Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

«Τ' απόρθητα κάστρα ποτέ δεν πέφτουν απ' τα έξω», Γιάννης Νεγρεπόντης, Φυλάττειν Θερμοπύλας



Ευστάθιος Κουκόπουλος, Μάχη Θερμοπυλών (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 


Ανυποχώρητοι, ωραίοι...
Ανυποχώρητοι, ωραίοι, 

εν πλήρει επιγνώσει του απέλπιδος αγώνος, 
μένουν εδώ αξιοπρεπείς 
επιταγή αρχαιοτάτου κανόνος 
διά τους ελευθέρους.
Γιάννης Νεγρεπόντης, Επίγραμμα, 
Λίγο μετά τη σιωπή, εκδόσεις Καλειδοσκόπιο

Σίμος Βασίλης, Όραμα (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011)


Φυλάττειν Θερμοπύλας

Τη
 νύχτα της 21ης Απριλίου 1967 αστυνομικοί όρμησαν στο σπίτι του Νίκου Ξυνοτρούλια, γνωστού για την αγωνιστική του δράση, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν, μαζί με άλλους «αντεθνικώς δρώντες», αρχικά στην αστυνομία και στη συνέχεια στην εξορία.

Λίγο αργότερα, την ίδια νύχτα, οι αστυνομικοί επέστρεψαν στο ίδιο σπίτι και συνέλαβαν τον γιο του Ξυνοτρούλια, που είχαν ξεχάσει. Ήταν ο γνωστός με το ψευδώνυμο ποιητής Γιάννης Νεγρεπόντης, ο οποίος δεν είχε αντιληφθεί τη σύλληψη του πατέρα του - έτσι κι αλλιώς κάθε τόσο τον έπιαναν -

Στην εξορία ο Νεγρεπόντης δεν έμεινε ανενεργός – εξακολουθούσε να γράφει. Έτσι το 1968, στο Παρθένι της Λέρου, προέκυψε το ποιητικό του έργο «Φυλάττειν Θερμοπύλας».

Μέ
σα σ’ αυτήν τη σκοτεινιά, ο ποιητής πασχίζει να δει μέσα από τις μικρές ρωγμές των λέξεων τη μεγάλη εκείνη εποχή της Αθήνας. Την εποχή εκείνη που «δοξάστηκε το φως» και το «κάλλος το τραγικό»». Η Αθήνα «υπέρλαμπρη και άφατη» που ως Προμηθέας εφώτισεν τον κόσμο με «της ελευθερίας τα έργα» και «τον πολυσήμαντο της ύπαρξης θρίαμβο».

Τώρα, ο ποιητής εξόριστος και Δεσμώτης ο ίδιος στο νησί της Λέρου, αναπολεί την πόλη εκείνη που αποθεώθηκαν τα χρώματα, οι αισθήσεις, η αρετή και το κάλλος. Και ’κει πάνω από τις στάχτες και «τα πρόσκαιρα ερείπια» στον τόπο της εξορίας του, στήνει ο ποιητής το ωραίο άγαλμα «του Κυρίου και Λαού του» δοξάζοντας έτσι τα πανανθρώπινα ιδανικά που η πόλις εκείνη στον κόσμο εκληροδότησεν: Την ελευθερία, την τιμή και την αξιοπρέπεια.

Ύστερα ενθυμείται έμπλεος ελευθερίας και ταπεινής έπαρσης του «Λαού του τα τέκνα», από το Σολωμό έως το Σικελιανό, που την πόλη αυτή «εκατοίκησαν», «αγωνιστές και μαχητές που κι εκείνοι συντήρησαν του ανθρώπου τ’ανάστημα» φυλάττοντας 
Θερμοπύλας.


Το έργο φυγαδεύτηκε
από το στρατόπεδο γραμμένο σε μικρά τσιγαρόχαρτα, κρυμμένα στην κορνίζα ενός αυτοσχέδια συναρμολογημένου πίνακα που έστειλε σε φίλους του. Μετά την αντιγραφή του, το ποίημα κυκλοφόρησε από χέρι σε χέρι, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ως την έκδοσή του, το 1971.



Γιώργος Κόρδης, Θερμοπύλες (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011)


Υπήρξε μια εποχή...

