Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Νίκος Καρούζος «Είμαστε εντός της σιγής και της κωφαλαλίας»

Ο Νίκος Καρούζος στον Εθνικό Κήπο (1982)

Περιπλανώμενος στην Αθήνα...

Ο Νίκος Καρούζος,
 γεννημένος στο Ναύπλιο  στις 17 Ιουλίου 1926, θα περιπλανηθεί στην Αθήνα περίπου 40 χρόνια. 
Το 1989 θα αρρωστήσει και θα πεθάνει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο Νοσοκομείο Υγεία, στα 65 του. Στην ίδια ηλικία που θα πεθάνουν οι αγαπημένοι του Ηράκλειτος, Ιωάννης Σεβαστιανός Μπάχ και Κάρλ Μάρξ, μια προφητική επισήμανση που  κάνει ο ίδιος ο Καρούζος λίγους μήνες πρίν από τον θάνατό του.

Μετά
 τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, κι ο Καρλ Μαρξ». 

Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;


Ο Νίκος Καρούζος στην υπόγεια γκαρσονιέρα του, στην οδό Σούτσου

Ποιητής της Αθήνας, θα τραφεί από ότι τρέφει και την ποίηση του. Μοναξιά, ασκητικότητα και διαρκής παρατηρητικότητα της καθημερινότητας, η οποία αν και αλλάζει στα χρόνια που περνάνε, παραμένει παράλογη όσο και κοινότοπη.

Η ποίηση
του Νίκου Καρούζου μας συστήνει ευθύς εξαρχής,  μια ανέφικτη προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου και της ζωής,  μια μάταιη προσπάθεια εύρεσης νοήματος στην ύπαρξη των  όντων μέσα από τη ζωή ή τον θάνατό τους. Με αφετηρία αυτή την αδυναμία, η ποιητική του θα αποκτήσει μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με συχνά πικρά ειρωνική και άλλες φορές μεταφυσική ένταση.

 Ο Καρούζος θα πασχίσει να διαπεράσει αυτή την καθημερινή σύμβαση με την ποίηση του, να ανελκύσει το κρυφό νόημα των καθημερινών εικόνων, σε ένα χρόνο ο οποίος έχει σταματήσει ή ίσως υπάρχει με έναν τρόπο που δεν μας αφορά. «Ο Καρούζος περιγράφει τα δευτερόλεπτα με την ίδια παραξενιά που άλλοι ποιητές περιγράφουν τα λουλούδια», σημείωσε ο Ευγένιος Αρανίτσης (Ιστορία των Ηδονών).  Ενώ ο ποιητής γράφει : 
«…Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός. Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση.»

Περιπλανώμενος στην πόλη, γοητευμένος  μέχρι κούρασης από τις νύχτες της («…τα βράδια της Αθήνας χρωματισμένα ως τον αέρα...») και τα ξημερώματα της, («Πρωί δεν αντικρίζεται ο ήλιος όταν έχεις ξενυχτήσει…») πολύ συχνά με μόνη παρέα  ποτό και τσιγάρα, παρόλα αυτά θα παραμείνει πάντα συνεπής και γαλήνια προσηλωμένος στην τέχνη του.

Κομμένος όπως το λουλούδι μέσ’το βάζο
θα ζούσε το απόλυτο και ο άνθρωπος χωρίς να ζεί.
Θα ‘τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δεν θα πέσει.
Θα ‘τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη είν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισεύει τίποτα.


                    Απόσπασμα από την Ανθολογία Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971



Ο Νίκος Καρούζος στην υπόγεια γκαρσονιέρα του, στην οδό Σούτσου, 
σκοπίμως επιπλωμένη σαν κελί φυλακής, 


Το σκάκι που παίζει το όνειρο με την πραγματικότητα...

[ Τον Νοέμβριο του 1984 συναντηθήκαμε με τον Νίκο Καρούζο στο πατάρι του πάλαι ποτέ Drugstore, στη Στοά Κοραή, για μια συζήτηση με θέμα την πόλη ή μάλλον τη μεγαλούπολη, όπως προτιμούσε ο Νίκος Καρούζος: τη λάμψη και την ομορφιά, τον πανικό και την ποιητική της δύναμη. Η συζήτηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ζάλη», τχ. 2, Μάρτιος 1985. Προφανώς εκ παραδρομής, η συζήτηση παρέμεινε αθησαύριστη στον συγκεντρωτικό τόμο με τις συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου (Οι συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, Ίκαρος, 2002). Γ-Ι.Μ.-Θ.Σ.]



Ν.Κ.: Εγώ είμαι άνθρωπος της μεγαλούπολης. Παρά το γεγονός ότι έχω πολύ μεγάλη αγάπη στη Φύση, στα δέντρα, στη θάλασσα, στις ερημιές, αν θέλεις, εντούτοις αυτό είναι περισσότερο θεωρητικό παρά πραγματικό. Η πραγματική μου ένταση βγαίνει μέσα από τις συγκινήσεις της μεγαλούπολης. Το να δω, σ' ένα δάσος, να τρέχει ένα κουνάβι, είναι βεβαίως μια πάρα πολύ ωραία εικόνα, είναι μια αιωνιότητα, αλλά προτιμώ να είμαι στη μεγαλούπολη και να βλέπω να τρέχει μια μοτοσικλέτα μανιωδώς. Στη μεγαλούπολη είναι που παρακολουθώ με αγωνία μεγάλη το σκάκι που παίζει το όνειρο με την πραγματικότητα, όπου θα 'λεγα πως κερδίζει κατά ενενήντα πέντε τοις εκατό η πραγματικότητα τις παρτίδες. Ωστόσο το όνειρο παραμένει πάντα ένας αντίπαλος της πραγματικότητας, έστω και με ελάχιστες νίκες ή ισοπαλίες. Σαχ και ματ, όμως, κάνει συνήθως η πραγματικότητα. Αυτό, λοιπόν, το ζω με ένταση μεγάλη μέσα στη μεγαλούπολη. Το ζω επίσης και με ενδιαφέρον και με πανικό. Παίζεται και στη Φύση αυτό το σκάκι, αλλά οι παρτίδες είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες στην πόλη μέσα.

Γ.-Ι.Μ.: Δεν είναι άγριο, δηλαδή, το παιχνίδι στη Φύση;

Ν.Κ.: Δεν είναι ζήτημα τόσο της αγριότητας, όσο του ενδιαφέροντος. Αγριότητα υπάρχει παντού, και η Φύση είναι γεμάτη αγριότητα.

Γ.-Ι.Μ.: Θα ήθελα να μιλήσεις λίγο για τους κρυψώνες που παρέχει η μεγαλούπολη σε μια ιδιοσυγκρασία αλλόκοτη και μοναχική.



Ο κρυψώνας της λεωφόρου

Ν.Κ.: Ο τρομερότερος κρυψώνας της μεγαλούπολης είναι ο μεγάλος δρόμος, η λεωφόρος. Βρίσκεσαι εκεί ολωσδιόλου μόνος. Η μοναξιά στη λεωφόρο περιέχει και όλους τους κινδύνους. Δηλαδή, μπορεί κάποιος να σε πατήσει, μπορεί ν' ανέβει μια μοτοσικλέτα στο πεζοδρόμιο και να σε κομματιάσει, μπορεί να συναντήσεις ένα φίλο που θα σου πει γεια σου και θα προχωρήσει σαν για πάντα αποχαιρετώντας.

Γ.-Ι.Μ.: Στη λεωφόρο επισημαίνω και μια συναρπαστική αντίφαση: ενώ είσαι όρθιος και ολόκληρος, ενώ είσαι έκθετος και όλοι σε βλέπουν, είσαι ταυτοχρόνως και αόρατος.

Ν.Κ.: Ναι, συμφωνώ. Θέλω να σου πω τώρα μια εμπειρία που μου έτυχε στη λεωφόρο πριν από καιρό. Προχωρούσα, λοιπόν, στη Βασιλίσσης Σοφίας, που είναι βεβαίως απ' τις μεγαλύτερες λεωφόρους της Αθήνας, και με σταματάει αίφνης, κάποιος μάλλον μεθυσμένος, και μου λέει: Κύριε, δεν έχω κάνει τίποτα. Λέω: Και ποιος σου είπε ότι έχεις κάνει κάτι; Όχι, λέει, δεν έχω κάνει τίποτα. Πρέπει να σας το δηλώσω. Μα τι να μου δηλώσεις, του λέω, ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις, ούτε ξέρω αν έχεις κάνει κάτι, ούτε φαντάζομαι πως έχεις κάνει κάτι. Όχι, ξαναλέει, δεν έχω κάνει τίποτα, κι ας λένε. Και προχώρησε. Είναι καταπληκτικό. Δηλαδή εκείνη τη στιγμή εγώ, σαν ο αόρατος, όπως το διατύπωσες, εκπροσωπούσα στην πλαστή του ενοχή το δικαστή ή τον εξομολόγο. Αυτό ήταν ένα περιστατικό που μ' έβαλε σε μεγάλη σκέψη. Για δες, σκέφτηκα, τελικώς η λεγόμενη έσχατη κρίση στους ουρανούς, επισυμβαίνει στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Στη λεωφόρο είσαι πράγματι αόρατος και, κατά κάποιον τρόπο, παντοδύναμος όσο και εντελώς αδύναμος. Άλλωστε, παντοδυναμία και πλήρης αδυναμία, για να θυμηθούμε τον Ηράκλειτο, είναι ένα.


Εξοικείωση με την κόλαση.....

Γ.-Ι.Μ.: Ποιοι είναι οι χώροι της μεγαλούπολης που σε προσδιορίζουν;

Ν.Κ.: Εμένα οι αγαπημένοι μου χώροι είναι οι εξής: το κελλί μου, κατ' αρχήν. Το υπόγειο δηλαδή που μένω. Είναι οι μεγάλοι δρόμοι, για τους οποίους μιλήσαμε πριν, και όπως ξέρεις κι εσύ μια κι έχουμε πάει πολλές φορές μαζί, τα νυχτερινά μπαρ. Το ξενύχτικο μπαρ εκφράζει τον πανικό της νύχτας. Είναι, όμως, κι ας ακούγεται σαν παραδοξολογία, ένας πανικός τρομερά ευχάριστος. Αισθάνομαι ολωσδιόλου όμορφα να πηγαίνω το πρωί, μετά το μπαρ, να κοιμηθώ οχτώ ώρες-

Θ.Σ.: Όταν ξυπνάει η πόλη.

Ν.Κ.: -όταν έχει λήξει η εκμετάλλευση. Να κοιμηθώ δηλαδή τις ώρες που επισυμβαίνει η εκμετάλλευση, και να βγω μετά, όταν πια έχει λήξει.

Θ.Σ.: Όταν αρχίζει η γιορτή, ας πούμε.

Γ.-Ι.Μ.: Όχι μόνο δεν μπορείς να τη ζεις την εκμετάλλευση, αλλά ούτε και να τη βλέπεις.

Ν.Κ.: Ναι, δεν αντέχω ούτε την εικόνα της αγριότητάς της.

Γ.-Ι.Μ.: Πώς βλέπεις τους ανθρώπους μέσα στα μπαρ; Είναι σαν να ζουν τη γιορτή; σα να θέλουν να παραδοθούν στη λήθη; σα να απολαμβάνουν μια πρόγευση του παράδεισου ή σαν να προσπαθούν να εξοικειωθούν με την κόλαση;

Ν.Κ.: Το δεύτερο είναι. Εξοικείωση με την κόλαση. Ή, όπως το είπα εγώ προηγουμένως, ο ευχάριστος πανικός. Είναι ανάγκη εξοικείωσης με την κόλαση, που δεν είναι μόνον εξωτερική, αλλά κυρίως εσωτερική. Βεβαίως, η εσωτερική κόλαση έχει πολλά δούναι και λαβείν με την εξωτερική πλευρά της.



Προσδοκία ενός νοήμονος μηδενισμού

Θ.Σ.: Πώς νομίζεις ότι γαλουχεί και διαμορφώνει τους ανθρώπους η μεγαλούπολη;

Ν.Κ.: Έχω την ιδέα πως πρέπει να περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει με τις μοτοσικλέτες. Είναι ένα ιλιγγιώδικο φαινόμενο, που δεν έχει κάνει ακόμα την γκάμα του. Θέλω να δω πόσο η νεολαία, που τη σέβομαι απεριόριστα κι έχει τους λόγους της να είναι μηδενιστική, όπως μηδενιστής είμαι κι εγώ άλλωστε, και πρέπει να είναι κάθε σωστός άνθρωπος, θα κάνει κάποιαν αντικατάσταση με κάποιον πιο νοήμονα μηδενισμό, πιο εσωτερικό και πιο πνευματικό. Απ' αυτό το φαινόμενο θα κριθεί η μεγαλούπολη. Όχι σαν κυκλοφορία, αυτό θα ήταν αστείο να το συζητήσουμε. Αλλά σαν ψυχική κυκλοφορία.

Θ.Σ.: Να γίνει δηλαδή ο ίλιγγος της μοτοσικλέτας, εσωτερική ιλιγγιώδης ταχύτητα.

Ν.Κ.: Ναι. Κι αυτό θα το αποφασίσει η ίδια η νεολαία. Τελικά δεν είναι οι μοτοσικλέτες που επιτίθενται. Είναι η εξουσία που έχει επιτεθεί από καιρό, και οι μοτοσικλέτες αμύνονται. Είναι σαν αντίδοτο. Μέσα σ' αυτή τη φρίκη της εξουσίας, της ψευτιάς και της βλακώδικης υπερκατανάλωσης, οι νέοι αντιδρούν ωραία. Μηδενιστικά ίσως και αυτοκτονικά, αλλά το παίζουν. Κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Η πολιτική είναι χαμηλό φαινόμενο και η εκλεκτή νεολαία το έχει καταλάβει. Ένας Κνίτης, φερ' ειπείν, μπροστά σ' ένα μηδενιστή νέο, είναι ακόμα υποπραγματικός πνευματικά. Δεν το λέω επιτιμητικά, το λέω διαγνωστικά. Είναι σεβαστός, είναι ιδεολόγος ο Κνίτης, αλλά δε νομίζω ότι μπορούν πια να παίξουν ρόλο σοβαρό οι ιδεολογίες.





