύς παρατηρητής, ψυχολόγος, εξομολογητικός,σκωπτικός και συναισθηματικός και στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Αν με το γραπτό λόγο ζητούσε τη δημιουργία, και, μέσα από τη δημιουργία, τη δόξα, με τον προφορικό λόγο, με τη φιλική εμπιστευτική κουβέντα που είχε κι’ αυτή όλη την αυθόρμητη λογοτεχνική χάρη των κειμένων του, γύρευε τη λύτρωση, την παρηγοριά, την κατανόηση, τη συμβολή, την προστασία. 

Αυτός ο δυνατός, ο συχνά ακατάδεκτος, κι’ ο εγωιστικός, ο οργανωτικός, ερχόταν στιγμές που τα έχανε σα μικρό παιδί.Το καλοκαίρι του 59, χτυπημένος πια από την αρρώστια, ήρθε στη Μύκονο, όπως κάθε χρόνο, στη Μύκονο που τόσο την αγαπούσε. Το βαπόρι έφτασε κατά τα μεσάνυχτα. Φυσούσε δυνατό μελτέμι κι’ είχε κάμποσο ταλαιπωρηθεί. Τον περιμέναμε στο μώλο. Βγήκε κατσουφιασμένος χλωμός. Τον πήγαμε στο δωμάτιο που του είχαμε προσωρινά κρατήσει. Δεν του άρεσε - και με το δίκιο του - μα εκείνη τη στιγμή δέν υπήρχε άλλο καλύτερο. Το δωμάτιο τον απέλπισε. 

Κατεβήκαμε να τσιμπήσει κάτι στο μαγερειό του Βάρναλη που ήταν η προτίμησή του. Δίπλα, σε μια καρέκλα, είχε αφήσει τη βαλιτσούλα του. Προσπαθούσαμε να τον γαληνέψουμε με αστεία και κουτσομπολιά. Άρχισε να ησυχάζει. Ξαφνικά, καθώς έτρωγε κι’ έπινε με το φαγητό του λίγο ουίσκι - οι γιατροί του το είχαν επιτρέψει - ρίχνει τη ματιά του στη βαλίτσα του. Την περιεργάζεται καλά-καλά και πετιέται επάνω, ανάστατος, κραυγάζοντας: 

«Δεν είναι αυτή η βαλίτσα μου! Έγινε λάθος, μου την αντικατάστησαν, πάω, χάθηκα, είχα μέσα τα φάρμακά μου τι θα κάνω τώρα, πού θα τη βρω; Πάμε στον τουρισμό, γρήγορα πάω, χάθηκα!» 

Κι’ άρχισε πάλι να εξετάζει τη βαλίτσα του, κατάχλωμος, με γουρλωμένα μάτια, για να δει αν επί τέλους είναι ή δεν είναι δική του, χωρίς να μπορεί να βεβαιωθεί γι’ αυτό.

Αναστατωθήκαμε κι’ εγώ κι’ η γυναίκα μου που του κρατούσαμε συντροφιά. Ξανακάθεται φουρτουνιασμένος, ψάχνει να βρει τα κλειδιά του, δεν τα βρίσκει. Το κακό χειροτερεύει. Ξανασηκώνεται και φωνάζει πάλι: 

«Θα φύγω αμέσως για την Αθήνα αν περάσει βαπόρι!» 

Μα δεν είχε πια βαπόρι για τον Πειραιά, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Στο μεταξύ, το αίνιγμα λύθηκε. Μ’ ένα πηρούνι, η γυναίκα μου άνοιξε την αμφισβητούμενη βαλίτσα, και πετάχτηκαν τα μπουκαλάκια με τα φάρμακα. Τι χαρά ήταν εκείνη που τον πλημμύρισε! Άστραψαν τα μάτια του, έγινε όλος ένα χαμόγελο, κι’ έφαγε το υπόλοιπο φαγητό με απίστευτη όρεξη. Ήταν πάλι ο Καραγάτσης, όπως τον ξέραμε, όπως τον απολαμβάναμε.

Aπό κείνη τη στιγμή άρχισε να χαίρεται τη Μύκονο, ως την ημέρα που έφυγε. Ξαναπήγε και το περσινό καλοκαίρι. Ήταν το τελευταίο του.

Αντρέας Καραντώνης, Μνήμη του Καραγάτση, 
Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ» 14, Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση
 (Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του), σελ. 137-138)

Μύκονος 1955
[Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη]


Αν βρισκόμουν εν ζωή θα έγραφα ένα άκρως σπαρταριστό διήγημα.....

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : .... Εμείς όλα τα θυμόμαστε... Και ως προς τα προσωπικά μας, τα θυμόμαστε μεν, δε χολοσκάμε δε. Καρφάκι δεν μας καίγεται. (Παύση.)

ΝΙΚΗ : Ν’ αγιάσει το στόμα σου, Δημήτρη μου. Κοίτα να δεις που καθόμουνα μια ζωή και μαράζωνα για τις διάφορες, και για κείνη εκεί την Τόνια τα τελευταία χρόνια, που σε ξεθέωνε η αφιλότιμη αδιαφορώντας για το βαρύτατο καρδιακό σου πρόβλημα, και τρέχα γύρευε τι κάνατε εκείνο το μοιραίο απόγευμα και σ’έπιασε η μεγάλη κρίση πάνω στο κρεβάτι...

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Ούτε που πρόλαβα να ανοίξω το βαλιτσάκι μου με τις κοραμίνες και τις ατροπίνες που το κουβαλούσα πάντοτε μαζί μου, καλού-κακού.

ΝΙΚΗ : Και τελικά σε έφεραν σηκωτό στο σπίτι οι υπάλληλοι του αδερφού σου του Τάκη. Πάλι καλά που η Μαρίνα εκείνη την ώρα έλειπε και δεν έμαθε ποτέ από πού μας είχες έρθει.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Γελώντας) : Έτσι ακριβώς όπως τα λες έγιναν τα πράγματα. Δεν μπορείς όμως να φανταστείς τι ωραία που τα περνούσαμε με την Τόνια. Γιατί αυτό το νυμφίδιο ήταν αδερφέ μου μεγάλη ανάφτρα:

ΝΙΚΗ : « Allumeuse », που λένε και οι Γάλλοι.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Τη μια ήθελε, την άλλη δεν ήθελε.Όλο νάζια έκανε κι αυτό ερέθιζε στο έπακρο τον ανδρισμό μου. Εκεί λοιπόν, επάνω στην κρίσιμη στιγμή νιώθω ένα δυνατό «ντουπ» στο στέρνο κι έπειτα η ερωτομανής καρδιά μου αφήνιασε.
ΝΙΚΗ : Και η Ανάφτρα τα έχασε και δεν ήξερε ποιόν να πάει να ειδοποιήσει.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Ναι. Και μέσα στην απελπισία της έτρεξε και τηλεφώνησε στον Νίκο τον Πολίτη κι αυτός έψαξε να βρει τον αδερφό μου τον Τάκη.