Υπήρξε μια εποχή, υπήρξε
υπήρξε ένας καιρός
όπου τα πάντα ήταν μια υπόσχεση
οι δρόμοι τα σπίτια
των ανθρώπων τα βλέμματα
η Αθήνα η Ελλάδα
ο κόσμος ολόκληρος
οι παρούσες ημέρες κι’ οι μέρες
που έρχονταν. 

Υπήρξε εκείνη η εποχή, υπήρξε 
υπήρξε εκείνος ο καιρός
όπου τα πάντα ήταν μια υποδοχή
κι’ εγώ, εγώ ένας θρίαμβος
εγώ ένας ακάθεκτος κατακτητής
εγώ ένας Πρίαπος
ορμητικός ακράτηγος
εγώ ένας ποταμός
εγώ ολόκληρος ένας φαλλός 
τον κόσμο να βατέψω 
στα χέρια και στα σκέλια μου να σφίξω 
και μέσα του να σπείρω 
της ύπαρξής μου το καυτό σπέρμα 
ανά τους αιώνες. 

Τι εποχή! Τι εποχή! 

Κι’ όμως υπήρξε αληθινά


υπήρξε εκείνη η εποχή 
όταν ο κόσμος ήτανε ζεστός 
γλυκός, απλός και ζωντανός
αβυσσαλέα ποθητός
ως ένα ανθισμένο στην ώρα του αιδοίο.

Ω, ο κόσμος, ο κόσμος 
αυτό το απίθανο 
της κάθε στιγμής με τη στιγμή 
από το χάος αναδυόμενο 
μυρίων ονείρων όνειρο.


Ήμουνα έτοιμος για όλα· ήμουνα ωραίος

Ανάμεσα σε τόσα έμπνεα μάρμαρα 
σε τόσον πηλό εμφυσημένον πνεύματος 
σε τέτοια παρουσία ανθρώπων 
από χιλιετηρίδες
σ’ αυτή τη διαρκή αποκάλυψη της Αγάπης
ολόκληρη τη μέρα ειδωλολάτρης
χαρισμένος του Απόλλωνα
και τη νύχτα, τη νύχτα
ένας Διόνυσος Χριστιανός
τον κόσμο ανακάλυπτα 
δοκιμαζόμουνα απ’ τον κόσμο 
τον κόσμο! τον κόσμο!
Αυτό το αειθαλές, αυτό το αειπάρθενο
ξάφνιασμα των αισθήσεων
την αέναη τούτη του πνεύματος έκσταση.

Ναι, ναι, υπήρξε μια εποχή 
που η ψυχή μου ήταν τρυφερή 
όπως τα χέρια ερωτευμένου 
πριν η μανία τα κερδίσει 
κι’ ήτανε σκοτεινή
όπως τα μάτια κάποιου που το φόνο μελετάει 
κι’ ήταν σκληρή
όπως εκείνου που πήρε την απόφασή του 
κι’ ήταν αγνή
όπως του νέου προσήλυτου.
Ήμουνα τότε διαθέσιμος 
και έτοιμος για όλα· 
ήμουνα ωραίος. 
Δάση οι σημαίες γύρω μου
ρόγχος ποτάμιος οι ιαχές
δέους βροντές οι γόοι κι’ οι κραυγές·
ανάμεσα σε τόσα πρόσωπα πυρωμένα
δικαιωμένα της έξαρσης
ανάμεσα σε τόσα πρόσωπα ωραία
όσον ποτέ πιστός
όσον ποτέ ωραίος
το Λαό μου εδόξαζα
τον αθάνατο τούτο
της γης Μέγα Φοίνικα. 

Τι εποχή! Τι εποχή!

Dosso Dossi (Giovanni di Niccolò Luteri) Apollo e Dafne 1525, 
 Roma, Galleria Borghese

Αθήνα πάντα Αθήνα....

Έζησα αυτήν την εποχή
ήμουν παρών σ’ αυτήν την εποχή 
ήταν δική μου αυτή η εποχή 
ένα με το κορμί μου
ένα με την ψυχή μου.