Η άγρα τρυφερότητα της πόλης

Γ.-Ι.Μ.: Η ποίηση τι ρόλο παίζει μέσα στη μεγάλη πόλη;

Ν.Κ.: Η ποίηση μορφή μοτοσικλέτας είναι. Έτσι πρέπει να είναι. Το να βγεις σήμερα και να κάνεις ένα έπος ηθικολογίας δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μια άμυνα αντεπιθετική σήμερα η ποίηση, είναι ένα φαινόμενο αντιεξουσιαστικό.

Θ.Σ.: Αυτό εκδηλώνεται με μια σκληρότητα στη φόρμα;

Ν.Κ.: Ε, βέβαια. Δεν μπορείς, ας πούμε, να κάνεις σήμερα απαλές και ντελικάτες φόρμες, ούτε και λεκτικές φιοριτούρες. Πρέπει να είσαι αδρός, αλλά όχι συνθηματολόγος. Η φόρμα να είναι κλειστή και βίαιη. Αυτό.

Θ.Σ.: Και η τρυφερότητα;

Ν.Κ.: Η τρυφερότητα πρέπει να προκύψει μέσα από μια τέτοια φόρμα. Άλλωστε ο ποιητής δεν υπάρχει χωρίς τρυφερότητα.


Γ.-Ι.Μ.: Και η μεγαλούπολη προσφέρει μιαν άγρια, μια καινούργια τρυφερότητα.

Ν.Κ.: Συμφωνώ. Για μένα το κίτρινο ενός τρόλεϊ είναι πάρα πολύ τρυφερό κίτρινο. Πολύ πιο τρυφερό από ένα κίτρινο αγριολούλουδο. Το ίδιο και το κίτρινο ενός ταξί.

Με το τρόλεϊ, του Θανάση Ραχούτη 

Η πόλη μου προκαλεί μια μέθη...

Θ.Σ.: Άρα, η πόλη σε μεθάει.

Ν.Κ.: Η πόλη ναι, μου προκαλεί μία μέθη. Δεν μπορώ, παρά μόνο για λίγο, να ζήσω μακριά της. Πρέπει να επιστρέψω στην αγαπημένη μου κόλαση.

Θ.Σ.: Από το 1945 που ήρθες στην Αθήνα μέχρι σήμερα υπάρχει κάποιος κοινός μύθος που να συνδέει όλα αυτά τα ενδιάμεσα χρόνια; Έχει μείνει μια κοινή νοοτροπία, παρά τις εξωτερικές αλλαγές της Αθήνας;

Ν.Κ.: Ναι, αλλά όχι απολύτως. Εξακολουθεί, κατ' αρχήν, να λειτουργεί η μνήμη του Εμφύλιου Πόλεμου. Φοβερό πράγμα. Εξακολουθεί να κυριαρχεί η νοοτροπία της Δεξιάς, ακόμη και στα τάχατες προοδευτικά κόμματα. Εξακολουθεί να λειτουργεί η ανάγκη του Έλληνα να φάει, διότι πείνασε πολύ και επί πάρα πολλά χρόνια. Πάντως ένας άνθρωπος ευαίσθητος, ένας που αρνιέται την εκμετάλλευση, ένας ποιητής, είναι εξίσου δύσκολο να επιβιώσει και σήμερα, όπως και τότε. Συμβαίνει να επιβιώνουν οι άγριοι. Βεβαίως είναι δίδαγμα της Φύσης αυτό, αλλά ο άνθρωπος πρέπει να πάει πέρα απ' τη Φύση. Πρέπει να επιβιώνουν οι πάντες και όχι μόνον οι άγριοι.


Τα προάστια άλλοθι του πανικού

Θ.Σ.: Τα προάστια τι ρόλο παίζουν στη μεγαλούπολη;

Ν.Κ.: Στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν οι τόποι των ραντεβού με κοπέλες. Τότε έπρεπε ν' αντιμετωπίσεις τη γυναίκα μ' έναν τρόπο ειδυλλιακό και δαντελωτό. Έπρεπε να την πας πρώτα σε κάποιο χώρο, σε μια ταβέρνα, σ' ένα ζαχαροπλαστείο. Να τη δεις πρώτα δυο-τρεις φορές, να τη διοχετεύσεις πρώτα προς τη Φύση, προς το δάσος. Σε Κηφισιές, σε Μαρούσια, σε περιοχές με βλάστηση. Κατά κανόνα τουλάχιστον.

Θ.Σ.: Σήμερα;

Ν.Κ.: Σήμερα είναι απλό, κάνεις έρωτα και σε μια γωνιά του Drugstore. Όχι πως ήταν τότε καλύτεροι οι άνθρωποι ή περισσότερο ηθικοί. Λειτουργούσαν ως θύματα απλώς μιας ορισμένης νοοτροπίας.

Θ.Σ.: Τι άλλο ρόλο παίζει το προάστιο;

Ν.Κ.: Σε σχέση με τη μεγαλούπολη, το προάστιο είναι το άλλοθι του πανικού. Λες καλά είμαι εδώ, ενώ κατ' ουσίαν δεν είσαι ούτε εκεί καλά.


Περίπατος, του Βασίλη Σούλη 


Τότε που η ψυχή ανακατεύεται.....

Γ.-Ι.Μ.:
Μίλησέ μας για τον κινηματογράφο.


Ν.Κ.: Ως φοιτητής ήμουν μανιώδης φίλος του σινεμά. Έβλεπα ιδίως αστυνομικά και γουέστερν. Σήμερα πάω σπανιότατα. Τα κουλτουριάρικα δεν τα μπορώ. Μ' ενδιαφέρουν μόνο λίγοι λαμπροί ποιητές της σκηνοθεσίας. Ο Μπέργκμαν, ας πούμε, κι ο Φασμπίντερ. Μ' ενοχλούν φοβερά και τα διαλείμματα, όπου διάφορες γκόμενες φουμάρουν με μιαν ενοχλητική αυταρέσκεια και οι γκόμενοι πάνε τυρόπιτες. Όλο το πράγμα είναι αυτάρεσκο. Δεν το χαίρονται το σινεμά. Πάνε μόνο για το διάλειμμα. Πάνε για να συναντηθούν μεταξύ τους, για να δει ο ένας την γκόμενα του άλλου. Δεν πάνε για να χαρούν το φιλμ. Εγώ πήγαινα για να χαρώ τις πιστολιές του Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ.

Θ.Σ.: Το ίδιο δεν συμβαίνει και στα μπαρ;

Ν.Κ.: Όχι, καθόλου. Δεν ξέρω σε μερικά τι γίνεται. Εγώ πάντως όταν αναφέρθηκα προηγουμένως στα μπαρ, εννοούσα τα ξενυχτάδικα. Μετά τις δώδεκα τι γίνεται. Τότε που αρχίζει το κονταροχτύπημα με τη νύχτα. Τότε που η ψυχή ανακατεύεται. Μ' αρέσουν αυτά που κρατάνε, ακόμα και μισοπαράνομα. Που μένουν ανοιχτά και μετά τις δύο, μέχρι τις τέσσερις πολλές φορές.

Γ.-Ι.Μ.: Πες μας δυο λόγια και για την κρεαταγορά.

Ν.Κ.: Ω, είναι μεγάλη υπόθεση, μύθος ολόκληρος! Το φαγητό στην κρεαταγορά είναι, έπειτα από το αλκοόλ των μπαρ, ένα είδος λύτρωσης.



Στο βίντεο η Στέλλα Χασκήλ τραγουδάει ''Μεσ' στη χασάπικη αγορά'' του Μάρκου Βαμβακάρη 
από ηχογράφηση του 1947. 


Η ποίηση ευδοκιμεί στη νύχτα της μεγαλούπολης..

Μιλάμε για την τεχνολογία και την επιστήμη. Ο Νίκος Καρούζος θα πει σε κάποια στιγμή ότι λατρεύει τα φώτα «νέον», τις φωτεινές επιγραφές και τα τεχνολογικά επιτεύγματα, γιατί του υπενθυμίζουν «το διαρκές κι ανυποχώρητο πείσμα του ανθρώπου ενάντια στη Φύση. Κι αυτό γιατί κανένας δεν μας ερώτησε να έρθουμε εδώ, να έρθουμε στην ύπαρξη. Κι έτσι μπορούμε να βγούμε και να τ' αντικαταστήσουμε όλα. Σ' αυτή την παγίδα που είναι η ύπαρξη, εμείς πρέπει να εναντιωθούμε. Εναντιωνόμαστε με την επιστήμη και την ποίηση. Η ποίηση», θα συνεχίσει ο ποιητής, «ευδοκιμεί μέσα στη νύχτα και στη μεγαλούπολη».

Γ.-Ι.Μ.: Επειδή ξέρω ότι ακούς πολύ κλασική μουσική, έχω τώρα την περιέργεια να μάθω πώς σου φαίνεται η μουσική που ακούγεται στα μπαρ.

Ν.Κ.: Εμένα μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα η σύγχρονη μουσική. Μ' αρέσει τρομαχτικά και το ροκ και το πανκ. Όχι βέβαια σε όλες τις εκδηλώσεις τους, αλλά έχω ακούσει καταπληκτικά πράγματα απ' αυτά τα μουσικά κινήματα. Ένα ντιβερτιμέντο του Μότσαρτ είναι μεγάλη υπόθεση, αλλά δεν πρόκειται να εγκλειστώ εκεί. Τώρα έχουν ανοίξει καινούργιες δουλειές. Η τέχνη άλλωστε δεν είναι φυλακή. Είναι μια τεράστια αλάνα, όπου παίζονται κάθε λογής παιχνίδια. Μου είναι συμπαθείς αυτοί που μιλάνε για ελληνική ιθαγένεια, δημοτικά τραγούδια και άλλα τέτοια, αλλά δεν πρέπει να μένουμε μόνον εκεί. Σε έσχατη ανάλυση δεν υπάρχει εθνικότητα. Η τελική εθνικότητα είναι ο θάνατος, όπως έχω γράψει σ' ένα ποίημα μου.

Γ.-Ι.Μ.: Μπορούμε να πούμε ότι εντός της πόλης επικρατεί μια πολύβουη σιγή;

Ν.Κ.: Αναντίρρητα. Όλο το πράγμα είναι κωφαλαλία. Είμαστε εντός της σιγής και της κωφαλαλίας. Λένε οι μεταφυσικοί της άλλης ζωής πως η κωφαλαλία τούτη διακόπτεται με το θάνατο, αλλά εγώ δεν το πιστεύω και δεν το αισθάνομαι αυτό.

Θ.Σ.: Τι θ' απαντούσες σε όσους ισχυρίζονται ότι η πόλη μας κάνει νευρωτικούς;

Ν.Κ.: Τι πάει να πει νεύρωση; Λίγο πολύ είμαστε όλοι νευρωτικοί. Εγώ, λόγου χάρη, όταν φεύγω απ' το σπίτι μου, επιστρέφω και πάλι συνήθως για να διαπιστώσω εάν έχω πράγματι κλειδώσει. Αυτό είναι μια νεύρωση. Και λοιπόν, τι πάει να πει αυτό; Είναι ωραίο πράγμα να χάνεις χρόνο έτσι, είναι και ποιητικό, γιατί επιτρέπει την αναποφασιστικότητα. Ό,τι δεν επιτρέπει την αποφασιστικότητα είναι και ποιητικό. Ο βλακωδώς υγιής λέει: Έχω κλειδώσει και φεύγω. Και φεύγει όντως. Είναι αποφασιστικός αυτός, αλλά και εκτός ποιήσεως. Δεν ανήκει σ' αυτό το πανόραμα των νευρώσεων, της αναποφασιστικότητας, της τρέλας και της ποίησης.



ΚΟΡΕΚΤ 1
Τεύχος 1, Απρίλιος 2014

Διεύθυνση: Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης, Θάνος Σταθόπουλος

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Έρωτας στο «κρημνοβατείν» και διά του θανάτου μόνο η σωτηρία, Λ. Τολστόι, Άννα Καρένινα



Πώς μια ιστορία μοιχείας γίνεται ηθικοφιλοσοφικό μυθιστόρημα πάνω στο νόημα της ζωής και του θανάτου

Η «΄Αννα Καρένινα», αυτό το ευαγγέλιο του ρωσικού ρεαλισμού, που ξεκίνησε να γράφεται το Μάρτιο του 1873 από τον Τολστόι ως «ένα μυθιστόρημα μοιχείας σε ευρωπαϊκό στυλ, υπερβολικά απλό για να αρέσει σε άλλους», έμελλε να γίνει ένα ηθικοφιλοσοφικό μυθιστόρημα πάνω στο νόημα της ζωής και του θανάτου. 