ΝΙΚΗ (Γελάει) : Μύλος η υπόθεση. Θυμάσαι; Ο Τάκης βρισκόταν σε μια δεξίωση στον Ιππόδρομο. Κι όταν του ήρθε η είδηση, πώς να εξηγήσει αυτός κοτζάμ Πρόεδρας της Βουλής στους άλλους της παρέας του ότι ο αδερφός του...

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : .. ο Καραγάτσης κείτεται ημιθανής στην γκαρσονιέρα του. (Μεγάλη παύση.) Τώρα λοιπόν, Νίκη μου, που τα βλέπω όλα αυτά από κάποιαν απόσταση μου φαίνονται κυριολεκτικώς κωμικοτραγικά. Είμαι βέβαιος πως αν βρισκόμουν εν ζωή θα έγραφα ένα άκρως σπαρταριστό διήγημα.

Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι [Το αυλιδάκι]

εκδόσεις Άγρα (σελ. 205-206)

Ο Καραγάτσης με τη Νίκη σε κεντρική πλατεία της Σιένας στην Ιταλία.
«3 Θεριστή 1956»[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]
«Addio del Passato»

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Εγώ πάντως κι ας με λες σκληρόκαρδο σε θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την τελευταία μου νύχτα που μπήκες λαχανιασμένη και καταϊδρωμένη στο δωμάτιό μου.

ΛΑΣΚΑΡΩ: Ναι. Ήσαστε ξαπλωμένος με τον ορό στο χέρι και διαβάζατε ένα βιβλίο. Χαρά στο κουράγιο σας, κύριε, να μπορείτε να διαβάζετε με διακόσιους ογδόντα σφυγμούς.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Ντίκενς αν δεν κάνω λάθος διάβαζα,

ΛΑΣΚΑΡΩ : Και δίπλα, στο γραφείο σας, ήταν ανοιγμένα τα χαρτιά σας, εκεί που είχατε σταματήσει το μεσημέρι το γράψιμο, πριν να βγείτε έξω. […]

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : Πες μου λοιπόν εσύ, Νίκη. Γιατί να σταματήσω το γραφτό μου στη φράση «Ας γελάσω» ; Φως φανάρι πως προαισθανόμουν ότι σε λίγες ώρες θα σαλπάριζα για το υπερπέραν και ότι αραγμένος στο εξής στο αυλιδάκι μας θα έβλεπα πια τη ζωή σαν μια συναρπαστική κωμωδία παρεξηγήσεων που μόνο για γέλια είναι και σε διαβεβαιώ καθόλου μα καθόλου για κλάματα.

ΝΙΚΗ : Αφού βρε Δημήτρη την είχες έτοιμη την απάντηση, τι κάθεσαι τώρα και με ρωτάς ; Μωρέ αλλάζουν οι άνθρωποι; Έτσι ήσουν πάντα. Ο Καραγάτσης έκανε την ερώτηση, ο Καραγάτσης έδινε και την απάντηση. Όλοι οι άλλοι γύρω του βουβοί και έντρομοι. [......]

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Το γνωρίζετε λοιπόν, φίλτατοι, ότι εγώ λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου πρόλαβα να ψιθυρίσω τις δύο-τρεις πρώτες λέξεις από την αγαπημένη μου άρια; Αυτό πώς σας φαίνεται;

ΛΑΣΚΑΡΩ : Τι άρια; Ένα τραγουδάκι μουρμουρίσατε.

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Ναι, Λασκαρώ. Ένα τραγουδάκι. «Addio del Passato» σιγομουρμούρισα και μετά εμπιστεύθηκα το υπέρλαμπρό μου πνεύμα εις τας χείρας του Υψίστου. Με άλλα λόγια τα κακάρωσα.


Μαρίνα Καραγάτση, Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι, [Το αυλιδάκι]
εκδόσεις Άγρα (σελ. 208-209)


«Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου»

Τη μέρα της ταφής του, σαν έφυγε ο κόσμος, έμεινα λίγο μόνος πάνω από τον τάφο του. Οι νεκροθάφτες αποτελείωναν εκείνη την ώρα το έργο τους — χτίζαν το νεκρό μες τον τοίχο του οικογενειακού τάφου, σκέπαζαν με ασβέστη τις ρωγμές. 

Πρώτη φορά έβλεπα να χτίζουν έναν άνθρωπο — κι αυτός που χτίζαν ήταν ένα τέτοιο παλικάρι με τόσο αρσενική ματιά, με τόσο δυνατό κορμί. Ένα μόνο δεν είχε δυνατό, την καρδιά του, που ράγισε νωρίς. Αλλά πριν ραγίσει είχε βάλει τόσο πάθος ζωής μέσα στα βιβλία του, που καθώς έβλεπα το σώμα να χάνεται χτισμένο στη γη, έλεγα πως κάποιο λάθος είχε γίνει. 

Εκείνη την ώρα μια ξένη γυναίκα, άγνωστη, μαυροφορεμένη, γυρίζοντας απ' το νεκρό της είδε τον τάφο, στάθηκε μια στιγμή να παρακολουθήσει το έργο που γινόταν. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα: μια γυναίκα, ο ασβέστης που έχτιζε τον Καραγάτση, η γη.

Ηλίας Βενέζης (από το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μ. Καραγάτση (15.9.61)

Ο Μ. Καραγάτσης το 1942 με το φακό του Τάκη Τλούπα.
[Πηγή: anemourion.blogspot.gr]

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

«Είναι η σελήνη, του αμπελιού....», Τσέζαρε Παβέζε, «ο μέγας μοναχικός»

Cesare Pavese (έργο του Gianfranco Alessio)

... να περιμένεις το φως και ν’ ανυπομονείς...