Πώς γίνεται ποτέ και τι μπορεί 
να μου τη θάψει 
όσον εγώ θα ζω θα υπάρχω 
θα θυμάμαι, πώς;

Βράδια και βράδια 
στο Ηρώδειο, στην Πνύκα 
πρωινά και πρωινά 
μεσημέρια και μεσημέρια 
θάλασσες απαστράπτουσες 
και θάλασσα με συννεφιά 
θαυμάσια απογεύματα 
θέατρον Διονύσου·
κάλλος το τραγικό 
διαρρέει τα πάντα 
εξαίσια δειλινά 
μελιά μενεξελιά 
χάλκινα χρυσαφιά· 
των χρωμάτων η δόξα 
η υπέρλαμπρη, η άφατη. 

Δόξα σοι φως
δόξα σοι όμμα του ανθρώπου
βράδυ ή πρωί
μεσημέρι ή απόγευμα
όλες τις εποχές κι’ όλες τις ώρες
η Αθήνα πάντα ωραία 
η Αθήνα, η Αθήνα
πάντα η Αθήνα.




Γιάννης Τσαρούχης, Το σπίτι με τις Καρυάτιδες της οδού Ασωμάτων 45


..πάντα αντιστεκόμενη και πάντα ανυπόταχτη

Υπήρξε άραγε ποτέ
να υπάρχει τάχα ακόμα –
ή μη κι’ ένα παιχνίδι
ήταν όλο αυτό 
όνειρο που δεν λέω να ξεχάσω.

Μα όχι, όχι δεν μπορεί.

Κι’ αν όλη μου η ζωή ένα ψέμα
όχι όμως εκείνη η εποχή
όχι όμως η Αθήνα.

Δρόμοι και σπίτια και πλατείες 
αρχαίοι ναοί
και της Χριστιανοσύνης εκκλησίες 
θέατρα αρχαία και θέατρα νέα 
πάρκα και κτίρια και σχολεία 
και εργοστάσια κι’ αγορές 
και παιδικές χαρές και μαγαζιά 
και καφενεία και νεκροταφεία 
και γυμναστήρια και Μουσεία 
κίνηση καθημερινή 
και κυριακάτικη ερημιά.
Κι’ οι άνθρωποι... α, οι άνθρωποι
αυτά τ’ αγάλματα
που παίρνανε τους δρόμους.
Γριά πολύπειρη πόρνη μα και Παρθένα 
Κύπρις και Παναγία η Αθήνα·
κάθε φορά στο χείλος της αβύσσου 
όλα ή τίποτα και τίποτα και όλα 
μόνο να ζω, να ζω
βαθιά μου ν’ ανασταίνω αυτό το θαύμα 
αυτή τη δόξα των αισθήσεων
την αέναη τούτη, την ασίγαστη τούτη ροή
τον πολυσήμαντο της ύπαρξης θρίαμβο.

Πώς μπορεί να ’ναι όνειρο
πώς μπορεί να ’ναι ψέμα
αυτό που είναι του κορμιού μου
αυτό που είναι της ψυχής μου
αυτό που πέρα κι’ από μένα
του ίδιου του Λαού μου είναι ιστορία...

Αθήνα, Αθήνα
Αθήνα του Τριανταέξι
Αθήνα του Σαράντα
της νίκης και της έξαρσης
Αθήνα μου της Κατοχής
Αθήνα των οδοφραγμάτων
Αθήνα της σιωπής και των αλαλαγμών
Αθήνα, Αθήνα
συλλαλητήρια, διαδηλώσεις κι’ απεργίες 
Αθήνα θούρια νικητήρια 
κι’ Αθήνα πένθιμα εμβατήρια 
πόλη του πόνου και της απαντοχής 
Αθήνα των αγώνων 
κυνηγημένη πολιορκημένη 
σιδεροδέσμια και καθημαγμένη 
παράνομη ηττημένη 
μα πάντα αντιστεκόμενη 
και πάντα ανυπόταχτη 
Αθήνα πάντα Αθήνα.

Σοφοκλής,«Ούτοι συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν» 
Acrylics on wall, Κολωνός 
Fikos (ζωγράφος και street artist)

..κι’ ο κόσμος μόνο μέλλον, εμπρός και ες αεί εμπρός

Ήταν που ο κόσμος ήταν νέος;
Ήταν που εγώ ο ίδιος ήμουν νέος;
Σε μένα που αξιώθηκα μιας τέτοιας εποχής
αταίριαστοι τέτοιοι συμβιβασμοί.
Δε θα τρομάξω το χρησμό
όσο σκληρός και αμετάκλητος κι’ αν είναι
.