«Στην πρώτη εκδοχή της ιστορίας ο συγγραφέας διαλέγει μια ηθικά και σωματικά αποκρουστική μοιχαλίδα, «χοντρή σε σημείο δυσμορφίας». Δουλεύοντας το κείμενό του όμως έδωσε τη θέση της στη ζωηρή Άννα και, όσο πιο συμπαθής γινόταν ο χαρακτήρας της, τόσο λιγότερο αδικημένος φαινόταν ο σύζυγός της. Στο μέτρο που το μυθιστόρημα εξελισσόταν, ο Τολστόι έμοιαζε να έχει ταυτιστεί με την ανάγκη της Άννας για έναν παθιασμένο έρωτα. Το κύρος της αναβαθμιζόταν όσο μεγάλωνε και η συμπάθειά του γι αυτήν» 
Priscilla Meyer, Εισαγωγή Β΄, εκδόσεις Άγρα

Η Άννα δεν έμοιαζε με κοσμική κυρία, ούτε με μητέρα που είχε γιο οχτώ χρονώ. Θα έμοιαζε πολύ περισσότερο με ένα εικοσάχρονο κορίτσι - τόσο λυγερές και ανάλαφρες ήταν οι κινήσεις της, τόση ήταν η φρεσκάδα της και τόση η ζωηρότητα του προσώπου της, που καθρεφτίζονταν άλλοτε στο χαμόγελό της κι άλλοτε στο βλέμμα της - αν δέν υπήρχε εκείνη η σοβαρή και μερικές φορές μελαγχολική έκφραση στα μάτια της, που έκανε αμέσως εντύπωση στην Κίττυ και τη γοήτεψε. Η Κίττυ το 'νιωσε απ' την πρώτη στιγμή πως η Άννα ήταν ανεπιτήδευτη και δεν έκρυβε τίποτα, πως είχε όμως μέσα της έναν άλλον κόσμο, ανώτερο και απροσπέλαστο, με ενδιαφέροντα ακατανόητα γι' αυτήν, πολύπλοκα και ποιητικά.
Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 143

Γνήσιος ρεαλιστής, από τη μια συνδέει απόλυτα το πρόσωπο με το περιβάλλον, τα ήθη της αριστοκρατίας της πόλης σε μια εποχή τεράστιων ανακατατάξεων. Από την άλλη, το πρόσωπο που γεννιέται από τη φαντασία του, έστω και αν έχει αφόρμηση πραγματική - τον εκούσιο θάνατο μιας μοιχαλίδας, της Άννας Πιγκόροβα, που την είχε εγκαταλείψει ο εραστής της κι έπεσε στις γραμμές του τρένου - γίνεται τόσο πολύπλοκο και τον εκφράζει σε τέτοιο βαθμό, που απαντά με τον τρόπο του στον Φλομπέρ και στο «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ»

Η Άννα, αυτή η όμορφη, γλυκιά και ηθική γυναίκα, που δεν μπορεί να ελέγξει το πάθος της, είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που αντιπαλεύει το δικό του πάθος, την ίδια τη δημιουργική του φλέβα, στο όνομα μιας κοσμοθεωρίας ασκητισμού και αφοσίωσης στη θρησκεία και στον λαό.



Για να ζήσει μέχρι θανάτου

"Κάποια παραμύθια της Ασίας διδάσκουν ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες, ανθρώπων: οι άνθρωποι του τυχαίου που ζουν σαν πεταμένοι μέσα σ' έναν ωκεανό συμπτώσεων, οι άνθρωποι οι προικισμένοι με μια συγκεκριμένη μοίρα, και, τέλος, εκείνοι, οι ελάχιστοι, που έχουν τη δύναμη να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους και να τη μεταβάλουν.

Αν δεχτούμε τούτο τον σχηματικό διαχωρισμό, εκείνη η «μοιραία» γυναίκα, η Άννα Καρένινα, και κάθε Άννα Καρένινα, σε ποιον κύκλο ανήκει; Υποτάσσεται στη μοίρα ή δημιουργεί μοίρα; Τα επιθυμεί ένα ένα όσα μεγάλα, χειμαρρωδώς, θα της συμβούν; Επιλέγει, υποσυνείδητα έστω, κάθε έντονη συγκίνηση μαζί με το τίμημά της ή εξαρχής θα αφεθεί, σαν φυλλαράκι ανήμπορο, στο στρόβιλο των παθών που από μέσα της θα ξεσηκωθεί; Ποιος είναι άξιος να απαντήσει σ' ένα τέτοιο αίνιγμα, είτε πρόκειται για την Άννα είτε για τη δική του ζωή; Αυτό που σίγουρα συνέβη εκείνο το πρωινό, όταν έφτασε με τρένο απ' την Αγία Πετρούπολη στη Μόσχα, είναι πως έλαβε το σημάδι του πεπρωμένου της μόλις πάτησε το πόδι της στην πλατφόρμα του σταθμού.

Άννα Καράνινα με την Keira Knightley το 2012

Βγαίνοντας λοιπόν εκείνο το πρωί η Άννα απ' το βαγόνι της, πέφτει πάνω στον ωραίο αξιωματικό, τον Βρόνσκι. Οι ματιές τους διασταυρώνονται για πρώτη φορά και, για πρώτη φορά, του στέλνει εκείνο το αδιόρατο χαμόγελό της που της φωτίζει το πρόσωπο. Αν είναι αλήθεια πως το χτύπημα του έρωτα γίνεται με σαΐτα, τότε τόξα πιο ευθύβολα απ' τις ματιές και τις άκρες των χειλιών δεν υπάρχουν. Τα μάτια και τα χείλη της Άννας έχουν γλυκύτητα ακαταμάχητη. Από τα χείλη της χύνεται το μελένιο φως που της αλλάζει την όψη και της λαμπυρίζει τα μάτια. Η λάμψη της! Που καθηλώνει όλους κοντά της και τους κάνει να την αγαπούν.

Ισχυρίζονται μερικοί πως, αν ένας έρωτας δεν ανάψει απ' την πρώτη συνάντηση, δε θ' ανάψει ποτέ. Άλλοι λένε πως η αποκάλυψη του πόθου είναι τόσο μυστηριακή ώστε μπορεί να συμβεί κι έπειτα από χρόνια και χρόνια γνωριμίας. Όλα μπορούν να συμβούν, λένε, πολύ περισσότερο μέσα στον ρευστό ωκεανό των ερεθισμών.

Πάντως ο έρωτας της Άννας και του Βρόνσκι άρπαξε απ' την πρώτη στιγμή. Για πάθος τέτοιου μεγέθους δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Το πάθος άλλωστε είναι ανυπόμονο και βιαστικό, ιδιότητες που του δυσκολεύουν την πορεία και παγιδεύουν την ευφυΐα του. Μέσα στο κινούμενο πλήθος του σταθμού συναντήθηκαν. Κοιτάχτηκαν...

Βρόνσκι ο Aaron Taylor-Johnson

Όταν κανείς ξαναδιαβάζει ένα βιβλίο, γνωρίζοντας πια την κατάληξη του, τις προοπτικές του, τους χαρακτήρες του, κρίνει τα πράγματα αλλιώς και διακρίνει μυστικές τελετουργίες, ακόμα και μια μυστική νομοτέλεια. Μη συμπάσχοντας πια και μην αγωνιώντας ο αναγνώστης για το τι θα γίνει, είναι σε θέση να εντοπίζει μες στο βιβλίο τις δοκούς στήριξης, τα πέδιλα, τα θεμέλια, σκεπές και ανεμοδείχτες. Ακόμα και το δαιμόνιο, το στοιχειό της εστίας του. Το απόκρυφο σύμπαν του μυθιστορήματος του προσφέρει νέα κλειδιά στη δεύτερη διαδρομή, για να εισέλθει, μήπως και καταλάβει τις αιτίες.

Στη δεύτερη ανάγνωση το βλέπεις καθαρότερα: Ήδη, στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μόσχας, στήνεται η αχνή μακέτα, ένα προοίμιο, σαν χρησμός, όσων θα συμβούν απ' την αρχή ως το τέλος. Το δίχτυ που θα απλωθεί να τυλίξει το ζεύγος είναι πλεγμένο από κλωστές χαμόγελων. Το πλήθος του σταθμού πηγαινοέρχεται θορυβώδες. Δεν καταφέρνει όμως να τους παρασύρει και να χαθούν, αντίθετα, εκεί, μέσα στο πλήθος, βρίσκονται. Και:

Την ίδια στιγμή που εκείνος στράφηκε και την κοίταξε, γύρισε κι αυτή το κεφάλι της. Τα αστραφτερά, σαν σκοτεινά πίσω απ'τις πυκνές βλεφαρίδες, γκρίζα μάτια της στάθηκαν φιλικά, εξεταστικά στο πρόσωπό του, κι αμέσως πέρασαν στο πλήθος γύρω απ' το βαγόνι... Άδικα προσπάθησε να σβήσει το ζωηρό φως στα μάτια της — αυτό ακτινοβολούσε, παρά τη θέληση της, στο αδιόρατο της χαμόγελο...



Και πάλι, όταν η μητέρα του Βρόνσκι του συστήνει την Άννα, εκείνη χαμογελά:

«Ω, όχι», είπε. «Θα σας γνώριζα, γιατί με τη μητέρα σας σ' όλο το ταξίδι δε μιλούσαμε νομίζω παρά μόνο για σας». Κι άφησε επιτέλους να φανερωθεί ελεύθερα όλη η χαρά της που αναζητούσε διέξοδο.

Θα χαμογελάσει ξανά πιο κάτω: [...] είπε η Καρένινα κι ένα χαμόγελο ξανάλαμψε στο πρόσωπο της, χαμόγελο ναζιάρικο που ήταν μονάχα γι' αυτόν.

Και φεύγοντας:

[...] Με το ίδιο χαμόγελο που έπαιζε ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια της, έδωσε το χέρι της στον Βρόνσκι.

Κι έτσι όπως τα αληθινά χαμόγελα είναι μεταδοτικά:

Ο Βρόνσκι είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω της και χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει γιατί, χαμογελούσε.

Ακόμα κι όταν αυτή χάθηκε μέσα στον κόσμο:

Την παρακολουθούσε με τα μάτια, μέχρι την τελευταία στιγμή, που χάθηκε η φιγούρα της και το χαμόγελο έμεινε στο πρόσωπό του.

Και τότε, ανάμεσα στη μυστική αλληλογραφία τόσων χαμόγελων, θα σηκωθεί, σαν κακός οιωνός, στο σταθμό μια γενική ανατριχίλα. Ένας φύλακας, μεθυσμένος ίσως, δεν κατάλαβε τη μανούβρα της αμαξοστοιχίας και βρέθηκε κάτω απ' τις ρόδες. Με φρίκη ο κόσμος μαζεύεται και σκύβει πάνω απ' το παραμορφωμένο κουφάρι. Τα χείλη της Άννας τρέμουν, τα μάτια της μεγαλώνουν και γεμίζουν δάκρυα. «Κακό σημάδι», ψιθυρίζει.

Όμως ούτε τα σημάδια, ούτε η παρατήρηση τους, ούτε καν η κατανόηση τους, ούτε το ρίγος τους, είναι ικανά να αναχαιτίσουν τον επερχόμενο έρωτα. Κι ύστερα, ο φόβος, η απειλή, το ρίγος, οι κίνδυνοι είναι πάντοτε στα μυθιστορήματα της ζωής και στη ζωή των μυθιστορημάτων, φίλτρα ερωτικά που ενισχύουν την έξαψη. Η Καρένινα και ο Βρόνσκι είναι άνθρωποι του πάθους. Ήρθε η ώρα τους να εκπληρώσουν και να πληρώσουν την αληθινή, θυελλώδη φύση τους.

Μέχρι σήμερα ζούσαν και οι δύο κατά σύμβαση τους κοινωνικούς ρόλους τους, ρόλους που έπαιζαν άψογα και έχαιραν γενικής εκτίμησης. Θα πρέπει όμως να είχαν φτάσει, και οι δύο, στα όρια της σιωπηλής τους ανίας. Θα πρέπει να διψούσαν τη σταγόνα που θα ξεχειλίσει την κούπα της ρουτίνας ώστε να παρασυρθούν και να βιώσουν τον εαυτό τους σ' αυτό το ξεχείλισμα. Σαν σταγόνα θα πέσει ανάμεσα τους το γλυκό χαμόγελο εκείνης, το πυρετώδες βλέμμα εκείνου. Σαν πυροβολισμός άηχος που έδωσε την εκκίνηση για τη μονομαχία που θα ξεκινήσει ο καθένας με τις αντοχές του. Ο ένας για τον άλλον θα σταθεί η αφορμή που αναζητά: αφορμή να ζήσει μέχρι θανάτου.

Μετά τη γνωριμία στο σταθμό, τα βήματα του ενός θα γυρεύουν τυφλά τα βήματα του άλλου. Λίγες νύχτες αργότερα, ο Βρόνσκι θα την πάρει στην αγκαλιά του να χορέψουν μαζί στη χοροεσπερίδα κοινών φίλων. Θα φοράει το απλό μαύρο της φόρεμα με το βαθύ ντεκολτέ και τους πανσέδες στη ζώνη. Θα χορεύει τυλιγμένη στη γοητεία της και θα χαμογελά.

Μάρω Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Άνιμα, εκδόσεις Ψυχογιός



«θέλω να σώσω τον εαυτό μου και δεν ξέρω πώς...»

"Η "Αννα φαινόταν αναστατωμένη, σχεδόν μεθυσμένη, και η Κίττυ από προσωπική της πείρα ήξερε πως η αναστάτωση αυτή εκφράζει μια ερωτική επιτυχία. Τό 'ξερε αυτό τό συναίσθημα, ήξερε τα συμπτώματα του και τα 'βλεπε στην Άννα - έβλεπε την τρεμουλιαστή λάμψη που αναβόσβηνε στα μάτια της και το χαμόγελο της ευτυχίας και της ταραχής που καμπύλωνε άθελά της τα χείλη της και την ανάγλυφη χάρη, τη σιγουριά και την ελαφράδα στις κινήσεις της.
"Ποιος είναι η αιτία; αναρωτήθηκε. Όλοι ή ένας; ...Όχι, δεν τη μέθυσε ο θαυμασμός του πλήθους, τη μέθυσε ο θαυμασμός ενός. Και ποιος είναι αυτός ο ένας ; Μπορεί ποτέ να 'ναι αυτός; » Κάθε φορά που μίλαγε στην Άννα, στα μάτια της άστραφτε μια χαρούμενη λάμψη και ένα ευτυχισμένο χαμόγελο κύρτωνε τα ρόδινα χείλη της. Θα 'λεγε κανείς πως πίεζε τον εαυτό της για να κρύψει αυτά τα συμπτώματα της χαράς, δεν τα κατάφερνε όμως και κείνα φανερώνονταν μόνα τους στο πρόσωπό της. «Αυτός όμως;» Η Κίττυ κοίταξε τον Βρόνσκι και έφριξε. Αυτό που έβλεπε να καθρεφτίζεται τόσο καθαρά στο πρόσωπο της Άννας το είδε και στο πρόσωπό του. Τι απέγιναν οι πάντοτε ήρεμοι σταθεροί του τρόποι και η σχεδόν αδιάφορη έκφραση του προσώπου του; Όχι, τώρα, κάθε φορά που της μίλαγε, έσκυβε λίγο το κεφάλι, σάμπως να 'θελε να πέσει μπροστά της, και στο βλέμμα του έβλεπες μόνο την υποταγή και το φόβο. 
«Δε θέλω να σας προσβάλω», ήταν σαν να έλεγε κάθε φορά η ματιά του, «αλλά θέλω να σώσω τον εαυτό μου και δεν ξέρω πώς...»

Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 156-157

"Μα έχει κάτι τρομερό και σκληρό στη γοητεία της... Τρομερό και σκληρό για την τόλμη του, για τη δύναμη του να φωτίσει, ν' αστράψει, να κάψει και να σβήσει παρασύροντας στα σκοτάδια του κι άλλες ζωές. Γιατί, κι αν η μοίρα είναι στα χέρια μας, κι αν η δύναμη είναι δική μας, αποκτούν ενδιαφέρον και λειτουργούν απ' την ώρα που τα εγκαταλείπουμε, που τα χάνουμε. Δύναμη που στην αδυναμία τελειούται και έλεγχος που σκορπίζεται σαν χνούδια κλέφτη και με άλμα στο κενό. 
Η ψυχή αποφασίζει την απώλεια της και το ζευγάρι συνεχίζει να χορεύει στη μουσική.

Είναι για όλους πια αργά να ασφαλιστούν. Για παρόντες και για απόντες, αργά πολύ. Για όσους ξέρουν και για όσους ακόμα δε γνωρίζουν τίποτα."


Μάρω Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Άνιμα, εκδόσεις Ψυχογιός


.......εκεί που είστε και σεις, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά......

"Η Άννα γύρισε και την ίδια στιγμή αναγνώρισε το πρόσωπο του Βρόνσκι.[...] έμεινε για πολλή ώρα βουβή, τον κοίταζε και παρ' όλο το σκοτάδι, έβλεπε ή της φαινόταν πως έβλεπε την έκφραση του προσώπου του καί τών ματιών του. Είχε πάλι εκείνη την έκφραση του σεβασμού και της αγαλλίασης που τόση εντύπωση της είχε κάνει χτες. Το 'λεγε και το ξανάλεγε στον εαυτό της όλες αυτές τις τελευταίες μέρες και μόλις πριν από λίγο, πως ο Βρόνσκι ήταν ένας απ'τις εκατοντάδες των νεαρών που της τύχαινε να συναντήσει, ένας απ' αυτούς τους νεαρούς που ήταν όλοι όμοιοι κι ίδιοι μεταξύ τους, πως δε θα επιτρέψει καν στον εαυτό της να τον ξαναφέρει στη μνήμη της. Τώρα όμως, την πρώτη στιγμή της συνάντησης μαζί του, την πλημμύρισε ένα συναίσθημα χαρούμενης περηφάνιας. Δεν υπήρχε λόγος να τον ρωτήσει γιατί βρισκόταν εκεί. Το 'ξερε πολύ καλά, το 'ξερε σα να της το 'χε πει ο ίδιος, πως ήταν εκεί για να είναι κοντά της.

-Δεν το 'ξερα πως ταξιδεύετε. Γιατί φύγατε απ'τη Μόσχα; είπε ή Άννα κατεβάζοντας το χέρι της απ' τό κάγκελο. Και μια, ασυγκράτητη χαρά και ταραχή λάμψανε στο πρόσωπό της.

- Γιατί έφυγα; επανέλαβε αυτός κοιτάζοντάς την κατάματα. Το ξέρετε πολύ καλά, έφυγα για να είμαι εκεί που είστε και σεις, είπε, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά.

Κείνη τη στιγμή, ο άνεμος, σα να 'χε υπερνικήσει κάποιο εμπόδιο, άρχισε να σαρώνει το χιόνι απ' τις στέγες των βαγονιών, άρxισε να ταρακουνάει μια ξηλωμένη λαμαρίνα κι από μπροστά της ακούστηκε κλαψιάρικο και θλιμμένο το βραχνό σφύριγμα της ατμομηχανής.Η αγριάδα της χιονοθύελλας της φάνηκε τώρα ακόμα πιο όμορφη. Της είχε πει αυτό ακριβώς που λαχταρούσε η ψυχή της, αυτό που φοβότανε τό μυαλό της. Δεν απάντησε τίποτα κι ο Βρόνσκι, κοιτάζοντας τό πρόσωπό της, είδε πως μέσα της γινόταν μιά πάλη.

- Σας ζητώ συγγνώμη αν σας πίκρανα μ' αυτά πού είπα, άρχισε να λέει σαν αφοσιωμένος δούλος της.

Μίλαγε πολύ διακριτικά, με πολύ σεβασμό, τόσο σταθερά ωστόσο και με τόση αποφασιστικότητα, που η Άννα για πολλή ώρα δεν μπόρεσε να απαντήσει τίποτα.

- Δεν κάνατε καλά να μου το πείτε και σας παρακαλώ, αν είστε καλός άνθρωπος να ξεχάσετε αυτό που είπατε, όπως θα το ξεχάσω κι εγώ, είπε τέλος.

- Ούτε μια λέξη σας, ούτε μια κίνησή σας δε θα ξεχάσω ποτέ μου κι ούτε μπορώ να ξεχάσω...

- Φτάνει, φτάνει! αναφώνησε η Άννα προσπαθώντας του κάκου να προσδώσει αυστηρότητα στην έκφραση του προσώπου της, που ο Βρόνσκι το κοίταζε επίμονα. Κρατήθηκε απ'το κρύο κάγκελο, ανέβηκε στα σκαλοπάτια και μπήκε στο διάδρομο του βαγονιού. Μα εκεί στο διάδρομο σταμάτησε και ξανάζησε με τή φαντασία της αυτό που είχε συμβεί. Χωρίς να ξαναφέρει στη μνήμη της ούτε τα λόγια της ούτε τα λόγια του, ένιωσε βαθιά μες στην καρδιά της πως αυτή η στιγμιαία συνομιλία τους είχε πλησιάσει αφάνταστα τον έναν στον άλλον. Κι αυτή ένιωθε τρομαγμένη και ταυτόχρονα ευτυχισμένη. Αφού στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα εκεί στο διάδρομο, μπήκε στο βαγόνι και έκατσε στη θέση της. Η υπερένταση που τη βασάνιζε απ' την αρχή του ταξιδιού, τής έγινε τώρα αφόρητη, τόσο που φοβότανε πως από στιγμή σε στιγμή κάτι υπερβολικά τεντωμένο μέσα της θα σπάσει. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. Όμως στην υπερένταση και στα όνειροπολήματα που πλημμύριζαν τη φαντασία της δεν υπήρχε τίποτα δυσάρεστο ή μελαγχολικό, απεναντίας υπήρχε κάτι χαρούμενο, φλογερό και ζωογόνο."

Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 187-189


Οι ευτυχέστεροι ή οι δυστυχέστεροι των ανθρώπων...

- Μα δεν το ξέρετε λοιπόν πως είστε για μένα όλη η ζωή; Ηρεμία όμως δεν έχω και δεν μπορώ να σας τη δώσω. Ολόκληρο τον εαυτό μου, τον έρωτα... μάλιστα. Δεν μπορώ να σκεφτώ εσάς και τον εαυτό μου χωριστά. Εσείς κι εγώ είναι για μένα ένα. Και δε βλέπω καμιά δυνατότητα ηρεμίας στο μέλλον ούτε για μένα ούτε για σας. Βλέπω δυνατότητες απελπισίας, δυστυχίας... ή βλέπω δυνατότητες ευτυχίας... και τι ευτυχίας!... Μήπως είναι αδύνατο; πρόσθεσε μόνο με τα χείλη του. Αυτή όμως τον άκουσε.

Προσπάθησε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της για να πει αυτό που έπρεπε να πει αντί να μιλήσει, τον κοίταζε μ' ένα βλέμμα γεμάτο έρωτα και δεν απάντησε τίποτα.

- Λοιπόν, κάντε το για χάρη μου, μη μου ξαναπείτε ποτέ αυτά τα λόγια κι ας μείνουμε καλοί φίλοι, είπε το στόμα της, το βλέμμα της όμως έλεγε το αντίθετο.

- Φίλοι δε θα μείνουμε, το ξέρετε και μόνη σας. Μπορούμε να γίνουμε οι ευτυχέστεροι ή οι δυστυχέστεροι των ανθρώπων... από σας εξαρτάται.

Η Άννα κάτι έκανε να πει, αυτός όμως τη διέκοψε.

- Ένα μόνο σας ζητάω, ζητάω το δικαίωμα να ελπίζω, να υποφέρω, όπως τώρα. Μ' αν κι αυτό είναι αδύνατο, διατάξτε με να εξαφανιστώ και θα εξαφανιστώ. Δε θα με ξαναδείτε, αν η παρουσία μου σας είναι βάρος.


- Δε θέλω να σας διώξω.

- Μόνο μην αλλάζετε τίποτα. Αφήστε τα όλα όπως είναι, είπε αυτός με τρεμάμενη φωνή. [....]

- Δεν είπατε τίποτα- φυσικά, εγώ δεν έχω καμιά απαίτηση, έλεγε ο Βρόνσκι, ξέρετε όμως πως εμένα δε μου χρειάζεται η φιλία, μόνο την ευτυχία μπορώ να παραδεχτώ σαν σκοπό της ζωής μου, μόνο αυτή τη λέξη που τόσο αντιπαθείτε... ναι, τον έρωτα...

-Τον έρωτα... ξανάπε αυτή αργά, χωρίς σχεδόν ν' ακουστεί και ξαφνικά, τη στιγμή που ξεγάντζωσε την νταντέλα, πρόσθεσε : Αντιπαθώ αυτή τή λέξη, επειδή ακριβώς σημαίνει πάρα πολλά για μένα, πολύ περισσότερα απ' όσο μπορείτε νά καταλάβετε, και τον κοίταξε κατάματα. 


Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 239-240


Ζωή ή αντικαθρέφτισμα ζωής;

"Ο υψηλόβαθμος κρατικός υπάλληλος Καρένιν του Τολστόι είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος κρατικός λειτουργός. Με κύρος, με υπόληψη, με γνωριμίες, με βραβεία. Τέτοιες επιτυχίες στον κρατικό μηχανισμό, όπως και στον κοινωνικό μηχανισμό, προϋποθέτουν απογαλακτισμό απ' τον λαχταριστό κόρφο της ζωής. Διότι η ζωή δεν εκτιμά ούτε τα κράτη, ούτε τους μηχανισμούς, ούτε τα «νομίσματα του κήνσου», είναι ακρατής και αμήχανη. Η κοσμική τάξη δεν τη χωρά και οι μηχανορραφίες της επιτυχίας την πλήττουν. Η ζωή εκρήγνυται στο απροσδόκητο, ανατέλλει στο εκπληκτικό, αλητεύει στην αθωότητα, υπολογίζει στο θαύμα. Αντίθετα, οι μηχανισμοί λατρεύουν τη σιγουριά και μανιωδώς καταδιώκουν εχθρούς, κι ακόμα κι αν δε βρίσκουν εχθρούς, τους κατασκευάζουν. Όλοι είναι ύποπτοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Κάθε μεγάλο πάθος είναι παιδί μιας μεγάλης στέρησης. Δεν είναι τυχαίο το ότι, για να αιτιολογήσει την αποστέρηση του έρωτα από μια αυθεντική γυναίκα, την Άννα Καρένινα, ο Τολστόι την πάντρεψε με έναν ανώτατο κρατικό λειτουργό. Μπορεί το επάγγελμα να σμιλεύει σιγά σιγά τον επαγγελματία, ωστόσο και κανένας επαγγελματίας δεν τα καταφέρνει καλύτερα από εκεί που ταιριάζει, από το έργο που τον εκφράζει. Ο επιτυχημένος λειτουργός του Τολστόι, λοιπόν, έζησε και δούλεψε μέσα σε κύκλους που έχουν να κάνουν με τις αντανακλάσεις της ζωής. Και κάθε φορά που αντιμετώπιζε την ίδια τη ζωή, παραμέριζε μπροστά της...

Αλλά η ζωή δεν παραμερίζεται, ούτε σε αφήνει για πολύ να την παραμερίσεις. Η ζωή, η ανίκητη ζωή, πήγε και παντρεύτηκε τον νεκροζώντανο Καρένιν με το πρόσωπο της Άννας. Κι έτσι, όπως όλα παίζονται, όπως όλα πλάθονται και αναπλάθονται στα δάχτυλα της πραγματικότητας, η γυναίκα του Καρένιν, η Άννα Καρένινα, επειδή είναι ζωντανή, είναι και ευσυγκίνητη, και ευάλωτη, και ευλύγιστη, και εύπλαστη. «Δε ζει για τον εαυτό της, αλλά μέσω του εαυτού της», όπως θα έλεγε και η Γιουρσενάρ. Γνωρίζει τον κίνδυνο. Τον γνωρίζει τόσο που τον αναγνωρίζει και του παραδίδεται σαν σε δάσκαλο και οδηγό. Για μια αληθινή στιγμή της καρδιάς της, είναι πρόθυμη να πληρώσει με όλα τα κέρδη της μέχρι τώρα ζωή της, με όλες τις εγγυήσεις της. 

Είναι βλακεία να μην παραδέχεσαι αυτό που σε υπερβαίνει.