Από μικρός είχα την υποψία ότι όποιος δεν κοιμόταν δεν θα γερνούσε ποτέ. Ή μήπως ο χρόνος εμφανιζόταν στις αναμνήσεις, κατά τη διάρκεια των διακοπών που σταματούσα έκπληκτος από τον ίδιο μου τον εαυτό, όταν νόμιζα ότι ξυπνούσα έτσι όπως ξυπνάει κανείς το πρωί και γνώριζα ότι μια ακόμα μέρα είχε περάσει, μια ακόμα ζωή, μια ακόμα συνάντηση. 

Η παρουσία των άλλων ήταν μια ευκαιρία που είχα να ζω και να δραπετεύω στο χρόνο, και την αναζητούσα με επιμονή ανεξάντλητη ακόμα και στη βαθιά νύχτα. Μέσα στη νύχτα, στο σκοτάδι, αυτή η παρουσία επανεμφανιζόταν και με ανάγκαζε να συζητώ σαν να είχα κάποιο συνομιλητή, και μου ήταν εύκολο να διασκεδάσω με τον ίδιο τον εαυτό μου, γιατί η μέρα και οι διακοπτόμενες συζητήσεις μου άφηναν την ήσυχη διαβεβαίωση ότι η συνομιλία μου με τους άλλους θα ξανάρχιζε την επαύριο ωστόσο τρεφόμουν στη μοναξιά. Πραγματικά, εκείνα τα χρόνια ο χρόνος εμφανιζόταν μόνον όταν κοιμόμουν ή ξανασκεφτόμουν το παρελθόν. Τα δύο πράγματα γίνονταν ένα, γιατί έβγαινα — ξυπνούσα — ξαναβλέποντας το φως και το παρόν με την ίδια δύσπιστη ανατριχίλα. Η ευχαρίστησή μου να επιστρέφω στον κόσμο, ήταν κάθε φορά ανανεωμένη.

Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι οι γέροι, οι οποίοι κοιμούνται ελάχιστα, περνούν τις ώρες του ξύπνου, και ιδιαίτερα εκείνες της αυγής, αναλογιζόμενοι το παρελθόν. Να είσαι ξύπνιος σημαίνει να σκέφτεσαι και να ζεις, να περιμένεις το φως και ν’ ανυπομονείς. Όντας γέροι και εξοικειωμένοι με το χρόνο, οι πείσμονες αισθήσεις τους και το αδύναμο αίμα τους θα έπρεπε να είχαν ανάγκη περισσότερο από τον πάταγο και το θόρυβο της ζωής. Αυτή η ζωή ήταν καμωμένη από πρόσωπα και πράγματα, από κρότους και φωνές, ήταν μια συνεχής ανταπόκριση, μια κίνηση που δεν είχε παρελθόν. Δεν καταλάβαινα αν θα μου ήταν βολετό να σταματήσω, έστω και από πλήξη και ν’ αφεθώ, όπως εκείνοι, στις αναμνήσεις. Που θα σήμαινε να νιώθεις το χρόνο και το θάνατο.


Όσο για μένα, ακόμα και οι πιο μακρινές αναμνήσεις με εξέπλητταν σαν αποκαλύψεις. Ήταν επίσης άλλο τόσο ζωηρές που με ξανατοποθετούσαν στο παρόν. Το πιο περίεργο γεγονός — αν και συχνά το προκαλούσα στην τέχνη — ήταν το ν’ αντιλαμβάνομαι ότι μια χειρονομία, κάποιο χρώμα, μια φωνή, τα είχα ήδη γνωρίσει ή ακούσει ποιος ξέρει πότε, και γι’ αυτό ανάβλυζαν από την ίδια τη συνείδησή μου μάλλον παρά από τα πράγματα γύρω μου. Με αυτή την υποψία, με αυτή τη βεβαιότητα να αισθάνομαι ριζωμένος στον κόσμο, δοκίμαζα έναν συγκρατημένο ενθουσιασμό, που, αν και εκ φύσεως ήταν περιορισμένος στα μάτια μου και στο κορμί μου, κατόρθωνε να με συνταράξει στο πέρασμά του όπως μια ανθρώπινη συνάντηση. Κι αυτά τα πάντοτε αναπάντεχα ξυπνήματα είχαν πραγματικά κάτι από την παρουσία κάποιου άλλου, την παρουσία ενός φίλου κι ακόμα κάτι από εκείνη τη σιωπηλή παρουσία αυτού που γρήγορα θα γίνει φίλος και που σιωπώντας περπατά στο πλευρό μας και μας κοιτά. 

Πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί διαφαίνονταν στο βάθος στη στιγμή όπως ένα αντικείμενο γνωστό φαντάζει στο νερό του πυθμένα μιας στέρνας, και θ’ αρκούσε λίγη τόλμη να βουτήξεις το χέρι σου, και ν’ αγγίξεις τη μακρινή ασύλληπτη παρουσία. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα πάνω στην αλλαγή των εποχών, όταν ο αέρας διαπερνιέται ολόκληρος από τα ρίγη του παρελθόντος, που δροσερά κι ανέλπιστα μας ξαναφέρνουν παλιές βεβαιότητες. Αυτό το παρελθόν, αυτά τά ρίγη, σαν να μου χάριζαν πρόσθετη ζωή, σάμπως την αίσθηση ότι κάτω από την εύθραυστη στιγμή να είχε συγκεντρωθεί ένας θησαυρός δικός μου που έπρεπε μόνο ν’ αναγνωρίσω.


Γι’ αυτό κάποιες νύχτες του Απρίλη ή του Οκτώβρη τίποτα δεν αγαπούσα περισσότερο, ξαναμπαίνοντας στο σπίτι μετά από πολλή συζήτηση με κάποιο φίλο συνομήλικο, από το να καθυστερούμε τον αποχαιρετισμό. Σιωπούσαμε ή συζητούσαμε για πράγματα αδιάφορα· στον αέρα περνούσαν φώτα αμυδρά, ήχοι, φωνές μακρινές. Μέσα από τις γωνίες στις στέγες κοίταζαν πού και πού τ’ αστέρια, κι άλλοτε μέσα από τα κλώνια κάποιου δέντρου. Όπως σ’ ένα παράξενο παιγνίδι ανέτειλε η σελήνη: σχεδιάζοντας θέατρα σκιών ανάμεσα στα σπίτια ή πάνω στο λόφο πέρα απ’ το ποτάμι κομματιασμένη πάνω στα χόρτα και χυμένη στον ουρανό.