Ο κόσμος τότε ήταν μέλλον
θάλλουσα η δάφνη
και η παγά λαλέουσα.
Λαλέουσα η παγά 
μοίρα μου η μοίρα του Λαού μου 
λυγμός μου ο λυγμός του 
κραυγή μου η κραυγή του 
πόνος μου ο πόνος του 
ήττες μου οι ήττες του 
οι νίκες του νίκες μου 
οι πόθοι του πόθοι μου 
σκοπός μου ο σκοπός του 
πάντα λαλέουσα η παγά 
κι’ ο κόσμος μόνο μέλλον 
εμπρός εμπρός 
και ες αεί εμπρός.

Ω, ναι, υπήρξε εκείνη η εποχή 
που ο κόσμος ήταν φως 
θούριο φωτιά εμβατήριο 
ο κόσμος ήταν δίνη 
ο κόσμος μέλλον
ο κόσμος ες αεί εμπρός.



Κωνσταντίνος Παρθένης, Θέατρο Ηρώδου Αττικού (1930 – 1938)



Το λάλον ύδωρ αφήσαμε να χυθεί


Τώρα εδώ
ακίνητος άπραγος 

παγωμένος· 

παντού γύρω μου
πρόσωπα κουρασμένα 
αίσθηση στάχτης.

Ο καιρός να περνάει 
η ώρα να περνάει 
τίποτα πια 
δεν έχει σημασία. 

Στάχτη μέσα σε στάχτες
το κορμί μου – απελπισία·
πώς να γινόταν να ξεχάσω
όλη την προηγούμενη ζωή μου; 
Πώς να γινόταν να ξεχνάω 
στιγμή με τη στιγμή
ερείπια πάνω σε ερείπια
πώς, Θε’ μου, να χανόμουν;

Πολλά μας βρήκαν
και τα χειρότερα
απ’ τα μέσα
Τ’ απόρθητα κάστρα
τα μεγάλα
ποτέ δεν πέφτουν
απ’ τα έξω.
Το λάλον ύδωρ
απερίσκεπτα

αφήσαμε να χυθεί.



Τώρα οι Ερινύες
τον ύπνο και τον ξύπνιο μας
ταράσσουν.

Και μεις, αθύρματα,
πιστεύουμε πως κάτι κάνουμε 
πιστεύουμε πως είναι δυνατόν 
αυτές να εξευμενίσουμε 
το μερτικό του ο καθένας 
της ενοχής μετριάζοντας 
ή σ’ άλλους αποδίδοντας.

Α, αυτός ο παγερός 
αέρας της αμφιβολίας 
δεν μ’ αφήνει 
τρώει τις σάρκες μου 
γδέρνει το μυαλό μου 
το χρόνο μου 
απογυμνώνει. 

Μόνος μου, μόνος.
Το κάθε τι
μες απ’ τα δάχτυλά μου 
όπως η άμμος χάνεται.
Κάθε πρωί ο ήλιος
τεφρός και παγωμένος
κι’ οι νύχτες μου μαύρες στάχτες.
Τι θα μπορούσε πια
αυτή την άγρια
μοναξιά μου να μερώσει.
Τι άλλο απ’ την παραίτηση.

Poets drinking from the Castalian Spring 
Painting by Heinrich Füger (1751-1818)



Μοίρα μου η μοίρα του λαού μου


Όμως ακόμα δεν μπορώ
έχω ακόμα μνήμη
και να παραιτηθώ
δεν το μπορώ
ακόμα αμφιβάλλω 
θυμάμαι ακόμα 
μου απομένει ακόμα η πίστη· 
όπως και να ’χει 
έτσι κι’ αλλιώς υπάρχω. 

Κι’ υπάρχω
ανάμεσα σε τόσους 
τάφους προγονικούς 
επιγραφόμενους και μη 
«Ω ξειν’ αγγέλλειν» 
και σε τύμβους
αγνώστων «διά χρόνου πλήθος»
οστών καθηγιασμένων
διά την ελευθερίαν πεσόντων.

Κι’ υπάρχω 
σ’ αυτόν τον τόπο 
ένθα ο πόνος επερίσσευσεν 
ως επερίσσευσεν 
ο έρως
διά την ελευθερίαν. 