Αντίθετα απ' την Άννα που είναι πλάσμα έξυπνο και ανοιχτό, ο Καρένιν διαθέτει τη στενοκεφαλιά που έχει ανάγκη για να πετύχει κάθε καριερίστας. Δεν αναγνωρίζει τίποτα που να τον υπερβαίνει και ό,τι δεν καταλαβαίνει το παρακάμπτει ως δήθεν αδιάφορο. Τα ακατανόητα τοπία του αύριο τα διαγράφει, χώνοντας σαν στρουθοκάμηλος το κεφάλι μέσα στη χαμηλή χλόη των γνωστών. Η γνήσια πίστη προϋποθέτει το βάραθρο. Αδύνατον να την κερδίσεις, αδύνατον να διδαχθείς, να μυηθείς, όταν μονάχα στον εαυτό σου πιστεύεις. Όταν δεν έχεις το σθένος να υπάρχεις χωρίς να κρατάς στα χέρια σου την κατάσταση. Αν το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να σουλατσάρεις, όπως κι εκείνος, όλη τη νύχτα μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο, κάτω απ' το δικό σου πορτρέτο. Δε θα λυτρωθεί, διότι είναι σίγουρος πως δεν έχει τίποτε άλλο να μάθει. Όλα τα ξέρει, όλα τα τακτοποίησε. Δεν καταδέχεται ούτε να πονέσει, θυμώνει μόνο.


Μάρω Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Άνιμα, εκδόσεις Ψυχογιός

Αλεξέι Αλεξάντροβιτς ο Jude Law 

Σκηνοθετημένη ζωή

Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς δεν ήταν ζηλιάρης. Η ζήλια, κατά την αντίληψή του, προσβάλλει τη σύζυγο, που πρέπει απεναντίας να της έχεις εμπιστοσύνη. Το γιατί έπρεπε να της έχει εμπιστοσύνη, δηλαδή να είναι απολύτως βέβαιος πως η νεαρή γυναίκα του θα τον αγαπάει πάντα, αυτό δεν το αναρωτήθηκε ποτέ του. Δεν ένιωθε αμφιβολίες και γι' αυτό είχε εμπιστοσύνη κι έλεγε στον εαυτό του πως πρέπει να την έχει. Τώρα, παρόλο που εξακολουθούσε να πιστεύει πως η ζήλια είναι ένα επονείδιστο συναίσθημα και πως πρέπει νά έχει εμπιστοσύνη, ένιωθε πως βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι παράλογο και ακατανόητο και δεν ήξερε τι να κάνει.Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς βρισκόταν αντιμέτωπος με την ίδια τη ζωή, μπροστά στη δυνατότητα ν' αγαπήσει η γυναίκα του κάποιον άλλον κι αυτό ακριβώς του φαινότανε ακατανόητο και παράλογο, γιατί αυτό ακριβώς ήταν η ίδια η ζωή. Όλη του τη ζωή ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς την έζησε υπηρετώντας στο υπουργείο όπου είχε να κάνει με το αντικαθρέφτισμα της ζωής. Και κάθε φορά που βρισκόταν αντιμέτωπος με την ίδια τη ζωή, απέστρεφε απ' αυτήν το πρόσωπό του. Τώρα ένιωθε σαν τον άνθρωπο που είχε περάσει ξέγνοιαστος πάνω από ένα βάραθρο διαβαίνοντας μια γέφυρα και βλέπει ξαφνικά πως η γέφυρα διαλύθηκε και από κάτω ξανοίγεται η άβυσσος. Η άβυσσος ήταν η ίδια η ζωή, η γέφυρα ήταν η σκηνοθετημένη ζωή που είχε ζήσει ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς. Ήταν η πρώτη φορά που του πέρναγε απ'το μυαλό πως η γυναίκα του μπορούσε ν' αγαπήσει έναν άλλον και μόλις το σκέφτηκε τον έπιασε φρίκη.

[.....] έκατσε στο γραφείο της. 
Εδώ, κοιτάζοντας το στουπόχαρτο με τον μαλαχίτη και ένα αρχινισμένο της σημείωμα, οι σκέψεις του πήραν ξαφνικά άλλον δρόμο. Άρχισε να σκέφτεται αυτήν, αναλογίστηκε τι να σκέφτεται τάχα, τι να αισθάνεται. Για πρώτη φορά φαντάστηκε ζωηρά την προσωπική της ζωή, τις σκέψεις της, τις επιθυμίες της και η σκέψη πως είναι πολύ πιθανόν ή μάλλον σίγουρο ότι έχει κι αυτή την προσωπική της ζωή του φάνηκε τόσο τρομαχτική ώστε βιάστηκε να την αποδιώξει. Ήταν η άβυσσος όπου φοβότανε να κοιτάξει. Το να μεταφερθεί με τη σκέψη ή το συναίσθημα σ' ένα άλλο πλάσμα, ήταν μια ψυχική δραστηριότητα ξένη για τον Αλεξέι Αλεξάντροβιτς. Θεωρούσε αυτήν την ψυχική δραστηριότητα επιβλαβή και επικίνδυνη φαντασιοκοπία.

Πρέπει να το σκεφτώ, να πάρω την απόφασή μου και να απαλλαγώ, πρόφερε δυνατά.

Όσον άφορα τα αισθήματά της, γι' αυτό που συνέβαινε και μπορεί να συμβαίνει στην ψυχή της είναι ζήτημα της συνειδήσεώς της και ανήκει στη δικαιοδοσία της θρησκείας », είπε μέσα του νιώθοντας ξαλαφρωμένος μόλις συνειδητοποίησε το είδος του δικαίου στη δικαιοδοσία του όποιου άνηκε η άνακύψασα κατάστασις.

Καθώς σκεφτόταν αυτά που θα πει, λυπότανε που
 θα ξοδέψει χρόνο και πνευματικές δυνάμεις για μια υπόθεση που ή ακτινοβολία της θα έμενε μέσα στο σπίτι. Όμως παρ' όλα αυτά καταστάλαξε μες στο μυαλό του η μορφή και η λογική αλληλουχία των όσων θα της έλεγε, καθαρά και ανάγλυφα όπως γινόταν και με τις εισηγήσεις του. « Πρέπει να πω και να εκφράσω τα ακόλουθα: Πρώτον να εξηγήσω τη σημασία της κοινής γνώμης και της καλής συμπεριφοράς.δεύτερον να εξηγήσω τη σημασία του γάμου από θρησκευτική άποψη. τρίτον, αν χρειαστεί να υποδείξω τη δυστυχία που ενδέχεται να πλήξει τον γιο μας. τέταρτον να υποδείξω τη δική της προσωπική δυστυχία»

Vivien Leigh and Ralph Richardson in Anna Karenina (1948)

Είναι αργά, είναι πια πολύ αργά......

-  Άννα, είμαι υποχρεωμένος να επιστήσω την προσοχή σου... είπε αυτός.

- Να επιστήσεις την προσοχή μου ; είπε αυτή. Σε τι πράγμα; Τον κοίταζε τόσο απλά, τόσο εύθυμα, που όποιος δεν την ήξερε όπως την ήξερε ο άντρας της, δε θα μπορούσε να παρατηρήσει τίποτα αφύσικο ούτε στον τόνο ούτε στο νόημα των λόγων της. Όμως αυτός που την ήξερε, αυτός που ήξερε πως όταν πλάγιαζε πέντε λεφτά αργότερα τον ρώταγε μην του συμβαίνει τίποτα, αυτός που ήξερε πως του εκμυστηρευόταν αμέσως κάθε χαρά της και κάθε πίκρα της, κατάλαβε πως κάτι ιδιαίτερο θα πρέπει να συμβαίνει μια και δε θέλησε να προσέξει την κατάστασή του, μια και δε θέλησε ούτε λέξη να του πει για τόον εαυτό της. Έβλεπε πως το βάθος της ψυχής της, που ήταν πάντα ανοιχτό μπροστά του, τώρα έμενε κατάκλειστο. Κι όχι μόνο αυτό μ' απ' τον τόνο της φωνής της το είδε καθαρά πως δεν ένιωθε καθόλου άβολα απέναντί του, μ' απεναντίας ήταν σα να του 'λεγε χωρίς περιστροφές : Ναι, είναι κλειστό κι έτσι πρέπει να 'ναι κι έτσι θα 'ναι από δω και μπρος. Τώρα ένιωθε σαν τον άνθρωπο που γυρίζοντας στο σπίτι του βρίσκει την πόρτα κλειστή. « Δεν αποκλείεται όμως να ξαναβρεθεί το κλειδί », σκεφτόταν ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς. 

- Είναι αργά, είναι πια πολύ αργά, ψιθύρισε η Άννα χαμογελώντας. Έμεινε για πολλή ώρα ξαπλωμένη, ακίνητη, με ανοιχτά τα μάτια της, που τη λάμψη τους της φαινόταν πως την έβλεπε η ίδια μέσα στο σκοτάδι.

Από κείνο το βράδυ άρχισε μια καινούργια ζωή για τον Αλεξέι Αλεξάντροβιτς και για τη γυναίκα του. Τίποτε ιδιαίτερο δεν συνέβη.  Επιφανειακά όλα μείναν σαν και πρώτα, οι ιδιαίτερές τους σχέσεις όμως είχαν αλλάξει τελείως. Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς, που ήταν τόσο δυνατός άνθρωπος στον τομέα της διοικητικής του δραστηριότητας, εδώ ένιωθε τον εαυτό του ανίσχυρο. Σαν βόδι που χαμηλώνει πειθήνια το κεφάλι του, περίμενε κι αυτός να τον χτυπήσουν με την ανάστροφη του τσεκουριού που αισθανόταν πως ήταν κιόλας στον αέρα έτοιμο να πέσει απάνω του. Κάθε φορά που άρχιζε να σκέφτεται αυτό το ζήτημα, ένιωθε πως πρέπει να κάνει άλλη μια προσπάθεια, πως με την καλοσύνη, τη στοργή και την πειθώ υπάρχει ακόμα ελπίδα να τη σώσει, να την αναγκάσει να συνέλθει και κάθε μέρα ετοιμαζότανε να της μιλήσει. Μα κάθε φορά που άρχιζε να της μιλάει ένιωθε πως το πνεύμα του κακού και της απάτης που την είχε κυριεύσει, κυρίευε και αυτόν και της έλεγε εντελώς άλλα πράγματα και με εντελώς άλλο τόνο από κείνον που σχεδίαζε να της μιλήσει. Της μίλαγε άθελά του με τον συνηθισμένο του τόνο σαν να ειρωνευόταν εκείνον που θα της μίλαγε έτσι. Και μ' αυτόν τον τόνο ήταν αδύνατο να της πει εκείνο που απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 243-252


Τυλιγμένη στον ιστό της αράχνης....

Αυτό που για έναν σχεδόν χρόνο αποτελούσε για τον Βρόνσκι τη μοναδική επιθυμία της ζωής του, αυτό που είχε αντικαταστήσει όλες τις προηγούμενες επιθυμίες, αυτό που για την Άννα ήταν ένα απραγματοποίητο, τρομερό και πάνω απ' όλα γοητευτικό όνειρο ευτυχίας, η επιθυμία αυτή εκπληρώθηκε. [......]

- Θεέ μου ! Συγχώρεσέ με ! έλεγε η Άννα προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της και σφίγγοντας τα χέρια του πάνω στο στήθος της.

Ένιωθε τον εαυτό της τόσο ένοχο, ώστε το μόνο που 
της έμενε ήταν να ταπεινωθεί και να ζητήσει συγχώρεση. Κι επειδή δεν είχε πια κανέναν άλλον στη ζωή της, ικέτευε αυτόν να τη συγχωρέσει. Κοιτάζοντάς τον, ένιωθε οργανικά την ταπείνωσή της και δεν μπορούσε να πει τίποτα άλλο. Αυτός πάλι, ένιωθε σαν τον δολοφόνο που βλέπει μπροστά του τον σκοτωμένο, που αυτός του στέρησε τη ζωή.Ο σκοτωμένος, που αυτός του στέρησε τη ζωή, ήταν ο έρωτάς τους, η πρώτη περίοδος του έρωτά τους. Υπήρχε κάτι φρικτό και αποκρουστικό στην ανάμνηση εκείνου για το όποιο είχανε πληρώσει με αυτην την τρομερή τιμή της ντροπής. Η ντροπή μπροστά στην ψυχική της γύμνια τη συνέτριβε και αντανακλούσε και σ' αυτόν. Όμως, παρ' όλη τη φρίκη του δολοφόνου μπροστά στό πτώμα του δολοφονημένου, έπρεπε να το κόψει κομμάτια, να το κρύψει αυτό το πτώμα, έπρεπε να επωφεληθεί, να χρησιμοποιήσει αυτό που απέκτησε μέ τό έγκλημα του.
[......]
- Όλα τελειώσανε, του είπε. Δεν έχω τίποτα εκτός από σένα. Μην το ξεχάσεις.

- Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό που είναι για μένα η ζωή μου. Για μια στιγμή αυτής της ευτυχίας...

- Ποιας ευτυχίας! είπε αυτή με αποστροφή και φρίκη και ή φρίκη διαπέρασε άθελά του κι αυτόν. Για όνομα του Θεού, ούτε λέξη, μη λες ούτε λέξη πια...

Σηκώθηκε γρήγορα και απομακρύνθηκε από κοντά του.

- Ούτε λέξη πια, ξανάπε αυ
τή και με μια παράξενη έκφραση ψυχρής απελπισίας στο πρόσωπό της, τον χαιρέτησε κι έφυγε. Αισθανότανε πως κείνη τη στιγμή της ήταν αδύνατο να εκφράσει με λόγια το αίσθημα της ντροπής, της χαράς και της φρίκης που ένιωθε μπαίνοντας στην καινούργια ζωή και δεν ήθελε να μιλήσει γι' αυτό, φοβότανε μήπως φτηνύνει το αίσθημα με αταίριαστα λόγια. Όμως κι αργότερα και την άλλη και την 
παράλλη μέρα, όχι μόνο δε βρήκε τα λόγια με τα οποία θα μπορούσε να εκφράσει τα πολύπλοκα αισθήματά της, μα ούτε καν τις σκέψεις έβρισκε για να σκεφτεί ενώπιος ενωπίω αυτό που συνέβαινε στην ψυχή της.

Έκλαιγε μέσα της: « Όχι, τώρα δεν μπορώ να το σκεφτώ αυτό - αργότερα, όταν θα είμαι πιο ήρεμη».

Στον ύπνο της όμως, όταν δεν εξουσίαζε τις σκέψεις της, η κατάστασή της τής παρουσιαζότανε μ' όλη τη χυδαία γύμνια της. Σχεδόν κάθε νύχτα έβλεπε το ίδιο όνειρο. Έβλεπε πως κι οι δυο μαζί ήταν άντρες της, πως και οι δυο της χαρίζανε χωρίς να τσιγκουνεύονται τα χάδια τους. Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς έκλαιγε φιλώντας τα χέρια της και έλεγε : Τι όμορφα που ταχτοποιήθηκαν όλα ! Κι ο Αλεξέι Βρόνσκι ήταν κι αυτός εκεί κι ήταν κι 
αυτός επίσης άντρας της. Κι αυτή, απορώντας που άλλοτε της φαινόταν αδύνατο, τους εξηγούσε, γελώντας, πως έτσι το πράμα είναι πολύ απλούστερο και πως τώρα είναι κι οι δυο τους ευχαριστημένοι και ευτυχισμένοι. Όμως αυτό το όνειρο, σαν εφιάλτης, της έσφιγγε την καρδιά και ξυπνούσε τρομαγμένη.

Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 253-255


...θα σκίσω αυτόν τον ιστό της αράχνης....

Και μετά...... ούτε καν η ομολογία της Άννας στον Αλεξέι Αλεξάντροβιτς είναι ικανή να άρει το αδιέξοδο:

 "Τον αγαπώ, είμαι ερωμένη του, δεν μπορώ να υποφέρω αυτή την κατάσταση, σας φοβάμαι, σας μισώ...... Σας αφήνω να αποφασίσετε για την τύχη μου."

 Η καινούρια κατάσταση, που βάζει τέλος στην αοριστία και το ψέμα, δεν μπορεί να διώξει το φόβο, την ντροπή και την απελπισία. Το αδύνατον της συγχώρεσης και το υπαρξιακό δράμα του έκπτωτου ανθρώπου, ο οποίος την αναζητεί εναγωνίως μέχρι θανάτου. 

« Δύνασθε μόνη σας να φαντασθήτε τι αναμένει υμάς και τον υιόν σας », θυμήθηκε τα λόγια του απ' το γράμμα. [.......]

"Η ζωή μας οφείλει να συνεχισθή ως πρότερον"  θυμήθηκε μια άλλη φράση απ' το γράμμα. Αυτή η ζωή ήταν βασανιστική από καιρό και τελευταία έγινε ανυπόφορη. Τι θα είναι από δω και μπρος; Και το ξέρει πολύ καλά, ξέρει πως μου είναι αδύνατο να μεταμεληθώ για το ότι αναπνέω, για το ότι αγαπώ. Ξέρει πως το μόνο αποτέλεσμα θα είναι το ψέμα και η απάτη, του είναι όμως απαραίτητο να εξακολουθήσει να με βασανίζει. Τον ξέρω εγώ, ξέρω πως κολυμπάει με απόλαυση μέσα στο ψέμα, σαν το ψάρι μέσα στο νερό. Μα όχι, δε θα του δώσω εγώ αυτή τη χαρά, θα σκίσω αυτόν τον ιστό της αράχνης που έχει υφάνει με ψέμα, αυτόν τον ιστό όπου θέλει να με τυλίξει.... ας γίνει ό,τι γίνει......οτιδήποτε είναι προτιμότερο απ' το ψέμα και την απάτη! »

« Πώς όμως; Θεέ μου! Θεέ μου! Υπήρξε τάχα ποτέ γυναίκα τόσο δυστυχισμένη όσο εγώ; »

Έκλαιγε με αναφιλητά, έτσι που αναταράζονταν όλο το στήθος της, όπως κλαίνε τα παιδιά.

Έκλαιγε γιατί αυτό που λαχτάρησε, πως η κατάστασή της θά ξεκαθαρίσει και θα πάψει πια η αοριστία, αποδείχτηκε ένα όνειρο μονάχα και τώρα το όνειρο αυτό γκρεμίστηκε γιά πάντα. Ήξερε και πρόβλεπε πως όλα θα μείνουν όπως ήταν και θα 'ναι μάλιστα πολύ χειρότερα από πριν. Ένιωθε πως η θέση που κατείχε στους κοσμικούς κύκλους και που το πρωί της φαινόταν τόσο ανάξια λόγου, της ήταν κατά βάθος πολύτιμη και πως δε θα 'χει τη δύναμη να την ανταλλάξει με την επαίσχυντη θέση της γυναίκας που παρατάει τον άντρα της και τον γιό της και πάει να ζήσει με τον εραστή της. Ένιωθε πως όσο κι αν προσπαθήσει, δε θα γίνει δυνατότερη απ' τον εαυτό της. Δε θα χαρεί ποτέ την ελευθερία του έρωτα, μα θα μείνει για πάντα μια ένοχη σύζυγος, θα ζει με την απειλή ότι το έγκλημά της μπορεί ανά πάσαν στιγμή να γίνει γνωστό σ' όλον τον κόσμο, θα απατά τον άντρα της για να έχει επαίσχυντες σχέσεις μ' έναν άνθρωπο ξένο, ανεξάρτητο, με έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να ζήσει μαζί του μια κοινή ζωή.Το 'ξερε πως έτσι ακριβώς θα γίνει και ταυτόχρονα της φαινόταν τόσο φρικτό που
δεν μπορούσε καν να φανταστεί τι τέλος θα έχουν όλα αυτά. Και έκλαιγε, χωρίς συγκρατημό, όπως κλαίνε τα τιμωρημένα παιδιά!


Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 461-463




Ο έρωτας μέχρι τρέλας ή μέχρι θανάτου.......είναι μόνο του ενός......

"Όμως σχεδόν πάντα ο έρωτας μέχρι τρέλας είναι μόνο του ενός. Αυτό δείχνουν τα χρονικά τ
ου έρωτα. Όχι γιατί ο άλλος δεν αγαπάει (συχνά αγαπάει με διάρκεια και σφοδρότητα, αλλά γιατί πάντα η καρδιά του ενός λυγίζει και αναγνωρίζει στον άλλο την απόλυτη κλίση της. Τότε συμβαίνει η γνωστή μεταμόρφωση. Όταν γίνεις απόλυτη κλίση ενός προσώπου, κάθε διάθεση ανταπόκρισης σε εγκαταλείπει. Όταν ο έρωτας δεν έχει κάτι ανέφικτο και ακατάκτητο να διεκδικήσει, μεταναστεύει. Αιτείτε και δοθήσεται υμίν... Αλλά όταν όλες οι αιτήσεις έχουν γίνει και τα πάντα έχουν δοθεί, προς τι ο έρωτας;"
Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και Κλινοπάλη, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 79-80

"Αυτές οι κρίσεις της ζήλιας που τώρα τελευταία την έπιαναν όλο και συχνότερα, του φέρναν
φρίκη κι όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, τον έκαναν πιο ψυχρό απέναντί της, παρόλο που ήξερε πως η Άννα τον ζήλευε επειδή ακριβώς τον αγαπούσε. Πόσες φορές δεν έλεγε στον εαυτό του πως ο έρωτάς της ήταν η ευτυχία του. Και να που τον αγαπούσε όσο μπορεί ν' αγαπήσει μια γυναίκα που προτίμησε τον έρωτα απ' όλα τα καλά της ζωής, κι όμως αυτός βρισκόταν πολύ μακρύτερα απ' την ευτυχία απ' όσο βρισκόταν τότε που έφυγε το κατόπι της απ' τη Μόσχα. Τότε θεωρούσε τον εαυτό του δυστυχισμένο, πίστευε όμως πως στο μέλλον θα κέρδιζε την ευτυχία.Τώρα όμως αισθανότανε πως οι πιο ευτυχισμένες στιγμές είχαν περάσει. Η Άννα ήταν τελείως διαφορετική απ' ό,τι την έβλεπε τον πρώτο καιρό. Και ηθικώς και σωματικώς είχε αλλάξει στο χειρότερο. Είχε φαρδύνει ολόκληρη και την ώρα που μίλαγε για την αρτίστα είχε πάρει μια μοχθηρή έκφραση που παραμόρφωνε το πρόσωπό της. Την κοίταζε όπως κοιτάς ένα λουλούδι που έκοψες κι έχει πια μαραθεί και δυσκολεύεσαι να δεις την ομορφιά που σ' είχε σπρώξει να το κόψεις και να το καταστρέψεις. Κι όμως, παρ' όλ' αυτά, αισθανότανε πως τότε που ο έρωτάς του ήταν δυνατότερος, θα μπορούσε αν το 'θελε να τον ξεριζώσει απ' την καρδιά του, ενώ τώρα που, όπως αυτή τη στιγμή, του φαινόταν πως έχει πάψει να την αγαπάει, ήξερε πως δε θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να διακόψει τις σχέσεις του μαζί της."

Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 558

"Κυριευμένος από το ιερό μένος της ψυχής που αποκαλείται πάθος, είσαι ικανός για τις μεγάλες αποφάσεις. Τι νόημα θα είχαν ο έρωτας και η ομορφιά, αν δεν μπορούσαν να ξεκάνουν τον άνθρωπο; Το πάθος ζει με την καρδιά, και μόνο η καρδιά έχει σχέση με τη ζωή και τον κίνδυνό της. Όχι η νομοθετημένη από τις απαγορεύσεις νοημοσύνη."

Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και Κλινοπάλη, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 101

Pere Lachaise Cemetery, Paris, France

...του ενός ο βασανισμός..... 

«Οφείλει κανείς να ζει ένα πράγμα με την ένταση που του προκαλεί, κι ας βλάπτει το δεσμό αυτή η μονομερής ένταση. Κατά τη γνώμη μου βλάπτεται ο δεσμός από το ότι το ένα μέρος παραπροσφέρει,  παραπροσφέρεται, παρά είναι παράφορο.
Αλλά είναι και τόσο απίθανο να συμπέσουν οι βαθμοί του αισθήματος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, παρά ενδεχομένως για μια μόνο στιγμή. Από κει και πέρα έχουμε χάσματα κι αυτό βοηθάει στο να μεγαλώνει το αίσθημα του ενός, να μικραίνει του άλλου και να γίνεται αυτό το συναρπαστικό, είτε παιχνίδι, είτε κυνηγητό, είτε μαρτύριο, αλλά συναρπαστικό! 

Το απεσταγμένο κέρδος αυτής της ιστορίας είναι του ενός ο βασανισμός.» 
  
Κική Δημουλά (συνέντευξη)

Vivien Leigh in Anna Karenina (1948)


"Είπες πως η κατάστασή μας είναι βασανιστική, πως πρέπει να δοθεί μια λύση. Αν ήξερες πόσο ανυπόφορα μου είναι όλ' αυτά, και τι δε θα 'δινα για να μπορώ να σ' αγαπώ ελεύθερα, χωρίς φόβο : Δε θα βασανιζόμουνα και δε θα σε βασάνιζα και σένα με τη ζήλια μου... Κι αυτό δε θ' αργήσει να συμβεί, μόνο που δε θα γίνει όπως το υπολογίζαμε...

Και μόλις σκέφτηκε τη λύση που θα δινόταν, την έπιασε το παράπονο, τα μάτια της βούρκωσαν και δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Έβαλε το χέρι της, που έλαμπε στο φως με τα δαχτυλίδια και τη λευκότητά του, πάνω στο μανίκι του.

- Δε θα γίνει όπως το λογαριάζαμε. Δεν ήθελα να σου το πω, μια και μ' αναγκάζεις όμως...

Σύντομα, πολύ σύντομα θα δοθεί μια λύση σε όλα και θα ησυχάσουμε όλοι μας και δε θα βασανιζόμαστε πια.

- Δεν καταλαβαίνω, είπε αυτός, ενώ είχε καταλάβει.

- Ρωτάς πότε ; Σύντομα. Και δε θα ζήσω μετά απ' αυτό. Μη με διακόπτεις ! Κι άρχισε να μιλάει γρήγορα. Το ξέρω πως έτσι θα γίνει, είμαι σίγουρη. Θα πεθάνω και χαίρομαι πολύ που θα πεθάνω και θ' απαλλάξω και τον εαυτό μου και σας.

Απ' τα μάτια της κύλησαν δάκρυα• αυτός έσκυψε πάνω απ' το χερι της κι άρχισε να το φιλάει, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή του, που το 'ξερε πως ήταν τελείως αβάσιμη κι όμως δεν μπορούσε να την υπερνικήσει.

- Καλύτερα έτσι, καλύτερα, έλεγε αυτή σφίγγοντάς του δυνατά το χέρι. Είναι το μόνο που μας έμεινε.

Αυτός συνήρθε και σήκωσε το κεφάλι.

- Τι ανοησίες! Τι απίθανες ανοησίες κάθεσαι και λες!

- Όχι, είναι αλήθεια.

- Τι είναι αλήθεια ;

- Πως θα πεθάνω. Είδα όνειρο.

- Όνειρο; επανέλαβε ο Βρόνσκι και θυμήθηκε τον μουζίκο που είχε δει στον ύπνο του.

- Ναι, όνειρο, είπε αυτή. Είναι καιρός που το 'χω δει αυτό το όνειρο. Είδα πως μπήκα τρέχοντας στο υπνοδωμάτιό μου, πως έπρεπε λέει να πάρω κάτι από κει μέσα, κάτι να διαπιστώσω - το ξέρεις δα πως γίνονται όλ' αυτά στο όνειρο, έλεγε με φρίκη, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια της, και στο υπνοδωμάτιο, στη γωνιά, είδα να στέκεται κάτι...