Ο φίλος μου λούφαζε ακίνητος· εγώ ένιωθα να με διαπερνά στις αισθήσεις, στο δέρμα, η πνοή από άλλες νύχτες σαν και τούτη.


Είναι η σελήνη, του αμπελιού!

Ένα βράδυ, η σελήνη ανέτειλε στο φρύδι του λόφου. Οι μακρινές λεύκες ήταν μαύρες· η σελήνη, τεράστια, γεμάτη. Σταματήσαμε. Εγώ είπα: 

«Όλα τα χρόνια, αν και ποτέ δεν θυμάμαι καλά, τον Σεπτέμβρη η σελήνη είναι η ίδια. Εσύ το ήξερες ότι ήταν κίτρινη;»

Ο φίλος κοίταξε τη σελήνη, και συλλογιζόταν. Μου φαινόταν πραγματικά ότι δεν την είχα δει ποτέ έτσι, ενώ είχα συγχρόνως μια γεύση στο στόμα ότι χαιρετίζω σ’ αυτή κάτι το παλιό, κάτι το παιδικό, τόσο που είπα: 

«Είναι η σελήνη, του αμπελιού! Από μωρό πίστευα ότι τα τσαμπιά των σταφυλιών τα κάνει και τα ωριμάζει η σελήνη».
«Δεν ξέρω», είπε ο φίλος. «Για μένα είναι πάντα ίδια».

Τώρα το ρίγος μού πέρασε και η σελήνη με τη γεύση της του τρύγου μάς κοίταζε και τους δυο, σαν μια ύπαρξη που γνώριζα και ξανασυναντούσα. Και, όπως για μια ύπαρξη, το παρελθόν της δεν μετρούσε για μένα που ήμουν νέος και είχα καταφέρει να της πάω αντίθετα και να της μιλήσω, και ν’ ανεβώ μέχρι κει πάνω ανάμεσα στις λεύκες, μες στους γλυκούς ατμούς του θέρους που από πάντα υπάρχουν και ποτέ δεν γερνούν. 


Ο φίλος μου σιωπούσε, κι εγώ σκεφτόμουν ήδη την ευχαρίστηση που θα δοκίμαζα την επαύριο, φέρνοντας μαζί μου κάτω από τον ήλιο τη βεβαιότητα ότι και η νύχτα επίσης είναι ζωντανή.

Έτσι περνούσαν εκείνες οι μέρες μου, μονότονες και δροσερές, μες στις καινοτομίες τους. Δεν φανταζόμουν πως μια μέρα θ’ αντίκριζα τη χαρμόσυνη αναστάτωσή τους σαν μια σταματημένη ανάμνηση.

Τσέζαρε Παβέζε, Ο χρόνος, Ο κύριος Πέτρος και άλλα διηγήματα, 
Οι κλασικοί της Νεφέλης

Cesare Pavese (έργο του Poalo Galetto)

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

«..κι απ’ την αγάπη τους να γίνουν ποίημα του Θανάτου», Γιώργης Παυλόπουλος

The Loves of Paris and Helen, Jacques-Louis David, 1788


ΠΑΡΙΣ

ου γαρ πω ποτέ μ’ ώδε γ’ έρως φρένας αμφεκάλυψεν

ΙΛΙΑΔΑ, Γ 442

«ποτέ ως τώρα ο έρωτας δεν άναψε τόσο πολύ το μέσα μου» 

(μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης), Ιλιάδα, Γ 442.


Τους πήρε ο ύπνος γυμνούς
και ήταν όλη μες στην αγκαλιά του.

Ποτέ άλλοτε δεν την πόθησε τόσο πολύ. 
Μόνον όταν τον άγγιξε ο Θάνατος.

Χάμω στο πάτωμα τα διάφανα πέπλα της
και δίπλα η τρυπημένη ασπίδα του.

Απ’ τα καράβια των Αχαιών ανέβαινε τώρα
η σκοτεινή βοή που θ’ αφάνιζε την Τροία.

Και μέσα στην καταχνιά της κάμαρης
η Αφροδίτη, γριά σκεφτική, να τους κοιτάζει. 

Helen of Troy, Dante Gabriel Rossetti, 1863

ΕΛΕΝΗ

οίσιν επί Ζευς θήκε κακόν μόρον, ως και οπίσσω 
ανθρώποισι πελώμεθ’ αοίδιμοι εσσομένοισι

ΙΛΙΑΔΑ, Ζ 357-8

«που ο Δίας μας έγραψε στους δυο άχαρη μοίρα, να γίνουμε 
τραγούδι βούκινο για τις μελλούμενες γενιές» 

(μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης), Ιλιάδα, Ζ 357-8.


Πάλι γυμνή στην αγκαλιά του απόψε 
όμως ο νους της γύριζε στο άλλο της κρεβάτι.

Πρώτη φορά που ένιωσε τον πόθο του αλλιώτικο
πρώτη φορά την τρόμαζαν ο έρωτας κι η νύχτα.

Χάμω στο πάτωμα τα ξεσκισμένα πέπλα της 
κι η τρυπημένη ασπίδα του, παντοτινή ντροπή.

Μα ποιος αποφασίζει για το σώμα της, ποιος φταίει 
που η ομορφιά της θ’ αφανίσει αύριο την Τροία;

Και ποιος θεός τους όρισε ν’ αγαπηθούν πολύ
κι απ’ την αγάπη τους να γίνουν ποίημα του Θανάτου;

Γιώργης Παυλόπουλος, από τη συλλογή «Πού είναι τα πουλιά»
Ποιήματα 1943-2008, Κίχλη


Antonio Canova, Helena di Troia, Μουσείο Λονδίνου

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

«Τ' απόρθητα κάστρα ποτέ δεν πέφτουν απ' τα έξω», Γιάννης Νεγρεπόντης, Φυλάττειν Θερμοπύλας



Ευστάθιος Κουκόπουλος, Μάχη Θερμοπυλών (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 


Ανυποχώρητοι, ωραίοι...
Ανυποχώρητοι, ωραίοι, 

εν πλήρει επιγνώσει του απέλπιδος αγώνος, 
μένουν εδώ αξιοπρεπείς 
επιταγή αρχαιοτάτου κανόνος 
διά τους ελευθέρους.
Γιάννης Νεγρεπόντης, Επίγραμμα, 
Λίγο μετά τη σιωπή, εκδόσεις Καλειδοσκόπιο

Σίμος Βασίλης, Όραμα (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011)


Φυλάττειν Θερμοπύλας

Τη
 νύχτα της 21ης Απριλίου 1967 αστυνομικοί όρμησαν στο σπίτι του Νίκου Ξυνοτρούλια, γνωστού για την αγωνιστική του δράση, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν, μαζί με άλλους «αντεθνικώς δρώντες», αρχικά στην αστυνομία και στη συνέχεια στην εξορία.