Κι’ υπάρχω
ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες
και στις «ταν ή επί τας» στενωπούς
σ’ αυτήν την κώχη της υπομονής
που τόσα τραγούδια
θλίψης και καρτερίας
ένα με το κορμί μου
ένα με την ψυχή μου
έχουν δέσει.

Πάλι με χρόνια με καιρούς 
Ακόμα τούτ’ την άνοιξη 
πότε θα Φλεβαρίσει 
ως που να ’ρθει κάποια μέρα. 

Μοίρα μου η μοίρα του λαού μου
- φυλάττειν Θερμοπύλας·
πεδία μαχών
και τόπους εκτελέσεων
πάντα χώρον
όπου το φρόνημα
δεν εγονάτισεν
φυλάττειν·
της ελευθερίας τα έργα 
φυλάττειν·
Παρθενώνα και θέατρον Διονύσου
και Περικλέους Επιτάφιον
και Σύνταγμα των Ελλήνων
φυλάττειν
και παν της ελευθερίας έργον
μεγάλο ή μικρόν
ισοβίως φυλάττειν.

Αδάμος Κώστας, «Ή ταν ή επί τας»
(συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 



Ενθυμού......

Άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται

οχυρά ανυψούνται και πίπτουν
σάρκες εισίν και πέτρες και σίδηρος·
της ελευθερίας η αίσθηση
η μόνη ακατάλυτη
και η πίστη σ’ αυτήν
η μόνη διασώζουσα
των ανθρώπων το γένος
η μόνη φυλάττουσα
αμόλυντο κι’ αγνό
του κόσμου τ’ ανάβλεμμα.
Πάνω απ’ τα πρόσκαιρα ερείπια 
του καιρού σου τη στάχτη 
ανορθώσου ψυχή μου 
στου Λαού σου τ’ ανάστημα 
το αναντίρρητον τούτο 
ωραιότατον καύχημα.

Ενθυμού του Λαού σου τα Τέκνα 
και τα έργα αυτών 
υπέρ του κάλλους 
τα αγωνιζόμενα έργα.
Ενθυμού τους προγόνους
από των πρώτων τον τόπον τούτο
κατοικούντων
έως του Σολωμού και Κάλβου 
και Καβάφη
κι’ ενθυμού Σικελιανόν 
και πάντας τους μάρτυρας 
τους αγωνιστάς και μαχητάς 
τους από παντός βέλους άτρωτον 
συντηρήσαντας του ανθρώπου 
το ανάστημα.




Δημήτριος Σιδηράς, «300 ψυχές» (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 


Επικαλέσου Κύριο τον Λαό σου.. 

Ουκ απέσβετο ύδωρ το λάλον
κι’ αν η τέφρα για λίγο τα μάτια τυφλώσει 
κι’ αν η τέφρα για λίγο το νου σου θολώσει 
επικαλέσου Κύριο τον Λαό σου 
Λαό σου τον αγωνιστή 
τον αθλοφόρο 
τον πανδαμάτορα.

Λαέ μου και Κύριε 
βοήθησόν με Λαέ μου 
Ανταίε και Σίσυφε 
Λαέ μου Οδυσσέα 
Τυραννοκτόνε Λαέ μου 
βοήθησόν με· βοήθησόν με 
Λαέ Προμηθέα 
φώτισόν μου τον νου 
κρήνη βρύουσα Συ 
κρουνούς ιαμάτων 
ίασον την ψυχήν μου 
ότι ασθενής ειμί 
και αμφιβάλλων· 
Λαέ μου και Κύριε 
βοήθησόν με, βοήθησόν με 
Κύριε και Λαέ μου. 
Εντειχισμένος στο σώμα μου 
έγκλειστος στην ψυχή μου 
τυφλός, κουφός, βουβός 
ήμουν ο άνους.
Μικρός όσον επίστευα μεγάλος 
κι’ έπαιρνα τους κρωγμούς μου 
για τραγούδι ο μωρός· 
δεν το ’ξέρα τι θάμα είναι μεγάλο 
η Λευτεριά με το Λαό.

Ουκ απέσβετο ύδωρ το λάλον. 
Ανέβλεψα, ακούω, δοξάζω 
είμαι ελεύθερος.
Ναι, τώρα μπορώ να πω: υπάρχω.

Υπάρχω, υπάρχω 
δωρούμενος χαράν την υπερτάτην 
την άφατον χάριν δωρούμενος. 
Αίνει ψυχή μου 
Κύριον τον Λαόν σου 
τον πανθαύμαστον αίνει.