- Αχ, τι ανοησία! Πώς μπορείς να πιστεύεις... Αυτή όμως δεν τον άφησε να τη διακόψει. Αυτό που του έλεγε ήταν γι' αυτήν πολύ σημαντικό.

- Κι αυτό το κάτι γύρισε και τότε είδα πως ήταν ένας μουζίκος με αχτένιστα γένια, μικρόσωμος και τρομαχτικός. Ήθελα να τρέξω, να φύγω, αυτός όμως έσκυψε πάνω σ' ένα σακί, έχωσε μέσα τα χέρια του και κάτι έψαχνε να βρει. Παράστησε πώς ανασκάλευε ο μουζίκος μέσα στο σακί. Η φρίκη ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Κι ο Βρόνσκι θυμήθηκε το όνειρό του κι ένιωθε κι αυτός την ίδια φρίκη να του πλημμυρίζει την ψυχή.

- Ανασκάλευε που λές και μουρμούριζε γαλλικά, μιλώντας γρήγορα γρήγορα, με τη βαριά προφορά του : «II faut le battle le fer, le broyer, le petrir... » (Πρέπει να σφυρηλατήσεις το σίδερο, να το κοπανίσεις, να το μαλάξεις........) Κι εγώ απ' το φόβο μου ήθελα να ξυπνήσω, ξύπνησα, ξύπνησα όμως μέσα στο όνειρο. Κι ο Κορνεί μου λέει: « Στη γέννα, στη γέννα θα πεθάνετε, στη γέννα, μητερούλα...» Και τότε ξύπνησα...

Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 561-562


Ένας άγγελος φροντίζει τη μητέρα και το παιδί της. 
Cimitero Monumentale (Milano) Photo by Arturo Bragaja.

Mors janua vitae...... Ο θάνατος είναι η πόρτα της ζωής....

Η Άννα θα κινδυνεύσει.... επιλόχειος πυρετός με πιθανότητες θανάτου ενενήντα εννιά στις εκατό, σύμφωνα με τις προβλέψεις των γιατρών.

Όμως ο θάνατος, όπως και ο έρωτας - εξόχως "αποδοτικά γεγονότα" - σημαδεύουν τη ζωή βαθιά, μας επανατοποθετούν απέναντι στον άλλον. Ο επερχόμενος θάνατος παράγει, αποδίδει, αφυπνίζει, μεταμορφώνει, αναγεννά. Μπροστά στην απελπισμένη βεβαιότητα και τη συναισθηματική χαλάρωση που προκαλεί η προσέγγιση του θανάτου, ο Καρένιν θ' αφήσει να τον παρασύρει - για πρώτη φορά στη ζωή του - το αίσθημα της συμπόνιας. Εκείνο το συναίσθημα που του γεννούσε άλλοτε ο πόνος των άλλων και αποτελούσε την πηγή των βασάνων του, έγινε ξαφνικά και απροειδοποίητα, πηγή της ψυχικής του ευφορίας..... άλλοτε κατηγορούσε, κατέκρινε και μισούσε.... τώρα συγχωρούσε και αγαπούσε.... την Άννα, ακόμα και τον Βρόνσκι. Του ξεσκεπάζει το πρόσωπο, το παραμορφωμένο από τον πόνο και την ντροπή, του δίνει το χέρι, χωρίς να προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του, "έτοιμος να στρέψει και το άλλο μάγουλο, να δώσει το πουκάμισο σ' αυτούς που του παίρνουν το καφτάνι"... αρκεί να μη χάσει αυτό που απροσδόκητα κέρδισε, "την ευτυχία της συγγνώμης"

Όμως, ούτε η συγχώρηση, ούτε η μεγαλοψυχία του Αλεξέι Αλεξάντροβιτς, ούτε η ντροπή, οι ενοχές, η ταπείνωση, είναι ικανές να σβήσουν το πάθος...... αντίθετα το αναζωπυρώνουν... μέχρι η επιθυμία να πραγματοποιηθεί και το κεφάλι - αχόρταγο πάντα - να γεννήσει καινούριες!!!!

"Ο Βρόνσκι ένιωθε το ψυχικό μεγαλείο του άλλου και τη δική του ταπείνωση. Ένιωσε πως ο σύζυγος ήταν μεγαλόψυχος ακόμα και στον πόνο του ενώ αυτός ήταν ένας φτηνός, ένας τιποτένιος απατεώνας. Όμως, η συναίσθηση πως ταπεινώθηκε μπροστά στον άνθρωπο που άδικα περιφρονούσε ως τα τότε. δεν ήταν παρά ένα μικρό μόνο μέρος της συμφοράς του. Ένιωθε τώρα δυστυχισμένος επειδή το πάθος του για την Άννα που είχε αρχίσει, όπως του φαινότανε, να ξεθυμαίνει τον τελευταίο καιρό, τώρα που ήξερε πως την έχασε για πάντα, είχε γίνει φλογερότερο από κάθε άλλη φορά. Την είδε ολόκληρη τις μέρες της αρρώστιας της, γνώρισε την ψυχή της και του φαινότανε πως ως τα τότε δεν την είχε αγαπήσει ποτέ του. Και ίσα ίσα τώρα που τη γνώρισε πέρα για πέρα και την αγάπησε όσο της άξιζε, τώρα ταπεινώθηκε στα μάτια της και την έχασε για πάντα και το μόνο που της άφησε ήταν η ανάμνηση της ντροπής."

Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 637

Dean Cornwell (American illustrator and muralist)

Είμαστε ερωτευμένοι με αυτό που μας λείπει....

"Είμαστε ερωτευμένοι με αυτό που μας λείπει... ", μια φράση του στοχαστή Λούκατς συγκλονιστική! Όποιος βασανίστηκε από το ανικανοποίητο, από την ήττα ή από το ανέφικτο των ερώτων του, όταν τη διάβασε βρήκε ίσως μια καλή απάντηση στο βάσανό του.

"Στο μεταξύ ο Βρόνσκι, παρόλο που είχαν πραγματοποιηθεί όλα όσα από καιρό επιθυμούσε, δεν ήταν πλήρως ευτυχισμένος. Ένιωσε πολύ γρήγορα πως η πραγματοποίηση της επιθυμίας του τού είχε δώσει έναν κόκκο μόνον απ' το βουνό εκείνο της ευτυχίας που περίμενε. Αυτή η πραγματοποίηση τού απεκάλυψε το αιώνιο λάθος που κάνουν οι άνθρωποι νομίζοντας πως η ευτυχία είναι η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας. Τον πρώτο καιρό που άρχισε να ζει μαζί της και φόρεσε τα πολιτικά, ένιωσε όλη την ομορφιά της ελευθερίας γενικώς, που δεν την είχε γνωρίσει ως τα τότε, και της ελευθερίας του έρωτα και ήταν ευχαριστημένος, αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Γρήγορα αισθάνθηκε πως στην ψυχή του άρχιζε να ξυπνάει η επιθυμία της επιθυμίας, η πλήξη. Παρά τη θέλησή του, 
άρχισε ν' αρπάζεται από κάθε πρόσκαιρο καπρίτσιο εκλαμβάνοντάς το για επιθυμία και σκοπό.

"....αγαπώ το ίδιο και πάντως περισσότερο απ' τον εαυτό μου δυο πλάσματα σ' αυτόν τον κόσμο, τον Σεριόζα και τον Αλεξέι." [.....]


Μόνο αυτά τα δυο πλάσματα αγαπώ και το ένα αποκλείει το άλλο. Δεν μπορώ να τα έχω και τα δυο μαζί κι όμως αυτό είναι το μόνο που θέλω. Κι αφού δεν μπορώ να τους έχω και τους δυο, όλα τ' άλλα μου είναι αδιάφορα. Όλα, όλα, τα πάντα μου είναι αδιάφορα."
Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 703, 953-54




Η θέρμη, η μαγεία έχει χαθεί.....

Παλεύοντας με το ανέφικτο, η Άννα παραδίνεται στην τυραννία της ζήλιας.. τίποτα το χειροπιαστό, αόριστοι φόβοι, ιοβόλες υποψίες, διαρκείς παλινδρομήσεις ανάμεσα στη γνήσια αγάπη και στο ξέφρενο μίσος.

"Για την Άννα, ολόκληρος ο Βρόνσκι, μ' όλες του τις συνήθειες, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, μ' όλη την ψυχική και σωματική δομή του, συνεποσούτο σε ένα και μόνο : Στην αγάπη του για τις γυναίκες κι αυτή η αγάπη, που κατά την αντίληψή της έπρεπε να διοχετεύεται σ'αυτήν και μόνον, η αγάπη αυτή είχε λιγοστέψει. Κατά συνέπεια, σκεφτόταν η Άννα, ο Βρόνσκι θα 'πρεπε ένα μέρος της αγάπης του να το διοχετεύει σε άλλες γυναίκες ή σε μια άλλη γυναίκα, και γι' αυτό τον ζήλευε. Τον ζήλευε, όχι εξαιτίας μιας οποιασδήποτε γυναίκας, μα εξαιτίας της μειωμένης του αγάπης. Μην έχοντας ακόμα ένα αντικείμενο ζήλιας, έψαχνε να το βρει. Με τον μικρότερο υπαινιγμό, μετέφερε τη ζήλια της απ' το ένα αντικείμενο στό άλλο. Άλλοτε τον ζήλευε βάζοντας με το νου της τις χυδαίες εκείνες γυναίκες με τις οποίες αυτός, όντας εργένης, μπορούσε πολύ εύκολα ν' αποχτήσει σχέσεις • άλλοτε τόν ζήλευε βάζοντας με το νου της τις κοσμικές κυρίες που μπορούσε να συναντήσει • άλλοτε τον ζήλευε βάζοντας με το νου της μια φανταστική κοπέλα που ο Βρόνσκι ήθελε τάχα να παντρευτεί."

"Η Άννα άρχισε να σκέφτεται τις σχέσεις της, που ως τα τότε απέφευγε να τις αναλογιστεί. 
«Τι γύρευε σε μένα; Όχι τόσο τον έρωτα όσο την ικανοποίηση του εγωισμού του ». Αναθυμότανε τα λόγια του, τις εκφράσεις του προσώπου του, που θύμιζαν υποταχτικό σκυλί τις πρώτες μέρες τής γνωριμίας τους. «Ναι, θριαμβολογούσε με την επιτυχία του. Φυσικά, ήταν και ερωτευμένος, κυρίως, όμως, ήταν περήφανος για την επιτυχία του. Ήμουνα το καύχημά του. Τώρα ολ' αυτά περάσανε. Δεν έχει πια να περηφανεύεται για τίποτα. Τώρα μόνο να ντρέπεται του μένει. Πήρε από μένα όλα όσα μπορούσε να πάρει και τώρα δεν του χρειάζομαι πια. Μ' έχει βαρεθεί και προσπαθεί να μη μου φερθεί ανέντιμα. Χτες του ξέφυγε και είπε πως θέλει το διαζύγιο και το γάμο για να κάψει τα καράβια του. Μ' αγαπάει, μα πώς; The zest is gone. (Η θέρμη, η μαγεία έχει χαθεί). Αυτός θέλει να εντυπωσιάσει τον κόσμο και είναι πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του».... « Ναι, δεν του αρέσω πια σαν πρώτα. Αν φύγω από κοντά του, κατά βάθος θα ευχαριστηθεί ».

Αυτό δεν ήταν εικασία, τώρα το 'βλεπε πεντακάθαρα, στο εκτυφλωτικό φως που της αποκάλυψε το νόημα της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων.

« Ο έρωτάς μου γίνεται όλο και πιο φλογερός, ενώ ο δικός του όλο σβήνει - αυτός είναι ο λόγος που χωρίζουμε », συνέχισε τις σκέψεις της η Άννα. Και δεν υπάρχει τρόπος να διορθωθεί το πράγμα. Για μένα δεν υπάρχει τίποτε άλλο απ' αυτόν κι απαιτώ να μου δίνεται όλο και πιο πολύ. Ενώ αυτός θέλει όλο και πιο πολύ να απομακρυνθεί από μένα. Πριν συνδεθούμε, πηγαίναμε ό ένας προς τη μεριά του άλλου, ύστερα όμως αρχίσαμε να βαδίζουμε ακράτητοι προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Κι είναι αδύνατο ν' αλλάξουν τα πράγματα. Μου λέει πως τον ζηλεύω παράλογα κι εγώ η ίδια έλεγα στον εαυτό μου πως η ζήλια μου είναι παράλογη. Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν τον ζηλεύω, απλούστατα δεν είμαι ευχαριστημένη μαζί του. Όμως...» Αν μπορούσα να είμαι κάτι άλλο εκτός από ερωμένη, που αγαπάει με πάθος τα χάδια του - μα εγώ δεν μπορώ και δεν θέλω να είμαι τίποτ' άλλο. Και μ' αυτήν την επιθυμία μου γεννάω μέσα του την αποστροφή κι αυτός γεννάει μέσα μου την κακία και την οργή κι ούτε είναι δυνατόν να συμβεί διαφορετικά. Μήπως τάχα δεν το ξέρω πως δε θα του πέρναγε απ'το νου να με απατήσει, πως δεν έχει καμιά πρόθεση να παντρευτεί τη Σορόκινα, πως δεν είναι ερωτευμένος με την Κίττυ, πως δε θα με απατήσει ποτέ του; Όλ' αυτά τα ξέρω, δεν είναι όμως αρκετά για να με παρηγορήσουν. Αν, χωρίς να μ' αγαπάει, θα είναι από καθήκον καλός και τρυφερός μαζί μου, αν δε θα είναι όπως τον θέλω, τότε χίλιες φορές καλύτερα να με μισεί! Αχ, σωστή κόλαση ! Έχει πάψει από καιρό να μ' αγαπάει. Κι όπου τελειώνει η αγάπη, αρχίζει το μίσος. [........]

"Μας χωρίζει η ζωή. εγώ τον κάνω δυστυχισμένο κι αυτός εμένα και κανείς δεν μπορεί ν' αλλάξει, να μας κάνει διαφορετικούς απ' ό,τι είμαστε. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, προσπαθήσαμε, δεν πάει άλλο! "



Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 1091, 1124-25


Το πάθος εξοντώνει τη ζωή για να την διαφυλάξει....

«Ο έρωτας ζητάει όσα δεν μπορεί να δώσει ο έρωτας», έλεγε ο Αντόνιο Πόρτσια.
Δέσμια του έρωτα η Άννα, γνήσιο τέκνο του πάθους, κυριεύεται από πανικό, αναζητά εγγυήσεις, τίποτα δεν είναι ικανό να της παράσχει ασφάλεια. Από την απόλυτη αδυναμία μεταπίπτει στην απεγνωσμένη δύναμη, οπλίζεται και πλήττει, δεν επιτρέπει τη μετάπτωση. Προτιμά το θάνατο ως λυτρωτική αναστολή.

Ο ανίατος εγωισμός, αυτός που κάνει το πάθος στάση ζωής, δε δανείζεται μυαλό... έχει το δικό του...Το αίσθημά του είναι αίρεση και σκάνδαλο, συνεπώς δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν άλλο.  Μοναδική και μοναχική η Άννα δεν στεγάζεται σε καμιά παρήγορη ομοιότητα, όμοια με όλους και διαφορετική από τους πάντες:«Δεν είμαι τίποτα απ' ότι μπορούν να ξέρουν»

«Νόμισε πως με ξέρει. Με ξέρει τόσο λίγο, όσο κι οποιοσδήποτε άλλος στον κόσμο», σκέφτεται για τον χοντρό, ροδομάγουλο κύριο, που πέρασε δίπλα της με το αμάξι του και την πέρασε για γνωστή του."Ούτε κι εγώ η ίδια δεν ξέρω τον εαυτό μου. Ξέρω τις ορέξεις μου, όπως λένε οι Γάλλοι.»

Οι λίγοι έχουν ξεχωριστή μοίρα, γιατί ξέρουν να καταστρέφονται..... βρίσκουν τον έρωτα στο κρημνοβατείν. Οι πολλοί τον δρέπουν στη λάκκα. Κι η Άννα ανήκει στους λίγους. Αν δεν υπάρχει κλίμακα σωτηρίας, κάθε πλησμονή αναζητεί την ανέφικτη λύση της. Βαπτισμένη στο μέσα της σκοτεινό φως, ωθεί τα αισθήματά της στο απόλυτο: αριστίνδην και δυστυχίνδην υποψήφια για τη μεγάλη απόφαση. Είναι μια ηθική της απελπισίας, άρα της καταστροφής, που αντλεί το κύρος της από τη δυνατότητα να σφαγιάσει και να σφαγιαστεί. 'Οταν από πάθος για τη ζωή είμαστε σε θέση να της δώσουμε ένα τέλος, τότε τη δοξολογούμε.[...]

Άνθρωπος
που ζει και αισθάνεται πάνω από τις δυνατότητές του. Λόγια σαν κι αυτά .«....τι ωραίος, συμπαγής, γκρίζος ουρανός, σου έρχεται να του καρφώσεις ένα κοντάρι και να κρεμαστείς από αυτό.» (Βόυτσεκ, Buchner, Georg), μόνο άνθρωποι επικίνδυνοι για τον εαυτό τους, άρα και για τους άλλους μπορούν να τα λένε. Η ψυχιατρική του νομοθέτη παρόμοιες ψυχές πρέπει να τις κρατά μακριά από το ερωτικό πάθος. Αλλά η ζωή δεν στέργει.....

(με αντιγραφές από το "Ίμερος και Κλινοπάλη" του Κωστή Παπαγιώργη,εκδόσεις Καστανιώτη)



Αν ο έρωτας νοσεί, ο θάνατος κυριαρχεί.....

Η Άννα είδε καθαρά πως ο θάνατος ήταν ο μόνος τρόπος να τον αναγκάσει να την αγαπήσει, να τον τιμωρήσει και να βγει νικήτρια στην πάλη που διεξήγε μαζί του το κακό πνεύμα που είχε φωλιάσει στην καρδιά της.

[.....] δεν μπορώ να φανταστώ μια ζωή που να μην είναι μαρτύριο, πως όλοι μας είμαστε πλασμένοι για να υποφέρουμε και πως όλοι μας το ξέρουμε αυτό και επινοούμε τρόπους για να ξεγελιόμαστε. Όταν όμως δεις την αλήθεια, τι πρέπει να κάνεις; 

- Γι' αυτό του δόθηκε του ανθρώπου η λογική, για ν' απαλλάσσεται από καθετί πού τον ενοχλεί, είπε γαλλικά η κυρία, που ήταν φανερό πως έμεινε πολύ ευχαριστημένη με τη φράση της.

Αυτά τα λόγια ήταν σαν μια απάντηση στη σκέψη της Άννας. [.....]

« Ναι γι' αυτό μας δόθηκε η λογική, για ν' απαλλασσόμαστε» ώστε, λοιπόν, πρέπει ν' απαλλαγώ. Γιατί να μη σβήσεις το κερί, όταν δεν υπάρχει τίποτα να δεις, όταν σιχαίνεσαι να τα βλέπεις ολ' αυτά; Μα πώς; Γιατί αυτός ο ελεγκτής πέρασε τρέχοντας, γιατί φώναζαν αυτοί οι νεαροί στο άλλο βαγόνι; Γιατί μιλάνε, γιατί χαχανίζουν; Όλα είναι ψέματα, όλα απάτη, όλα ασχήμια!...»

Θεέ μου, πού να πάω; » σκεφτόταν η "Άννα, καθώς συνέχιζε να προχωράει στην πλατφόρμα, όλο και ξεμακραίνοντας.[...] Και ξάφνου θυμήθηκε τον άνθρωπο που πάτησε το τρένο, εκείνη την ημέρα που πρωτοσυναντήθηκε με τον Βρόνσκι και κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει.[....]

Ενιωσε κάτι παρόμοιο μ' εκείνο πού ένιωθε όταν, κάνοντας μπάνιο, ετοιμαζότανε να μπει στο νερό και θυμήθηκε πώς έπρεπε νά σταυροκοπηθεί. Η μηχανική αυτή κίνηση, την ώρα που έκανε το σημείο του σταυρού, ξύπνησε στην ψυχή της ένα σωρό εφηβικές καί παιδικές αναμνήσεις και ξάφνου, το σκοτάδι που είχε σκεπάσει τα πάντα παραμέρισε και, για μια στιγμή, είδε μπροστά της τη ζωή της μ' όλες τις φωτεινές, περασμένες χαρές της. 

Αυτή όμως έξακολουθοΰσε να κοιτάζει τις ρόδες του δεύτερου βαγονιού που πλησίαζαν. Και τη στιγμή ακριβώς που το διάκενο ανάμεσα στις ρόδες έφτασε μπροστά της, η Άννα πέταξε πέρα τον μικρό κόκκινο σάκο και, χώνοντας το κεφάλι μέσα στους ώμους, έπεσε κάτω απ' το βαγόνι, απλώνοντας μπροστά τα χέρια της με μια γρήγορη κίνηση, λες και ετοιμαζότανε να σηκωθεί αμέσως, και στάθηκε στα γόνατα. Την ίδια στιγμή έφριξε γι' αυτό που έκανε. 
«Πού είμαι; Τι κάνω; Γιατί;»

Ήθελε να σηκωθεί, να τιναχτεί προς τα πίσω· μα κάτι τεράστιο, ανελέητο, τη χτύπησε στο κεφάλι και την έσυρε, αρπάζοντάς την απ' την πλάτη. «Θεέ μου, συγχώρεσέ με για όλα!» πρόφερε, νιώθοντας πως είναι αδύνατο πια να αντιπαλέψει. Ένας μουζικάκος, μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο, χτύπαγε ενα σίδερο. Και το κερί, που στο φως του η Άννα διάβαζε το βιβλίο της ζωής, γεμάτο ανησυχίες, απάτες, βάσανα και κακίες, φούντωσε κι έλαμψε με ζωηρότερο από ποτέ άλλοτε φως και της φώτισε όλα όσα ήταν ως τα τότε στο σκοτάδι και ύστερα τριζοβόλησε, τρεμόπαιξε και έσβησε για πάντα. 


Λ. Τοστόι, Άννα Καρένινα, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 1108, 1129 - 33 


Λέων Τολστόι, "Η Άννα είμαι εγώ......"

Πιο πολύ κι απ' τον Βρόνσκι την Άννα την αγάπησε ο συγγραφέας ο ίδιος. 

Ο Τολστόι κάθισε και τη ζωγράφισε με κάθε φανερή και απόκρυφη λεπτομέρεια. Περιέγραψε τα χείλη, τα μισόκλειστα φωτεινά μάτια, την ακτινοβολία της. Ιδίως το χαμόγελο της που από εκεί ξεκινούν όλα, από εκεί ανατέλλει όλο το συναρπαστικό της φως. Τόσο καλά τη ζωγράφισε, τόσο πολύ τη χάιδεψε, που ήρθε στο τέλος εκείνη αυτόνομη και στάθηκε μπρος του. Ζωντανή τον σαγήνεψε, τον σκλάβωσε και τον φυλάκισε στο κατάδικο της άρωμα.

Ίσως κι ο Τολστόι να έφτασε μια στιγμή που να μην είχε άλλον τρόπο να απελευθερωθεί. Έπρεπε να τη ρίξει στις ράγες του τρένου.Τόσο πολύ την αγάπησε που την παίδεψε σκληρά σαν γνήσιος δημιουργός και σαν θεός της. Μέχρι θανάτου την αγάπησε. Αλλά του δικού της θανάτου

Η Άννα έρχεται και φεύγει με τρένο. Μπαίνει στο βιβλίο με τρένο και με τρένο στο τέλος χάνεται από τον κόσμο τούτο της θλίψης και των αναστεναγμών. Το τρένο είναι για τον Τολστόι περίπου ένα σύμβολο, η μήτρα που τη γεννά στο φως κι ο τάφος που την παίρνει πίσω. Το τρένο που σαν μαύρο φίδι άγρυπνα διασχίζει τη σάρκα της γης, φέρνει και παίρνει. Κι όπως τα σύμβολα έχουν ερμηνείες αντιφατικές, το φίδι υπήρξε για αρχαίες διδασκαλίες σύμβολο ζωής, σοφίας αλλά και σκότους. Δηλητηρίου αλλά και γιατρειάς. Φαρμάκι και φάρμακο. Θα δοκιμάσει κι ο ίδιος ο συγγραφέας μέχρι το θάνατο του όλες τις εκδοχές και του φιδιού και του τρένου. Λέγεται ότι στο τέλος του βίου του ο Τολστόι, γέρος και βασανισμένος από πανικό θανάτου, πίστεψε κι αρπάχτηκε από μια παράξενη ιδέα. Πως, αν είναι διαρκώς εν κινήσει, ο θάνατος, που ακινητοποιεί τον άνθρωπο που χτυπά, δε θα καταφέρει να τον αρπάξει και να τον νικήσει. Μπήκε λοιπόν στο τρένο και ταξίδευε διαρκώς. Μέχρι τη μέρα που, μέσα σε τρένο, αρρώστησε βαριά για να ξεψυχήσει λίγο μετά σε ένα σταθμό σιδηροδρόμων. Μήπως, υποσυνείδητα, λαχταρούσε όχι να ξεφύγει απ' το θάνατο αλλά να τελειώσει κι αυτός μέσα στο ίδιο σκηνικό όπου και η πιο αγαπημένη του ηρωίδα; Να βρεθούν μαζί, σε ένα κοινό τέρμα, με μιαν αυλαία να πέφτει κοινή; "

Μάρω Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Άνιμα, εκδόσεις Ψυχογιός


...όλα για σένα είναι όπως παλιά......

«Μακάρι να μας συλλογιστεί κι εμάς κάποιος ύστερα από χρόνια. Όταν θα είμαστε κι εμείς ελεύθεροι, οδηγημένοι στο αναπότρεπτο και το οριστικό, εκεί όπου ακόμα και ο απολογισμός είναι μάταιος». 

Στην πόλη μας δε φτάνει τρένο πια και συ προσμένεις.
Κόκκινη τσάντα έχεις αγκαλιά και περιμένεις.
Κοιτάς τα ξεχασμένα τα παλιά τα ξύλινα βαγόνια, 
τους μαντεμένιους τους τροχούς, τις αλυσίδες τα μπουλόνια.
Αχ, που σκούριασαν τα χρόνια Άννα Καρένινα.

Όλα για σένα είναι μια φορά πάνω στις ράγες.
όλα για σένα είναι όπως παλιά καπνοί και ράγες, 
Άννα Καρένινα.

Μέσα σε κύματα απ’ ατμό είδα μια νύχτα στο σταθμό να μπαίνει
καινούργια ατμομηχανή με οδηγό και θερμαστή και να σε παίρνει.
Κι από τότε τα τρένα σφυρίζουν μόνο για σένα, 
Άννα Καρένινα.

Με καπνούς και με ήχους Άννα Καρένινα
Βράχους σε στίχους Άννα Καρένινα

Στίχοι: Θοδωρής Γκόνης
Μουσική, τραγούδι: Νίκος Ξυδάκης



Υ. Γ: Φόρος τιμής - δίκην "κυματισμών" κατά I. D. Yalom ή εκλεκτικών συγγενειών - στον Κωστή Παπαγιώργη, στη Μάρω Βαμβουνάκη, στον Χόρχε Μπουκάι και την Κική Δημουλά, που μου "δάνεισαν" τα μάτια τους, μάλλον τη ματιά τους...