Λίγο αργότερα, την ίδια νύχτα, οι αστυνομικοί επέστρεψαν στο ίδιο σπίτι και συνέλαβαν τον γιο του Ξυνοτρούλια, που είχαν ξεχάσει. Ήταν ο γνωστός με το ψευδώνυμο ποιητής Γιάννης Νεγρεπόντης, ο οποίος δεν είχε αντιληφθεί τη σύλληψη του πατέρα του - έτσι κι αλλιώς κάθε τόσο τον έπιαναν -

Στην εξορία ο Νεγρεπόντης δεν έμεινε ανενεργός – εξακολουθούσε να γράφει. Έτσι το 1968, στο Παρθένι της Λέρου, προέκυψε το ποιητικό του έργο «Φυλάττειν Θερμοπύλας».

Μέ
σα σ’ αυτήν τη σκοτεινιά, ο ποιητής πασχίζει να δει μέσα από τις μικρές ρωγμές των λέξεων τη μεγάλη εκείνη εποχή της Αθήνας. Την εποχή εκείνη που «δοξάστηκε το φως» και το «κάλλος το τραγικό»». Η Αθήνα «υπέρλαμπρη και άφατη» που ως Προμηθέας εφώτισεν τον κόσμο με «της ελευθερίας τα έργα» και «τον πολυσήμαντο της ύπαρξης θρίαμβο».

Τώρα, ο ποιητής εξόριστος και Δεσμώτης ο ίδιος στο νησί της Λέρου, αναπολεί την πόλη εκείνη που αποθεώθηκαν τα χρώματα, οι αισθήσεις, η αρετή και το κάλλος. Και ’κει πάνω από τις στάχτες και «τα πρόσκαιρα ερείπια» στον τόπο της εξορίας του, στήνει ο ποιητής το ωραίο άγαλμα «του Κυρίου και Λαού του» δοξάζοντας έτσι τα πανανθρώπινα ιδανικά που η πόλις εκείνη στον κόσμο εκληροδότησεν: Την ελευθερία, την τιμή και την αξιοπρέπεια.

Ύστερα ενθυμείται έμπλεος ελευθερίας και ταπεινής έπαρσης του «Λαού του τα τέκνα», από το Σολωμό έως το Σικελιανό, που την πόλη αυτή «εκατοίκησαν», «αγωνιστές και μαχητές που κι εκείνοι συντήρησαν του ανθρώπου τ’ανάστημα» φυλάττοντας 
Θερμοπύλας.


Το έργο φυγαδεύτηκε
από το στρατόπεδο γραμμένο σε μικρά τσιγαρόχαρτα, κρυμμένα στην κορνίζα ενός αυτοσχέδια συναρμολογημένου πίνακα που έστειλε σε φίλους του. Μετά την αντιγραφή του, το ποίημα κυκλοφόρησε από χέρι σε χέρι, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ως την έκδοσή του, το 1971.



Γιώργος Κόρδης, Θερμοπύλες (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011)


Υπήρξε μια εποχή...

Υπήρξε μια εποχή, υπήρξε
υπήρξε ένας καιρός
όπου τα πάντα ήταν μια υπόσχεση
οι δρόμοι τα σπίτια
των ανθρώπων τα βλέμματα
η Αθήνα η Ελλάδα
ο κόσμος ολόκληρος
οι παρούσες ημέρες κι’ οι μέρες
που έρχονταν. 

Υπήρξε εκείνη η εποχή, υπήρξε 
υπήρξε εκείνος ο καιρός
όπου τα πάντα ήταν μια υποδοχή
κι’ εγώ, εγώ ένας θρίαμβος
εγώ ένας ακάθεκτος κατακτητής
εγώ ένας Πρίαπος
ορμητικός ακράτηγος
εγώ ένας ποταμός
εγώ ολόκληρος ένας φαλλός 
τον κόσμο να βατέψω 
στα χέρια και στα σκέλια μου να σφίξω 
και μέσα του να σπείρω 
της ύπαρξής μου το καυτό σπέρμα 
ανά τους αιώνες. 

Τι εποχή! Τι εποχή! 

Κι’ όμως υπήρξε αληθινά


υπήρξε εκείνη η εποχή 
όταν ο κόσμος ήτανε ζεστός 
γλυκός, απλός και ζωντανός
αβυσσαλέα ποθητός
ως ένα ανθισμένο στην ώρα του αιδοίο.

Ω, ο κόσμος, ο κόσμος 
αυτό το απίθανο 
της κάθε στιγμής με τη στιγμή 
από το χάος αναδυόμενο 
μυρίων ονείρων όνειρο.


Ήμουνα έτοιμος για όλα· ήμουνα ωραίος

Ανάμεσα σε τόσα έμπνεα μάρμαρα 
σε τόσον πηλό εμφυσημένον πνεύματος 
σε τέτοια παρουσία ανθρώπων 
από χιλιετηρίδες
σ’ αυτή τη διαρκή αποκάλυψη της Αγάπης
ολόκληρη τη μέρα ειδωλολάτρης
χαρισμένος του Απόλλωνα
και τη νύχτα, τη νύχτα
ένας Διόνυσος Χριστιανός
τον κόσμο ανακάλυπτα 
δοκιμαζόμουνα απ’ τον κόσμο 
τον κόσμο! τον κόσμο!
Αυτό το αειθαλές, αυτό το αειπάρθενο
ξάφνιασμα των αισθήσεων
την αέναη τούτη του πνεύματος έκσταση.

Ναι, ναι, υπήρξε μια εποχή 
που η ψυχή μου ήταν τρυφερή 
όπως τα χέρια ερωτευμένου 
πριν η μανία τα κερδίσει 
κι’ ήτανε σκοτεινή
όπως τα μάτια κάποιου που το φόνο μελετάει 
κι’ ήταν σκληρή
όπως εκείνου που πήρε την απόφασή του 
κι’ ήταν αγνή
όπως του νέου προσήλυτου.
Ήμουνα τότε διαθέσιμος 
και έτοιμος για όλα· 
ήμουνα ωραίος. 
Δάση οι σημαίες γύρω μου
ρόγχος ποτάμιος οι ιαχές
δέους βροντές οι γόοι κι’ οι κραυγές·
ανάμεσα σε τόσα πρόσωπα πυρωμένα
δικαιωμένα της έξαρσης
ανάμεσα σε τόσα πρόσωπα ωραία
όσον ποτέ πιστός
όσον ποτέ ωραίος
το Λαό μου εδόξαζα
τον αθάνατο τούτο
της γης Μέγα Φοίνικα. 

Τι εποχή! Τι εποχή!

Dosso Dossi (Giovanni di Niccolò Luteri) Apollo e Dafne 1525, 
 Roma, Galleria Borghese

Αθήνα πάντα Αθήνα....

Έζησα αυτήν την εποχή
ήμουν παρών σ’ αυτήν την εποχή 
ήταν δική μου αυτή η εποχή 
ένα με το κορμί μου
ένα με την ψυχή μου.

Πώς γίνεται ποτέ και τι μπορεί 
να μου τη θάψει 
όσον εγώ θα ζω θα υπάρχω 
θα θυμάμαι, πώς;

Βράδια και βράδια 
στο Ηρώδειο, στην Πνύκα 
πρωινά και πρωινά 
μεσημέρια και μεσημέρια 
θάλασσες απαστράπτουσες 
και θάλασσα με συννεφιά 
θαυμάσια απογεύματα 
θέατρον Διονύσου·
κάλλος το τραγικό 
διαρρέει τα πάντα 
εξαίσια δειλινά 
μελιά μενεξελιά 
χάλκινα χρυσαφιά· 
των χρωμάτων η δόξα 
η υπέρλαμπρη, η άφατη. 

Δόξα σοι φως
δόξα σοι όμμα του ανθρώπου
βράδυ ή πρωί
μεσημέρι ή απόγευμα
όλες τις εποχές κι’ όλες τις ώρες
η Αθήνα πάντα ωραία 
η Αθήνα, η Αθήνα
πάντα η Αθήνα.




Γιάννης Τσαρούχης, Το σπίτι με τις Καρυάτιδες της οδού Ασωμάτων 45


..πάντα αντιστεκόμενη και πάντα ανυπόταχτη

Υπήρξε άραγε ποτέ
να υπάρχει τάχα ακόμα –
ή μη κι’ ένα παιχνίδι
ήταν όλο αυτό 
όνειρο που δεν λέω να ξεχάσω.

Μα όχι, όχι δεν μπορεί.

Κι’ αν όλη μου η ζωή ένα ψέμα
όχι όμως εκείνη η εποχή
όχι όμως η Αθήνα.

Δρόμοι και σπίτια και πλατείες 
αρχαίοι ναοί
και της Χριστιανοσύνης εκκλησίες 
θέατρα αρχαία και θέατρα νέα 
πάρκα και κτίρια και σχολεία 
και εργοστάσια κι’ αγορές 
και παιδικές χαρές και μαγαζιά 
και καφενεία και νεκροταφεία 
και γυμναστήρια και Μουσεία 
κίνηση καθημερινή 
και κυριακάτικη ερημιά.
Κι’ οι άνθρωποι... α, οι άνθρωποι
αυτά τ’ αγάλματα
που παίρνανε τους δρόμους.
Γριά πολύπειρη πόρνη μα και Παρθένα 
Κύπρις και Παναγία η Αθήνα·
κάθε φορά στο χείλος της αβύσσου 
όλα ή τίποτα και τίποτα και όλα 
μόνο να ζω, να ζω
βαθιά μου ν’ ανασταίνω αυτό το θαύμα 
αυτή τη δόξα των αισθήσεων
την αέναη τούτη, την ασίγαστη τούτη ροή
τον πολυσήμαντο της ύπαρξης θρίαμβο.

Πώς μπορεί να ’ναι όνειρο
πώς μπορεί να ’ναι ψέμα
αυτό που είναι του κορμιού μου
αυτό που είναι της ψυχής μου
αυτό που πέρα κι’ από μένα
του ίδιου του Λαού μου είναι ιστορία...

Αθήνα, Αθήνα
Αθήνα του Τριανταέξι
Αθήνα του Σαράντα
της νίκης και της έξαρσης
Αθήνα μου της Κατοχής
Αθήνα των οδοφραγμάτων
Αθήνα της σιωπής και των αλαλαγμών
Αθήνα, Αθήνα
συλλαλητήρια, διαδηλώσεις κι’ απεργίες 
Αθήνα θούρια νικητήρια 
κι’ Αθήνα πένθιμα εμβατήρια 
πόλη του πόνου και της απαντοχής 
Αθήνα των αγώνων 
κυνηγημένη πολιορκημένη 
σιδεροδέσμια και καθημαγμένη 
παράνομη ηττημένη 
μα πάντα αντιστεκόμενη 
και πάντα ανυπόταχτη 
Αθήνα πάντα Αθήνα.

Σοφοκλής,«Ούτοι συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν» 
Acrylics on wall, Κολωνός 
Fikos (ζωγράφος και street artist)

..κι’ ο κόσμος μόνο μέλλον, εμπρός και ες αεί εμπρός

Ήταν που ο κόσμος ήταν νέος;
Ήταν που εγώ ο ίδιος ήμουν νέος;
Σε μένα που αξιώθηκα μιας τέτοιας εποχής
αταίριαστοι τέτοιοι συμβιβασμοί.
Δε θα τρομάξω το χρησμό
όσο σκληρός και αμετάκλητος κι’ αν είναι
.


Ο κόσμος τότε ήταν μέλλον
θάλλουσα η δάφνη
και η παγά λαλέουσα.
Λαλέουσα η παγά 
μοίρα μου η μοίρα του Λαού μου 
λυγμός μου ο λυγμός του 
κραυγή μου η κραυγή του 
πόνος μου ο πόνος του 
ήττες μου οι ήττες του 
οι νίκες του νίκες μου 
οι πόθοι του πόθοι μου 
σκοπός μου ο σκοπός του 
πάντα λαλέουσα η παγά 
κι’ ο κόσμος μόνο μέλλον 
εμπρός εμπρός 
και ες αεί εμπρός.

Ω, ναι, υπήρξε εκείνη η εποχή 
που ο κόσμος ήταν φως 
θούριο φωτιά εμβατήριο 
ο κόσμος ήταν δίνη 
ο κόσμος μέλλον
ο κόσμος ες αεί εμπρός.



Κωνσταντίνος Παρθένης, Θέατρο Ηρώδου Αττικού (1930 – 1938)



Το λάλον ύδωρ αφήσαμε να χυθεί


Τώρα εδώ
ακίνητος άπραγος 

παγωμένος· 

παντού γύρω μου
πρόσωπα κουρασμένα 
αίσθηση στάχτης.

Ο καιρός να περνάει 
η ώρα να περνάει 
τίποτα πια 
δεν έχει σημασία. 

Στάχτη μέσα σε στάχτες
το κορμί μου – απελπισία·
πώς να γινόταν να ξεχάσω
όλη την προηγούμενη ζωή μου; 
Πώς να γινόταν να ξεχνάω 
στιγμή με τη στιγμή
ερείπια πάνω σε ερείπια
πώς, Θε’ μου, να χανόμουν;

Πολλά μας βρήκαν
και τα χειρότερα
απ’ τα μέσα
Τ’ απόρθητα κάστρα
τα μεγάλα
ποτέ δεν πέφτουν
απ’ τα έξω.
Το λάλον ύδωρ
απερίσκεπτα

αφήσαμε να χυθεί.



Τώρα οι Ερινύες
τον ύπνο και τον ξύπνιο μας
ταράσσουν.

Και μεις, αθύρματα,
πιστεύουμε πως κάτι κάνουμε 
πιστεύουμε πως είναι δυνατόν 
αυτές να εξευμενίσουμε 
το μερτικό του ο καθένας 
της ενοχής μετριάζοντας 
ή σ’ άλλους αποδίδοντας.

Α, αυτός ο παγερός 
αέρας της αμφιβολίας 
δεν μ’ αφήνει 
τρώει τις σάρκες μου 
γδέρνει το μυαλό μου 
το χρόνο μου 
απογυμνώνει. 

Μόνος μου, μόνος.
Το κάθε τι
μες απ’ τα δάχτυλά μου 
όπως η άμμος χάνεται.
Κάθε πρωί ο ήλιος
τεφρός και παγωμένος
κι’ οι νύχτες μου μαύρες στάχτες.
Τι θα μπορούσε πια
αυτή την άγρια
μοναξιά μου να μερώσει.
Τι άλλο απ’ την παραίτηση.

Poets drinking from the Castalian Spring 
Painting by Heinrich Füger (1751-1818)



Μοίρα μου η μοίρα του λαού μου


Όμως ακόμα δεν μπορώ
έχω ακόμα μνήμη
και να παραιτηθώ
δεν το μπορώ
ακόμα αμφιβάλλω 
θυμάμαι ακόμα 
μου απομένει ακόμα η πίστη· 
όπως και να ’χει 
έτσι κι’ αλλιώς υπάρχω. 

Κι’ υπάρχω
ανάμεσα σε τόσους 
τάφους προγονικούς 
επιγραφόμενους και μη 
«Ω ξειν’ αγγέλλειν» 
και σε τύμβους
αγνώστων «διά χρόνου πλήθος»
οστών καθηγιασμένων
διά την ελευθερίαν πεσόντων.

Κι’ υπάρχω 
σ’ αυτόν τον τόπο 
ένθα ο πόνος επερίσσευσεν 
ως επερίσσευσεν 
ο έρως
διά την ελευθερίαν. 

Κι’ υπάρχω
ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες
και στις «ταν ή επί τας» στενωπούς
σ’ αυτήν την κώχη της υπομονής
που τόσα τραγούδια
θλίψης και καρτερίας
ένα με το κορμί μου
ένα με την ψυχή μου
έχουν δέσει.

Πάλι με χρόνια με καιρούς 
Ακόμα τούτ’ την άνοιξη 
πότε θα Φλεβαρίσει 
ως που να ’ρθει κάποια μέρα. 

Μοίρα μου η μοίρα του λαού μου
- φυλάττειν Θερμοπύλας·
πεδία μαχών
και τόπους εκτελέσεων
πάντα χώρον
όπου το φρόνημα
δεν εγονάτισεν
φυλάττειν·
της ελευθερίας τα έργα 
φυλάττειν·
Παρθενώνα και θέατρον Διονύσου
και Περικλέους Επιτάφιον
και Σύνταγμα των Ελλήνων
φυλάττειν
και παν της ελευθερίας έργον
μεγάλο ή μικρόν
ισοβίως φυλάττειν.

Αδάμος Κώστας, «Ή ταν ή επί τας»
(συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 



Ενθυμού......

Άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται

οχυρά ανυψούνται και πίπτουν
σάρκες εισίν και πέτρες και σίδηρος·
της ελευθερίας η αίσθηση
η μόνη ακατάλυτη
και η πίστη σ’ αυτήν
η μόνη διασώζουσα
των ανθρώπων το γένος
η μόνη φυλάττουσα
αμόλυντο κι’ αγνό
του κόσμου τ’ ανάβλεμμα.
Πάνω απ’ τα πρόσκαιρα ερείπια 
του καιρού σου τη στάχτη 
ανορθώσου ψυχή μου 
στου Λαού σου τ’ ανάστημα 
το αναντίρρητον τούτο 
ωραιότατον καύχημα.

Ενθυμού του Λαού σου τα Τέκνα 
και τα έργα αυτών 
υπέρ του κάλλους 
τα αγωνιζόμενα έργα.
Ενθυμού τους προγόνους
από των πρώτων τον τόπον τούτο
κατοικούντων
έως του Σολωμού και Κάλβου 
και Καβάφη
κι’ ενθυμού Σικελιανόν 
και πάντας τους μάρτυρας 
τους αγωνιστάς και μαχητάς 
τους από παντός βέλους άτρωτον 
συντηρήσαντας του ανθρώπου 
το ανάστημα.




Δημήτριος Σιδηράς, «300 ψυχές» (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 


Επικαλέσου Κύριο τον Λαό σου.. 

Ουκ απέσβετο ύδωρ το λάλον
κι’ αν η τέφρα για λίγο τα μάτια τυφλώσει 
κι’ αν η τέφρα για λίγο το νου σου θολώσει 
επικαλέσου Κύριο τον Λαό σου 
Λαό σου τον αγωνιστή 
τον αθλοφόρο 
τον πανδαμάτορα.

Λαέ μου και Κύριε 
βοήθησόν με Λαέ μου 
Ανταίε και Σίσυφε 
Λαέ μου Οδυσσέα 
Τυραννοκτόνε Λαέ μου 
βοήθησόν με· βοήθησόν με 
Λαέ Προμηθέα 
φώτισόν μου τον νου 
κρήνη βρύουσα Συ 
κρουνούς ιαμάτων 
ίασον την ψυχήν μου 
ότι ασθενής ειμί 
και αμφιβάλλων· 
Λαέ μου και Κύριε 
βοήθησόν με, βοήθησόν με 
Κύριε και Λαέ μου. 
Εντειχισμένος στο σώμα μου 
έγκλειστος στην ψυχή μου 
τυφλός, κουφός, βουβός 
ήμουν ο άνους.
Μικρός όσον επίστευα μεγάλος 
κι’ έπαιρνα τους κρωγμούς μου 
για τραγούδι ο μωρός· 
δεν το ’ξέρα τι θάμα είναι μεγάλο 
η Λευτεριά με το Λαό.

Ουκ απέσβετο ύδωρ το λάλον. 
Ανέβλεψα, ακούω, δοξάζω 
είμαι ελεύθερος.
Ναι, τώρα μπορώ να πω: υπάρχω.

Υπάρχω, υπάρχω 
δωρούμενος χαράν την υπερτάτην 
την άφατον χάριν δωρούμενος. 
Αίνει ψυχή μου 
Κύριον τον Λαόν σου 
τον πανθαύμαστον αίνει.

Δόξα σοι Κύριε και Λαέ μου 
της ελευθερίας δόξα σοι πρόμαχε 
της αληθείας υπέρμαχε 
πανδαμάτορα δόξα σοι.
Δόξα σοι, ότι μόνος εσύ
του κόσμου το φως κι’ η δικαίωση·
Δόξα σοι Λαέ μου και Κύριε
ότι μόνος εσύ
ανά τους αιώνας
ελπίς του κόσμου
αμάραντος υπάρχεις·
ότι μόνος εσύ
ο αθάνατος.
Δόξα σοι.

Λέρος, 1968

Γιάννης Νεγρεπόντης, Φυλάττειν Θερμοπύλας, 
Καλειδοσκόπιο, τέταρτη έκδοση,1999

Ψιμογιάννου Μόρφω, Θερμοπύλες (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», 
Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 

«Συνάντηση» Λεοντή - Νεγρεπόντη

Από χέρι σε χέρι, το έργο του Γιάννη Νεγρεπόντη, έφτασε και στα χέρια του Χρήστου Λεοντή. Ο συνθέτης, που εργαζόταν πάνω σ’ αυτό από το 1971, λέει απαντώντας σε σχετική ερώτηση: 

«Ελπίζω το 2013, οπότε συμπληρώνω 50 χρόνια μουσικής πορείας, να μπορέσω να παρουσιάσω το ορατόριο “Φυλάττειν Θερμοπύλας” σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, πάνω στο οποίο εργάζομαι από το 1971. Τώρα ολοκληρώνω την ενορχήστρωση.

Κράτησα όλο τον ενθουσιασμό της νεότητας, δεν άλλαξα καθόλου τα μουσικά μοτίβα, πρόσθεσα μόνο την εμπειρία και τη γνώση των σημερινών μου χρόνων στην ενορχήστρωση. 

Είναι έργο που αποζητά την ελευθερία των ανθρώπων, στην οποία δεν μπορεί να φτάσει κανείς παρά μόνο μέσα από τον κοινό αγώνα μαζί με τους άλλους. Γιατί τελειώνει «Δόξα σοι κύριε και λαέ μου, της ελευθερίας δόξα σοι πρόμαχε, της αληθείας υπέρμαχε, πανδαμάτορα δόξα σοι». Και συμπληρώνω εγώ: «είθε» 

Τα τρία τελευταία χρόνια το «Φυλάττειν Θερμοπύλας» πήρε τη σημερινή του μορφή «ορατορίου» για συμφωνική ορχήστρα, βαρύτονο, μεσόφωνο, αναγνώστη, μεικτή και παιδική χορωδία.

Ο Λεοντής το αφιέρωσε στο μεγάλο ομότεχνό του Μίκη Θεοδωράκη, που η στάση ζωής και το έργο του, σηματοδοτούν το δρόμο για την κατάκτηση αυτών των αξιών στις μελλούμενες γενεές.

Το ορατόριο «Φυλάττειν Θερμοπύλας» παρουσιάστηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 11 Οκτώβρη 2015 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με αφορμή την 71η επέτειο από την απελευθέρωση της Αθήνας από τα ναζιστικά στρατεύματα, με γενικό θεματικό τίτλο «12 Οκτωβρίου 1944: Η Αθήνα ελεύθερη».

Το έργο ερμηνεύουν οι σολίστ Ιωάννα Φόρτη (μέτζο σοπράνο) και Τάσης Χριστογιαννόπουλος (βαρύτονος).

Στον ρόλο του αφηγητή, ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος.

Τη Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΡΤ, καθώς και την Παιδική Χορωδία «Μανώλης Καλομοίρης» διευθύνει ο μαέστρος Μιχάλης Οικονόμου.



Πηγές

• Γιάννης Νεγρεπόντης, Φυλάττειν Θερμοπύλας, Καλειδοσκόπιο, τέταρτη έκδοση,1999

• http://www.poiein.gr/archives/31033/index.html

• http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr/2012/09/blog-post_9.html

• https://www.ksm.gr



Νίκος Καγκαράς, Θερμοπύλες
(συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011)