Δόξα σοι Κύριε και Λαέ μου 
της ελευθερίας δόξα σοι πρόμαχε 
της αληθείας υπέρμαχε 
πανδαμάτορα δόξα σοι.
Δόξα σοι, ότι μόνος εσύ
του κόσμου το φως κι’ η δικαίωση·
Δόξα σοι Λαέ μου και Κύριε
ότι μόνος εσύ
ανά τους αιώνας
ελπίς του κόσμου
αμάραντος υπάρχεις·
ότι μόνος εσύ
ο αθάνατος.
Δόξα σοι.

Λέρος, 1968

Γιάννης Νεγρεπόντης, Φυλάττειν Θερμοπύλας, 
Καλειδοσκόπιο, τέταρτη έκδοση,1999

Ψιμογιάννου Μόρφω, Θερμοπύλες (συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», 
Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 

«Συνάντηση» Λεοντή - Νεγρεπόντη

Από χέρι σε χέρι, το έργο του Γιάννη Νεγρεπόντη, έφτασε και στα χέρια του Χρήστου Λεοντή. Ο συνθέτης, που εργαζόταν πάνω σ’ αυτό από το 1971, λέει απαντώντας σε σχετική ερώτηση: 

«Ελπίζω το 2013, οπότε συμπληρώνω 50 χρόνια μουσικής πορείας, να μπορέσω να παρουσιάσω το ορατόριο “Φυλάττειν Θερμοπύλας” σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, πάνω στο οποίο εργάζομαι από το 1971. Τώρα ολοκληρώνω την ενορχήστρωση.

Κράτησα όλο τον ενθουσιασμό της νεότητας, δεν άλλαξα καθόλου τα μουσικά μοτίβα, πρόσθεσα μόνο την εμπειρία και τη γνώση των σημερινών μου χρόνων στην ενορχήστρωση. 

Είναι έργο που αποζητά την ελευθερία των ανθρώπων, στην οποία δεν μπορεί να φτάσει κανείς παρά μόνο μέσα από τον κοινό αγώνα μαζί με τους άλλους. Γιατί τελειώνει «Δόξα σοι κύριε και λαέ μου, της ελευθερίας δόξα σοι πρόμαχε, της αληθείας υπέρμαχε, πανδαμάτορα δόξα σοι». Και συμπληρώνω εγώ: «είθε» 

Τα τρία τελευταία χρόνια το «Φυλάττειν Θερμοπύλας» πήρε τη σημερινή του μορφή «ορατορίου» για συμφωνική ορχήστρα, βαρύτονο, μεσόφωνο, αναγνώστη, μεικτή και παιδική χορωδία.

Ο Λεοντής το αφιέρωσε στο μεγάλο ομότεχνό του Μίκη Θεοδωράκη, που η στάση ζωής και το έργο του, σηματοδοτούν το δρόμο για την κατάκτηση αυτών των αξιών στις μελλούμενες γενεές.

Το ορατόριο «Φυλάττειν Θερμοπύλας» παρουσιάστηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 11 Οκτώβρη 2015 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με αφορμή την 71η επέτειο από την απελευθέρωση της Αθήνας από τα ναζιστικά στρατεύματα, με γενικό θεματικό τίτλο «12 Οκτωβρίου 1944: Η Αθήνα ελεύθερη».

Το έργο ερμηνεύουν οι σολίστ Ιωάννα Φόρτη (μέτζο σοπράνο) και Τάσης Χριστογιαννόπουλος (βαρύτονος).

Στον ρόλο του αφηγητή, ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος.

Τη Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΡΤ, καθώς και την Παιδική Χορωδία «Μανώλης Καλομοίρης» διευθύνει ο μαέστρος Μιχάλης Οικονόμου.



Πηγές

• Γιάννης Νεγρεπόντης, Φυλάττειν Θερμοπύλας, Καλειδοσκόπιο, τέταρτη έκδοση,1999

• http://www.poiein.gr/archives/31033/index.html

• http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr/2012/09/blog-post_9.html

• https://www.ksm.gr



Νίκος Καγκαράς, Θερμοπύλες
(συμμετοχή στην έκθεση «Θερμοπύλες 2500 χρόνια», Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, 2011) 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου